Monday, December 23, 2024

53 - Αμέρικα: Στείρος Γάμος

Ο επερχόμενος «πολιτικός γάμος» με την Ε γίνηκε για εθιμοτυπικούς λόγους: για μια βίζα κι ένα είδος νομιμοποίησης στο πλευρό μου στα χρόνια της Αμερικής. Δεν τρέφαμε ψευδαισθήσεις ότι ένας γάμος σαν και κείνον θα μπορούσε να γίνει εφαλτήριο για μια μεταμόρφωση της ζωής προς το καλύτερο και ευτυχέστερο. Πιθανότερα ενδεχόμενα ήταν: είτε να δρούσε αρνητικά στην ψυχοσύνθεση της σχέσης μας, κυρίως υποσυνείδητα, είτε να ξεχνιόταν ως μη-γεγονός χωρίς επιπτώσεις στην μελλοντική πορεία. Συνέβη σε μια φάση που ένιωθα ότι παραπατούσαμε στην όχθη ενός ορμητικού ποταμιού και διάφοροι ισχυροί εξωγενείς παράγοντες (το οικονομικό, η συγκατοίκηση με τον Φ στο θλιβερό διαμέρισμα, οι έγνοιες των σπουδών, οι προοπτικές της Ε κοντά μου στην Αμερική, και άλλα) θα μπορούσαν να μας ρίξουν και παρασυρθούμε από το ρεύμα, χωρίς εύκολη επιστροφή στη ασφάλεια της όχθης του.

Το πρωϊνό του γάμου ήταν κρύο, γκρίζο και μουντό, o χιονιάς του Φλεβάρη βαρύς. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σκεφτόμουν. Όλα γίνονταν με μισή καρδιά, ίσως και με καθόλου καρδιά εκ μέρους μου. Κανένας δεν θα άκουγε και μάθαινε τίποτε, ούτε οι γονείς, ούτε ο συγκάτοικος μας. Ντυθήκαμε με ό,τι πιο αξιοπρεπές βρισκόταν στις ακόμα ανοιχτές βαλίτσες: για μένα ένα ανοιχτόχρωμο μπλε πουκάμισο πάνω από ένα γκρίζο παντελόνι, κάτω από ένα παλιομοδίτικο σκούρο μπλε μάλλινο πουλόβερ με πλεξούδες, όπως όντας δασκαλοπαίδι σε εθνική επέτειο στο σχολείο για να απαγγείλω ένα ποίημα ή να συμμετέχω στην παρέλαση. Η Ε φόρεσε μια μπλε φούστα με ένα άσπρο πουκάμισο. Πήραμε, οι δυο μας, το λεωφορείο για το ληξιαρχείο στο downtown Columbus. Φίλους δεν είχαμε, μάρτυρες δεν χρειάζονταν. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν η E κατά τη διαδρομή μας στο λεωφορείο, ούτε ενδιαφέρθηκα να ρωτήσω. Ήμουν μουδιασμένος με ένα πρόσωπο σκοτεινιασμένο, η Ε παρέμενε σιωπηλή.

