Monday, December 23, 2024

53 - Αμέρικα: Στείρος Γάμος

Ο επερχόμενος «πολιτικός γάμος» με την Ε γίνηκε για εθιμοτυπικούς λόγους: για μια βίζα κι ένα είδος νομιμοποίησης στο πλευρό μου στα χρόνια της Αμερικής. Δεν τρέφαμε ψευδαισθήσεις ότι ένας γάμος σαν και κείνον θα μπορούσε να γίνει εφαλτήριο για μια μεταμόρφωση της ζωής προς το καλύτερο και ευτυχέστερο. Πιθανότερα ενδεχόμενα ήταν: είτε να δρούσε αρνητικά στην ψυχοσύνθεση της σχέσης μας, κυρίως υποσυνείδητα, είτε να ξεχνιόταν ως μη-γεγονός χωρίς επιπτώσεις στην μελλοντική πορεία. Συνέβη σε μια φάση που ένιωθα ότι παραπατούσαμε στην όχθη ενός ορμητικού ποταμιού και διάφοροι ισχυροί εξωγενείς παράγοντες (το οικονομικό, η συγκατοίκηση με τον Φ στο θλιβερό διαμέρισμα, οι έγνοιες των σπουδών, οι προοπτικές της Ε κοντά μου στην Αμερική, και άλλα) θα μπορούσαν να μας ρίξουν και παρασυρθούμε από το ρεύμα, χωρίς εύκολη επιστροφή στη ασφάλεια της όχθης του.

Το πρωϊνό του γάμου ήταν κρύο, γκρίζο και μουντό, o χιονιάς του Φλεβάρη βαρύς. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σκεφτόμουν. Όλα γίνονταν με μισή καρδιά, ίσως και με καθόλου καρδιά εκ μέρους μου. Κανένας δεν θα άκουγε και μάθαινε τίποτε, ούτε οι γονείς, ούτε ο συγκάτοικος μας. Ντυθήκαμε με ό,τι πιο αξιοπρεπές βρισκόταν στις ακόμα ανοιχτές βαλίτσες: για μένα ένα ανοιχτόχρωμο μπλε πουκάμισο πάνω από ένα γκρίζο παντελόνι, κάτω από ένα παλιομοδίτικο σκούρο μπλε μάλλινο πουλόβερ με πλεξούδες, όπως όντας δασκαλοπαίδι σε εθνική επέτειο στο σχολείο για να απαγγείλω ένα ποίημα ή να συμμετέχω στην παρέλαση. Η Ε φόρεσε μια μπλε φούστα με ένα άσπρο πουκάμισο. Πήραμε, οι δυο μας, το λεωφορείο για το ληξιαρχείο στο downtown Columbus. Φίλους δεν είχαμε, μάρτυρες δεν χρειάζονταν. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν η E κατά τη διαδρομή μας στο λεωφορείο, ούτε ενδιαφέρθηκα να ρωτήσω. Ήμουν μουδιασμένος με ένα πρόσωπο σκοτεινιασμένο, η Ε παρέμενε σιωπηλή.

Δώσαμε τα ονόματά μας στην υπάλληλο πίσω από γκισέ της εισόδου του County Court και περιμέναμε καθιστοί και ανέκφραστοι σε μιαν αίθουσα αναμονής, με τα νεύρα τεντωμένα. Ήταν πρωϊνό καθημερινής και δεν υπήρχαν άλλα ζευγάρια για παντρειά στην αίθουσα. Δεν ανταλλάξαμε ούτε μια λέξη μεταξύ μας, μέχρι που μια πρόσχαρη υπάλληλος με ένα ζεστό χαμόγελο μας κάλεσε για την τελετή: “Is that L and E?... Οh, what a lovely couple! Please, follow me…” Από ευγένεια ανταποδώσαμε δειλά το χαμόγελο. Σε μια μικρή αίθουσα, γυμνή από έπιπλα, πέρα από ένα τραπέζι με ένα ανοιχτό βιβλίο υπογραφών και την Βίβλο, σταθήκαμε δίπλα μπροστά σε ένα είδος πάστορα με κουστούμι και γραβάτα, του οποίου η σοβαρότητα και αίσθηση επισημότητας ως προς την τελετή ήταν αντιστρόφως ανάλογης της δικής μας. Έφερα και έσφιξα άγαρμπα το χέρι της Ε μέσα στο δικό μου. Το ένιωσα παγωμένο. Ο κύριος που θα μας πάντρευε διάβασε ένα προκατασκευασμένο, προφέροντας λάθος, όπως αναμενόταν, το επώνυμο μου και το όνομα της Ε. Το βιασμένο  χαμόγελο του διαμήνυε ότι έκανε ό,τι μπορούσε με τα πολυσύλλαβα ελληνικά ονόματά μας. Στο τέλος επαναλάβαμε μετά από αυτόν με την ακόμα ακαλλιέργητη προφορά μας μερικές φράσεις εν είδει όρκου ή υπόσχεσης του ενός προς τον άλλον, που κατέληξαν στο γνωστό “…until death do us apart”. Φορέσαμε ο ένας στο δάκτυλο του άλλο τις φτηνές βέρες που είχα αγοράσει στην Ελλάδα τις μέρες του αρραβώνα. Φιληθήκαμε στα πεταχτά και χωρίς αίσθημα, γιατί πιστεύαμε ότι έτσι απαιτούσε το πρωτόκολλο. Δεχτήκαμε τα συγχαρητήριά του πάστορα με μια χειραψία, υπογράψαμε τυφλά το ανοιχτό βιβλίο πάνω στην τράπεζα πίσω του, και κατόπιν, παρουσία του ίδιου και της ευγενικής υπαλλήλου που μας είχε υποδεχτεί, υπογράψαμε ένα ή δυο έγγραφα ακόμα, και αποχωρήσαμε το ίδιο αμίλητοι και σκυθρωποί, όπως όταν είχαμε έρθει.

Στο downtown Columbus άρχισε να ψιλοχιονίζει. Θα μπορούσε να είναι φόντο στιγμών ρομαντικής αγάπης, ίσως και γαμήλιας ευτυχίας και έκστασης σαν αυτήν που βλέπαμε σε ταινίες, αλλά το χιόνι και την παγωνιά του χειμώνα τα είχαμε συνηθίσει και μας είχαν κουράσει, ενώ η τελετή ήταν στεγνή και άχαρη, χωρίς συγκινήσεις. Λαχταρούσαμε τα ζεστά καλοκαιρινά απογέματα της πατρίδας. Εν πάση περιπτώσει, το «γιορτάσαμε» με καφέ και brownie στο απρόσωπα café ενός εμπορικού κέντρου downtown. To 1988 μπροστά μας θα το βαδίζαμε στην ίδια ρουτίνα: με αφοσίωση στη μελέτη, η Ε με τα μαθήματα Αγγλικών και την άχαρη δουλειά στο café, χωρίς πολλά να συναρπάζουν τις ζωές μας.

Στον έρωτα άρχισα να γίνομαι ωμός και ασύδοτος, ίσως και ακόλαστος: εγωιστής χωρίς συναισθήματα, αφοσιωμένος σχεδόν αποκλειστικά στις δικές μου αισθησιακές απολαύσεις. Ήταν φορές που καταλάβαινα ότι η Ε απλώς με ανεχόταν και υπέκυπτε στις εκάστοτε διαθέσεις μου, σα να ήταν μέρος ενός άγραφου συμβολαίου με το οποίο όφειλε, στα πλαίσια της συμβίωσης (ή και της συζυγικής ζωής πλέον) να συμμορφώνεται. Ένα βράδι που απρεπώς ξεπέρασα ορισμένα όρια, απαίτησε -με θυμό στην φωνή της και χτυπώντας το χέρι της στο στρώμα: «Τελείωνε!» Οι οποιεσδήποτε ανασφάλειες ενός έρωτα που πριν δυο χρόνια με συνεπήρε ως κάτι μοναδικό και αξεπέραστο ενώ τώρα φαινόταν ότι άρχιζε να φθείρεται, ανασφάλειες που ένιωθα παρουσία άλλων δίπλα στην όμορφη σύντροφό μου, άρχισαν να υποχωρούν στο περιθώριο της συνείδησης. Με το γάμο κατά κάποιο τρόπο είχαμε και οι δυο «δέσει το γάιδαρό μας», ενώ η βεβαιότητα της παρουσίας του άλλου δίπλα, φαινομενικά ακράδαντη ως επακόλουθο υποσχέσεων και υπογραφών σε ένα συμβόλαιο, φέρνει, λένε, συνήθεια και κορεσμό, φθορά και κούραση. Λόγοι ανησυχίας και ανασφάλειας ως προς την αισθηματική και ερωτική μας ζωή στο εγγύς μέλλον δεν υπήρχαν.

Tuesday, December 10, 2024

52- Αμέρικα: Το Πάρτι

Οι στιγμές χαράς στο θλιβερό διαμέρισμα ήταν λιγοστές. Ήταν τα βράδια του έρωτα, καμιά φορά μετά από μπύρες σε κάποιο μπαρ στη γειτονιά του campus, όσο μπορούσαμε με τα λίγα λεφτά που περίσσευαν. Βράδια τις περισσότερες φορές με έγνοιες: από την παρουσία του συγκάτοικου Φ στο διπλανό δωμάτιο και στο σαλόνι πίσω από την κλειστή πόρτα, ή την βρώμικη μοκέτα που η Ε αρνιόταν να αγγίξει με γυμνά πόδια ή χέρια ή γόνατα, πόσο μάλλον να ξαπλώσει πάνω της δίχως να έχουμε απλώσει προηγουμένως κάποιο σεντόνι που μετά έπρεπε κατόπιν να πλυθεί. Και το στρώμα ήταν στενό και άβολο για έναν ρομαντικό επίλογο ή για να κλείναμε τα μάτια δίπλα. Και οι ώρες διασκέδασης και ψυχαγωγίας έξω από το σπίτι ανύπαρκτες: εξαιτίας οικονομικών λόγων και απουσίας ενός ευρύ φιλικού κύκλου. Μοναδική αξιομνημόνευτη από εκείνη την περίοδο κοινωνική περίσταση, όπου η Ε κι εγώ, ως ζευγάρι, θα βρισκόμαστε ανάμεσα σε κόσμο, για πρώτη φορά μετά την άφιξή της στην Αμερική, κατέληξε σε μιαν άνευ προηγουμένου μέθη, σε απογοήτευση κι ενοχές, που ακόμα παραμένουν ζωντανές και στενόχωρες στην μνήμη.

Ο AP μας κάλεσε μαζί με τον Φ, περισσότερο ως συγκατοίκους του ενός από τους καλύτερους του φίλους, στο πάρτι που έδωσε ένα Σάββατο πριν τα Χριστούγεννα του 1987. Φυσικά και δεχτήκαμε με χαρά και ενθουσιασμό την πρόσκληση: μια στοιχειώδης κοινωνική ζωή γινόταν απεγνωσμένη ανάγκη, ιδιαίτερα για την Ε, λιγότερο για μένα· λίγες μπύρες με δύο συμπατριώτες που περιστασιακά συναναστρεφόμουν ως θεατές ή συμπαίκτες σε σπορ, ενόψει των πρώτων μοναχικών Χριστουγέννων μακριά από την πατρίδα, δεν ακουγόταν άσχημη ιδέα. Η ελκυστική προοπτική μερικών ωρών στην παρέα της συντρόφου του AP, της γλυκιάς C, έπαιζε επίσης στο μυαλό μου. Όπως πάντα με τέτοιους κοινωνικούς «Γολγοθάδες» έπρεπε να ξεπεράσω το μεγάλο, εσωτερικό ψυχικό εμπόδια μιας αντικοινωνικότητας που με ταλάνιζε από μικρό παιδί. Και ο πιο εύκολος τρόπος ήταν να κατεβάσω λίγα ποτήρια από το Metaxa που διατηρούσαμε στο σπίτι πριν ξεκινήσουμε για  το πάρτι.

Με το Φ στο τιμόνι καταφτάσαμε, εγώ σε πρωταρχική φάση χαλάρωσης και ευθυμίας, ενώ η Ε και ο Φ νηφάλιοι και με καθαρό μυαλό. Στο πάρτι συνέχισα με λίγες μπύρες, μέχρι που το γύρισα και πάλι στο κονιάκ από το στοκ των οικοδεσποτών. Δεν μετρούσα τι έπινα. Με τους προσκεκλημένους του AP και της C, άγνωστους και «ξένους» στο σύνολό τους, δεν υπήρχαν κοινά συνδετικά σημεία, από αυτά που αυθόρμητα ξεκινούσαν και ζωντάνευαν κουβέντες με φίλους στη Θεσσαλονίκη. Η πολυλογού και χοντρή Lee, με τα υπερβολικά πάχη της οποίας ο Φ και ο AP αστειεύονταν στο παρελθόν, και ο λιγνός και φαλακρός σύντροφός της (σκεφτόμουν, μια χοντρή γυναίκα με έναν λιγνό άντρα ως αντίθετα καμιά φορά έλκονται, παρά τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα) κάθισαν σε μια γωνιά του δωματίου με μένα, την Ε και το Φ στην απέναντι. Για λίγη ώρα παρακολουθούσα αφηρημένος την Lee να μονολογεί, ενώ έριχνα λοξές ματιές κρυφού θαυμασμού στην πάντα χαμογελαστή C, που άκουγε σιωπηλή δίπλα της. Περνούσε έτσι η ώρα γρήγορα στη γωνιά του καναπέ, πίνοντας το ένα ποτό μετά το άλλο χωρίς να τα μετρώ, μη έχοντας ιδιαίτερη συναίσθηση της μέθης που αργά και σταθερά με καταλάμβανε.

