Έφτασε με μια βαλίτσα ρούχα και την ομορφιά της άσπιλη το Φθινόπωρο του 1987, πάνω από ένα χρόνο μετά τους σπαραξικάρδιους αποχαιρετισμούς με την ίδια, τους φίλους και συντρόφους μου, και την φοιτητική ζωή, ώστε να χτίσουμε σιγά-σιγά, κουτσά-στραβά, μια ζωή, πάνω στην κινούμενη άμμο της ξενιτιάς, των σπουδών και των άγουρων ακόμα χρόνων μας. Στην αρχή χρειαζόμαστε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας, κάπου έξω από το Jones Tower και το campus. To B_e Village ο πανεπιστημιακός οικισμός για παντρεμένα ζευγάρια και οικογένειες από διαμερίσματα με προσιτά ενοίκια σε μακρόστενα διώροφα κτίρια, που απλωνόταν περιτριγυρισμένο από εκτάσεις πράσινου πίσω από το στάδιο του πανεπιστημίου, ήταν πλήρως κατειλημμένο, ενώ η λίστα προτεραιότητας όπου εγγράφηκα αμέσως μετά την άφιξη της Ε, έδειχνε μερικούς μήνες αναμονής πριν υπάρξει διαθεσιμότητα. Λύση μοναδική ο ιδιωτικός τομέας σε μια πόλη που φιλοξενούσε δεκάδες χιλιάδες φοιτητές. Ο Φ παρακινούμενος, είμαι βέβαιος, από τα χρήματα που θα εξοικονομούσε σε νοίκι και διαβίωση, δέχτηκε πρόθυμα να συγκατοικήσουμε. Ένας Ελληνοαμερικανός μεσίτης, γνωστός του Φ από την κοινότητα και την εκκλησία που επισκεπτόταν συχνά, του οποίου τα πολλά χρόνια στην Αμερική δεν επηρέασαν στο ελάχιστο το πατροπαράδοτο μίγμα μπαγαποντιάς, καπατσοσύνης και κουτοπονηριάς της φυλής, ανέλαβε πρόθυμα να μας «εξυπηρετήσει». Μας τακτοποίησε σε ένα ελαφρώς καταθλιπτικό, κρύο, κακοεπιπλωμένο διαμέρισμα με μια φθαρμένη λιγδιασμένη μοκέτα, στον πάνω όροφο ενός μικρού συγκροτήματος έξω από το campus, τουλάχιστον, σε απόσταση περπατήματος από σημεία του campus που μας ενδιέφεραν και ήταν το κύριο ζητούμενο: τις σχολές μας, τη βιβλιοθήκη, τα γήπεδα, το ‘Εργαστήριο’. Με το αζημίωτο για το κτηματομεσιτικό γραφείο και τον ίδιο, φυσικά, και με τον αέρα ότι έκανε χάρη σε συμπατριώτες και, γενικά και αόριστα, στην πατρίδα του. Κατάλαβα ότι η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση τιμής μαζί του θα ήταν μάταιη. Μετακομίσαμε οι τρείς μας, λίγες μέρες μετά την άφιξη της Ε και με τα λιγοστά υπάρχοντα μας.
Το διαμέρισμα D, στο 29 της East Norwich Avenue θα ήταν η πρώτη φωλιά
συμβίωσης με την Ε. Η εγκατάσταση εκεί έγινε χωρίς ενθουσιασμό, με λιγότερο από
μισή καρδιά, εξαιτίας περισσότερο του άχαρου ανθρώπου με τον οποίο θα
μοιραζόμαστε την καθημερινότητά μας. Αφενός, η συγκατοίκηση με έναν τρίτο, ξένο
και παράξενο συμπατριώτη, που δεν μπορούσαμε να αγνοούμε στο βρώμικο και γερασμένο
διαμέρισμα, δεν πρόσφερε κανένα πλεονέκτημα στην συμβίωση και σχέση με την Ε πέρα
από τα μικρά οικονομικά οφέλη. Αφετέρου, δεδομένου ότι κατά τα φαινόμενα δεν υπήρχε
ορατή προοπτική για τον Φ, ούτε γινόταν προσπάθεια εκ μέρους του να συνάψει
κάποια σχέση -με το άλλο ή ίδιο φύλο, και καθώς ήμουν πεπεισμένος ότι ήταν
παρθένος, η παρουσία του στο σπίτι δημιουργούσε ένα κλίμα αμηχανίας, πολλές
φορές συγκρατημένης δυσανασχέτησης, δυσφορίας κι εκνευρισμού, ιδιαίτερα τις επόμενες
των νυχτερινών περιπετειών του διψασμένου για έρωτα νεαρού ζευγαριού, των
οποίων γινόταν αναπόφευκτα ακροατής.
