Tuesday, December 10, 2024

52- Αμέρικα: Το Πάρτι

Οι στιγμές χαράς στο θλιβερό διαμέρισμα ήταν λιγοστές. Ήταν τα βράδια του έρωτα, καμιά φορά μετά από μπύρες σε κάποιο μπαρ στη γειτονιά του campus, όσο μπορούσαμε με τα λίγα λεφτά που περίσσευαν. Βράδια τις περισσότερες φορές με έγνοιες: από την παρουσία του συγκάτοικου Φ στο διπλανό δωμάτιο και στο σαλόνι πίσω από την κλειστή πόρτα, ή την βρώμικη μοκέτα που η Ε αρνιόταν να αγγίξει με γυμνά πόδια ή χέρια ή γόνατα, πόσο μάλλον να ξαπλώσει πάνω της δίχως να έχουμε απλώσει προηγουμένως κάποιο σεντόνι που μετά έπρεπε κατόπιν να πλυθεί. Και το στρώμα ήταν στενό και άβολο για έναν ρομαντικό επίλογο ή για να κλείναμε τα μάτια δίπλα. Και οι ώρες διασκέδασης και ψυχαγωγίας έξω από το σπίτι ανύπαρκτες: εξαιτίας οικονομικών λόγων και απουσίας ενός ευρύ φιλικού κύκλου. Μοναδική αξιομνημόνευτη από εκείνη την περίοδο κοινωνική περίσταση, όπου η Ε κι εγώ, ως ζευγάρι, θα βρισκόμαστε ανάμεσα σε κόσμο, για πρώτη φορά μετά την άφιξή της στην Αμερική, κατέληξε σε μιαν άνευ προηγουμένου μέθη, σε απογοήτευση κι ενοχές, που ακόμα παραμένουν ζωντανές και στενόχωρες στην μνήμη.

Ο AP μας κάλεσε μαζί με τον Φ, περισσότερο ως συγκατοίκους του ενός από τους καλύτερους του φίλους, στο πάρτι που έδωσε ένα Σάββατο πριν τα Χριστούγεννα του 1987. Φυσικά και δεχτήκαμε με χαρά και ενθουσιασμό την πρόσκληση: μια στοιχειώδης κοινωνική ζωή γινόταν απεγνωσμένη ανάγκη, ιδιαίτερα για την Ε, λιγότερο για μένα· λίγες μπύρες με δύο συμπατριώτες που περιστασιακά συναναστρεφόμουν ως θεατές ή συμπαίκτες σε σπορ, ενόψει των πρώτων μοναχικών Χριστουγέννων μακριά από την πατρίδα, δεν ακουγόταν άσχημη ιδέα. Η ελκυστική προοπτική μερικών ωρών στην παρέα της συντρόφου του AP, της γλυκιάς C, έπαιζε επίσης στο μυαλό μου. Όπως πάντα με τέτοιους κοινωνικούς «Γολγοθάδες» έπρεπε να ξεπεράσω το μεγάλο, εσωτερικό ψυχικό εμπόδια μιας αντικοινωνικότητας που με ταλάνιζε από μικρό παιδί. Και ο πιο εύκολος τρόπος ήταν να κατεβάσω λίγα ποτήρια από το Metaxa που διατηρούσαμε στο σπίτι πριν ξεκινήσουμε για  το πάρτι.

