Tuesday, February 4, 2025

56 - Αμέρικα: Διάγνωση Εσωστρέφειας

Εκείνο το πρώτο βράδι δεν θα μπορούσαν να είχαν τεθεί τα θεμέλια στενότερων φιλικών σχέσεων, εξαιτίας κυρίως αυτού που από άλλους θα εκλαμβανόταν ως ψυχρότητα εκ μέρους μου απέναντι στην παρέα και μια φαινομενική αδιαφορία για τα ενδιαφέροντα τους και τα πράγματα που ήθελαν να μοιραστούν και κουβεντιάσουν, για να τραγουδήσουν και γελάσουν. Ποιος θέλει μια αμίλητη και βαρετή, βαριά και συννεφιασμένη φυσιογνωμία στα πάρτι του; Ευτυχώς, ο κύριος λόγος όντας η σχέση με την αξιαγάπητη E, θα υπήρχε και συνέχεια, πάλι για μεζέδες και ποτάκια -αυτήν τη φορά το Πάσχα, στην γιορτή της Α. Φιλίες σε έναν ξένο τόπο είναι αναγκαίες: δημιουργούν ένα κλίμα ζεστασιάς γύρω από την καθημερινή ύπαρξη και κάτι για να προσβλέπει κάποιος στο τέλος μιας κουραστικής βδομάδας.

Στη δεύτερη μάζωξη της πενταμελούς παρέας ήπια λίγο περισσότερο. Κάπως λύθηκε ο κόμπος της γλώσσας και ο Κ ανοίχτηκε προσωπικά και πιο απλόχωρα προς την μεριά μου. Στην αρχή μου μίλησε ως ψυχολόγος και, προς έκπληξη για την ευθύτητά του, με διάγνωσε ως εσωστρεφή και αυτό με ύφος και τεκμηρίωση επαγγελματία. Ίσως στιγμιαία να μου κακοφάνηκε, όπως με είχε ενοχλήσει πριν δέκα χρόνια, πάντως σε μεγαλύτερη κλίμακα, ο χαρακτηρισμός «κρύος» από τον παιδικό φίλο, τον Β, όταν εκείνος και η παρέα του των καλοκαιρινών διακοπών «έπαιζαν» με τη διακαή επιθυμία για κοριτσίστικη παρέα και αντίστοιχα εφηβικά μου χτυποκάρδια. Ίσως, η διάγνωση της εσωστρέφειάς να με ξένισε από τις προκαταλήψεις και μια αλαζονεία που συχνά διακατέχει τους εντρυφώντες στις ψυχρές «θετικές επιστήμες», ενώ ο Ν δίπλα μας, σιγόνταρε, πάντα με αστεία διάθεση, σε βάρος της επιστημονικής εγκυρότητας οποιασδήποτε θέσης από ψυχολόγους, όπως ο Κ. Εν προκειμένω βρισκόμουν στο ίδιο στρατόπεδο με τον Ν.

Ο χρησμός ή μάλλον ψυχολογική διάγνωση του Κ  αποδείχτηκε απόλυτα ορθή. Την επιβεβαίωσα ο ίδιος μετά από χρόνια και το διάβασμα του Quiet της Susan Cain· όταν κατέληξα στην αυτό-διάγνωση της εσωστρέφειάς σε συσχέτιση με την συμπεριφορά της συγγραφέως και άλλων στο ίδιο βιβλίο με την ίδια κοινωνική, ας την πούμε, αδυναμία. Πράγματι, πόσες φορές άλλαζα πεζοδρόμιο για να αποφύγω το συναπάντημα με κάποιον γνωστό; Πόσες νύχτες έμεινα άγρυπνος ενόψει κάποιας παρουσίασης μπροστά σε κόσμο; Πόσες φορές προσπάθησα να κατευνάσω τα νεύρα μου πριν από κάποια κοινωνική εκδήλωση όπου θα βρισκόμουν ανάμεσα σε αγνώστους; Πόσες φορές παρέμεινα αμίλητος και κατσουφιασμένος σε μια γωνιά σε συναθροίσεις ανθρώπων;  Ήταν μια παρηγοριά, όμως, ότι ήμουν ένας από πολλούς εσωστρεφείς στον πλανήτη, παρόλο που εντασσόμουν, όπως φανερώθηκε μετά από συζητήσεις με άλλους επίσης αποδεδειγμένα εσωστρεφείς, προς τις άκρες του φάσματος αυτής της ψυχολογικής κατάστασης. Μιαν άλλη παρηγοριά ήταν ότι η εσωστρέφεια δεν περιγραφόταν ως ψυχική ασθένεια, και οι αδυναμίες στην συμπεριφορά εξαιτίας της αντισταθμίζονται μερικώς από θετικές εκδηλώσεις του χαρακτήρα και της προσωπικότητας. Κατέληξα να χρησιμοποιώ εκείνη την έγκυρη αρχική διάγνωση του Κ, και την αργότερη αυτοεπιβεβαίωση της, για να αυτοχαρακτηρίζομαι χωρίς ενδοιασμούς ως εσωστρεφής ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, για να δικαιολογώ τις παραξενιές της συμπεριφοράς μου σε κοινωνικές περιστάσεις και τον πολλές φορές ερμητικά «κλειστό» χαρακτήρα μου.