Το δωμάτιο μας
είχε δύο μονά φθαρμένα από την χρήση στρώματα, τοποθετημένα στις δυο απέναντι
γωνίες του δωματίου, εκατέρωθεν μια παλιάς συρταριέρας -μοναδικού επίπλου στο
δωμάτιο. Το χώριζε από το δωμάτιο του Φ ένας ψεύτικος, λεπτός τοίχος με ανύπαρκτη
ηχομόνωση. Οι έρωτές μας μετά από μήνες στέρησης ήταν αναπόφευκτα ζωηροί,
θορυβώδεις, παθιασμένοι, καμιά φορά βίαιοι -σε κάθε στάση που ένα στρώμα στο
πάτωμα επέτρεπε, κατά και παρά φύσιν. Το πόθος και οι ορμές μας τόσο έντονες
που τόσο εγώ, όσο και η Ε, με αναστεναγμούς που έκανα ό,τι μπορούσα να
προκαλέσω και αφουγκραστώ (ως είδους ηχητικού αφροδισιακού), στους παροξυσμούς μας
αγνοούσαμε την παρουσία του Φ στο διπλανό δωμάτιο και ολοκληρώναμε απερίσπαστοι.
Σίγουρα θα μας άκουγε τις περισσότερες φορές, σκεφτόμασταν μετά, αλλά τέτοιες
έγνοιες γρήγορα παραμερίζονταν. Θα επέφεραν, άλλωστε, καταπίεση του πάθους, κατευνασμό
του έρωτα μας: η φιλαυτία ενός ερωτευμένου ζευγαριού δύσκολα χαλινώνεται. Ούτε
η Ε, ούτε εγώ, όμως, είμασταν διεφθαρμένοι, αν και ίσως είμασταν «ανήθικοι» για
το ηθικό σύστημα του θρήσκου χριστιανού συγκατοίκου μας. Είχαμε συνείδηση των
επιπτώσεων, έστω και προσωρινών, που θα μπορούσαν να έχει οι έρωτας που απολαμβάναμε
ανενδοίαστα στο μικρό δωμάτιο, στη διάθεση και ψυχολογία ενός ανθρώπου που καθ’
όλες τις ενδείξεις ήταν στερημένος σεξουαλικά. Τα πρωϊνά καταβάλαμε προσπάθεια
να τον αποφύγουμε στην κουζίνα ή την τραπεζαρία του κοινού δωματίου. Στις
περιπτώσεις που κάτι τέτοιο γινόταν αναπόφευκτο, το συννεφιασμένο πρόσωπο ενός
αμίλητου Φ, απλώς επιβεβαίωνε την ψυχολογική επίπτωση των ερωτικών ήχων που
διαπερνούσαν την μεσοτοιχία, και η αμηχανία όλων μας μεγεθυνόταν. Αλλά τι θα
μπορούσε να πει και κάνει κάποιος για αυτό, όταν στα μάτια νέων ανθρώπων ο
έρωτας θεωρείται κάτι φυσικό και φυσιολογικό; Η σιωπή όλων και η κακή διάθεση του
Φ ξεπερνιόταν, μέχρι το επόμενο στενόχωρο πρωϊνό συναπάντημα. Η κατάσταση όμως δεν
μπορούσε να είναι βιώσιμη για πολύ καιρό ακόμα.
Οι μοναδικές άλλου
είδους επαφές με το συγκάτοικό μας ήταν οι εξορμήσεις για ψώνια, που στην
Αμερική χωρίς αυτοκίνητο είναι προβληματικές. Η αδερφή του Φ, ο μόνος άνθρωπος
εκτός από τον ΑP με τον
οποίο επικοινωνούσε καθημερινά κα συχνά επισκεπτόταν, αφού τελείωσε τις σπουδές
της, του άφησε το αυτοκίνητο της: μια τεράστια σε μήκος, παμπάλαια,
σκουριασμένη «λιμουζίνα» από αυτές που πουλιούνταν σε μάντρες για λίγα
κατοστάρικα. Μπορεί να μην ήταν αξιόπιστος τρόπος μετακίνησης για μακρινά
ταξίδια, αλλά τα πλεονεκτήματα από εξοικονόμηση χρημάτων στα βδομαδιάτικα ψώνια
από χαμηλού κόστους «αποθήκες» μακρινών εμπορικών κέντρων, στις οποίες ο Φ μας οδηγούσε
για λίγα σεντς εξοικονόμησης που θα έξυνε, και την αποφυγή της ταλαιπωρίας του
λεωφορείου και περπατήματος με σακούλες ψώνια, υπερτερούσαν του ρίσκου από
πιθανές βλάβες. Το σαραβαλάκι του Φ ήταν, λοιπόν, μια ακόμα μικρή αχτίδα ευκολίας
στους πρώτους δύσκολους μήνες της ζωής μας στην 29 E Norwich Avenue.
