Wednesday, April 9, 2025

76 - Ένας Φαντάρος: Λόχος Νεοσυλλέκτων (Πρώτη Μέρα)

 Ο χρόνος κυλάει τέτοιες μέρες με ταχύτητα αντιστρόφως ανάλογη της συχνότητας και του μεγέθους εμποδίων και δυσκολιών που εμφανίζονται καθ’ οδόν. Και αυτά μου φάνηκαν πολλά και ψηλά εκείνες τις πρώτες μέρες. Στις χαοτικές σκηνές από τη διάθεση στρατιωτικών κλαπατσίμπαλων και ρούχων που δεν μας ταίριαζαν, και για να μη χαθεί χρόνος στην γραμμή στρατολόγησης, οι αποθηκάριοι μας προγκούσαν να παίρναμε τσάκα-τσάκα ότι βρίσκαμε από αραδιασμένους σωρούς  που λίγο-πολύ μας ταίριαζε στο (ελληνικό) «περίπου». «Αν δεν σας κάνει κάτι θα τα βρείτε αργότερα με ανταλλαγές μεταξύ σας…» Αν είναι δυνατόν, σκέφτηκα. Προηγουμένως, τσιτσιδωμένοι σε μια αίθουσα, στημένοι κατά μήκος ενός τοίχου και την αξιοπρέπειά μας στο ναδίρ νιώσαμε τις αδιάκριτες ματιές και δάκτυλα κάποιου γιατρού αξιωματικού να επεξεργάζεται απόκρυφά μέρη του σώματος, ενώ εμείς ρίχναμε λοξές ματιές γύρω μας. Στην αξιοπρεπέστερη στιγμή της διαδικασίας, ένας γραφιάς συμπλήρωσε το φάκελό μας με βιογραφικά στοιχεία: μόρφωση, πρακτικές δεξιότητες, αλλά και χόμπι. Θα είχαν μηδαμινή επίδραση στη συνέχεια της θητεία, αλλά τότε καλλιέργησαν κάποιες ελπίδες για καλύτερη μεταχείριση και κάποιο αξιοκρατικό «βόλεμα».

Πριν φτάσουμε στο οίκημα που θα μας στέγαζε στις σαράντα μέρες της «βασικής εκπαίδευσης», τη διμοιρία μου και τον λόχο μας, η καρδιά είχε πετρώσει. Ένιωσα φαντάρος, κάτι λιγότερο από άνθρωπος, μόριο μιας ομοιόμορφης και άβουλης μάζας που όφειλε να υπακούει τυφλά, χωρίς αντίλογο, σε διαταγές. Στο θάλαμο ντυμένοι στα χακί σταθήκαμε όρθιοι, μπροστά στα κρεβάτια μας για την πρώτη γνωριμία με τον ανθυπολοχαγό -επικεφαλής της διμοιρίας μας. Ένας άγριος και μάγκας αρχιλοχίας («μονιμάς», μπορεί και καραβανάς) και από πίσω του ένας ΛΥΒίτης, υποψήφιος βαθμοφόρος από προηγούμενη σειρά, όπως θα μάθαινα όταν, λίγο καιρό αργότερα, θα ερχόμουν στη ίδια θέση, με δυνατά προστάγματα μας έδιναν ως επί το πλείστον ακατανόητες οδηγίες για τη ρουτίνα της καινούργιας μας ζωής. Προβάραμε τις στάσεις προσοχής και ημιανάπαυσης, τον χαιρετισμό και πως θα αναφερόμαστε σε ανώτερους μας, με τον αρχιλοχία να απαιτεί από τον καθένας καθαρή και βροντερή φωνή. Αν η φωνή κάποιου νεοσύλλεκτου, που είτε η φύση τον έπλασε νηφάλιο, είτε  οι συνθήκες τον είχα σαστίσει και παγώσει, δεν ξεπερνούσε το κατώφλι της απαιτούμενης έντασης, ο αρχιλοχίας γυρνούσε προς το μέρος ΛΥΒίτη και με ένα ύφος δυσαρέσκειας και εκνευρισμού ή κάποιο περιφρονητικό χαμόγελο, ρωτούσε: «Άκουσες, ρε, τίποτε; Λες να έχουν πάθει τα αυτιά μου;» Και το σκηνικό επαναλαμβανόταν και μια και δυο και τρείς φορές σε αυξανόμενη κλίμακα έντασης, μέχρις ο ταλαίπωρος φαντάρος να μαζέψει ότι αποθέματα κουράγιου και δύναμης του είχαν απομείνει και η φωνή του να ξεπεράσει το κατώφλι που θα ικανοποιούσε τον αρχιλοχία.   