Η Lee, ο boyfriend της Lee, και άλλοι με τους οποίους αν και είχα αρχικά συστηθεί είχα ξεχάσει τα ονόματά τους σιγά-σιγά αποχωρούσαν, για να μείνουμε τελικά εγώ, ο Φ, η Ε, με τους δυο ωραίους και αξιοπρεπείς και νηφάλιους οικοδεσπότες μας. Το αν θα γινόμουν βάρος μετά από τόσα ποτά ή την παρελκόμενη συμπεριφορά και τις άσχημες εντυπώσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει δεν περνούσαν από το μυαλό μου, απολυμένος καθώς ήμουν από τα δεσμά έμφυτων συστολών. Σκίρτησα όταν η C θέλησε να δείξει σε μένα και την Ε παλιές φωτογραφίες από τη γνωριμία της με τον AP από τα χρόνια του κολλεγίου που σπούδαζαν μαζί.  Ήταν μια μικρή ευκαιρία διαλόγου με μια δροσερή ύπαρξη στην έρημο της ξενιτιάς. Ίσως και να την γοήτευα με κάποια εξυπνάδα καθώς η γλώσσα μου είχε λυθεί, ενώ πίστευα ότι τουλάχιστον με συμπαθούσε (και, ίσως, αυταπατώμουν ότι με «γούσταρε») -κρίνοντας από χαμόγελα και χειρονομίες και την γλυκύτητα της αμερικάνικης προφοράς της στις συναντήσεις μας σε γήπεδα και σπορ-μπαρ, όπου συνόδευε τον AP. Γεγονός είναι ότι το κατώφλι των ηθικών φραγμών, ιδιαίτερα σε συναναστροφές με ελκυστικές γυναίκες που τα χαμόγελα και την οικεία συμπεριφορά συχνά παρεξηγώ μετά από ποτά, χαμηλώνουν δραματικά. Υπήρξαν και προηγούμενα: για παράδειγμα, το περιστατικό με την Ντ όταν ήμουν ακόμα σε «δεσμό» με την Α. Θα υπήρχαν και επόμενα, σε μετέπειτα στάδια της ζωής μου. Το αποδίδω σε έναν συνδυασμό ανατροφής και σεξουαλικής καταπίεσης στην εφηβεία, του χαρακτήρα που αναδείχθηκε μέσα από την παιδική και εφηβική ηλικία, μιας εγγενούς υπαρξιακής ανασφάλειας, και, φυσικά, στην επίδραση του αλκοόλ στο οποίο στρέφομαι σε τέτοιες περιστάσεις στην προσπάθεια να καταπολεμήσω ενδοιασμούς και συστολές.  

Ένα καθαρότερο μυαλό θα προέβλεπε τι στενάχωρες καταστάσεις θα μπορούσαν να προκύψουν υπό τις συνθήκες. Η ομιλία μου στην φάση μέθης όπου βρισκόμουν έβγαινε μπερδεμένη και τα Αγγλικά μου συχνά ακατανόητα. Δεν με απασχολούσε· η C εξακολουθούσε να μου χαμογελάει και απαντάει με την γλυκιά φωνή της. Το χειρότερο: κομμάτια από ένα καρότο που μασούσα, όποτε άνοιγα το στόμα να πω κάτι φτύνονταν στο κομψό και πολύτιμο οικογενειακό album φωτογραφιών της C. Με την άκρη του δείκτη προσπαθούσα να τα μαζέψω, αλλά μόλις άρχισα να συνειδητοποιώ ότι είχα, σε βάρος της αξιοπρέπειας, ξεπεράσει κάθε όριο νηφαλιότητας στη συμπεριφορά μου. Η άσχημη λέξη «ντροπή!» περνούσε φευγαλέα από το μυαλό, αλλά ήμουν αρκετά μεθυσμένος ώστε να αντιληφθώ το μέγεθός της και να την νιώσω πατόκορφα. Θα με απασχολούσε, όμως, αργότερα: Τι να σκεφτόταν η C που κατά τα φαινόμενα με συμπαθούσε; Αποστροφή με τα καμώματά μου; Λύπη, ίσως, για μια κατάντια; Έλπιζα κατά βάθος κι εκ των υστέρων να τα παράκαμψε ως ασημαντότητα· ήταν η μόνη παρηγοριά, μπροστά σε ένα χάσμα ντροπής που εκείνο το βράδυ άνοιξε να με καταπιεί. Όταν η C έκλεισε το άλμπουμ με το ίδιο χαμόγελο με το οποίο το είχε ανοίξει και μας διηγήθηκε την ιστορία της γνωριμίας και αγάπης της με τον AP, που την παρουσία του και ύφος στην περίσταση μου πέρασε απαρατήρητο, έπεσε και η αυλαία του πάρτι. Ένα έντονο αίσθημα απογοήτευσης μάτωσε την καρδιά αφού μπήκαμε στο αυτοκίνητο και για πολύ καιρό μετά με κάθε ανάμνηση του περιστατικού. Στην επιφάνεια του νου ερχόταν το αίσθημα ντροπής που δεν ένιωσα εκείνες τις στιγμές, μετά από συνειρμούς που με οδηγούσαν στο πάρτι και το συμβάν των κομματιών καρότου στις σελίδες του album της C που μάζευα με την άκρη του δακτύλου, μολονότι η ίδια πιθανότατα το ξέχασε, όπως έχει ξεχάσει και μένα.   

Την ίδια νύχτα ξέσπασα μέσα από την τύφλα της μέθης και ένα μίγμα ντροπής και απογοήτευσης και ματαίωσης στην Ε· με έναν βίαιο έρωτα στο στρώμα, τον Φ πιθανότατα να ακούει κουβέντες, αναστεναγμούς, το τρίξιμο των σανιδιών. Σε ένα «με πονάς!» της Ε, απάντησα κυνικά στην μέθη μου: «Αυτό θέλω, να σε πονάω», και συνέχισα απτόητος μέχρι που τέλειωσα. Είχα ολοκληρωτικά στραφεί στα σκοτεινά βάθη του εαυτού μου, στον πυρήνα του εγώ, και αφήσει ένστικτα να επιπλέουν και καθοδηγούν. Η ερχόμενη Κυριακή ήταν μουντή, χωρίς λέξεις, μέρα πεθαμένη από το hangover. Όπως και η Πρωτοχρονιά του 1988 που ακολούθησε και πέρασε λησμονημένη.

Wednesday, December 4, 2024

51 - Αμέρικα: 29 East Norwich Avenue, Apt D

Έφτασε με μια βαλίτσα ρούχα και την ομορφιά της άσπιλη το Φθινόπωρο του 1987, πάνω από ένα χρόνο μετά τους σπαραξικάρδιους αποχαιρετισμούς με την ίδια, τους φίλους και συντρόφους μου, και την φοιτητική ζωή, ώστε να χτίσουμε σιγά-σιγά, κουτσά-στραβά, μια ζωή, πάνω στην κινούμενη άμμο της ξενιτιάς, των σπουδών και των άγουρων ακόμα χρόνων μας. Στην αρχή χρειαζόμαστε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας, κάπου έξω από το Jones Tower και το campus. To B_e Village ο πανεπιστημιακός οικισμός για παντρεμένα ζευγάρια και οικογένειες από διαμερίσματα με προσιτά ενοίκια σε μακρόστενα διώροφα κτίρια, που απλωνόταν περιτριγυρισμένο από εκτάσεις πράσινου πίσω από το στάδιο του πανεπιστημίου, ήταν πλήρως κατειλημμένο, ενώ η λίστα προτεραιότητας όπου εγγράφηκα αμέσως μετά την άφιξη της Ε, έδειχνε μερικούς μήνες αναμονής πριν υπάρξει διαθεσιμότητα. Λύση μοναδική ο ιδιωτικός τομέας σε μια πόλη που φιλοξενούσε δεκάδες χιλιάδες φοιτητές. Ο  Φ παρακινούμενος, είμαι βέβαιος, από τα χρήματα που θα εξοικονομούσε σε νοίκι και διαβίωση, δέχτηκε πρόθυμα να συγκατοικήσουμε. Ένας Ελληνοαμερικανός μεσίτης, γνωστός του Φ από την κοινότητα και την εκκλησία που επισκεπτόταν συχνά, του οποίου τα πολλά χρόνια στην Αμερική δεν επηρέασαν στο ελάχιστο το πατροπαράδοτο μίγμα μπαγαποντιάς, καπατσοσύνης και κουτοπονηριάς της φυλής, ανέλαβε πρόθυμα να μας «εξυπηρετήσει». Μας τακτοποίησε σε ένα ελαφρώς καταθλιπτικό, κρύο, κακοεπιπλωμένο διαμέρισμα με μια φθαρμένη λιγδιασμένη μοκέτα, στον πάνω όροφο ενός μικρού συγκροτήματος έξω από το campus, τουλάχιστον, σε απόσταση περπατήματος από σημεία του campus που μας ενδιέφεραν και ήταν το κύριο ζητούμενο: τις σχολές μας, τη βιβλιοθήκη, τα γήπεδα, το ‘Εργαστήριο’. Με το αζημίωτο για το κτηματομεσιτικό γραφείο και τον ίδιο, φυσικά, και με τον αέρα ότι έκανε χάρη σε συμπατριώτες και, γενικά και αόριστα, στην πατρίδα του. Κατάλαβα ότι η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση τιμής μαζί του θα ήταν μάταιη. Μετακομίσαμε οι τρείς μας, λίγες μέρες μετά την άφιξη της Ε και με τα λιγοστά υπάρχοντα μας.

Το διαμέρισμα D, στο 29 της East Norwich Avenue θα ήταν η πρώτη φωλιά συμβίωσης με την Ε. Η εγκατάσταση εκεί έγινε χωρίς ενθουσιασμό, με λιγότερο από μισή καρδιά, εξαιτίας περισσότερο του άχαρου ανθρώπου με τον οποίο θα μοιραζόμαστε την καθημερινότητά μας. Αφενός, η συγκατοίκηση με έναν τρίτο, ξένο και παράξενο συμπατριώτη, που δεν μπορούσαμε να αγνοούμε στο βρώμικο και γερασμένο διαμέρισμα, δεν πρόσφερε κανένα πλεονέκτημα στην συμβίωση και σχέση με την Ε πέρα από τα μικρά οικονομικά οφέλη. Αφετέρου, δεδομένου ότι κατά τα φαινόμενα δεν υπήρχε ορατή προοπτική για τον Φ, ούτε γινόταν προσπάθεια εκ μέρους του να συνάψει κάποια σχέση -με το άλλο ή ίδιο φύλο, και καθώς ήμουν πεπεισμένος ότι ήταν παρθένος, η παρουσία του στο σπίτι δημιουργούσε ένα κλίμα αμηχανίας, πολλές φορές συγκρατημένης δυσανασχέτησης, δυσφορίας κι εκνευρισμού, ιδιαίτερα τις επόμενες των νυχτερινών περιπετειών του διψασμένου για έρωτα νεαρού ζευγαριού, των οποίων γινόταν αναπόφευκτα ακροατής.  

Το δωμάτιο μας είχε δύο μονά φθαρμένα από την χρήση στρώματα, τοποθετημένα στις δυο απέναντι γωνίες του δωματίου, εκατέρωθεν μια παλιάς συρταριέρας -μοναδικού επίπλου στο δωμάτιο. Το χώριζε από το δωμάτιο του Φ ένας ψεύτικος, λεπτός τοίχος με ανύπαρκτη ηχομόνωση. Οι έρωτές μας μετά από μήνες στέρησης ήταν αναπόφευκτα ζωηροί, θορυβώδεις, παθιασμένοι, καμιά φορά βίαιοι -σε κάθε στάση που ένα στρώμα στο πάτωμα επέτρεπε, κατά και παρά φύσιν. Το πόθος και οι ορμές μας τόσο έντονες που τόσο εγώ, όσο και η Ε, με αναστεναγμούς που έκανα ό,τι μπορούσα να προκαλέσω και αφουγκραστώ (ως είδους ηχητικού αφροδισιακού), στους παροξυσμούς μας αγνοούσαμε την παρουσία του Φ στο διπλανό δωμάτιο και ολοκληρώναμε απερίσπαστοι. Σίγουρα θα μας άκουγε τις περισσότερες φορές, σκεφτόμασταν μετά, αλλά τέτοιες έγνοιες γρήγορα παραμερίζονταν. Θα επέφεραν, άλλωστε, καταπίεση του πάθους, κατευνασμό του έρωτα μας: η φιλαυτία ενός ερωτευμένου ζευγαριού δύσκολα χαλινώνεται. Ούτε η Ε, ούτε εγώ, όμως, είμασταν διεφθαρμένοι, αν και ίσως είμασταν «ανήθικοι» για το ηθικό σύστημα του θρήσκου χριστιανού συγκατοίκου μας. Είχαμε συνείδηση των επιπτώσεων, έστω και προσωρινών, που θα μπορούσαν να έχει οι έρωτας που απολαμβάναμε ανενδοίαστα στο μικρό δωμάτιο, στη διάθεση και ψυχολογία ενός ανθρώπου που καθ’ όλες τις ενδείξεις ήταν στερημένος σεξουαλικά. Τα πρωϊνά καταβάλαμε προσπάθεια να τον αποφύγουμε στην κουζίνα ή την τραπεζαρία του κοινού δωματίου. Στις περιπτώσεις που κάτι τέτοιο γινόταν αναπόφευκτο, το συννεφιασμένο πρόσωπο ενός αμίλητου Φ, απλώς επιβεβαίωνε την ψυχολογική επίπτωση των ερωτικών ήχων που διαπερνούσαν την μεσοτοιχία, και η αμηχανία όλων μας μεγεθυνόταν. Αλλά τι θα μπορούσε να πει και κάνει κάποιος για αυτό, όταν στα μάτια νέων ανθρώπων ο έρωτας θεωρείται κάτι φυσικό και φυσιολογικό; Η σιωπή όλων και η κακή διάθεση του Φ ξεπερνιόταν, μέχρι το επόμενο στενόχωρο πρωϊνό συναπάντημα. Η κατάσταση όμως δεν μπορούσε να είναι βιώσιμη για πολύ καιρό ακόμα.

