Η αρχή του επόμενου χρόνου στους πρόποδες των Rocky Mountains, στο υψόμετρο και τον καθαρό αέρα του Boulder CO, δοκιμάστηκαν τα όρια της εσωστρέφειας και μιας πληθώρας από παρελκόμενες συστολές και φοβίες, που ο φίλος μας Κ είχε ανεπίσημα και καλοπροαίρετα διαγνώσει λίγους μήνες πριν. Μια ψυχική διάγνωση την οποία, με δεδομένες τις γενικότερες πεποιθήσεις μου (ή, καλύτερα, προκαταλήψεις) ως προς την επιστημονικότητα της ψυχολογίας και παρεμφερών γνωστικών αντικειμένων είχα περιφρονήσει και λίγο-πολύ ξεχάσει. Όχι βέβαια ότι η ανάλυση της ψυχοσύνθεση και του χαρακτήρα κάποιου βοηθάει στο παραμικρό να μεταμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό! Η διάπλαση του χαρακτήρα είχε λίγο-πολύ ολοκληρωθεί πολύ πριν από την γνωριμία μου με έναν καθηγητή Ψυχολογίας. Κι εφόσον ένα μεγάλο μέρος του, κατά γενική ομολογία, οφείλεται σε γονιδιακές καταβολές, δεν θα μπορούσαν να γίνουν πολλά να αλλάξει.
Εν προκειμένω, η δοκιμασία ενώπιον μου, ο Γολγοθάς που είχα κληθεί να σκαρφαλώσω,
ήταν η παρουσίαση μπροστά σε ένα επιστημονικό ακροατήριο ή, ακριβέστερα, στην
ολομέλεια ενός παρεμφερούς της έρευνας μου συνεδρίου (και, μάλιστα, του πρώτου
συνεδρίου όπου θα συμμετείχα ως ομιλητής!) ενός κομματιού της δουλειάς μου. Το τεχνικό
μας άρθρο μας είχε προκριθεί και επιλεχθεί μαζί με άρθρα από άλλες δύο
ερευνητικές ομάδες για την παρουσίαση στο εν λόγω plenum. Στο τέλος της παρουσίασης θα γινόταν και η τελική κατάταξη των τριών
φιναλιστών στο διαγωνισμό και απονομή των σχετικών βραβείων.
Όταν η πρόκριση του άρθρου μου ανακοινώθηκε από τον Leon, διαισθάνθηκα τη σοβαρότητα της υπόθεσης και
το βαρύ αίσθημα ευθύνης πάνω στις νεανικές και άπειρες επιστημονικές μου πλάτες.
Ο Leon την είδε ως σημαντική
επιτυχία του ‘Εργαστηρίου’ που διηύθυνε, ενώ στον Ron, τον άμεσο σύμβουλο και συν-συγγραφέα της
δουλειάς, διέκρινα μια προσγειωμένη αίσθηση υπερηφάνειας. Μετά από την σύντομη
φάση προσωπικής έπαρσης, το νου κυρίευσε και άρχισε να εκτυλίσσεται σε όλο της το
μεγαλείο η τρομακτική για μένα διαδικασία μιας διάλεξης μπροστά σε ένα ευρύτατο,
ώριμο και καθιερωμένο επιστημονικά ακροατήριο. Mε άλλες λέξεις, κυριεύθηκα από ένα ψυχικό βάρος,
μια τεράστια έγνοια, όπου το σύνολο των σκέψεων, που σε ύπνο και ξύπνιο
στριφογύριζαν στο μυαλό, θα περιστρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το επερχόμενο
γεγονός. Σκέψεις και έγνοιες: πως θα συστηθώ στον διοργανωτή, πως θα οργανώσω
τις διαφάνειες και τις σημειώσεις, πόσες λέξεις θα έπρεπε να συμπεριλάβω σε
κάθε διαφάνεια, πόσο λεπτομερείς θα ήταν οι σημειώσεις μου, πως θα έδειχνα κάποιαν
άνεση και ευφράδεια που εκ φύσεως δεν διέθετα, πως δεν θα έδινα την εντύπωση ότι
διάβαζα μηχανικά τις σημειώσεις μπροστά μου, πόσες πρόβες θα χρειαζόμουν εκ των
προτέρων, το αν οι πρόβες θα επαρκούσαν όταν δεν είχα γνώση πως θα είχαν στηθεί
τα μέσα παρουσίασης, το τί θα έπρεπε να φοράω, πως θα άνοιγα και έκλεινα την
παρουσίαση μου, και τα λοιπά. Σκέψεις και έγνοιες που πηγαινοέρχονταν μέσα μου σε
μια ατέρμονη περιοδική ακολουθία. Η συγκέντρωση σε οτιδήποτε διαφορετικό έγινε
σχεδόν αδύνατη. Η ψυχή πλημμύριζε από αυτό που με μια λέξη λέγεται άγχος. Η Ε
έδειχνε υπομονή και κατανόηση.
