Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του μακρινού σωτήριου έτους 1988, πήραμε την γενναία απόφαση να επισκεφτούμε και μάλιστα οδικώς, με το μικρό μας Toyota Tercel, τους θείους στη Βοστώνη -για μένα μια μυστήρια και μυθική πολιτεία που ασκούσε, για αδιευκρίνιστους λόγους, μιαν ανεξήγητη έλξη, από τον καιρό ακόμα της μετανάστευσης εκεί του μικρού και απελπιστικά συνεσταλμένου Βασιλάκη, του ενός από τους δυο παιδικούς φίλους στο χωριό της Μάνα, και ολοσούμπιτης της οικογένειας των Ντ, των εξαθλιωμένων από την φτώχια και την μιζέρια γειτόνων πιο πέρα στο δρομάκι του παππού και της γιαγιάς. Μαζί με τη θεία και το θείο και τη γνωριμία με την πολιτεία, τη μαγική στο μυαλό μου, θα συναντούσα μετά δέκα και παραπάνω χρόνια και τους Ντ: πριν από όλους, τον γέρο-Θανάση που με το κουτσό του πόδι έσπευδε από την άκρη του δρόμου να βοηθήσει τη γιαγιά σε μικροδουλειές στο μπαχτσέ ή να μου φτιάξει το ποδήλατο, όλα από καλή καρδιά και φιλότιμο, μαζί με τους γιους του, τον Κώστα, τον Γιώργο, τον παιδικό φίλο για μερικά φεγγάρια Βασιλάκη, που τον ένιωθα και παρηγορούσα στο τέλος των παιχνιδιού από τις παρενοχλήσεις του bully της παρέας, τον άλλο Βασίλη, το ευτραφή γιο του μπακάλη απέναντι. Όφειλα στους Ντ κι ένα μεγάλο ευχαριστώ, ίσως και κάποια ανταπόδοση, όταν, τους πρώτους μήνες μου στην Αμερική που ξέμεινα από ρευστό, λίγο πριν καταλήξω από τη Minneapolis στο Columbus, μετά από ένα σύρμα του Πατέρα έβαλαν από εκατό δολάρια ο καθένας τους, μάζεψαν προς ανακούφιση μου πεντακόσια δολάρια, που πρόθυμα συνέλεξα την μέρα μετά το τηλεφώνημα του Πατέρα από ένα γραφείο της Western Union. Ακόμα και σήμερα, η καρδιά μου γεμίζει ευγνωμοσύνη για την χειρονομία των Ντ. Όσο και με στενοχωρεί (ακόμα!) η ιδέα ότι εκείνα το χρήματα ίσως ποτέ να μην τα επιστρέψαμε, παρά τις ελάχιστα πιστευτές διαβεβαιώσεις του Πατέρα για το αντίθετο.
Στη Βοστώνη, στη δυτική
συνοικία του Newton όπου
έμεναν οι θείοι, φτάσαμε μετά από δεκάξι ώρες ταξίδι, ακολουθώντας τυφλά τους interstates που
συμβούλευε ο χάρτης, μέσα από τις απέραντες πεδιάδες του Ohio, τα παγωμένα υψόμετρα της
Pennsylvania, τους χιονισμένους λόφους του Connecticut. Αν η
βιασύνη μου να ολοκληρώσω σε μια μέρα τη διαδρομή και η εξαντλητική συγκέντρωση
στην πορεία για τον τελικό προορισμό δεν χειραγωγούσαν τις αισθήσεις και τις
σκέψεις, σε εκείνο το ταξίδι με την E, που ακόμα έβλεπα ως την
όμορφη, μονάκριβη σύζυγο και μόνιμο μέλος της οικογένειας μου, θα μπορούσε να
γεμίσω μερικές σελίδες με εντυπώσεις στο πρότυπο του On the Road του Kerouac. Αλλά,
δυστυχώς, το ταξίδι με το αυτοκίνητο πέρασε εν πολλοίς φευγαλέο και
αμνημόνευτο. Ο αρχικός μας ενθουσιασμός ξεπάγιασε στα βουνά της Pennsylvania, που
βγήκαμε για λίγα λεπτά για να βάλουμε βενζίνη και να φάμε κάτι στο μοναχικό diner του βενζινάδικου, έγινε μια
τυφλή, ασήκωτη από τα βλέφαρα, κούραση στο τέλος της διαδρομής, όταν
αγωνιζόμουν να διαβάζω σήματα με τοπωνύμια ή να βρω στο σκοτάδι, στον κυκεώνα
δρόμων και διασταυρώσεων, κάποιον θάλαμο να τηλεφωνήσω το θείο να μας βρει και
οδηγήσει σπίτι. Τελικά τα καταφέραμε. Τα βλέφαρα με λίγο από λικέρ της θείας κάπως
ξαλάφρωσαν. Το «Aν ήξερα
τι ταλαιπωρία θα ήταν αυτό το ταξίδι, δεν θα το έκανα…Πρώτη και τελευταία φορά…»
μετάνιωσα που το ξεστόμισα.