Οι μοναδικές άλλου είδους επαφές με το συγκάτοικό μας ήταν οι εξορμήσεις για ψώνια, που στην Αμερική χωρίς αυτοκίνητο είναι προβληματικές. Η αδερφή του Φ, ο μόνος άνθρωπος εκτός από τον ΑP με τον οποίο επικοινωνούσε καθημερινά κα συχνά επισκεπτόταν, αφού τελείωσε τις σπουδές της, του άφησε το αυτοκίνητο της: μια τεράστια σε μήκος, παμπάλαια, σκουριασμένη «λιμουζίνα» από αυτές που πουλιούνταν σε μάντρες για λίγα κατοστάρικα. Μπορεί να μην ήταν αξιόπιστος τρόπος μετακίνησης για μακρινά ταξίδια, αλλά τα πλεονεκτήματα από εξοικονόμηση χρημάτων στα βδομαδιάτικα ψώνια από χαμηλού κόστους «αποθήκες» μακρινών εμπορικών κέντρων, στις οποίες ο Φ μας οδηγούσε για λίγα σεντς εξοικονόμησης που θα έξυνε, και την αποφυγή της ταλαιπωρίας του λεωφορείου και περπατήματος με σακούλες ψώνια, υπερτερούσαν του ρίσκου από πιθανές βλάβες. Το σαραβαλάκι του Φ ήταν, λοιπόν, μια ακόμα μικρή αχτίδα ευκολίας στους πρώτους δύσκολους μήνες της ζωής μας στην 29 E Norwich Avenue.

Είχαμε όνειρα και φτιάχναμε σχέδια με την Ε. Εκ των υστέρων, φαίνεται ότι περπατούσαμε στα σύννεφα, αλλά πόσοι νέοι στην ηλικία μας μπορούν και βλέπουν δυο και τρία χρόνια μπροστά στην ζωή τους; Πρώτα θα βελτίωνε τα Αγγλικά της, μετά θα ξεκινούσε σπουδές. Τότε, όμως, για ο,τιδήποτε απτό και πρακτικό χρειαζόμασταν λεφτά και, έτσι, αναγκάστηκε να ψάξει και βρει δουλειά ενόψει των μαθημάτων που θα άρχιζαν το εαρινό τρίμηνο και των διδάκτρων που θα καλούμαστε να πληρώσουμε. Τη δουλειά δεν την φοβόταν η Ε, ακόμα και στον ξένο τόπο που βρεθήκαμε. Είναι από τις δυνάμεις με τις οποίες οπλίζει τον άνθρωπο μια φτωχική καταγωγή. Ένας ακόμα Ελληνοαμερικανός, ιδιοκτήτης café, που πρόσφερε καφέ & donuts παραγωγής του, και που πολλές φορές σταματούσαμε τα πρωϊνά ακριβώς για αυτά, την συμπάθησε, ως την ελκυστική χαριτωμένη συμπατριώτισσα που ήταν, και της πρόσφερε δουλειά στο μαγαζί του: να σερβίρει καφέ & donuts σε πελάτες, που από νωρίς τα πρωϊνά στριμώχνονταν στον πάγκο γύρω από τις καφετιέρες και τα ράφια με ταψιά donuts που ετοιμάζονταν στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

O χειμώνας του 1987 πλησίαζε στο Midwest, βαρύς και παγωμένος, και με γρήγορους ρυθμούς για να τον συνηθίσουμε και προσαρμοστούμε. Η βάρδια της Ε στο café συνήθως ξεκινούσε νωρίς: πριν από τα χαράματα, στα βαθιά σκοτάδια των μικρών ημερών, όταν οι εργαζόμενοι στην περιοχή ξεκινούσαν για τις δουλειές τους και μερικοί από αυτούς σταματούσαν για τον πρώτο καφέ της μέρας, που πάντα ταίριαζε με φρέσκα donuts. Για μια νέα και όμορφη γυναίκα, οι σκοτεινοί, έρημοι από ανθρώπους κι αυτοκίνητα δρόμοι και δρομάκια στις γειτονιές πάνω από το campus φαινόταν και ήταν επικίνδυνοι. Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει την δουλειά στο café, κάποια ώρα κοντά στα μεσάνυχτα όταν στημένος πίσω από την κουρτίνα παρακολούθησα μια σκιά με ένα περίστροφο στο χέρι να τρέχει αλαφιασμένη στο δρόμο κάτω από το παράθυρό μας. Όφειλα, ως σύντροφος και άντρας, να την συνοδεύω μέχρι την πόρτα του μαγαζιού όπου δούλευε, την μοναδική όαση φωτός και ζεστασιάς κανονικών ανθρώπων του μόχθου στον κεντρικό δρόμο στα όρια του campus τις μικρές σκοτεινές ώρες του χειμώνα. Ξυπνούσαμε στις τέσσερις το πρωί, όταν το κρύο στο ηπειρωτικό Ohio κορυφωνόταν. Με ένα πανωφόρι πάνω από τη πιτζάμα και το πουλόβερ που φορούσα ακόμα και στον ύπνο μου, περπατούσαμε τα παγωμένα πεζοδρόμια χέρι-χέρι, παραπατώντας σε μείον δέκα ως και μείον είκοσι βαθμούς Κελσίου. Μέχρι να διακρίνουμε λίγα μέτρα από την πόρτα του café έναν ή δυο από τους πρώτους θαμώνες, την άφηνα με ένα γρήγορο φιλί στα παγωμένα χείλη. Πίσω στο σπίτι, πατόκορφα παγωμένος, με το κεφάλι και το μυαλό σφιγμένο, τους παλμούς της καρδιάς δυνατούς και γρήγορους, ήταν αδύνατο να κοιμηθώ. Συχνά έπεφτα σε κατάσταση νάρκης, μισο-κοιμισμένος, μισο-ξύπνιος, χωρίς όνειρα, με ένα βουητό στο βαρύ κεφάλι, που σταματούσε μόνο όταν σηκωνόμουν και έπινα τον καφέ της μέρας.

Είναι μάταιο να προσπαθεί να ξανακοιμηθεί κανείς μετά από μισή ώρα έκθεσης σε πολικό ψύχος. Ίσως στην πρωινή υπερέντασή μου να συντελούσαν και οι ενοχές που ελλόχευαν βλέποντας την φιλότιμη αγάπη μου να ξεκινάει τη μέρα κάτω από δύσκολες συνθήκες για ένα μεροκάματο σε παρακατιανή δουλειά, ώστε κάποτε να καταφέρουμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς μαζί -στην Αμερική. Θα μας αντάμειβε το μέλλον για τους κόπους και το κρύο και τις αντιξοότητες εκείνου του χειμώνα στο άχαρο διαμέρισμα; Κανείς δεν το ήξερε. Το ελπίζαμε κρυφά. Για την ώρα είχαμε ο ένας τον άλλον και αγαπιόμασταν, και πιστεύαμε ότι δυσκολίες και κακουχίες ήταν προσωρινό τίμημα για ένα ευτυχισμένο μέλλον.

Monday, December 2, 2024

50 - Αμέρικα: Φιλία από Ανάγκη

Με τον Φ γνωριστήκαμε ως ένοικοι του Jones Tower, στο lobby του, αφού αντιληφθήκαμε την κοινή μας καταγωγή με μια ανταλλαγή ματιάς, και χάριν στο ένστικτο των ομοεθνών. Στην ξενιτιά του Columbus οι επιλογές φιλιών και συντροφιάς μέσα από διεξοδικές κρίσεις ήθους και προσωπικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Ο Φ, υπό άλλες συνθήκες, στο χώρο του ελληνικού πανεπιστημίου παραδείγματος χάριν, θα εκπροσωπούσε τον τύπο ανθρώπου, τον οποίο αν τύχαινε να γνωρίσω, θα απέφευγα οποιαδήποτε συναναστροφή, πέρα από τυχόν αναγκαίες και τυπικές: ίσως, ένα «γεια, τι γίνεται;» (και αν!) σε τυχαία συναπαντήματα σε έναν διάδρομο. Είχε μια υψηλών τόνων, συριστική, και ελαφρώς βραχνή φωνή, μίζερη και όχι ευχάριστη στο άκουσμά της. Η άχαρη φωνή ταίριαζε σε ένα εξίσου άχαρο και αγέλαστο πρόσωπο, κάτω από ένα ημισφαιρικό μέτωπο και σγουρά μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν και να εκθέτουν περισσότερο το ήδη μεγάλο κούτελο. Αν σε αυτά τα χαρακτηριστικά κάποιος πρόσθετε το σχετικά χαμηλό του ανάστημα, ένα επίπεδο, αγύμναστο στήθος, και, τέλος, την κακοσμία της αναπνοής, που η μπόχα που γινόταν αισθητή από απόσταση συνομιλίας, δύσκολα θα του απέδιδε κανείς sex appeal. Πράγματι, στα χρόνια που συνδεθήκαμε, περισσότερο από τη συγκυρία και μικροαναγκαιότητες της περιόδου στον ελληνικό μικρόκοσμο του Columbus, δεν τον είδα σε κάποια οικεία σχέση με γυναίκα, αν και οι ευκαιρίες γνωριμίας στο περιβάλλον όπου φοιτούσε και απασχολείτο, ως βοηθός διδασκαλίας σε προπτυχιακούς φοιτητές του οικονομικού τμήματος, και με τις καλές σχέσεις που είχε με την εκκλησία και την ελληνοαμερικάνικη κοινότητα της πόλης ήταν φαινομενικά άφθονες.

Συν τοις άλλοις, και παραβλέποντας την εξωτερική εμφάνιση, η έλλειψη ενδιαφερόντων, η άχρωμη και ελαφριά προσωπικότητα, ο στεγνός χαρακτήρας και συμπεριφορά, έθεταν επιπλέον εμπόδια στη σύναψη έστω βασικών φιλικών σχέσεων μαζί του. Απεναντίας, ο καλύτερος του φίλος, ο Εϊ-Πι (AP) για τους Αμερικανούς, συνάδερφος στο ίδιο τμήμα με τον Φ, ήταν η αντίθεση του -από κάθε άποψη. Ο AP είχε καλοφτιαγμένα και αρμονικά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, ενώ το αραιωμένο και αυτού μαλλί με το μουστάκι που «του πήγαινε», πρόδιδαν υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης. Επιπλέον, διέθετε μια γνήσια αίσθηση του χιούμορ και μιαν ευχάριστη προσωπικότητα, όσο αυτή απουσίαζε από τον Φ, όσο κι αν και οι δυο τους απέφευγαν πολιτικές συζητήσεις – ο μεν Φ σιωπούσε σε αυτές, ο δε AP έστρεφε τη συζήτηση σε περισσότερο ουδέτερα θέματα. Ήταν εξαιρετικά αθλητικός τύπος ο AP και συμμετείχε ερασιτεχνικά και διακρινόταν σε κάθε λογής ομαδικό και αρκετά ατομικά σπορ και αγώνες που διοργανώνονταν στα πλαίσια της πανεπιστημιακής ζωής. Όσο ήταν και φίλαθλος: οπαδός των ομάδων του πανεπιστημίου παρακολουθούσε με ενδιαφέρον κάθε κολεγιακό άθλημα, από το αμερικάνικο ποδόσφαιρο, μέχρι το χόκεϋ επί πάγου. Αν και με τον Φ ανήκαμε σε πολύ χαμηλότερη λίγκα φυσικής κατάστασης από τον AP, χάριν στο τελευταίο ξανάρχισα να παίζω το ποδόσφαιρο που αγάπησα και διασκέδαζα ως παιδί, αυτή τη φορά στις απέραντες εκτάσεις χλοοτάπητα και γηπέδων του πανεπιστημίου, ως παίκτης ομάδων σε φιλικά παιχνίδια, που με εξαιρετική σοβαρότητα ο AP συχνά διοργάνωνε και μας καλούσε να συμπληρώσουμε τις εντεκάδες. Αλλά και σε μίνι-τουρνουά του Πανεπιστημίου, όπου με το Φ αγωνιζόμαστε σε χαμηλότερες κατηγορίες από αυτές του AP. Παρόλα αυτά, με αντιπάλους ομάδες απαρτιζόμενες κυρίως από Αμερικάνους, τα πηγαίναμε σχετικά καλά. Σε εκείνα τα τουρνουά ποδοσφαίρου, κατά κάποιο τρόπο, ικανοποίησα ένα μικρό κομμάτι του παιδικού ονείρου: να παίξω ανταγωνιστικό ποδόσφαιρο σε κανονικά γήπεδο με χλοοτάπητα και goal-posts με δίκτυα αν και χωρίς κερκίδες και θεατές: να αποδώσω, να σκοράρω, να εκνευριστώ και να βρίσω στον παροξυσμό των μαχών από τα άγαρμπα tackling των Αμερικανών αντιπάλων.