Ο γύρος των αναφορών και των συστάσεων είχε λήξει, αλλά ούτε το παλικάρι που θα μοιραζόμουν την κουκέτα, χτυπημένος (και αυτός!) από κάποιο αστροπελέκι δίπλα μου, κατάφερα να προσέξω την φυσιογνωμία, ούτε το όνομα του και κανενός άλλου να συγκρατήσω. Ο μόνος γνώριμος ανάμεσα στην καμιά σαρανταριά φαντάρους της διμοιρίας ήταν ενός πρώην συμφοιτητής. Από μια γρήγορη ματιά στις φάτσες γύρω μου συμπέρανα ότι ήμουν από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος, σε ηλικία –«παππούς» στην αργκό των φαντάρων. Και βέβαια, με τυπικούς, πιθανότατα και ουσιαστικούς όρος, ο περισσότερο μορφωμένος. Αυτές οι διαπιστώσεις δεν με έκανε να νιώσω καλύτερα.

Μετά από μιαν ολόκληρη ώρα βασανιστικής αναμονής, στεκάμενοι σε ημιανάπαυση, αμίλητοι, κουρασμένοι, πιασμένοι από την ορθοστασία, καταρρακωμένοι από την ένταση μιας υπερθετικά δύσκολης μέρας, τα νεύρα μας (μάλλον εκ προμελέτης) δοκιμασμένα από φωνές και διαταγές, εμφανίστηκε ο ανθυπολοχαγός Κωνσταντούρος. Θα ήταν στην ίδια ηλικία με εμένα, μελαχρινός, ντούρος, με φαρδιούς ώμους, βροντερή και επιβλητική, αλλά περιέργως συμπαθητική φωνή. Θα αναλάμβανε τις ερχόμενες σαράντα μέρες τα ηνία της διμοιρίας και της βασικής μας εκπαίδευσης, με τον αρχιλοχία και ένα ή δυο αποσπασμένους στον λόχο μας ΛΥΒίτες. Μετά τον χαιρετισμό και την αναφορά από τον καθένα μας σε στάση προσοχής μπροστά στον ανθυπολοχαγό, κατά το πρωτόκολλο που μας δίδαξαν, και καθώς στεκόμαστε σύξυλοι προσοχή κατά την αποχώρηση του από το θάλαμο, ο Κωνσταντούρος έριξε μια λοξή ματιά προς το μέρος μου με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Το ερμήνευσα ως χαμόγελο συμπάθειας και στοιχειώδους σεβασμού, τηρουμένων πάντα των περιθωρίων που η στρατιωτική ιεραρχία και το ανελαστικό πρωτόκολλο επέτρεπε για την ανάπτυξη τέτοιων αισθημάτων -ανωτέρων προς κατωτέρους τους. Το επόμενο πρωί μου έκανε εντύπωση ότι θυμόταν και πρόφερε σωστά το επίθετό μου, πριν φτάσει η σειρά μου να αναφερθώ.

Περπατήσαμε ως τα εστιατόρια του Κέντρου και φάγαμε γρήγορα, χωρίς πολλές κουβέντες. Είμαστε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Πριν τη νυχτερινή κατάκλιση γνώρισα και αντάλλαξα δυο λόγια με το φαντάρο που θα μοιραζόμαστε την κουκέτα. Ήταν ένα καλό και σεμνό, με ήπιους τρόπους παιδί, που είχε πάρει κάποιο πτυχίο και, συνεπώς, κάποιο μορφωτικό επίπεδο. Παρά τον κλονισμό ψυχής και νεύρων από τα διαδοχικά σοκ της πρώτης μέρας, καταφέραμε και συνεννοηθήκαμε για μερικά πρακτικά θέματα. Πως θα βοηθούσαμε, αν χρειαζόταν, ο ένας τον άλλον στο στρώσιμο του κρεβατιού, πως θα γινόταν ο ένας μας σκιά του άλλου στην επίπονη πρωινή προετοιμασία. Δέχτηκα να κοιμηθώ στο πάνω κρεβάτι, αν και αυτό συνήθως προοριζόταν για τους νεότερους, σε ηλικία και σειρά κατάταξης.  