Με το Φ στο τιμόνι καταφτάσαμε, εγώ σε πρωταρχική φάση χαλάρωσης και ευθυμίας, ενώ η Ε και ο Φ νηφάλιοι και με καθαρό μυαλό. Στο πάρτι συνέχισα με λίγες μπύρες, μέχρι που το γύρισα και πάλι στο κονιάκ από το στοκ των οικοδεσποτών. Δεν μετρούσα τι έπινα. Με τους προσκεκλημένους του AP και της C, άγνωστους και «ξένους» στο σύνολό τους, δεν υπήρχαν κοινά συνδετικά σημεία, από αυτά που αυθόρμητα ξεκινούσαν και ζωντάνευαν κουβέντες με φίλους στη Θεσσαλονίκη. Η πολυλογού και χοντρή Lee, με τα υπερβολικά πάχη της οποίας ο Φ και ο AP αστειεύονταν στο παρελθόν, και ο λιγνός και φαλακρός σύντροφός της (σκεφτόμουν, μια χοντρή γυναίκα με έναν λιγνό άντρα ως αντίθετα καμιά φορά έλκονται, παρά τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα) κάθισαν σε μια γωνιά του δωματίου με μένα, την Ε και το Φ στην απέναντι. Για λίγη ώρα παρακολουθούσα αφηρημένος την Lee να μονολογεί, ενώ έριχνα λοξές ματιές κρυφού θαυμασμού στην πάντα χαμογελαστή C, που άκουγε σιωπηλή δίπλα της. Περνούσε έτσι η ώρα γρήγορα στη γωνιά του καναπέ, πίνοντας το ένα ποτό μετά το άλλο χωρίς να τα μετρώ, μη έχοντας ιδιαίτερη συναίσθηση της μέθης που αργά και σταθερά με καταλάμβανε.

Η Lee, ο boyfriend της Lee, και άλλοι με τους οποίους αν και είχα αρχικά συστηθεί είχα ξεχάσει τα ονόματά τους σιγά-σιγά αποχωρούσαν, για να μείνουμε τελικά εγώ, ο Φ, η Ε, με τους δυο ωραίους και αξιοπρεπείς και νηφάλιους οικοδεσπότες μας. Το αν θα γινόμουν βάρος μετά από τόσα ποτά ή την παρελκόμενη συμπεριφορά και τις άσχημες εντυπώσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει δεν περνούσαν από το μυαλό μου, απολυμένος καθώς ήμουν από τα δεσμά έμφυτων συστολών. Σκίρτησα όταν η C θέλησε να δείξει σε μένα και την Ε παλιές φωτογραφίες από τη γνωριμία της με τον AP από τα χρόνια του κολλεγίου που σπούδαζαν μαζί.  Ήταν μια μικρή ευκαιρία διαλόγου με μια δροσερή ύπαρξη στην έρημο της ξενιτιάς. Ίσως και να την γοήτευα με κάποια εξυπνάδα καθώς η γλώσσα μου είχε λυθεί, ενώ πίστευα ότι τουλάχιστον με συμπαθούσε (και, ίσως, αυταπατώμουν ότι με «γούσταρε») -κρίνοντας από χαμόγελα και χειρονομίες και την γλυκύτητα της αμερικάνικης προφοράς της στις συναντήσεις μας σε γήπεδα και σπορ-μπαρ, όπου συνόδευε τον AP. Γεγονός είναι ότι το κατώφλι των ηθικών φραγμών, ιδιαίτερα σε συναναστροφές με ελκυστικές γυναίκες που τα χαμόγελα και την οικεία συμπεριφορά συχνά παρεξηγώ μετά από ποτά, χαμηλώνουν δραματικά. Υπήρξαν και προηγούμενα: για παράδειγμα, το περιστατικό με την Ντ όταν ήμουν ακόμα σε «δεσμό» με την Α. Θα υπήρχαν και επόμενα, σε μετέπειτα στάδια της ζωής μου. Το αποδίδω σε έναν συνδυασμό ανατροφής και σεξουαλικής καταπίεσης στην εφηβεία, του χαρακτήρα που αναδείχθηκε μέσα από την παιδική και εφηβική ηλικία, μιας εγγενούς υπαρξιακής ανασφάλειας, και, φυσικά, στην επίδραση του αλκοόλ στο οποίο στρέφομαι σε τέτοιες περιστάσεις στην προσπάθεια να καταπολεμήσω ενδοιασμούς και συστολές.  