Αν η γυναικεία παρέα ήταν απρόσιτη για τον Φ με εκείνα τα δεδομένα, ο AP απολάμβανε τη συντροφιά και συγκατοικούσε με μια όμορφη Αμερικανίδα, την K, που σε κάθε ευκαιρία μιλούσε με θαυμασμό για τον αθλητή-ήρωά της. Ο ΑP αγαπούσε την Κ και ήταν απόλυτα πιστός της, παρά τους συνεχείς πειρασμούς που η υποθέτω χαρισματική διδασκαλία και μια αθλητική και μεσογειακή γοητεία του ασκούσε σε ξαναμμένες Αμερικανίδες φοιτητριούλες. Ενώ η αξιολόγηση του διδακτικού έργου του Φ, όπως ο ίδιος διηγούνταν στην παρέα μας σε κάποιο μπαρ που θα έδειχνε ποδόσφαιρο ή μπάσκετ, ήταν λίγο πάνω από το μέσο όρο, ήταν ικανοποιητική για την ανανέωση της υποτροφίας στο επόμενο τρίμηνο, αυτή του ΑP, πέρα από τα τυπικά κολακευτικά σχόλια για το στυλ της διδασκαλίας και τη μεταδοτικότητα του, συχνά συνοδευόταν από ραβασάκια, συχνά με ρητό σεξουαλικό περιεχόμενο. Αυτά ΑP τα αγνοούσε, ενώ πολλοί στη θέση του φαντάζομαι θα υπέκυπταν στους πειρασμούς. Εγώ, απλώς, τον θαύμαζα για την φυσική κατάσταση και το αθλητικό του σώμα, το πηγαίο χιούμορ του, και απολάμβανα την γλυκύτητα της συντρόφου του.

Thursday, November 28, 2024

49 - Αμέρικα: Στον Δρόμο προς την Συμβίωση

Θα ξαναβρισκόμαστε το καλοκαίρι, στη δεύτερη σε έναν χρόνο επίσκεψη στην πατρίδα, όπου θα γινόταν ο «πρόχειρος» αρραβώνας που είχαμε προσυμφωνήσει. Ήταν ο ελάχιστος όρος που έθετε η μητέρα της για να την επιτρέψει να μεταναστεύσει και να ζήσουμε μαζί τα επόμενα χρόνια (και ποιος ξέρει, ίσως και μιαν ολόκληρη ζωή;) στην Αμερική. Οι καλοκαιρινές διακοπές του 1987, λοιπόν, αναλώθηκαν σε αμοιβαίες οικογενειακές επισκέψεις. Οι δυο μας οδηγήσαμε στα Γιαννιτσά, στο φτωχικό διαμέρισμα του ημιώροφου, όπου η μητέρα της, εργαζόμενη ως καθαρίστρια, ζούσε με την αδερφή της. Ο άντρας της οικογένειας είχε πεθάνει νέος και η σχετική φτώχια που το μεροκάματο της καθαρίστριας έφερε στην οικογένεια των τριών γυναικών, ανάγκασε τα δυο κορίτσια να βγουν στην ζωή και την εργασία από νωρίς. Η κομμουνιστική φλόγα, που ακόμα έκαιγε μέσα μου, αφού φώτιζε τέτοιες βιοπάλες προλετάριων με την μαρξιστική της λάμψη, την ανάγαγε σε αντικείμενο εκτίμησης και θαυμασμού. Ένας μυστικιστικός σεβασμός μέσα μου προς την εργατική τάξη, χάριν στις ιδεολογικές μου ρίζες, διατηρείτο αμείωτος.

Γυρίσαμε και τα γύρω χωριά, την Κρύα Βρύση πριν από όλα, για να περπατήσω τα μονοπάτια της βαθιάς μνήμης, να ξαναθυμηθώ πρωτόγονες αναμνήσεις από τα πρώτα μου βήματά στη ζωή, με την Μάνα, το δημοτικό σχολείο, το βιβλιοπωλείο της γωνιάς, το σπιτικό της κυρίας Μέλης. Στον δρόμο μας ανεβήκαμε και σε άλλα δυο ημιορεινά χωριά της επαρχίας των Γιαννιτσών, όπου συναντήθηκα, ο μορφωμένος και με εκλεπτυσμένους τρόπους πρωτευουσιάνος, με την ευρύτερη οικογένεια της Ε από προηγούμενες γενιές. Η φιλοξενία από γιαγιάδες και θείτσες ήταν καταπιεστική σε σημείο που η αδυναμία μου να αρνηθώ τα εδέσματα που μου προσφέρονταν το ένα μετά το άλλο, προκάλεσε το τρανταχτό γέλιο κάποιας θείας, που παρακολουθούσε την ταλαιπωρία μου, στην οποία ευγένεια και καλοί τρόποι με είχαν υποβάλλει. Γέλασα κι εγώ, ντράπηκα, κοκκίνησα, αλλά συνέχισα να τρώω από τα εδέσματα υπό τον φόβο να μην προσβάλλω τους οικοδεσπότες μου. Σε κείνο το χωριό άκουσα για πρώτη φορά, μετά από τα χρόνια των διακοπών στο κάμπινγκ της Σκοτίνας από Σκοπιανούς τουρίστες, την Σλαβομακεδονική διάλεκτο, που η πλειοψηφία των γεροντότερων συνδαιτημόνων χρησιμοποιούσαν ως κύρια γλώσσα επικοινωνίας, και την οποία η Ε, προς έκπληξή μου, τόσο καταλάβαινε, όσο και μιλούσε όταν απευθυνόταν στους συγγενείς της. Η εμπειρία από εκείνα τα χωριά της μακεδονικής υπαίθρου απομυθοποίησε τα περί ελληνικότητας της Μακεδονίας, και τον με σαθρή ιστορική βάση εθνικισμό που εξαπλώθηκε εκ του μη όντος στις συνειδήσεις των Θεσσαλονικιών (πριν από όλους!) με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση της δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Με καθαρό μυαλό και συνέπεια, και αναφορά στις εμπειρίες από τα μυστικά των χωριών του Βάλτου, πήρα καθαρές και κατηγορηματικές θέσεις σε προσωπικές και, αργότερα, πρώιμες διαδικτυακές συζητήσεις επί του θέματος, που θα γινόταν κεντρικό, παρά τον στείρο και ατελέσφορό χαρακτήρα του, στους πολιτικούς διαλόγους που σε λίγα χρόνια θα φούντωναν· και ενεπλάκην σε ιδεολογικοπολιτικούς καυγάδες που βέβαια η συνεισφορά τους στην πορεία που πήρε το θέμα θα ήταν έτσι κι αλλιώς μηδαμινή. Πολύ ισχυρότερες δυνάμεις υπεράνω όλων μας των κοινών θνητών ενεργούν, ώστε η έκφραση απόψεων εδώ κι εκεί στην εντροπία της πληροφόρησης, που με την εξάπλωση του internet αυξάνεται εκθετικά, ελάχιστα επηρεάζει την κατεύθυνση, την δράση και το αποτέλεσμά τους. Πάντως, ένιωθα μιαν ικανοποίηση ότι «έκανα το κομμάτι» μου, έστω και για χάρη ενός αόριστου ανθρωπιστικού δίκαιου, ή τουλάχιστον για την αποκατάσταση μέσα στοιχειωδών ιστορικών αληθειών. Η Μακεδονία ανήκε σε όλους τους λαούς και εθνότητες που την κατοίκησαν και μοιράστηκαν ανά τους αιώνες. Η γνώση κι επίγνωση της ιστορικής αλήθειας και της θέσης μας στην ιστορία, είναι από μόνες τους σημαντικές επιβραβεύσεις στην ζωή.   

Την κοινωνικά και ψυχικά επίπονη για τον ντροπαλό εαυτό επίσκεψη στα Γιαννιτσά και τα χωριά καταγωγής της Ε, την ανυπέρβλητη αμηχανία, το πολιτιστικό σοκ, που ένας χαρακτήρας σαν τον δικό μου αισθάνεται όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους άλλων συνηθειών και κοινωνικής τάξης, την διαδέχτηκε μιαν εξίσου στενάχωρη επίσκεψη στον φτωχικό ημιώροφο διαμέρισμα της κυρίας Μ, σε μια γειτονιά των Γιαννιτσών, αυτή τη φορά με τους γονείς μου. Ήταν το ελάχιστο που απαιτούσε μια γνωριμία οικογενειών ή ένας κατά κάποιο τρόπο αρραβώνας, όσο ανεπίσημα και ιδιωτικά προσπαθούσαμε να τον οργανώσουμε. Η θέληση όμως να συμβιώσουμε ήταν ισχυρή. Φέραμε μαζί λουλούδια και γλυκά, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιστάσεις. Η κυρία Μ μας υποδέχτηκε στο φτωχικό σαλονάκι με τα παλιά έπιπλα και λίγα διακοσμητικά: βαζάκια, δαντέλες, ένα σετ τσαγιού πορσελάνινο στο χαμηλό τραπεζάκι, που φαινόταν ότι είχε κληρονομηθεί από προηγούμενες γενιές, η φωτογραφία του μακαρίτη συζύγου με τις κόρες του, τη μικρή Τ στην αγκαλιά του, την Ε δίπλα του. Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που τις τράβηξε δίπλα στο νεκροκρέβατο του και ζήτησε «να είναι καλά κορίτσια για τη μαμά» -η τελευταία και από τις λιγοστές στιγμές με τον εργάτη πατέρα της που θυμόταν και μου διηγήθηκε η Ε, μια φανταστική σκηνή που με συγκινούσε εξίσου με την ταπεινή καταγωγή της. H κυρία Μ μας κέρασε λικέρ, που το ήπιαμε στην υγεία του νέου και όμορφου και, κατά τα φαινόμενα, ταιριαστού ζευγαριού. Παρά το χάσμα στο μορφωτικό επίπεδο και τη μεγάλη διαφορά στο οικονομικό και ταξικό επίπεδο, ο Πατέρας, με την άνεση που το διακρίνει σε κοινωνικές εκδηλώσεις κατά τις οποίες μπορεί να αδράξει εύκολα την πρωτοκαθεδρία, βρήκε πολλά να πει και δηλώσει, αν και όχι προσωπικά στην κυρία Μ, αλλά περισσότερο σχόλια αφ’ υψηλού στο μικρό κι ετερογενές ακροατήριο. Μονοπώλησε, όπως αναμενόταν, το διάλογο, ο οποίος εξελίχτηκε σε μονόλογο. Η Μάνα σφιγμένη και φορώντας ένα μόνιμο πλαστό χαμόγελο δεν είπε πολλά πράγματα, μόνον λίγα και τυπικά. Κατά βάθος ένιωσα ότι δεν ενέκρινε ούτε τον άτυπο αρραβώνα, ούτε την επικείμενη συμβίωση.

Η επίσκεψη μας εκείνο το καλοκαίρι του 1987, που πέρασε αναξιομνημόνευτο από προσωπική και ερωτική σκοπιά, χωρίς τελικά κάποιες ξένοιαστες διακοπές μέσα από την ανάγκη ετερόκλητων γνωριμιών και μιας στοιχειώδους τυπικής σύνδεσης οικογενειών, ανταποδόθηκε μετά από λίγες από την κυρία Μ και την Τ στο ρετιρέ και τη μεγάλη βεράντα μας του διαμερίσματος της Χαριλάου. Τη φιλοξενία των προσκεκλημένων την ανέλαβε φυσικά η Μάνα, με την ψυχρή όμως τυπικότητα που συχνά την διακρίνει για καταστάσεις με τις οποίες αδυνατεί να δεχτεί και εναρμονιστεί, ενώ τις όποιες τυχόν αντιρρήσεις και διαφωνίες τις καταπιέζει. Διαισθάνθηκα ξανά μιαν εντέχνως κρυμμένη αντίθεση και μιαν κατά βάθος απροθυμία να συναινέσει στην εξέλιξη που έπαιρνε η σχέση· να συγκαταθέσει με γνήσιο και θερμό τρόπο, να «δώσει την ευχή της», όπως θα έλεγαν οι παλιοί, σε μια σχέση που για μένα και την Ε τότε αποτελούσε μέχρι τότε ερωτική πεμπτουσία. Σποραδικά σχόλια που πριν και μετά το «λογοδόσιμο» του γιου που ξαφνικά προέκυψε, τη «δέσμευση του, όντως τόσο νέος, τι την χρειάζεται;» όταν έπρεπε να εστιασθεί στην επιστήμη και καριέρα μου, τις «γάμπες της Ε που δεν μου αρέσουν» -παρά την γενική ομορφιά της και, αργότερα, όταν τα πράγματα έπαιρναν μιαν άσχημη πορεία, απαξιωτικά σχόλια «για εκείνη την μάνα της», και τα λοιπά, πρόδιδαν μιαν εσωτερική διαφωνία. Σε αυτά θα πρόσθετα την εμφανή απογοήτευση της από την κατηγορηματική μου άρνηση να επικοινωνήσω και να συνδεθώ (με την προοπτική της σχέσης και, βέβαια, του γάμου) με την άσχημη μεν, αλλά με αξιόλογη προίκα δε, κόρη συναδέρφου και φίλη της. Έκτοτε, ίσως μερικές φορές και από προσωπικές προκατάληψη, διέκρινα την μικροαστική υποκρισία και διπλοπροσωπία στη συμπεριφορά της Μάνας, μέχρι που τα χρόνια και η ηλικία και η αρρώστια, κατέστησαν τέτοιες κρίσεις αχρείαστες, ίσως και σε περιπτώσεις άδικες. Στο τέλος σκεφτόμουν ότι μάνες που έμελλε να γίνουν πεθερές και συμπεθέρες στην Ελλάδα της εποχής, σε ελάχιστες περιπτώσεις προέκριναν και επιδοκίμαζαν, εμφανώς και με ειλικρίνεια, τις επιλογές συντρόφων για τους κανακάρηδες γιους τους.  Καθησυχάστηκα από την προοπτική ότι αργά ή γρήγορα θα δραπετεύαμε στην ανεξαρτησία και ιδιαιτερότητα της Αμερικής, να χαρούμε τον έρωτα μας και να χαράξουμε το μέλλον αποδεσμευμένοι από οικογενειακές εξαρτήσεις και καταναγκασμούς.   