Ήταν και κάποιος άλλος
κύριος που έμενε εκείνες τις μέρες στο παλιό, με την σανιδένια εξωτερική
επένδυση, βοστωνέζικο detached του
θείου. Γύρω από το τραπέζι της κουζίνας που καθόμαστε, έλεγε, καπνίζοντας,
ατέλειωτες και ασύνδετες ιστορίες από τα νιάτα του, το στρατό, κάποιες δουλειές
του ποδαριού στον Πειραιά, τις νεανικές περιπέτειες στις γειτονιές του, και
κάθε τόσο προσέφευγε στην προσοχή του θείου, που παρέμενε λιγομίλητος και
μονολεκτικός και κατσουφιασμένος, με επικλήσεις όπως «Τι ωραία εκείνα τα χρόνια,
ρε Π;», «Δεν περνούσαμε καλά μαζί και με τους άλλους της παρέας, ρε Π;».
Η Δ μας ενημέρωσε εκ των υστέρων, ότι στη Βοστώνη τον έφεραν οικονομικές
δυσκολίες, στις οποίες μπροστά μας δεν αναφέρθηκε και μάλλον δεν ήθελε να
αναφερθεί, μαζί με την αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης: ο θείος Παναγιώτης έγινε
ένα αποκούμπι από το μακρινό παρελθόν, το πρώτο και μοναδικό ίσως λιμάνι από
όπου θα ξεκινούσε ένα καινούργιο ταξίδι. Με τι μέσα και προς ποια κατεύθυνση
μάλλον αφηνόταν, χωρίς πλάνο, στο έλεος της τύχης. Η σιωπή και κατήφεια και το
νευρικό κάπνισμα του θείου παρά το κρασάκι, το στεναχωρημένο, γεμάτο αγωνία
μούτρο που κατεβάζει σε παρόμοιες περιστάσεις η θεία Δ, μου έδειξαν ότι ο
κύριος εκείνος, από τον Πειραιά όπως κατάλαβα, κατέφτασε λίγο-πολύ απρόσκλητος,
με ελάχιστη προειδοποίηση, χωρίς ημερομηνία αναχώρησης, και εν τέλει ήταν μάλλον
ανεπιθύμητος. Στα σκαλιά για την κρεβατοκάμαρα, η θεία μας ζήτησε ψιθυρίζοντας
να τους συγχωρούσαμε για την απροσδόκητη παρουσία ενός «ξένου». Ο θείος Π θα
έκανε ότι μπορούσε για εκείνες τις μέρες τουλάχιστον να τον απομάκρυνε από τα
πόδια μας και να μας διασκεδάσει.
Το βράδυ, παρά την
κούραση, πόθησα τη γυναίκα μου. Κάναμε ήσυχο έρωτα με έγνοια στο τρίξιμο των
σανιδιών, που η παρέα στην κουζίνα από κάτω θα άκουγε· όρθιοι μπροστά στο
μπουντουάρ με τον καθρέφτη να αντανακλά τα κυματιστά από τις κινήσεις ζουμερά
στήθη της E
-ναρκισσιστές και οι δύο της νιότης μας. Τέλειωσα σε δευτερόλεπτα, η E δεν έβγαλε κιχ,
πιθανότατα δεν ένιωσε τίποτε -το έκανε από συζυγικό καθήκον. Καταρρεύσαμε εξαντλημένοι
στα βάθη ενός πολύωρου ύπνου.