Δώσαμε τα ονόματά μας στην υπάλληλο πίσω από γκισέ της εισόδου του County Court και περιμέναμε καθιστοί και ανέκφραστοι σε μιαν αίθουσα αναμονής, με τα νεύρα τεντωμένα. Ήταν πρωϊνό καθημερινής και δεν υπήρχαν άλλα ζευγάρια για παντρειά στην αίθουσα. Δεν ανταλλάξαμε ούτε μια λέξη μεταξύ μας, μέχρι που μια πρόσχαρη υπάλληλος με ένα ζεστό χαμόγελο μας κάλεσε για την τελετή: “Is that L and E?... Οh, what a lovely couple! Please, follow me…” Από ευγένεια ανταποδώσαμε δειλά το χαμόγελο. Σε μια μικρή αίθουσα, γυμνή από έπιπλα, πέρα από ένα τραπέζι με ένα ανοιχτό βιβλίο υπογραφών και την Βίβλο, σταθήκαμε δίπλα μπροστά σε ένα είδος πάστορα με κουστούμι και γραβάτα, του οποίου η σοβαρότητα και αίσθηση επισημότητας ως προς την τελετή ήταν αντιστρόφως ανάλογης της δικής μας. Έφερα και έσφιξα άγαρμπα το χέρι της Ε μέσα στο δικό μου. Το ένιωσα παγωμένο. Ο κύριος που θα μας πάντρευε διάβασε ένα προκατασκευασμένο, προφέροντας λάθος, όπως αναμενόταν, το επώνυμο μου και το όνομα της Ε. Το βιασμένο  χαμόγελο του διαμήνυε ότι έκανε ό,τι μπορούσε με τα πολυσύλλαβα ελληνικά ονόματά μας. Στο τέλος επαναλάβαμε μετά από αυτόν με την ακόμα ακαλλιέργητη προφορά μας μερικές φράσεις εν είδει όρκου ή υπόσχεσης του ενός προς τον άλλον, που κατέληξαν στο γνωστό “…until death do us apart”. Φορέσαμε ο ένας στο δάκτυλο του άλλο τις φτηνές βέρες που είχα αγοράσει στην Ελλάδα τις μέρες του αρραβώνα. Φιληθήκαμε στα πεταχτά και χωρίς αίσθημα, γιατί πιστεύαμε ότι έτσι απαιτούσε το πρωτόκολλο. Δεχτήκαμε τα συγχαρητήριά του πάστορα με μια χειραψία, υπογράψαμε τυφλά το ανοιχτό βιβλίο πάνω στην τράπεζα πίσω του, και κατόπιν, παρουσία του ίδιου και της ευγενικής υπαλλήλου που μας είχε υποδεχτεί, υπογράψαμε ένα ή δυο έγγραφα ακόμα, και αποχωρήσαμε το ίδιο αμίλητοι και σκυθρωποί, όπως όταν είχαμε έρθει.

Στο downtown Columbus άρχισε να ψιλοχιονίζει. Θα μπορούσε να είναι φόντο στιγμών ρομαντικής αγάπης, ίσως και γαμήλιας ευτυχίας και έκστασης σαν αυτήν που βλέπαμε σε ταινίες, αλλά το χιόνι και την παγωνιά του χειμώνα τα είχαμε συνηθίσει και μας είχαν κουράσει, ενώ η τελετή ήταν στεγνή και άχαρη, χωρίς συγκινήσεις. Λαχταρούσαμε τα ζεστά καλοκαιρινά απογέματα της πατρίδας. Εν πάση περιπτώσει, το «γιορτάσαμε» με καφέ και brownie στο απρόσωπα café ενός εμπορικού κέντρου downtown. To 1988 μπροστά μας θα το βαδίζαμε στην ίδια ρουτίνα: με αφοσίωση στη μελέτη, η Ε με τα μαθήματα Αγγλικών και την άχαρη δουλειά στο café, χωρίς πολλά να συναρπάζουν τις ζωές μας.

Στον έρωτα άρχισα να γίνομαι ωμός και ασύδοτος, ίσως και ακόλαστος: εγωιστής χωρίς συναισθήματα, αφοσιωμένος σχεδόν αποκλειστικά στις δικές μου αισθησιακές απολαύσεις. Ήταν φορές που καταλάβαινα ότι η Ε απλώς με ανεχόταν και υπέκυπτε στις εκάστοτε διαθέσεις μου, σα να ήταν μέρος ενός άγραφου συμβολαίου με το οποίο όφειλε, στα πλαίσια της συμβίωσης (ή και της συζυγικής ζωής πλέον) να συμμορφώνεται. Ένα βράδι που απρεπώς ξεπέρασα ορισμένα όρια, απαίτησε -με θυμό στην φωνή της και χτυπώντας το χέρι της στο στρώμα: «Τελείωνε!» Οι οποιεσδήποτε ανασφάλειες ενός έρωτα που πριν δυο χρόνια με συνεπήρε ως κάτι μοναδικό και αξεπέραστο ενώ τώρα φαινόταν ότι άρχιζε να φθείρεται, ανασφάλειες που ένιωθα παρουσία άλλων δίπλα στην όμορφη σύντροφό μου, άρχισαν να υποχωρούν στο περιθώριο της συνείδησης. Με το γάμο κατά κάποιο τρόπο είχαμε και οι δυο «δέσει το γάιδαρό μας», ενώ η βεβαιότητα της παρουσίας του άλλου δίπλα, φαινομενικά ακράδαντη ως επακόλουθο υποσχέσεων και υπογραφών σε ένα συμβόλαιο, φέρνει, λένε, συνήθεια και κορεσμό, φθορά και κούραση. Λόγοι ανησυχίας και ανασφάλειας ως προς την αισθηματική και ερωτική μας ζωή στο εγγύς μέλλον δεν υπήρχαν.

No comments:

Post a Comment