Ο δρόμος, μετά από εκείνες τις αναγκαστικές και γενικά ψυχοφθόρες τυπικότητες κάτω από το βάρος κοινωνικών εθίμων και συνηθειών και των εμμονών και προκαταλήψεων της προηγούμενης γενιάς, άνοιξε την πόρτα στην Ε για να έρθει στην Αμερική να σπουδάσει, να ζήσουμε μαζί, να ξεκινήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας, έστω και πάνω σε σαθρά θεμέλια και ενός αδιάφανου μέλλοντος, χωρίς μεγάλη ακρίβεια και αξιοπιστία προδιαγραμμένου. Το βάρος της απόκτησης του πτυχίου της Ε σηκώθηκε, έστω και με καθυστέρηση ενός χρόνου και πολύ άγχος. Προς το τέλος του 1987, σχεδόν δύο χρόνια μετά τον «έρωτα από την πρώτη ματιά» στο «Μπαλκονάκι» βρεθήκαμε μαζί στην ξενιτιά του Columbus. Ο έρωτας και αγάπη μας σύντομα θα αποκορυφωνόταν.

48 - Αμέρικα: Μια Πολυπόθητη Επίσκεψη

O καιρός μου στον Jones Tower περνούσε στο ίδιο μοτίβο –τυπικό μιας μεταπτυχιακής φοιτητικής «εστίας», όπου πλειοψηφούσαν αλλοδαποί φοιτητές. Οι μέρες κυλούσαν ανάμεσα στη σχολή για παρακολούθηση μαθημάτων, τακτικές περιοδικές επισκέψεις στο ‘Εργαστήριο’ για διαφωτιστικές κουβέντες με τον Ron, ο οποίος ήταν μονίμως απασχολημένος και βιαστικός να τις ολοκληρώνει, και το τέλος τους με έβρισκε πεινασμένο στην καφετέρια για ένα άνοστο γεύμα. Τα απογεύματα και βράδια στο μικρό, ζεστό δωμάτιο, μπροστά στο γραφειάκι δίπλα στο μακρόστενο παράθυρο ενός από τους ψηλούς ορόφους προσηλωνόμουν στη μελέτη και τις σημειώσεις μου. Με ματιές στο campus και την κίνηση από κάτω, περιοδικές οριζοντιώσεις στο στενό κρεβάτι για ονειροπόληση και για να κατεβάσω στο μυαλό ιδέες, που έσπευδα να επεξεργαστώ και καταγράψω σε χαρτί. Οι σελίδες των κίτρινων διαγραμμισμένων σημειωματάριων γέμιζαν η μια μετά την άλλη –γράφονταν και ξαναγράφονταν καθαρογραμμένες. Γέμιζα ντοσιέ από σημειώσεις, κουτιά από μεθοδικά διαβασμένα άρθρα, τα ράφια από βιβλία.  

Στο επίκεντρο των, ας πούμε, εξωσχολικών ονειροπολήσεων βρισκόταν φυσικά η Ε. Έφερνα στο μυαλό μου, ξανά και ξανά, τις ερωτικές περιπτύξεις και εμπειρίες του παρελθόντος, τη θέα του κορμιού της σε κάθε πόζα και στάση. Μετά από κάθε τηλεφώνημα στο μυαλό μου αντηχούσαν οι αναστεναγμοί της. Καμιά φορά περιπλανιόμουν στο μακρινότερο παρελθόν μου, στην Α. Ο πόθος γινόταν οριακός. Αυνανιζόμουν συχνά πριν κοιμηθώ -για να μπορέσω κοιμηθώ. Είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Μετά την ‘πράξη’, ίσως λόγω υποσυνείδητων ενοχών από την εφηβική ηλικία, ίσως λόγω έκκρισης αδρεναλίνης ή άλλων χημικών ουσιών, πιθανόν εξαιτίας συνδυασμού των δύο στην ψυχοφυσιολογία μου, οδηγούμουν σε υπερδιέγερση που δύσκολα κατεύναζα και η οποία εμπόδιζε τον ύπνο μου για ώρες. Ήταν το αντίτιμο που πλήρωνα από την απουσία της συντροφιάς της.

Κανονίσαμε να έρθει για λίγο καιρό γύρω από το ελληνικό Πάσχα. Ήταν η διακαής επιθυμία και των δύο και μετρούσαμε τις μέρες μέχρι το ταξίδι της. Τελικά, τον Μάρτιο μετά τον αποχωρισμό των Χριστουγέννων, κατάφερε και ταξίδεψε κρυφά από τη μάνα της, και αφίχθηκε στο Columbus και στο δωματιάκι μου του Jones Tower. Οι κανονισμοί του «πύργου» ήταν σαφείς: η διανυκτέρευση και φιλοξενία προσώπων στα δωμάτια του δεν επιτρεπόταν. Παραβιάζαμε συνειδητά κανόνες συγκατοίκησης, αλλά δυο ερωτευμένα, όμορφα και αθώα παιδιά, που μπαινόβγαιναν μαζί σε ένα τεράστιο και πολυσύχναστο κτίριο, πως, σκέφτηκα, ήταν δυνατό να δημιουργήσουν υποψίες στους γενικά αδιάφορους επιτηρητές της κεντρικής εισόδου; Οι συνάδερφοι γείτονες του διαδρόμου, με τους οποίους έτσι ή αλλιώς δεν είχα πολλά πάρε-δώσε, καμιά φορά χαμογελούσαν διακριτικά όταν συναντιόμαστε στα ασανσέρ. Κάναμε έρωτα το πρώτο βράδυ, στο άβολο μονό κρεβάτι-καναπέ, που διήρκεσε δευτερόλεπτα. Ήταν μια εκτόνωση. Ακολούθησαν και άλλες ερωτικές περιπτύξεις το δεκαήμερο της παραμονής της Ε, που δεν άφησαν εντυπώσεις στη μνήμη: ήταν υποτονικές και υποβαθμισμένες, όπως πολλές φορές συμβαίνει όταν η πραγματικότητα και οι συνθήκες δεν εναρμονίζονται με τον πόθο και την λαχτάρα. Όταν καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες, όταν το μυαλό φαντάζεται και σχηματίζει εκ των προτέρων ιδανικές καταστάσεις, η ποιότητα των στιγμών στην πράξη σπάνια ανταποκρίνεται στις φαντασιώσεις και προσδοκίες. Ωστόσο, η Ε επέστρεψε στην Ελλάδα με την αγάπη μας αλώβητη, τη σχέση μας, πιστεύαμε, σε στερεότερα θεμέλια, και ξεκάθαρα σχέδια για την ζωή μετά το καλοκαίρι. Από την μεριά μου, για δεύτερη φορά σε λίγο πάνω από ένα χρόνο σχέσης μολύνθηκα με χλαμύδια· καλύτερα ενημερωμένος πλέον για το νόσημα έσπευσα χωρίς πολλά παρατράγουδα να το αντιμετωπίσω και ενημερώσω, πρώτη φορά, την Ε. Το ενδεχόμενο της ερωτικής απιστίας το παράκαμψα.

Wednesday, November 27, 2024

47 - Αμέρικα: Απογείωση

Η αλλαγή του χρόνου από το 1986 στο 1987 πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Στο λίγο καιρό των διακοπών στην Ελλάδα εκτονώνονταν καθημερινά διακαείς πόθοι πολλών μηνών στην αγκαλιά της Ε. Και την παραμονή Χριστουγέννων, όταν βγήκαμε γλυκά ζαλισμένοι από το κρασί έξω από την ταβέρνα όπου πήγαμε με την φίλη Χριστίνα, τον «δεσμό» της, κι άλλους φίλους, άρχιζε να χιονίζει χιόνι πυκνό για πρώτη και τελευταία φορά που θυμάμαι τέτοιες μέρες. Αξέχαστα λευκά και ερωτικά Χριστούγεννα άγγιξαν την τελειότητα, με τις επιθυμίες κορεσμένες. Επικούρειες μέρες με κρασί και λίγους φίλους, παρά την βαριά σκιά ενός ακόμα αποχωρισμού που θα ερχόταν στο τέλος τους. Επέστρεψα με κάπως πιο ανάλαφρη καρδιά από την πρώτο αποχαιρετισμό του Ιούλη. Η σχέση με την Ε πατούσε ακόμα σε στέρεο έδαφος, καθώς η απόσταση που μας χώριζε για μήνες επιβεβαίωσε και στους δυο μας την έλλειψη της συντροφιάς του άλλου, και έφερε τις καρδιές μας πιο κοντά.

Με την επιστροφή στο Αμέρικα, τους ρυθμούς μελέτης και αφοσίωσης στο επιστημονικό αντικείμενο, στα μαθήματα και την έρευνα όφειλα να τους συνεχίσω αμείωτους· μάλλον, να τους επιταχύνω. Ήθελα κι έπρεπε (χάριν στην απροσδιόριστη και αφηρημένη αναγκαιότητα που επιβάλλεται σε παιδιά της μικρής και μεγάλης μπουρζουαζίας από γεννησιμιού τους) να «πετύχω» εν μέσω έντονου ανταγωνισμού. Και η επιτυχία για την ώρα εκείνην θα μετριούνταν απτά, με βαθμούς και αποτελέσματα και συνεισφορά: στα μαθήματα, στις διατριβές, στον αριθμό των άρθρων και τον όγκο του έργου που θα έφερε το όνομα μου. Η μετακόμιση τον καινούργιο χρόνο Jones Tower συνοδεύτηκε από τέτοιες «επιτυχίες» που εκτόξευσαν το επιστημονικό ηθικό και την όρεξη για δουλειά σε νέα ύψη. Στα μαθήματα του πρώτου τρίμηνου αρίστευσα. Με μιαν ενδόμυχη περηφάνια παρουσίασα το δελτίο βαθμολογίας του προηγούμενου και του προγράμματος του επόμενου τριμήνου στον Leon να το υπογράψει. Περίμενα ένα κολακευτικό σχόλιο, ίσως κάποια «συγχαρητήρια», αλλά, αφού καλαμπούρισε με μια φράση στα Γαλλικά για το προαιρετικό μάθημα ξένης γλώσσας που επέλεξα και γέλασε το γνώριμο γέλιο του, ενέκρινε το δελτίο υπογράφοντας την λίστα με τίτλους μαθημάτων και πιστωτικών μονάδων. Ο χαλαρός τρόπος του υπέθεσα ότι μπορεί και να υπονοούσε το «δεν περίμενα κάτι λιγότερο από άριστους βαθμούς από εσένα».

Μετά από λίγες βδομάδες είχα μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη: καθώς διερευνούσα την σχετική βιβλιογραφία περί του ερευνητικού θέματος, ξεφυλλίζοντας τελευταία τεύχη σχετικών τεχνικών περιοδικών στην βιβλιοθήκη, το μάτι μου έπεσε σε ένα άρθρο με το επώνυμο του Δ να ακολουθείται από το δικό μου. Ναι, το δικό μου! Τυπωμένο στο πίσω φύλλο του περιοδικού με τα περιεχόμενα! Σίγουρα, σκέφτηκα, αυτό το τεχνικό γεγονός δεν θα διέφευγε της προσοχής κανενός σχολαστικού ερευνητή του ‘Εργαστηρίου’. Ήταν το άρθρο που με κόπο είχαμε συγγράψει, το άρθρο για το οποίο σχεδόν «βόγκηξε το Πανεπιστήμιο» όπως αστειευόταν ο Δ, αλλά το οποίο, στην πρώτη του έκδοση, είχε απορριφθεί από το κορυφαίο περιοδικό κύρους ‘Α’, στο οποίο -αφελώς φιλόδοξοι- το είχαμε υποβάλλει. Θυμήθηκα την απογοήτευση μας με την απόρριψη, και τα αλαζονικά ως και προσβλητικά σχόλια ενός από τους κριτές. Ο Δ το αναθεώρησε με τον επιστημονικό ζήλο και φιλοδοξία και μέθοδο που τον διέκρινε το υπέβαλλε με επιτυχία στο περιοδικό κύρους ‘Β’. Στην αναθεωρημένη έκδοση είχε υποβιβάσει το όνομα μου στην δεύτερη θέση ανάμεσα στους τρεις συγγραφείς, αλλά αυτό δεν με ενόχλησε -ούτε θα έπρεπε. Η ικανοποίηση που με γέμισε και τα ρίγη περηφάνιας που με κυρίευσαν μετά από εκείνη την λάμψη δημοσιότητας –όπως πίστευα, τουλάχιστον, στον χώρο της ερευνητικής κοινότητας που ασχολείτο με παρόμοια θέματα και στην οποία είχα ενταχθεί, ακολούθησαν κύματα αυτοπεποίθησης, κίνητρου και όρεξης για δουλειά. Είχε και κείνη τους αναγνωρισμένους λαμπρούς αστέρες της κι εμένα πλέον ως ανερχόμενο.