Μια prova generale ενώπιον του Ron, του Leon και μερικών εκ των αρχαιοτέρων καθηγητών του ‘Εργαστηρίου’ έκανε κάθε άλλο
παρά να καλμάρει τα νεύρα και να δαμάσει το άγχος. Άλλο το να παρουσιάζει
κάποιος κάτι μπροστά σε ένα σχετικά οικείο ακροατήριο, και άλλο να κάνει το ίδιο
από καθέδρας σε ένα αμφιθέατρο από εκατό και πλέον αγνώστους, ώριμους επιστήμονες
και οπωσδήποτε αυστηρούς κριτές περιεχομένου και παρουσίασης. Θυμήθηκα το μικρό
σκετς-παρωδία που η ομάδα μας κλήθηκε να παίξει στο πανεπιστημιακό θέατρο της Minneapolis, όπου, μέσα από την αναστάτωση που με είχε
κυριεύσει, αρνήθηκα κάθε ρόλο που θα απαιτούσε την άρθρωση έστω και μιας λέξης μπροστά
στο κοινό -για να μου δοθεί τελικά από τον σκηνοθέτη να κρατάω μια ταμπέλα στην
διάρκεια της παράστασης. Τώρα όμως δεν είχα επιλογές. Θα έπρεπε να σταθώ και μιλήσω
με αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση μόνος, μπροστά σε ένα ξένο ακροατήριο που
προσδοκούσε, που θα με εξέταζε αδιάκριτα από την κορυφή ως τα νύχια, που θα
άκουγε σιωπηρό στο ημίφως της αίθουσας, στη σκιά του φωτός των προβολέων από
πάνω μου, κάθε λέξη και χροιά της φωνής, που θα διύλιζε και προσπαθούσε να κατανοήσει
κάθε φράση από το υποθετικά αξιόλογο περιεχόμενο της διάλεξης. Χωρίς δυνατότητα
υπεκφυγής, διαφυγής, δραπέτευσης. Τέτοιες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου με
αυξανόμενη ένταση όσο η μέρα του συνεδρίου και της ολομέλειάς του πλησίαζε,
κυριάρχησαν σε μυαλό και ψυχή σε σημείο που να επισκιάζουν μέχρι τη μέρα του
ταξιδιού κάθε άλλες σκέψεις και ενέργειες, στο σπίτι και τη δουλειά.