Ο θείος Π, και η Δόμνα
δίπλα του, μια Δ, που ο Π μετά το γάμο έγινε το εκ των ουκ άνευ στήριγμα της (καθώς
από το μοριακό κόσμο του πατρικού σπιτιού και του χωριού ήταν καθόλα άβγαλτη
στη ζωή, πόσο μάλλον σε μια μητρόπολη όπως η Βοστώνη), έκαναν ό,τι περνούσε από
το χέρι τους να μας ευχαριστήσουν και διασκεδάσουν τις λίγες μέρες της
παραμονής μας, παρά την αδιάκριτη, αναπάντεχη και, κατά τα φαινόμενα,
ενοχλητική παρείσδυση εκείνες τις μέρες του απρόσκλητου παλιόφιλου από τον
Πειραιά. Το επόμενο της άφιξης μας πρωινό ήρθε να μας συναντήσει ο Γιώργος, ο
μοναδικός, ίσως, εκ των Ντ. που είχε διατηρήσει επαφές και επισκεπτόταν περιοδικά
την Ελλάδα (μάλιστα είχε αγοράσει κάποιο εξοχικό στη Χαλκιδική για τις καλοκαιρινές
διακοπές της οικογένειάς του)· ήταν ο προξενητής πίσω από το γάμο των θείων και
αυτός που κίνησε τα νήματα για το «δάνειο» των πεντακοσίων δολαρίων. Έτυχε να
συναντήσει τον Πατέρα το προηγούμενο καλοκαίρι. Τον θυμόταν ογκώδη από το βάρος
που χάριν σε μιαν ανεξέλεγκτη διατροφή (αποτέλεσμα της λαιμαργίας από την κοιλιοδουλία
που χαρακτηρίζει πολλούς μεσήλικες), και οι πρώτες κουβέντες εκείνο το πρωινό καθώς
μου έσφιγγε το χέρι ήταν, ειπωμένες με μάλλον άκομψο τρόπο: “Βρε συ, Λ, σε
περίμενα πιο ψηλό, πιο μεγάλο… σαν τον πατέρα σου”. Δεν είχα έτοιμη απάντηση.
Χαμογέλασα.
Πριν ξεκινήσουμε την
ξενάγηση της Βοστώνης, ο θείος θεώρησε σκόπιμο να μας πάει με το αυτοκίνητο μας
σε μια μάντρα για έναν διεξοδικό πλύσιμο και γυάλισμα -με το χέρι. Παραλειπόμενο
της κουλτούρας των Ελληνοαμερικανών, σκέφτηκα. Πιθανόν και ο επιχειρηματίας της
μάντρας να ήταν ελληνικής καταγωγής. Η διαδικασία του πλυσίματος, για να είναι
συμβατή με τους υψηλούς δείκτες παραγωγικότητας της Αμερικής, ενέπλεκε μιαν σημειωτόν
πορεία σε μια γραμμή, με τον οδηγό να παραμένει πίσω από το τιμόνι, με στάσεις δευτερολέπτων
του αυτοκινήτου από τον έναν νέγρο εργάτη στον επόμενο. Η εργασία ήταν υπερ-καταμερισμένη
σε μικρο-λειτουργίες που απαιτεί ένα ολικό πλύσιμο: δυο εργάτες αναλάμβαναν το
σφουγγάρισμα του σώματος και των ζαντών του αυτοκινήτου με απορρυπαντικό, ένας
τρίτος το ξέπλυμα, ένας τέταρτος το στέγνωμα, ο τελευταίος το γυάλισμα. Και η εντατικοποίηση
των ατομικών ενεργειών, η οργάνωση και αποτελεσματικότητα εκείνης της «γραμμής
παραγωγής» από την μια με εντυπωσίασαν, από την άλλη επανάφεραν στο μυαλό μου μαρξιστικά
διαβάσματα περί την αύξηση της παραγωγικότητας διαμέσου του καταμερισμού και της
εντατικοποίησης της εργασίας, προς μεγιστοποίηση πάντας της υπεραξίας και του
κέρδους, στα οποία το κεφάλαιο φυσικά αποσκοπεί. Οι θεωρίες μου έβρισκαν μιαν εμπειρική,
αντιπροσωπευτική απόδειξη από τις ενέργειες του εργατικού δυναμικού του γκαράζ, που εκτυλισσόταν,
άβολα και απρόσωπα, μπροστά στα μάτια ενός άβγαλτου φοιτητή-ερευνητή.