Μια παρόμοια αίσθηση, ήμουν βέβαιος, καταλαμβάνει κάθε νέο, επίδοξο επιστήμονα όταν βλέπει το όνομα και τη δουλειά του τυπωμένη σε ένα δημόσιο έντυπο. Έσπευσα να βγάλω αντίγραφα του άρθρου, αρκετά αντίγραφα. Άφησα μερικά στην κορυφή μιας στοίβας από άρθρα και συγγράμματα που συσσώρευα προς μελέτη, στο γραφειάκι στον χώρο που μοιραζόμουν με δυο-τρεις άλλους στο ισόγειο του ‘Εργαστηρίου’ με την κρυφή ελπίδα να τραβήξει την προσοχή και ενδιαφέρον κάποιου. Δεν άκουσα καμιά μνεία στο άρθρο μου για μέρες· ούτε από τον Ron, ούτε από τον Leon, ούτε από κανέναν συμφοιτητές και ερευνητές του ‘Εργαστηρίου’. Δεν με απογοήτευσε. Κάποτε θα ερχόταν μια πιο κραυγαλέα αναγνώριση και από τον κύκλο μου. Μου αρκούσε για την ώρα που το όνομα μου φιγουράριζε κάπου τυπωμένο, το άρθρο μου ένα λιθαράκι, προφανώς ασήμαντο, στο ερευνητικό γίγνεσθαι του τομέα μου, λίγες φράσεις στην ιστορία της προόδου του.  Ήταν βέβαια μια σταγόνα στον ωκεανό της ανθρώπινης γνώσης, δεν είχα ψευδαισθήσεις επί αυτού, αλλά για τον νέο και ακόμα εξαιρετικά φιλόδοξο επιστήμονα, φαινόταν σαν ένα σκαλοπάτι προς την ποθητή αναγνώριση και καταξίωση. Αυτό παρέμενε ακόμα τότε μεγάλη υπόθεση και προσωπικό στοίχημα.

Wednesday, November 20, 2024

46 - Αμέρικα: Το Εργαστήρι

Λίγες μέρες μετά την άφιξη στο Columbus και την εγκατάσταση στο Morrison Tower, με το ξεκίνημα της ακαδημαϊκής χρονιάς και της υποτροφίας επισκέφτηκα το ‘Εργαστήριο’ –το αυτόνομο και οικονομικά αυτοδύναμο παράρτημα της Σχολής. Στεγαζόταν σε ένα μακρόστενο, διώροφο, λευκό κτίριο, κτισμένο κατά το ξεκίνημα του παγκόσμιου πολέμου χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χάρη -δεν χρειαζόταν προσωπικότητα για τον σκοπό που εξυπηρετούσε. Βρισκόταν έξω και μακριά από το κυρίως campus, σχεδόν μια ώρα περπάτημα από το τον Morrison Tower. ‘Ένα πρωϊνό του Σεπτέμβρη, περπάτησα τις απέραντες εκτάσεις πράσινου ανάμεσα σε σκόρπια κτίρια, την γέφθρα πάνω από τον Olentangy ποταμό και ένα πλατύ αυτοκινητόδρομο δρόμο χωρίς διαβάσεις, για να γνωριστώ με έναν από τους κύριους ανθρώπους της θητείας μου στην Αμερική: τον advisor μου Leon P, Jr. Toν συνάντησα στο γραφείο του στον πάνω όροφο, σε ένα στενάχωρο δωμάτιο με λίγο φως από ένα παράθυρο, να κάθεται σε μια ξύλινη, παμπάλαια περιστρεφόμενη καρέκλα, πιθανόν της ίδιας ηλικίας με το κτίριο, που έτριζε σε κάθε περιστροφή, πίσω από ένα γραφείο και ένα τραπέζι πνιγμένα κάτω από στοίβες περιοδικών και συγγραμμάτων. Μια μικρή βιβλιοθήκη στον τοίχο απέναντι στοίβαζε ακατάστατα τοποθετημένες σειρές βιβλίων και τεχνικών εκθέσεων.

Η λέξη «σεμνό» υπερτιμούσε το γραφείο ενός καθηγητή πανεπιστημίου, διευθυντή μάλιστα ενός ‘Εργαστηρίου’ με εθνική εμβέλεια, στο οποίο θα αφιέρωνα ενέργεια και μέρες σκληρής δουλειάς τα επόμενα χρόνια. Συγκρίσεις με τα απλόχωρα γραφεία-«έδρες» καθηγητών του Αριστοτέλειου που έτυχε να επισκεφτώ, πολλά διακοσμημένα με standards γραφείων διοικητών μεγάλων επιχειρήσεων, ήταν αναπόφευκτες στο μυαλό μου. Η νευρικότητα που με είχε κυριεύσει από τη στιγμή που είχα ξεκινήσει την πεζοπορία για να τον γνωρίσω, κορυφώθηκε όταν η ευγενική γραμματέας στην είσοδο του ‘Εργαστηρίου’ μου έδειξε που θα έβρισκα τον Leon (έτσι απλά και χωρίς τίτλους) αποκλιμακώθηκε αισθητά με τη θέα της κατάστασης του γραφείου του· και τελικά μηδενίστηκε όταν αντίκρυσα ένα φιλικό πρόσωπο με μεταδοτικό χαμόγελο.  Ο Leon ήταν κάποιας ηλικίας, πάνω από εξήντα χρονών τότε, με καστανόξανθα αραιά μαλλιά, χτενισμένα με χωρίστρα από το πλάι, και ένα πλατύ, ρυτιδωμένο μέτωπο. Τα μάτια του, πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά, γελούσαν και αυτά. Με υποδέχτηκε με μια ζεστή χειραψία, χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του. Αυτό δεν με ενόχλησε. Η έλλειψη τύπων ήταν καταπραϋντική. Αντίθετα, περίστρεψε την καρέκλα για να με αντικρύσει ευθέως, τεντώθηκε προς τα πίσω με τα χέρια του πίσω από τον αυχένα, άπλωσε τα πόδια μπροστά του και με ρώτησε στα ελληνικά: ‘Τί κάνεις, L;’ H συστολή μου δεν μου επέτρεψε να τον ρωτήσω για τις δύο ελληνικές λέξεις στην εισαγωγή του, αλλά παρά τα λίγα λόγια μου και καθώς χαμογελούσα εξίσου εύκολα με τον Leon, από τη ζεστασιά της φυσιογνωμίας του και του λόγου που διέσπειρε με ελαφρά αστειάκια και γέλιο, συμπέρανα ότι με είχε συμπαθήσει. Αλλά και η δική μου πρώτη εντύπωση ήταν αυτή της οικειότητας και συμπάθειας, επιπλέον, βέβαια, ενός αυθόρμητου σεβασμού, αν όχι και δέους. Τη σύντομη κουβέντα περί προγράμματος σπουδών, περί μαθημάτων επιλογής, περί χρονοδιαγραμμάτων, και τα λοιπά, την ολοκλήρωσε με την κολακευτική φράση: “Ι never understood why Greek students are some of our best.” Και με οδήγησε στο παραδίπλα γραφείο για να με συστήσει στον μόνιμο «ερευνητή» του ‘Εργαστηρίου’, που θα μου ανέθετε και επέβλεπε την ερευνητική δουλειά –τον Ron. Θα βρισκόταν αυτή η δουλειά και τα αποτελέσματά της (και όφειλαν να βρίσκονται περισσότερο από τα μαθήματα που θα παρακολουθούσα και το μάζεμα διδακτικών μονάδων – ένας αναγκαίος περισπασμός), στο επίκεντρο της φοιτητικής ζωής και δραστηριότητας μέχρι την απόκτηση του ποθητού μεταπτυχιακού. Here is a bright young Greek man, RonFor you to assign him the most difficult subject you can think of.”

O Ron ήταν διαφορετικής κοπής. Ψηλός, με αθλητικό σώμα τενίστα, του σπορ που ήταν όπως μου είπε το κύριο χόμπι του, ψυχρά μπλε μάτια πίσω από στρόγγυλα γυαλιά, και ένα  συγκρατημένο χαμόγελο κάτω από ένα standard, ίσιο και μακρύ μουστάκι. Το επίθετο και το πρόσωπο με τα ανασηκωμένα ζυγωματικά, πρόδιδαν ανατολικοευρωπαϊκή καταγωγή, που την επιβεβαίωσε με τις πρώτες του κουβέντες που ανταλλάξαμε: οι πρόγονοι του προέρχονταν από την μέχρι τότε Τσεχοσλοβακία. Παρεμπιπτόντως, μου έλυσε την απορία για τα λίγα ελληνικά με τα οποία με υποδέχτηκε ο Leon: ο πατέρας του προερχόταν από την Ελλάδα. Η μετανάστευση ευρωπαίων και Ελλήνων στην Αμερική είχε ιστορία χαμένη στα βάθη του αιώνα που διανύαμε, ακόμα και προηγούμενων.

Η συζήτηση με τον Ron διάρκεσε περισσότερο. Μου ανάλυσε, με όχι πολλή μεταδοτικότητα, το επί τάπητος πρόβλημα, που κατ’ αρχήν θα πάλευα και θα «βοηθούσα» στην διερεύνηση του. Δεν ήταν απλό και οι θεωρητικές γνώσεις μου, παρά τις αριστείες του παρελθόντος, επί του θέματος ελάχιστες. Έφυγα αρκετά μπλεγμένος, σχεδόν πελαγωμένος, με το αντίγραφο μιας τεχνικής έκθεσης για μια, υποτίθεται, πρώτη ανάγνωση και επιφανειακή γνωριμία με το ερευνητικό μου αντικείμενο. Ένα ψηλό βουνό σε μιαν εξειδικευμένη γνώση που θα έπρεπε να σκαρφαλώσω άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου. Δεν υπήρχε όμως λόγος πανικού! Στο τέλος κάτι χρήσιμο πάντα βγαίνει, μου είπε ενθαρρυντικά ο Ron, που είχε διαισθανθεί την αγωνία του πρωτάρη. Και έτσι αποδείχτηκε εκ των υστέρων: οποιαδήποτε ερευνητικό έργο, αποτέλεσμα συνεργίας, μελέτης και ιδεών, παράγει κάποια αποτελέσματα, αν και οι επιπτώσεις και η συνεισφορά στην ανθρώπινη γνώση και τον πολιτισμό είναι δύσκολα μετρήσιμη. Το θέμα ήταν θεωρητικό, πιθανότατα σε ασήμαντη σχέση με την ουσιαστικά ανύπαρκτη ελληνική ερευνητική πραγματικότητα. Ίσως και να μην άπτονταν με τα τεχνολογικά ρεύματα της εποχής από το οποία βούιζε ο επιστημονικός μου χώρος, ωστόσο ο ρόλος μου, επαγγελματικός και κατά προτίμηση ακαδημαϊκός, όπως διαφαινόταν σε ένα μακρινό μέλλον, λίγο με απασχολούσε τότε.

Όπως δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα μια συνειδησιακή σύγκρουση με τις ιδεολογικές και πολιτικές μου αρχές και ρίζες: τα ερευνητικά προγράμματα όπου με είχαν εντάξει χρηματοδοτούνταν από το περίφημο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, στα πλαίσια του ανταγωνισμού εξοπλισμών με την Σοβιετική Ένωση. Ο Ron μου είχε εξηγήσει με ένα χαμόγελο για τα bad guys, τους Σοβιετικούς εν προκειμένω, που επιβουλεύονταν τον κόσμο και την ελευθερία τους και, επί του πρακτέου, για τις δυνατότητες που είχαν αναπτύξει ώστε τα οπλικά τους συστήματα να διαφεύγουν την ανίχνευση και αναγνώριση από ραντάρ ή, αντίστροφα, τις προσπάθειες που η Αμερική κατέβαλε ώστε τα δικά της αεροπλάνα, καράβια, πύραυλοι, όπλα, να μη γινόταν ανιχνεύσιμα από τα ραντάρ του εχθρού.  Ίσως, παρά τη θέληση μου και παρά τις όποιες αρχικές, αγνές και ρομαντικές προθέσεις μου, περιθώρια για αναθεώρηση και πισωγυρίσματα προς αναζήτηση άλλων διαφορετικών επιπέδων και μονοπατιών δεν υπήρχαν. Είχα μπει σε έναν χορό και όφειλα, κυρίως για το καλό του οποιουδήποτε μέλλοντος και καριέρας, να τον χορέψω.

Ο  Ψυχρός Πόλεμος, όμως, βρίσκονταν στα τελευταία του στάδια, αν και ακόμα μας χρηματοδοτούσε και θα βγάζαμε το ψωμί μας από αυτόν για λίγο καιρό ακόμα. Και το ιδεολογικό ζήτημα, ήδη αδύναμο κάτω από την επίδραση ανακατατάξεων στον κόσμο του 1986, τον κόσμο του Reagan και του Gorbachev και της Thatcher, σιγόσβηνε μέσα μου, από δευτερεύον έγινε τριτεύον, μέχρι που ένας ερευνητικός αυτοσκοπός να το θέσει προσωρινά τουλάχιστον στο περιθώριο. Προείχε πλέον η επιστήμη και η καριέρα – η «Θέληση για Ισχύ» ή, έστω, για επιβίωση σε μιαν ανταγωνιστική καπιταλιστική κοινωνία. Ο μαρξισμός μου θα έδινε πρόσκαιρα την θέση του, μέσα από την δίνη των επιστημονικών ενασχολήσεων σε ένα σολιψισμό.