Όπως κατάλαβα από αντανακλάσεις του εαυτού και της συμπεριφοράς του στον έξω κόσμο, o εσωστρεφής χρειάζεται χρόνο για να εξοικειωθεί με ανθρώπους και καταστάσεις. Το δεύτερο πάρτι του Κ και της Α παρείχε αυτόν τον χρόνο. Η πρώτη «φορά» δημιουργεί στον εσωτερικό κόσμο μια αναστάτωση -φαίνεται σαν ψηλό βουνό που με πολλήν προσπάθεια το σκαρφαλώνει κάποιος. Σιγά-σιγά, όμως, αν το μοτίβο μιας συναναστροφής, αν το σκηνικό, στον ίδιο χώρο και με τους ίδιους ανθρώπους επαναληφθεί, τα στενά και δύσβατα μονοπάτια της επικοινωνίας πλαταίνουν σε ανοικτούς δρόμους. Φυσικά το αλκοόλ στην περίπτωσή μου σχεδόν πάντα λειτουργεί ως καταλύτης στην έκφραση λόγου και απελευθερώνει τον εσωτερικό κόσμο, αν και θολώνει την διαύγεια. Η διάγνωση της εσωστρέφειας μου από τον Κ έγινε παρεμπιπτόντως, ενώ από τους υπόλοιπους της παρέας πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Από την αμφισβήτηση της επιστημονικοσύνης της «ψυχολογίας» (σε τέτοια σοβαρά υποτίθεται θέματα κουβέντας είχα γενικά άποψη και την εξέφραζα, αν και διστακτικά στην αρχή), όταν, διαμέσου μιας κουβέντας που κατέληξε σε φωνές και χειρονομίες, και με σύμμαχο τον Π, κατά κάποιον τρόπο τον στριμώξαμε, περάσαμε πιωμένοι στην ελληνική μουσική.

Ακούσαμε πολύ Καζαντζίδη εκείνο το βράδι, μετά από αρκετά ποτά. Ο Στέλιος συγκινούσε τους άντρες της παρέας. Ο Κ, μέσα από στίχους της της καζαντζιδικής κακομοιριάς, της μίρλας και του σεκλετιού, όπως: «στο τραπέζι που τα πίνω λείπει το ποτήρι σου» ή «το ψωμί της ξενιτιάς είναι ξερό και με δάκρυ πικρό το έχω βρέξει και εγώ», και τα λοιπά, τον ανακήρυξε «Αριστοτέλη του ελληνικού τραγουδιού», αν και η συσχέτιση των στίχων με την πραγματικότητα που βιώναμε ήταν ελάχιστη. Δεν ξέρω μέχρι που θα συμφωνούσα τότε, άγουρος ακόμα από τα (περισσότερο τεχνητά) σεκλέτια και καημούς της φοιτητικής ζωής… Απλώς διαπίστωσα και οι γυναίκες σε γενικές γραμμές συμφωνούσαν (όπως ίσως εκ των υστέρων και ο ίδιος ο Καζαντζίδης) ότι ο βάρδος των κομμουνιστικών μου νιάτων, από κάποιον λανθάνοντα υπερ-εγωϊσμό και εγωκεντρισμό, στα περισσότερα ερωτικά τραγούδια του εμφανίζεται ως κατατρεγμένος και το θύμα των σχέσεων του με γυναίκες και την κοινωνία, ως εγκαταλελειμμένος σε έναν «αβάσταχτο» πόνο του από το αντικείμενο του έρωτα και της αφοσίωσής του.

Ακολούθησαν τα πειράγματα του Κ με στόχο την προσωπικότητα του Ν, τον τρόπο ζωής, την ανεραστικότητα και εργένικη διαβίωση του, που τα έβρισκα άγαρμπα προσβλητικά, παρά το ότι o Ν με εξίσου αιχμηρά πειράγματα, χαμογελώντας από το κατώφλι της πόρτας όπου είχε σταλεί για να κάνει το τσιγάρο του, τα αποστράκιζε με επιτυχία.  Πριν το βράδυ κλείσει, βρεθήκαμε στην κρεβατοκάμαρα του ζεύγους των Σ, μάλλον για να δείξει κάτι η Α στην E ή για κάποιο γυναικείο θέμα. Ο Κ χώθηκε ανάμεσά τους και έβγαλε από το ντουλαπάκι του κομοδίνου και μας έδειξε ένα μαστίγιο και ένα βαζάκι βαζελίνης. Τα υπονοούμενα, μετά την επίδειξη των ερωτικών εργαλείων, τα συνόδευσε με το χαρακτηριστικό παρατεταμένο και χαζοχαρούμενο χαχανητό, που όμως πρόσδιδε στην προσωπικότητα του καταδεκτικότητα και ζεστασιά και την έκαμε αξιαγάπητη. Ο συχνά τραχύς δρόμος της εξοικείωσης και συμφιλίωσης με την παρέα των Σ και του Ν είχε, για τον εσωστρεφή εαυτό μου, κατέληγε σε ένα αίσιο τέλος. Ήταν το βράδι ένας μικρός σταθμός στην ζωή. Οι πέντε μας γίναμε μια καλή παρέα φίλων, φιλία που έμεινε ζωντανή, και παρήγορη στην μοναξιά της ξενιτιάς, για τους λίγους μήνες που ζήσαμε κοντά στο Αμέρικα.   

No comments:

Post a Comment