Το ίδιο απόγευμα ο θείος Π
μας πήγε στο λιμάνι της Βοστώνης και το παραθαλάσσιο aquarium, και
μετά περπατήσουμε και φωτογραφηθήκαμε στις γωνιές της Quincy Market. Στο δρόμο της επιστροφής
για το σπίτι, μετά από προσωπική παράκληση, οδηγήσαμε μέσα από το Cambridge για να
δω το κορυφαίο πανεπιστήμιο που με είχε απορρίψει: το ΜΙΤ. Το θέαμα μιας
συστάδας από σκόρπια σε διάφορα πολεοδομικά τετράγωνα, απρόσωπα και
αχαρακτήριστα κτήρια με απογοήτευσε, αλλά εκ των υστέρων σκέφτηκα ότι η πρόοδος
της τεχνολογίας οφείλεται κυρίως στο έμψυχο και άψυχο δυναμικό και περιεχόμενο
και όχι στην εμφάνιση, στα στολίδια, στη μορφή. Πόσοι διάσημοι επιστήμονες που
ήξερα από μικρός ήταν κακοντυμένοι και ατημέλητοι;
Το βράδυ τρώγαμε
καλεσμένοι στου γερό-Ντ., στου καλού κυρ-Θανάση, των παιδικών μου χρόνων, που ζούσε με την φαμίλια του φτωχό χαμόσπιτο λίγο
πιο πέρα από τον μπαχτσέ του παππού. Μετά από περίπου είκοσι χρόνια που πέρασαν
από τον καιρό που μαστόρευε για τον παππού και τη γιαγιά και έφτιαχνε το
ποδήλατό μου, μου φάνηκε, από την κορυφή του τραπεζιού που καθόταν, απαράλλαχτος
στη ζωντάνια και το λόγο του, Ο παιδικός μου φίλος, ο Βασίλης, που απαντούσε πλέον
στο όνομα Billy και δεν
μιλούσε ελληνικά ή, το πιθανότερο, ντρεπόταν να αρθρώσει τις μετρημένες
ελληνικές λέξεις που θυμόταν, καθόταν αμίλητος, με ένα δειλό, ανεπαίσθητο
χαμόγελο δίπλα στον γέρο-πατέρα του. Το ίδιο και ο άλλος γιος ο Κώστας, που απ’
όσο κατάλαβα είχε ξεχάσεις τις ρίζες στο χωριό, τη γλώσσα και τις παραδόσεις
της πατρίδας. Ήταν παιδιά και έφηβοι, όταν άφησαν το χωριό για την ξενιτιά και,
ίσως, ως φτωχόπαιδα, να έφυγαν πικραμένοι, να έριξαν «μαύρη πέτρα» στη μιζέρια που
άφηναν πίσω. Στη συζήτηση, καθώς και ο υποφαινόμενος κατατασσόταν ανάμεσα στους
λιγομίλητους και ντροπαλούς σε τέτοιες κοινωνικές συναθροίσεις, και καθώς οι σύζυγοι
των Ντ., αν και Ελληνοαμερικανίδες καταλάβαιναν λίγα ελληνικά και ακόμα
λιγότερα μιλούσαν, κυριάρχησαν ο γερό-Θανάσης, ο Γιώργος, και με μετρημένες, όμως,
κουβέντες ο θείος Π. Ψιλοκουβέντες γύρω από την καθημερινότητα της Βοστώνης, μερικά
ψήγματα αναμνήσεων από το μακρινό παρελθόν της Νέας Μαγνησίας, που τη Δ
περισσότερο και μένα λιγότερο μας συνέδεαν με τους Ντ.· λόγια διανθισμένα με
ελληνοαμερικανισμούς: ‘γουόρε’ για αντί water, Πίρα, αντί για Peter (το όνομα που
χρησιμοποιούσε ο Π στην Αμερική), και τα λοιπά, που το αυτί δύσκολα συνήθιζε. Η
δική μου συνεισφορά, που φάνηκε να ευχαρίστησε τον κυρ-Θανάση, ήταν η θύμηση
από αυτόν σκυμμένο στην αυλή της γιαγιάς να αλλάζει την σαμπρέλα στο
ποδήλατο.