Ένα καθαρότερο μυαλό θα προέβλεπε τι στενάχωρες καταστάσεις θα μπορούσαν να προκύψουν υπό τις συνθήκες. Η ομιλία μου στην φάση μέθης όπου βρισκόμουν έβγαινε μπερδεμένη και τα Αγγλικά μου συχνά ακατανόητα. Δεν με απασχολούσε· η C εξακολουθούσε να μου χαμογελάει και απαντάει με την γλυκιά φωνή της. Το χειρότερο: κομμάτια από ένα καρότο που μασούσα, όποτε άνοιγα το στόμα να πω κάτι φτύνονταν στο κομψό και πολύτιμο οικογενειακό album φωτογραφιών της C. Με την άκρη του δείκτη προσπαθούσα να τα μαζέψω, αλλά μόλις άρχισα να συνειδητοποιώ ότι είχα, σε βάρος της αξιοπρέπειας, ξεπεράσει κάθε όριο νηφαλιότητας στη συμπεριφορά μου. Η άσχημη λέξη «ντροπή!» περνούσε φευγαλέα από το μυαλό, αλλά ήμουν αρκετά μεθυσμένος ώστε να αντιληφθώ το μέγεθός της και να την νιώσω πατόκορφα. Θα με απασχολούσε, όμως, αργότερα: Τι να σκεφτόταν η C που κατά τα φαινόμενα με συμπαθούσε; Αποστροφή με τα καμώματά μου; Λύπη, ίσως, για μια κατάντια; Έλπιζα κατά βάθος κι εκ των υστέρων να τα παράκαμψε ως ασημαντότητα· ήταν η μόνη παρηγοριά, μπροστά σε ένα χάσμα ντροπής που εκείνο το βράδυ άνοιξε να με καταπιεί. Όταν η C έκλεισε το άλμπουμ με το ίδιο χαμόγελο με το οποίο το είχε ανοίξει και μας διηγήθηκε την ιστορία της γνωριμίας και αγάπης της με τον AP, που την παρουσία του και ύφος στην περίσταση μου πέρασε απαρατήρητο, έπεσε και η αυλαία του πάρτι. Ένα έντονο αίσθημα απογοήτευσης μάτωσε την καρδιά αφού μπήκαμε στο αυτοκίνητο και για πολύ καιρό μετά με κάθε ανάμνηση του περιστατικού. Στην επιφάνεια του νου ερχόταν το αίσθημα ντροπής που δεν ένιωσα εκείνες τις στιγμές, μετά από συνειρμούς που με οδηγούσαν στο πάρτι και το συμβάν των κομματιών καρότου στις σελίδες του album της C που μάζευα με την άκρη του δακτύλου, μολονότι η ίδια πιθανότατα το ξέχασε, όπως έχει ξεχάσει και μένα.   

Την ίδια νύχτα ξέσπασα μέσα από την τύφλα της μέθης και ένα μίγμα ντροπής και απογοήτευσης και ματαίωσης στην Ε· με έναν βίαιο έρωτα στο στρώμα, τον Φ πιθανότατα να ακούει κουβέντες, αναστεναγμούς, το τρίξιμο των σανιδιών. Σε ένα «με πονάς!» της Ε, απάντησα κυνικά στην μέθη μου: «Αυτό θέλω, να σε πονάω», και συνέχισα απτόητος μέχρι που τέλειωσα. Είχα ολοκληρωτικά στραφεί στα σκοτεινά βάθη του εαυτού μου, στον πυρήνα του εγώ, και αφήσει ένστικτα να επιπλέουν και καθοδηγούν. Η ερχόμενη Κυριακή ήταν μουντή, χωρίς λέξεις, μέρα πεθαμένη από το hangover. Όπως και η Πρωτοχρονιά του 1988 που ακολούθησε και πέρασε λησμονημένη.

No comments:

Post a Comment