Χωρίς να έχω σημαντική αίσθηση του περάσματος του χρόνου, χωρίς τη
δυνατότητα να τον επιβραδύνω ή επιταχύνω, ένα απόγευμα, το απόγευμα πριν την μεγάλη
μέρα της παρουσίασης βρέθηκα στο Boulder. Περπάτησα κατά μήκος ενός δρόμου κοντά στο ξενοδοχείο σε αναζήτηση
φαγητού και κάποιας σχετικής ηρεμίας, από το ένα άψυχο, άδειο ρεστοράν στο
επόμενο. Τελικά οι συστολές ακόμα και ως προς αυτό το θέμα μιας ‘σόλο’
εστίασης, με οδήγησαν πίσω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Το βραδινό μου γεύμα ήταν
μια σοκολάτα Hershey που
προμηθεύτηκα από ένα μηχάνημα. Επιχείρησα ακόμα δυο πρόβες μπροστά από τον
καθρέφτη. Είχα σχεδόν παπαγαλίσει το περιεχόμενο των σημειώσεων. Δίπλα σε κάθε
διαφάνεια που θα προβαλλόταν από τον projector θα τοποθετούσα δίπλα την αντίστοιχη σελίδα
με λεπτομερή καταγραφή (μέχρις του τελευταίου άρθρου και επιρρήματος) όσων επακριβώς
θα έλεγα, που, ωστόσο, χάριν στις αναρίθμητες πρόβες, φαντάστηκα ότι δεν θα
χρειαζόταν να αναγιγνώσκω σκυμμένος στο κείμενο μπροστά μου, επιδεικνύοντας ευθυτενής
κάποια αμεσότητα με το ακροατήριο και επαγγελματικό αέρα με το αντικείμενο της
διάλεξης. Η νευρικότητα παρόλη την προετοιμασία κορυφωνόταν, αλλά, περιέργως,
κατάφερα να κοιμηθώ μερικές ώρες.
Το επόμενο πρωί η καρδιά χτυπούσε ακατάπαυστα, σε γρήγορους ρυθμούς. Όντας
από τους πρώτους στο αμφιθέατρο, συστήθηκα στον πρόεδρο της ολομέλειας της
συνέλευσης που θα αναλάμβανε και την εισαγωγή στις ομιλίες. Οι σύνεδροι άρχισαν
να γεμίζουν την τεράστιας χωρητικότητας αίθουσα. Το πλήθος τους μου φάνηκε πολύ
μεγαλύτερο από όσο περίμενα, και η αντίληψη του μεγέθους του από λοξές ματιές
που έριχνα προς το βάθος του αμφιθεάτρου, επηρέαζε την σταθερότητα και στεντόρειο
της φωνής μου στη σύντομη συζήτηση με τον πρόεδρο. Φυσικά με ρώτησε πως προφέρω
το επίθετο μου. Το επαναλάβαμε και δυο και τρεις φορές, κάτι που ανάλωσε λίγο
ακόμα από τα αποθέματα θάρρους και αυτοπεποίθησης. Σημείωσε το επίθετό μου με
φωνητικούς χαρακτήρες σε ένα σημειωματάριο.
Θα ήμουν ο πρώτος στη σειρά των τριών διαλέξεων. Θετικό ή αρνητικό; Μάλλον
θετικό. Το είχα πάρει απόφαση. Alea iacta est! Είναι
αξιοσημείωτο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις βαπτίσματος του πυρός, καθώς λένε, ενώπιον
πρωτόγνωρων εμπειριών σε διάφορες περιστάσεις στην ζωή, μέσα από μικρο-πανικούς
και το παροδικό κόμπιασμα ή τρεμούλιασμα της φωνής παρά τις αναρίθμητες πρόβες
που προηγήθηκαν, παρά την ασφάλεια του πλήρους κειμένου της διάλεξης μπροστά
μου, δεν συνέβη κάτι το τραγικό, κάτι που θα προκαλούσε μια μαζική θυμηδία,
αμηχανία ή δυσανασχέτηση στο ακροατήριο – όπως φοβόμουν μέσα από υποκειμενική
ότι θα μπορούσε να συμβεί. Αντεπεξήλθα, ανακουφίστηκα, ηρέμησα. Βρισκόμουν σε μια
ψυχολογική φάση που το εθιμοτυπικό χειροκρότημα
του ακροατηρίου δεν το αντιλήφθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου – και ένιωσα καλά με τις
σκέψεις εκείνης της στιγμής: «έκανα ό,τι μπορούσα για κάποιον πρωτάρη σε τέτοια
συνέδρια», «θα μπορούσαν τα πράγματα να πήγαιναν χειρότερα, πολύ χειρότερα!» Το
τεράστιο βάρος από την υποχρέωση και ευθύνη σηκώθηκε από πάνω μου και αυτό είχε
σημασία.