Είχαν το δικό τους κόσμο
οι Ελληνοαμερικανοί, αναλογιζόμουν φεύγοντας
(με την πάγια τακτική να γενικεύω και θεωρητικοποιώ καταστάσεις μέσα μου)·
ιδιαίτερα εκείνοι που έζησαν το πρώτο, μεγάλο κομμάτι της ζωής τους στην Ελλάδα
των δεκαετιών των ’60 και ‘70. Ένας κόσμος που αποκολλήθηκε από τη «ψωροκώσταινα»,
τη φτώχια και τις λαϊκές παραδόσεις της, σε εποχές μακρινές και είχαν
μεταμορφωθεί, με μια έννοια μπασταρδεύτηκαν από την κουλτούρα μιας εντελώς
διαφορετικής κοινωνίας, κοινωνίας ευκαιριών και αφθονίας, στην οποία από ανάγκη
και από ένστικτο έπρεπε να επιβιώσουν. Έτσι μετασχηματίστηκαν σε μιαν οντότητα
υβριδική, χωρίς πατρίδα και χωρίς ή με ρηχές ρίζες, με το ένα πόδι στο εδώ και
τώρα, την νέα πραγματικότητα που βίωναν και τους κύκλωνε και απορροφούσε, και
το άλλο ξεχασμένο σε έναν νοητό απόμακρο κόσμο του παρελθόντος και των
αναμνήσεων, που όμως άλλαζε χωρίς αυτοί να το αντιλαμβάνονται. Οι συγκρίσεις με κείνον τον χαμένο κόσμο ενός μακρινού παρελθόντος
είναι βέβαια αναπόφευκτες. Χρειάζονται για τη δικαιολόγηση επιλογών ζωής τότε, αλλά
με υστέρηση τέτοιου βάθους χρόνο, γίνονται αβάσιμες και άτοπες. Δεν ένιωσα συμπατριώτης
στην παρέα τους, όσο κι αν η πρόσκληση σε γεύμα, εν μέρει υπαγορευόταν από
κάποια, έστω επιφανειακά, πατριωτικά κίνητρα, ίσως και μιαν αόριστη, αλλά ακατανόητη
νοσταλγία.
Τη βραδιά πριν φύγουμε
στην εικόνα που άρχισα να σχηματίζω για τους Ελληνοαμερικανούς, τον θείο μου
συμπεριλαμβανομένου, προστέθηκαν και άλλη σάρκα, και άλλα οστά. Το
αποχαιρετιστήριο γεύμα ή, ας το πούμε, ‘γλέντι’ -προσφορά του καλοσυνάτού θείου
Π, έλαβε χώρα σε ένα ελληνικό ‘κέντρο διασκέδασης’ της Βοστώνης. Σίγουρα, η
πρόθεση να μας διασκεδάσει και ευχαριστήσει είχε αγνά κίνητρο, αν και το τελικό
αποτέλεσμα δεν μπορούσε να συνάδει με τις προθέσεις, για τον ίδιο λόγο που η
σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, η νοοτροπία και κουλτούρα των μοντέρνων Ελλήνων
νέων, όπως εγώ και η E, απείχε χρονικά δεκαετίες
από την μακρινή πραγματικότητα, που ενδεχόμενα κουβαλούσε ακόμα σε νου και ψυχή
και χούγια το τελευταίο κύμα των μεταναστών στην Αμερική. Σα να πάγωσε εκείνη στο
χρόνο, ταριχεύθηκε θαμμένη για δεκαετίες μέσα τους, ένα νεκρό σώμα σε μια ξένη
κοινωνία και κουλτούρα, μέχρι την ολοκληρωτική αφομοίωση και εξαφάνιση, ως κάποια
διακριτή οντότητα στο μέλλον.