Η κούραση μου ήταν πρωτόγνωρη παρά την υπερένταση, αλλά η λίγη ξεκούραση που λαχταρούσα θα αναβαλλόταν για δυο τουλάχιστον ώρες μετά το σιωπητήριο. Ο ΛΥΒίτης της νυχτερινής βάρδιας, ένας ασήμαντο στο λόγο, το πνεύμα και το δέμας επαρχιώτης, που διέθετε και ασκούσε την λίγη εξουσία που ο «βαθμός» του δεκανέα του έδινε, με όρισε θαλαμοφύλακα εκείνη την πρώτη νύχτα - ως έναν από τους ωριμότερους και, συνεπώς, πλέον αξιόπιστους. Θα ήταν δύσκολη η πρώτη νύχτα, μου είπε· πολλά συμβαίνουν. Μερικοί θα ψάξουν ευκαιρία να την κοπανήσουν από το κτίριο και το στρατόπεδο, άλλοι ξυπνάν ταραγμένοι από εφιάλτες. Συνέβησαν χρήσεις ναρκωτικών, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοτραυματισμοί, λιποταξίες, διαπληκτισμοί, ακόμα και φονικά. Όφειλα να κρατήσω προσεκτικό λογαριασμό οποιασδήποτε κινητικότητας εντός και εκτός θαλάμου, να ρωτούσα όποιον σηκωνόταν να πάει τουαλέτα «αν πάει για ψιλό ή για χοντρό», να του έδινα όχι παραπάνω από ένα λεπτό για το πρώτο και πέντε λεπτά για το τελευταίο, να ειδοποιούσα αμέσως τον υπαξιωματικό υπηρεσίας στο γραφειάκι του λόχου για κάθε αλόγιστη καθυστέρηση· να επικοινωνούσα με τον «τουαλετοφύλακα» της βάρδιας (μια αγγαρεία που αργότερα έμαθα κυρίως επιφυλασσόταν για τους λίγους φουκαράδες Μουσουλμάνους της σειράς καθώς δεν απαιτούσε χρήση όπλου) με κάτι σαν νεύμα ή κλείσιμο ματιού για να έχει το νου του σε κάθε παράξενο τύπο που θα ζητούσε χρήση τουαλέτας .

 Έμεινα άγρυπνος μέχρι τα μεσάνυχτα να αφουγκράζομαι τις αναπνοές και τα ροχαλητά και τα λίγα παραμιλητά στη ζεστή και ασφυκτική κλεισούρα του θαλάμου, που μύριζε από τα χνώτα και τον ιδρώτα πενήντα περίπου άπλυτων και κουρασμένων φαντάρων, περιμένοντας ανυπόμονα τη βάρδια μου των τεσσάρων ωρών να τελειώσει, υπομένοντας το μαρτύριο της καταναγκαστικής αγρύπνιας ενός καταπονημένου κορμιού.

Στον προθάλαμο ήταν αραδιασμένες σε σειρές οι αρβύλες της διμοιρίας που ανέδυαν τη μυρωδιά του βερνικιού. Βολιδοσκόπησα το δικό μου ζευγάρι. Η ιδέα να μπερδευόταν με κάποιου άλλου το πρωί στην αναμπουμπούλα πριν από την επιθεώρηση από (ναι!) τον ίδιο το διοικητή υπολοχαγό, τη σοβαρότητα της οποίας μας είχαν ρητά επιστήσει αποβραδίς, με ανησυχούσε. Το νούμερο της αρβύλας που μου είχαν δώσει ήταν, δόξα τω Θεώ, το σωστό και μου ταίριαξε, αλλά η πιθανότητα ενός συμβάντος κάποιος να πάρει και φορέσει τα άρβυλά μου κάποιος από πενήντα φαινομενικά όμοια ζευγάρια δεν ήταν μικρή.

 Έξω έκανε ψύχρα, αλλά να έβγαινα να πάρω λίγο δροσερό αέρα έξω από το κτίριο και να νιώσω την ξάστερη νοεμβριάτικη νύχτα είχε και αυτό απαγορευτεί ρητά. Η βάρδια πέρασε χωρίς κάποιο αξιοσημείωτο επεισόδιο, πέρα από τη δυσκολία που αντιμετώπισα να ξυπνήσω τον αντικαταστάτη μου που στο βαθύ του ύπνο αγνόησε πολλά σκουντήματα. Μετά από λίγο καιρό διαπίστωσα ότι οι  2-6πμ βάρδιες ήταν οι χειρότερες από πολλές απόψεις. Και η σταθερή ανάθεσή τους από προνομιούχους ή καραβανάδες των «γραφείων» στις πλάτες μιας ομάδας σεσημασμένων «κορόιδων» χωρίς προσβάσεις, χωρίς μέσα και λόγο, ώστε να «βγαίνουν οι υπηρεσίες» από αποδεκατισμένες μονάδες, ήταν αφορμές οργής και έντονης αγανάκτησης, χωρίς όμως αντίκτυπο. Η απειθαρχία φυσικά δεν αποτελούσε επιλογή. Οι έχοντες σώας τας φρένας βρισκόταν στην δίνη αντιφατικών Catch 22 καταστάσεων.

No comments:

Post a Comment