Είχαμε όνειρα και
φτιάχναμε σχέδια με την Ε. Εκ των υστέρων, φαίνεται ότι περπατούσαμε στα
σύννεφα, αλλά πόσοι νέοι στην ηλικία μας μπορούν και βλέπουν δυο και τρία
χρόνια μπροστά στην ζωή τους; Πρώτα θα βελτίωνε τα Αγγλικά της, μετά θα ξεκινούσε
σπουδές. Τότε, όμως, για ο,τιδήποτε απτό και πρακτικό χρειαζόμασταν λεφτά και,
έτσι, αναγκάστηκε να ψάξει και βρει δουλειά ενόψει των μαθημάτων που θα άρχιζαν
το εαρινό τρίμηνο και των διδάκτρων που θα καλούμαστε να πληρώσουμε. Τη δουλειά
δεν την φοβόταν η Ε, ακόμα και στον ξένο τόπο που βρεθήκαμε. Είναι από τις
δυνάμεις με τις οποίες οπλίζει τον άνθρωπο μια φτωχική καταγωγή. Ένας ακόμα
Ελληνοαμερικανός, ιδιοκτήτης café, που πρόσφερε
καφέ & donuts παραγωγής
του, και που πολλές φορές σταματούσαμε τα πρωϊνά ακριβώς για αυτά, την
συμπάθησε, ως την ελκυστική χαριτωμένη συμπατριώτισσα που ήταν, και της
πρόσφερε δουλειά στο μαγαζί του: να σερβίρει καφέ & donuts σε πελάτες, που από νωρίς τα πρωϊνά στριμώχνονταν
στον πάγκο γύρω από τις καφετιέρες και τα ράφια με ταψιά donuts που ετοιμάζονταν στο πίσω μέρος του
μαγαζιού.
O χειμώνας του
1987 πλησίαζε στο Midwest, βαρύς και παγωμένος, και με γρήγορους
ρυθμούς για να τον συνηθίσουμε και προσαρμοστούμε. Η βάρδια της Ε στο café συνήθως ξεκινούσε νωρίς: πριν από τα χαράματα, στα
βαθιά σκοτάδια των μικρών ημερών, όταν οι εργαζόμενοι στην περιοχή ξεκινούσαν
για τις δουλειές τους και μερικοί από αυτούς σταματούσαν για τον πρώτο καφέ της
μέρας, που πάντα ταίριαζε με φρέσκα donuts. Για μια νέα και όμορφη γυναίκα, οι σκοτεινοί,
έρημοι από ανθρώπους κι αυτοκίνητα δρόμοι και δρομάκια στις γειτονιές πάνω από
το campus φαινόταν και ήταν επικίνδυνοι. Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει την δουλειά
στο café, κάποια ώρα κοντά στα μεσάνυχτα όταν στημένος
πίσω από την κουρτίνα παρακολούθησα μια σκιά με ένα περίστροφο στο χέρι να
τρέχει αλαφιασμένη στο δρόμο κάτω από το παράθυρό μας. Όφειλα, ως σύντροφος και
άντρας, να την συνοδεύω μέχρι την πόρτα του μαγαζιού όπου δούλευε, την μοναδική
όαση φωτός και ζεστασιάς κανονικών ανθρώπων του μόχθου στον κεντρικό δρόμο στα
όρια του campus τις μικρές σκοτεινές ώρες του χειμώνα. Ξυπνούσαμε στις τέσσερις το πρωί,
όταν το κρύο στο ηπειρωτικό Ohio κορυφωνόταν. Με ένα πανωφόρι πάνω από τη πιτζάμα και το πουλόβερ που
φορούσα ακόμα και στον ύπνο μου, περπατούσαμε τα παγωμένα πεζοδρόμια χέρι-χέρι,
παραπατώντας σε μείον δέκα ως και μείον είκοσι βαθμούς Κελσίου. Μέχρι να διακρίνουμε
λίγα μέτρα από την πόρτα του café έναν ή δυο από
τους πρώτους θαμώνες, την άφηνα με ένα γρήγορο φιλί στα παγωμένα χείλη. Πίσω
στο σπίτι, πατόκορφα παγωμένος, με το κεφάλι και το μυαλό σφιγμένο, τους
παλμούς της καρδιάς δυνατούς και γρήγορους, ήταν αδύνατο να κοιμηθώ. Συχνά
έπεφτα σε κατάσταση νάρκης, μισο-κοιμισμένος, μισο-ξύπνιος, χωρίς όνειρα, με
ένα βουητό στο βαρύ κεφάλι, που σταματούσε μόνο όταν σηκωνόμουν και έπινα τον
καφέ της μέρας.
Είναι μάταιο να
προσπαθεί να ξανακοιμηθεί κανείς μετά από μισή ώρα έκθεσης σε πολικό ψύχος. Ίσως
στην πρωινή υπερέντασή μου να συντελούσαν και οι ενοχές που ελλόχευαν βλέποντας
την φιλότιμη αγάπη μου να ξεκινάει τη μέρα κάτω από δύσκολες συνθήκες για ένα
μεροκάματο σε παρακατιανή δουλειά, ώστε κάποτε να καταφέρουμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς
μαζί -στην Αμερική. Θα μας αντάμειβε το μέλλον για τους κόπους και το κρύο και τις
αντιξοότητες εκείνου του χειμώνα στο άχαρο διαμέρισμα; Κανείς δεν το ήξερε. Το
ελπίζαμε κρυφά. Για την ώρα είχαμε ο ένας τον άλλον και αγαπιόμασταν, και
πιστεύαμε ότι δυσκολίες και κακουχίες ήταν προσωρινό τίμημα για ένα ευτυχισμένο
μέλλον.
No comments:
Post a Comment