Ήταν τεράστιο, αμερικανικών διαστάσεων και
προδιαγραφών εκείνο το κέντρο διασκέδασης της Βοστώνης, γεμάτο από σειρές
άδειων τραπεζιών, γύρω από μια πίστα για χορό και ένα πάλκο για την λαϊκή ορχήστρα.
Σε μια γωνιά, κάτω από τα χαμηλωμένα φώτα της αίθουσας, διέκρινε ένα ζευγάρι
που έτρωγε κάτι ήσυχα. Θα μπορούσαν να είναι μέλη της οικογένειας του
επιχειρηματία-ιδιοκτήτη ή των εργαζομένων στο κέντρο. Καθίσαμε κοντά στην πίστα
-υπήρχε άπλετος χώρος, γύρω και μπροστά μας. Σε λίγο θα έπαιζε η ορχήστρα μας καθησύχασε
ο σερβιτόρος. Παραγγείλαμε από ένα μενού
στάνταρντ πατροπαράδοτων ελληνικών εδεσμάτων: κεφτεδάκια, παϊδάκια, χωριάτικη,
τζατζίκι, ρετσίνα. Η ολιγομελής ορχήστρα εμφανίστηκε ενώ τελειώναμε το γεύμα
μας. Το ρεπερτόριο της φτωχό, τετριμμένο κι άτεχνο, από τραγούδια που παίζονταν
και ξαναπαίζονταν σε άλλες εποχές και για άλλα ακροατήρια στην πατρίδα, και που
οι νέοι των πόλεων τουλάχιστον είχαν βαρεθεί και σταμάτησαν να ακούνε:
καλαματιανοί και τσάμικα, «Άντε το μαλώνω…», οπωσδήποτε τον «Ζορμπά», τραγούδια
από ανθολογίες ελληνικής μουσικής σε κασέτες που κάποιοι τουρίστες μπορεί ακόμα
να αγόραζαν από μαγαζιά ευτελών σουβενίρ. Το μαγαζί παράμεινε άδειο κι αν
ξεγλίστρησαν μερικοί πελάτες ή θαμώνες στις μισοσκότεινες απλοχωριές του, στο
πίσω μέρος μακριά από την πίστα, δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου.
Βρισκόμουν ήδη σε
αμηχανία, από το άψυχο και καταθλιπτικό περιβάλλον, από το ξεθωριασμένο και
κουρασμένο σκηνικό μιας ελληνότροπης διασκέδασης, και διακριτικά απέφυγα να
εξερευνήσω το υπόλοιπο του μαγαζιού με ανήσυχο και απογοητευμένο βλέμμα ώστε να
μη δώσω υποψίες στενοχώριας ή δυσφορίας στο θείο, που με τον πρωτόγονο τρόπο του
ήθελε να μας ευχαριστήσει. Όφειλα να το εκτιμήσω. Συγκεντρώθηκα στο κρασί
μπροστά μου, χτύπησα χλιαρά παλαμάκια, λίγο λικνίστηκα καθισμένος στους ρυθμούς
της μουσικής. Προσποιούμουν ότι διασκέδαζα. Τουλάχιστον η E σηκώθηκε και χόρεψε με τη
Δ και δυο-τρεις άλλους, που αίφνης εμφανίστηκα στην πίστα, και κράτησε τα
προσχήματα εκ μέρους μας.
Ο χορός της προκάλεσε τα κολακευτικά σχόλια του Π και του φίλου από τον Πειραιά: «Πόσο ωραία και σωστά χορεύει η Ε!». Ήταν αλήθεια. Την χάρη των κινήσεων της την παρατηρούσα καθημερινά στο περπάτημα της, στη λεπτή της μέση, στην κίνηση των γλουτών της. Του ανάφερα ότι στα μαθητικά και φοιτητικά της χρόνια ήταν στην πατρίδα της μέλος συλλόγου παραδοσιακών χορών. Ως το αντίθετο του κινητικού, ως ένας κυρίως οπτικοακουστικός τύπος, χρόνια βεβαρημένος από συστολές και έλλειψη αυθορμητισμού, το βράδι εκείνο, που νοητά ανυπομονούσα να τελειώσει, δεν σηκώθηκα από την καρέκλα μου.
No comments:
Post a Comment