Sunday, November 17, 2024

45 - Αμέρικα: Μια Ακόμη Εφήμερη Φιλία

 Σε μια από τις εξόδους από το δωμάτιο για ξέσκασμα, κάτω στην αίθουσα ψυχαγωγίας, με την τηλεόραση και το μπιλιάρδο και το τραπέζι του ping-pong, συνάντησα την άλλη μοναδική και μοναχική ψυχή του Morrison Tower: τον Κ τον Τ. Ξερακιανός, μελαχρινός, με θαμνώδη φρύδια και πλούσιο και ανέμελο καλλιτεχνικό μαλλί, ένα πονηρό μειδίαμα, επίδοξος μέγα-αρχιτέκτονας με αισθητικές ευαισθησίες. Φαινόταν και παρουσιαζόταν περισσότερο ως καλλιτέχνης, παρά ως μηχανικός, όπως αρμόζει σε αρχιτέκτονες. Πόντιος με ασορτί ποντιακό επίθετο, και ανάλογη αίσθηση του χιούμορ και αρκετά κοινά στοιχεία με το δικό μου, και κυρίως ένα άνετο και χαλαρό ύφος. Το χιούμορ, η καταγωγή και των δυο μας από τη Θεσσαλονίκη, κάποια μακρινή σύνδεση που είχε ο πανεπιστημιακός πατέρας του με τον δικό μου, πρωτίστως όμως η ξενιτιά που ασκεί μια ισχυρή δύναμη συνάφειας ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται  την ίδια καταγωγή, γλώσσα και κληρονομιάς, μας ένωσε φιλικά.

Υπό την πίεση της προσαρμογής σε έναν καινούργιο κόσμο με διαφορετικούς ρυθμούς και έθιμα, η μικρή και σύντομη φιλία με τον Κ έγινε ένα προσωρινό διέξοδο γέλιων και διασκέδασης, που αλάφρυνε κάπως την πίεση των σπουδών και της προσαρμογής στην ξενιτιά. Απολάμβανα τη μίμηση της βραχνής φωνής του Γκουσγκούνη, του ινδάλματος του ελληνικού πορνό σινεμά, ένδειξη κοινών εμπειριών από τα εφηβικά μας χρόνια, την ελαφρότητα των πορδολογιών και μπουρδολογιών και άλλων ανεκδότων του, σάρκαζα την μαθηματική ρηχότητα και έλλειμμα πρακτικότητας που διέκρινε τον ίδιο και γενικά την φαμίλια των αρχιτεκτόνων, σε μια φάση που η αρχιτεκτονική δημιουργία και το σχέδιο, όπως ο ίδιος μου έδειξε σε μια επίσκεψη στη σχολή του, στηριζόταν ολοένα και περισσότερο στη χρήση υπολογιστών και αργότερα τεχνητής νοημοσύνης.

Κυνηγήσαμε με τον Κ χωρίς ιδιαίτερο ζήλο και σύστημα το γυναικείο φλερτ σε μπαρ του Columbus, όπου με επέπληττε για την τάση μου να μεθώ προκειμένου να ξεπεράσω τις αναστολές μου, πίνοντας, για παράδειγμα, την light αμερικάνικη μπύρα με καλαμάκι. Κατά βάθος με ικανοποιούσε η ζήλια που ένιωθε και ο ίδιος κατέβαλε προσπάθεια να αποκρύψει, για τον έρωτα που άφησα πίσω και τα σχέδια να τον φέρω κοντά μου. Από τη μεριά μου, όσο και να κορόιδευα την αμερικανική προφορά στα πολύ καλύτερα από τα δικά μου αγγλικά, ελαφρώς φθονούσα την επικοινωνιακή του άνεση και λιγότερο, μολονότι πρόωρα για κάτι τέτοιο, την αμερικάνικη υπηκοότητα που είχε αποκτήσει έχοντας γεννηθεί σε αμερικανικό έδαφος· και η οποία βέβαια θα του άνοιγε τις προοπτικές της μεγάλης χώρας, θα του επέτρεπε να αποφύγει τη στρατιωτική θητεία, το ακόμα μακρινό μαύρο σύννεφο στον ορίζοντα του ουρανό μου, που όμως τελικά θα έβρεχε βροχές και καταιγίδες πάνω μου.

 Ήταν κάποια φιλία light, σαν τις μπύρες που πίναμε. Μια εφήμερη παρέα και συντροφιά, που την ανάγκη της νιώσαμε και δυο μας στην δίνη των πρώτων μηνών της ξενιτιάς. Και δεν προχώρησε πιο βαθιά από εκείνα τα πρώτα ρηχά βάθη και με τους μήνες εξασθένισε. Μετά το πρώτο τρίμηνο, έβαλα μπρος να μετακινηθώ στο αξιοπρεπέστερο Jones Tower, την περισσότερο μοντέρνα φοιτητική εστία σε ένα απρόσωπο, ψηλό παραλληλεπίπεδο κτίριο, όπου όμως τα δωμάτια, αν και μικρότερα, βρισκόταν σε μικτούς ορόφους και, το κυριότερο, είχαν το δικό τους μπάνιο. Θα είχα εκεί το προσωπικό μου τηλέφωνο και, κυρίως, θα μπορούσα να φιλοξενήσω για λίγες βδομάδες την Ε.  Ήταν ένα μικρό αλλά διακριτό βήμα προς την βελτίωση της άχαρης καθημερινότητας του Morrison Tower. Ο Κ δεν με ακολούθησε. Στο μεταξύ είχε «διπλαρωθεί», όπως έβλεπα, από μιαν συγκεκριμένη Έλενα, μια παχουλή, κακομαθημένη Ελληνίδα φοιτήτρια, πιθανότατα εύπορης καταγωγής, που ο όγκος της μεγεθυνόταν κάθε φορά που στεκόταν, φιλάρεσκη μέσα στα ακριβά της ρούχα και αρώματα, δίπλα στο ψηλόλιγνο σώμα του Κ. Κακομαθημένες μοναχοκόρες, που η οικογένεια ικανοποιούσε κάθε χατίρι, γίνονται έμμονοι, βασανιστικοί, και κτητικοί άνθρωποι. Η ιδέα της να εκνευρίζει τον Κ, να του τη «σπάει» όπως θα λέγαμε και ο ίδιος μου εκμυστηρευόταν, μετά από μικρο-καυγάδες και κριτική για το βάρος και τα πάχη της, ήταν να κουταλιάζει επιδεικτικά και περιπαικτικά μπροστά του ένα βάζο με μαγιονέζα.  Πέρα από το βλέμμα του Κώστα, που μάλλον τότε το κατεύθυνε όπως πολλούς στη μοναξιά και κρύο της ξενιτιάς μια υποβόσκουσα σεξουαλική πείνα, η Έλενα δεν κέρδισε πολλές συμπάθειες στο campus. Και η σχέση τους, όπως αναμενόταν, δεν διήρκεσε πολύ. H απόμακρη δικιά μου, από την άλλη, αποκτούσε, μέσα από τέτοιες ιστορίες, μεγαλύτερη αξία.

Ο Κ φυσικά και δεν επέστρεψε στην κοινή μας πατρίδα. Παντρεύτηκε μιαν όμορφη Κινεζούλα συνάδερφο, πέρασε από αμερικάνικα πανεπιστήμια περιωπής, και κατέληξε καθηγητής στην Σαγκάη, αναγνωρισμένος και αυτός στο επιστημονικό του πεδίο, στα βήματα του πατέρα του και πολύ πιο πέρα. Ήταν λίγο-πολύ μια προδιαγραμμένη πορεία για τον απόφοιτο του Ανατόλια, γόνο καθηγητή πανεπιστημίου, οπλισμένο με αμερικάνικη υπηκοότητα, αισθητικές ανησυχίες, και κοινωνικότητα. Η Έλενα και εγώ γίναμε κουκίδες στο μακρινό παρελθόν του

Tuesday, October 29, 2024

44 - Αμέρικα: Ανταγωνισμός Παντού

Το κολεγιακό ποδόσφαιρο ήταν ένας ακόμα τομέας ανάμεσα σε πολλούς άλλους όπου κάποιος διαπίστωνε έναν έντονο και ακατάπαυστο ανταγωνισμό στα μήκη και πλάτη της αμερικανικής κοινωνίας· έναν ανταγωνισμό που είχε την αφετηρία της και παρουσιαζόταν κατ’ εξοχήν αμείλικτος στη διαχυτική και διαβρωτική πραγματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας της, των μικρών και μεγάλων businesses της. Στον χώρο μου, από τις κατατάξεις και την βαθμολόγηση των πανεπιστημίων, την αξιολόγηση κάθε παραμέτρου του κάθε τομέα σπουδών και έρευνας είχα αποκτήσει μιαν αρχική εικόνα του ανταγωνισμό αυτού από την Ελλάδα ακόμη. Αλλά με τα σπορ, τις επισκέψεις στη βιβλιοθήκη, στη σχολή, σε γωνιές του campus, από το USA Today και την τηλεόραση, διαπίστωσα ότι κατατάξεις και βαθμολογίες και συγκρίσεις με άλλα ιδρύματα και πόλεις και πολιτείες υπήρχαν για κάθε επιστητό ζήτημα και ενημερώνονταν περιοδικά: διαβαθμίσεις των κολεγιακών ομάδων σε εθνική κλίμακα, το φυσικό περιβάλλον του campus, τον αριθμό των φοιτητών, την προσέλκυση χορηγιών, την ερευνητική δραστηριότητα, και ούτω καθ’ εξής. Και οι επαγγελματίες άνθρωποι του πανεπιστημίου τις έπαιρναν σοβαρά: το «δημόσιο» πανεπιστήμιο ήταν ένας οργανισμός που καθημερινά πάλευε με άλλους αντίστοιχους για να επιπλεύσει και να διακριθεί σε ένα ευρύτερο επίπεδο, εθνικό και παγκόσμιο. (Η Αμερική αυτοπροβαλλόταν δικαιολογημένα ως υπερδύναμη και πρωτοπορία σε σχεδόν κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.) Η δική μας σχολή, το δικό μας πανεπιστήμιο, οι δικές μας πόλη και πολιτεία, σε καθημερινή αντιπαραβολή και σύγκριση και εντατικό συναγωνισμό και ανταγωνισμό με άλλες, και η πατρίδα, το κέντρο του κόσμου, υπεράνω όλων.

Για να επιπλεύσουμε και διακριθούμε, άτομα ή ομάδες, σε κάθε επίπεδο οφείλαμε να αγωνιστούμε ανταγωνιζόμενοι άλλους. Περιέργως, τα άτομα και οι πόλοι και συλλογικότητες που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, πολλές φορές ανηλεώς, καμιά φορά αθέμιτα, τους συνέδεε μια πυκνή ομίχλη πατριωτισμού και ένας υπεροπτικός εθνικισμός: οι Αμερικάνοι, με εξαίρεση ίσως μερικές περιθωριακές ή κοινωνικά αποκλεισμένες μειονότητες, αγαπούσαν την πατρίδα και τα σύμβολα του πολυεθνικού έθνους τους, τον Πρόεδρο, τον στρατό τους, και εκδήλωναν περήφανα τον αμερικανισμό τους. Από τη μια μεριά, ο ατομικισμός, ο συναγωνισμός και ανταγωνισμός για την υπερίσχυση και διάκριση του ατόμου στο σύνολο, της ομάδας και της εταιρίας στο σύστημα, για την τελική επικράτηση του ισχυρότερου, ήταν ομοιογενείς στις μεθόδους, εκδηλώσεις και τη μορφή τους· από την άλλη ο επιφανειακός, όσο και υπερφίαλος πατριωτισμός, μια America über alles (στο βαθμό που αναγνωριζόταν η ύπαρξη του υπόλοιπου πλανήτη πέρα από τον κόκκινο εχθρό του Ψυχρού Πολέμου), μια Αμέρικα φαινομενικά ενωμένη και ομογενοποιημένη και συμπαγής πίσω από εθνικές εκφάνσεις και σύμβολα. Τα αντιλήφθηκα από νωρίς ως μια από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της καπιταλιστικής (και ιμπεριαλιστικής) Αμερικής.

Χάριν όμως στο ένστικτο της επιβίωσης ή, ίσως, και σε μιαν έμφυτη, άλλοτε εμφανή, άλλοτε λανθάνουσα θέληση για ισχύ, την will power του Nietzsche που πηγάζει από το άτομο, όφειλα να συμβιβαστώ και να συμμετάσχω: να παίξω το παιχνίδι του συστήματος, να γίνω ανταγωνιστικός. Ως αντίβαρα στον «αμερικάνικο τρόπο ζωής», ο οποίος εξιδανικευόταν και παρουσιαζόταν από τα μέσα ενημέρωσης αλλά και κοινούς ανθρώπους ως μοναδικός και πρότυπος, και στον οποίο οι λαοί του κόσμου κι ο κάθε άνθρωπος κανονικά θα έπρεπε να προσβλέπει και να επιδιώκει, ως αντίσταση απέναντι στην πλήρη αφομοίωση από το σύστημα τουλάχιστον διέθετα μιαν ιδεολογία που είχα μορφώσει στη μέχρι τότε ζωή μου, τη μόρφωση και κουλτούρα και την κληρονομιά από τη δική μου πατρίδα, που η φλόγα της ακόμα έκαιγε μέσα μου.