Από αντικειμενική σκοπιά μάλλον δεν τα πήγα και τόσο καλά: πήρα το τρίτο
βραβείο. Ο σύνεδρος που μας απένειμε τα βραβεία πρόφερε λανθασμένα το επίθετο,
χωρίς αντιδράσεις θυμηδίας από το ακροατήριο. Δεν με ένοιαξε. Ένα ελληνικής
καταγωγής καθηγητής από το πανεπιστήμιο του Michigan, που με πλησίασε στο τέλος και με προσκάλεσε να συμφάουμε
μεσημεριανό, αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που έκανα παρουσία στο
συνέδριο, επεσήμανε, ως κριτική, ότι κάθε φορά που γυρνούσα για να κοιτάξω την
προβολή των διαφανειών στη μεγάλη άσπρη οθόνη πίσω μου, το στόμα μου απομακρυνόταν
από το μικρόφωνο που ήταν καρφιτσωμένο στο αριστερό πέτο του σακακιού και η
ένταση της φωνής εξασθένιζε. Τεχνική λεπτομέρεια, ίσως, που όμως αφαίρεσε πόντους
από την ποιότητα της παρουσίασης. Στο τέλος του γεύματος, μου πρότεινε να
ενταχθώ στην ερευνητική του ομάδα στο Michigan· το τμήμα του, είπε με έπαρση, στις κατατάξεις
βρισκόταν πάντα σε ψηλότερη θέση από αυτό του πανεπιστημίου μου – από κάθε
άποψη. Ο ανελέητος αμερικανικός ανταγωνισμός ορατός σε κάθε γωνιά της
ανθρώπινης δραστηριότητας, σκέφτηκα, πριν αρνηθώ ευγενικά. Θα παρέμενα πιστός στον
Leon, στον Ron, στο πανεπιστήμιο που με βράβευσε και συντηρούσε, σε ανθρώπους που
έδειχναν εμπιστοσύνη στη δουλειά. Ούτε ήθελα να λοξοδρομήσω από την πορεία που
είχα πάρει και πήγαινε μέχρι τότε κατ’ ευχήν και τους στόχους που είχα βάλει. Ένιωσα
μιαν εσωτερική ικανοποίηση για την στάση εκείνη: επέδειξα αφοσίωση, πίστη,
φιλότιμο. Διπλή ικανοποίηση που κάποιος μέχρι τότε άγνωστος, ανεξάρτητα από
οποιαδήποτε ιδιοτελή κίνητρα, αναγνώρισε ένα δυναμικό και κάποια αξία στο
πρόσωπό μου. Ενδεχόμενα, η φιλότιμη στάση εκείνη να εκτιμήθηκε και από τον ίδιο
τον καθηγητή, μολονότι, κατά γενική ομολογία, αρετές όπως η αφοσίωση και πίστη σε
κάποιο ίδρυμα ή οργανισμό ή θεσμό είχα καταλάβει ότι δεν φιγούραρε ψηλά στην
κλίμακα των αξιών της αμερικανικής κοινωνίας και εύκολα εξαγοραζόταν. Money talks, στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο, με λίγους πολεμιστές και κάστρα να
αντιστέκονται.
Πίσω στο εργαστήριο, ο Leon με περίμενε με το γνώριμο χαμόγελο, χωρίς σημάδια απογοήτευσης. Παρά την τρίτη και τελευταία θέση στον φοιτητικό διαγωνισμό δήλωνε ακόμα περήφανος. Το χάσιμο της πρωτιάς το απέδωσε στο περιεχόμενο της έρευνας, τη μικρή έφεση και συνάφεια προς αυτήν του ακροατηρίου και των κριτών. Και κείνη την πρόκριση και συμμετοχή την πρόβαλλε αδιάλειπτα για καιρό σε περιοδικά δελτία και μπροσούρες του ‘Εργαστηρίου’.
No comments:
Post a Comment