Η εντατική μελέτη κι εξαιρετική εργατικότητα που επέδειξα εκείνο τον καιρό δεν ήταν απλά μια παθητική στάση που πήγαζε αποκλειστικά από ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι σε αυτούς που χρηματοδοτούσαν τις σπουδές μου ή χάριν σε κάποιο αφηρημένο ελληνικό «φιλότιμο» – τη λέξη με την οποία με ξεπροβόδισε ο Πατέρας και το μάλλον ανυπόστατο σχόλιο ότι υπάρχει μόνο στο ελληνικό λεξιλόγιο διότι χαρακτηρίζει το ελληνικό γένος γενικότερα. Έπρεπε να επιβιώσω και κατά δύναμιν διακριθώ σε ένα αδυσώπητα ανταγωνιστικό σύστημα. Υπαγορευόταν περισσότερο από μιαν αναγκαιότητα, παρά ήταν ελεύθερη επιλογή. Γνώριζα ότι τα περιθώρια σημαντικών διακρίσεων, πέρα από τις οποιεσδήποτε ικανότητες και ταλέντα, περιοριζόταν αναγκαστικά από κραυγαλέες αδυναμίες του χαρακτήρα και της προσωπικότητας. Η έκφραση “nice guys come last” ήταν από τις πρώτες που έμαθα στα χρόνια της Αμερικής και εν μέρει σημαίνει ότι για την κοινωνική διάκριση και την ατομική ισχύ και σχετική υπερίσχυση χαρίσματα όπως η εργατικότητα, η εξυπνάδα, η καλοσύνη, η αλληλοβοήθεια, η αυτοθυσία, όπως θα πρόσθεταν πολλοί Αμερικάνοι, δεν είναι ικανές συνθήκες για την επιτυχία, όπως τουλάχιστον αυτή η επιτυχία μετριέται από την αμερικάνικη κοινωνία -επί το πλείστον μονεταριστικά.

Ρίχτηκα με τα μούτρα στο διάβασμα και τη μελέτη– σε βιβλία, συγγράμματα, άρθρα. Ήταν ο μονόδρομος που τους επόμενους μήνες και χρόνια θα ακολουθούσα. Τον λίγο καιρό με τον εαυτό μου και τις αναμνήσεις από μιαν ωραία και ξέγνοιαστη εποχή, θυμόμουν τους έρωτές που άφησα πίσω, την Ε πριν από όλες, και τις στιγμές χαράς και καημών με την κνίτικη παρέα. Ως αντίδοτο και παρηγοριά στην μελαγχολία της νοσταλγία που με κυρίευε στο γυμνό δωμάτιο που άρχισε να κρυώνει τον βαρύ χειμώνα του Midwest, έγραφα γράμματα – σε γονείς, στην Α, τη Ντ., φίλους, στην Ε. Και μετρούσα τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα για να ξανανιώσω την ζεστή αγκαλιά της.


Friday, October 25, 2024

43 - Αμέρικα: Morrison Tower

Εκεί ξεκίνησε η ζωή στην Αμερική: με σπασμένες τις αλυσίδες της οικογενειακής εξάρτησης, μόνος ανάμεσα σε ξένο κόσμο και μόνο στήριγμα τον εαυτό μου και τα λεφτά μιας υποτροφίας. Και κάπως έτσι ξεκίνησα πραγματικά ως «ακαδημαϊκός πολίτης», όπως άρεσε στους γονείς να λένε. Το έλεγαν, είναι αλήθεια, και με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, αλλά στα χρόνια εκείνα ούτε το βάρος της κηδεμονίας τους ένιωσα να ελαφρύνει, ούτε κατάφερα να υπερβώ το περιβάλλον της οικογένειας και του πατρικού σπιτιού, ούτε να απελευθερωθώ από τους δεσμούς της οικονομικής εξάρτησης. Η άφιξη στο Columbus και στο πανεπιστήμιο του ήταν κάτι περισσότερη από μια καμπή: ήταν η αρχή, με όλη την σημασία της λέξης, μια πόρτα που άνοιγε διάπλατα σε έναν διαφορετικό και ανεξερεύνητο κόσμο εμπειριών. Όπως σήμανε, καθώς θα φανεί αργότερα στη διήγησή μου, και την αρχή του τέλους του πρώτου μεγάλου έρωτα.

Το πρώτο βράδυ στο Columbus ήταν ξάστερο και δροσερό. Βγήκα μια μικρή βόλτα γύρω από τον ξενώνα στις παρυφές του campus, όπου ένα μαγικό χέρι μας έφερε και τακτοποίησε, τον Ιταλό και μένα, μετά την άφιξή μας. Περπατώντας σε έρημα από ανθρώπους μονοπάτια ανάμεσα σε καλλωπιστικούς θάμνους και το χλωμό φωτισμό από φωτιστικά κατά μήκος τους, ένιωσα την ευχάριστη μυρωδιά από το φρεσκοκομμένο γρασίδι που διέχεε το αυγουστιάτικο βραδινό, που με έφερε πίσω στα καλοκαίρια στο camping της Σκοτίνας. Το μέγεθος της έκτασης του campus με τις απέραντες εκτάσεις πράσινου, διάσπαρτα γέρικα δέντρα, και κτίρια από κόκκινο τούβλο την διαπίστωσα το επόμενο πρωινό, όταν σέρνοντας τα μπαγάζια μου, χρειάστηκε να περπατήσω προς τα νότια όρια του campus για το μέρος της διαμονής μου: το Morrison Tower. Τον «πύργο» τον αποτελούσαν δύο ψηλά, πολυώροφα κτίσματα εκατέρωθεν ενός χαμηλότερου. Στην κατασκευή, όπως και των περισσότερων κτιρίων του campus, κυριαρχούσε το κόκκινο τούβλο, που το πέρασμα του χρόνου είχε σκουραίνει. Σε πολλούς τοίχους από τα παλιότερα κτίρια σκαρφάλωναν αιωνόβιοι κισσοί. Ο χώρος απέπνεε παράδοση και παλαιότητα, κύρος και ακαδημαϊκή βαρύτητα, στον βαθμό που αυτή μπορεί να συσχετιστεί με το φυσικό και υλικό περιβάλλον χωρίς τους ανθρώπους που εργάζονταν, φοιτούσαν και κινούνταν μέσα του. Η αντίθεση με το περιβάλλον της αμφισβήτησης, των αφισών, πανό και συνθημάτων του πανεπιστημίου που άφησα πίσω ήταν εμφανής. Τις πρώτες μεγάλες εντυπώσεις έσπευσα να περιγράψω στα πρώτα γράμματα προς την πατρίδα.

Το δωμάτιο μου, στη γωνιά του όγδοου και τελευταίου ορόφου -ορόφου αποκλειστικά για «άρρενες» μεταπτυχιακούς φοιτητές μου προσφέρθηκε ως premium, προνομιούχο. Κατάλαβα αργότερα ότι η ταξινόμηση δωματίων ήταν συγκριτική· αυτό καθαυτό το Morrison Tower αποδείχτηκε δεύτερης επιλογής κατάλυμα ανάμεσα σε άλλα πιο μοντέρνα και περιζήτητα. Τουαλέτες και μπάνια θα τα μοιραζόμουν με τους άλλους άρρενες ενοίκους του ορόφου, κάτι πρωτόγνωρο στη ζωή που δύσκολα θα συνήθιζα. Το δωμάτιο όμως ήταν ευρύχωρο και ευήλιο, σε «προνομιούχα» γωνιακή θέση με εποπτική, αν όχι και θεαματική άποψη πάνω από τις γειτονιές νότια του campus. Τη μοναξιά μου στην απόμερη γωνιά του ορόφου μου άρχισα να την απολαμβάνω, παρά την έλλειψη της συντροφιάς της Ε: με μελέτη, με μουσική από τις λίγες κασέτες που έφερα, μια μικρή τηλεόραση που αγόρασα τις πρώτες μέρες και είχα μονίμως ανοιχτή. Με βοήθησε όσο πολλά χρόνια φροντιστηρίων στην παλιά γειτονιά να βελτιώσω τα μέτρια αγγλικά μου· η οπτικοακουστική μέθοδος που πρόσφερε αποδείχτηκε η πλέον αποτελεσματική στην εκμάθηση και κατανόηση της γλώσσας, ελλείψει καθημερινών συναναστροφών και δεδομένου του «κλειστού» και μη επικοινωνιακού χαρακτήρα που με διέκρινε.

Οι ώρες περνούσαν εύκολα ανάμεσα στα επιστημονικά βιβλία που είχα ήδη προμηθευτεί ενόψει της έναρξης των μαθημάτων, τις σημειώσεις μέσα από αυτά που επιμελώς (ως και μανιωδώς) κρατούσα, και τις αναρίθμητες ασκήσεις που έλυνα: υπό το βάρος της υποτροφίας όφειλα να αποδείξω πάση θυσία τις ικανότητές και αριστεία μου, να φανώ αντάξιος της· να βρεθώ ένα βήμα μπροστά από τον «ανταγωνισμό» που την ύπαρξη του σε κάθε επίπεδο της ζωής στην Αμερική άρχισα να αντιλαμβάνομαι. Η απόλυτη μοναξιά της απόμακρης γωνιάς του τελευταίου ορόφου με παρακίνησε, στις ατέλειωτες ώρες μέχρι αργά τη νύχτα, να αφήνω ανοιχτή την πόρτα του δωματίου που έβλεπε σε ένα μακρύ μισοσκότεινο, και τα βράδια ήσυχο διάδρομο. Την ασφάλεια μας από παρείσακτους εγγυόταν η πιστοποίηση ενοίκων και επισκεπτών στην κύρια είσοδο του κτιρίου. Μέχρι που κάποια μεσάνυχτα, ένας μισομεθυσμένος νέγρος που τον προσέλκυσε το φως από την ορθάνοικτη πόρτα γλίστρησε αθόρυβα στο δωμάτιο. Ταράχτηκα τρομαγμένος. Γρήγορα καθησυχάστηκα από την αθώα ερώτηση που μου απεύθυνε με το νηφάλιο και νυσταγμένο ύφος του πιωμένου: έψαχνε για μια κοπέλα στο κτίριο. “Only men live on this floor” του είπα, και ότι θα πρέπει να ψάξει σε άλλο όροφο για την κοπέλα. Έφυγε χωρίς να χαιρετίσει. Από κείνο το βράδυ κρατούσα την πόρτα κλειστή και κλειδωμένη.

Το δωμάτιο το άφηνα κάθε πρωί για ένα μοναχικό, μακριά από παρέες φοιτητών, πρωινό στην «καφετέρια», πριν από τις παραδόσεις στη σχολή. Επέστρεφα το απόγευμα μετά από ένα επίσης μοναχικό γεύμα στην ίδια «καφετέρια», που πάντα με υποδεχόταν με την ίδια απροσδιόριστη μυρωδιά, μίγμα από τα φαγητά που μαγειρεύονταν κατ’ επανάληψη, της επίπλωσης και των τεχνητών αποσμητικών και καθαριστικών. Μια μυρωδιά, που κάθε φορά με την είσοδο μου στην καφετέρια μου έκοβε την μέχρι τότε μεγάλη όρεξη για ένα, ούτως ή άλλως, θλιβερό φαγητό.

Κουρασμένος από τις ώρες τις κλεισούρας, ιδιαίτερα τα ανιαρά Σαββατοκύριακα ενόψει του πρώτου βαριού χειμώνα, κατέβαινα στις αίθουσες ψυχαγωγίας στο ισόγειο του κτιρίου. Για να δω λίγο κόσμο, να διαβάσω την USA Today, ή για να παρακολουθήσω κάποιον αγώνα αμερικάνικου ποδόσφαιρου στην μεγάλη οθόνη του ισόγειου εντευκτηρίου. Τα αμερικάνικα σπορ, ιδιαίτερα οι επαγγελματικές τους εκδοχές, με άφηναν αρχικά αδιάφορο – η «υψηλή τεχνολογία», η εντατική στατιστικολογία, η επαναληπτικότητά και η αργή τους εξέλιξη με εκνευριστικά κενά στην δράση, ένα γενικά πλαστικό θέαμα, διακοπτόμενο περιοδικά από βομβαρδισμούς διαφημίσεων που ο θεατής υφίστατο, τα καθιστούσαν, κουραστικά έως και αποχαυνωτικά· συναισθηματική σύνδεση του οπαδού με κάποια ομάδα δεν μπορούσε να υπάρξει υπό τις συνθήκες. Βρήκα, όμως, κάποιο ενδιαφέρον στα κολεγιακά σπορ, ιδιαίτερα στο αμερικανικό ποδόσφαιρο, όπου το πανεπιστήμιο είχε να παρουσιάσει παράδοση σε εθνικό επίπεδο, ένα τεράστιο στάδιο και ανάλογη υποστήριξη από τον κόσμο της πόλης και της Πολιτείας, όπως και μια φημισμένη μπάντα που έπαιζε έναν εύηχο ύμνο-εμβατήριο στην αρχή κάθε αγώνα και μετά από κάθε γκολ. Η αρχική περιέργεια και ενδιαφέρον γρήγορα εξελίχθηκε στο πάθος του οπαδού, όντας μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας που η ομάδα εκπροσωπούσε, οπαδού που δεν χάνει στιγμή παιχνιδιού, που ανασκιρτά σε κάθε πόντο και επιτυχία και το σκαρφάλωμα στις βαθμολογίες. Κι αυτό το πάθος για την πανεπιστημιακή ομάδα ποδοσφαίρου, που επεκτάθηκε αργότερα στο μπάσκετ και, περιέργως, το μπέιζμπολ, ως συνέχεια αντίστοιχων παθών της παιδικής ηλικίας, διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της παραμονής στην Αμερική και για λίγο καιρό μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Θα αναζωπυρωνόταν εντονότερο και αδιάκοπο χρόνια μετά, αλλά στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ο αθλητικός προσηλυτισμός και η προσήλωση σε μια ομάδα σε ασίγαστη ομοψυχία με άλλους οπαδούς, μια μικρή ή μεγάλη συναισθηματική αφοσίωση και φόρτιση στην διάρκεια ενός αγώνα,  παραμένουν εν πολλοίς ανεξήγητες καταστάσεις της συνείδησης.