Το κολεγιακό ποδόσφαιρο ήταν ένας ακόμα τομέας ανάμεσα σε πολλούς άλλους όπου κάποιος διαπίστωνε έναν έντονο και ακατάπαυστο ανταγωνισμό στα μήκη και πλάτη της αμερικανικής κοινωνίας· έναν ανταγωνισμό που είχε την αφετηρία της και παρουσιαζόταν κατ’ εξοχήν αμείλικτος στη διαχυτική και διαβρωτική πραγματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας της, των μικρών και μεγάλων businesses της. Στον χώρο μου, από τις κατατάξεις και την βαθμολόγηση των πανεπιστημίων, την αξιολόγηση κάθε παραμέτρου του κάθε τομέα σπουδών και έρευνας είχα αποκτήσει μιαν αρχική εικόνα του ανταγωνισμό αυτού από την Ελλάδα ακόμη. Αλλά με τα σπορ, τις επισκέψεις στη βιβλιοθήκη, στη σχολή, σε γωνιές του campus, από το USA Today και την τηλεόραση, διαπίστωσα ότι κατατάξεις και βαθμολογίες και συγκρίσεις με άλλα ιδρύματα και πόλεις και πολιτείες υπήρχαν για κάθε επιστητό ζήτημα και ενημερώνονταν περιοδικά: διαβαθμίσεις των κολεγιακών ομάδων σε εθνική κλίμακα, το φυσικό περιβάλλον του campus, τον αριθμό των φοιτητών, την προσέλκυση χορηγιών, την ερευνητική δραστηριότητα, και ούτω καθ’ εξής. Και οι επαγγελματίες άνθρωποι του πανεπιστημίου τις έπαιρναν σοβαρά: το «δημόσιο» πανεπιστήμιο ήταν ένας οργανισμός που καθημερινά πάλευε με άλλους αντίστοιχους για να επιπλεύσει και να διακριθεί σε ένα ευρύτερο επίπεδο, εθνικό και παγκόσμιο. (Η Αμερική αυτοπροβαλλόταν δικαιολογημένα ως υπερδύναμη και πρωτοπορία σε σχεδόν κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.) Η δική μας σχολή, το δικό μας πανεπιστήμιο, οι δικές μας πόλη και πολιτεία, σε καθημερινή αντιπαραβολή και σύγκριση και εντατικό συναγωνισμό και ανταγωνισμό με άλλες, και η πατρίδα, το κέντρο του κόσμου, υπεράνω όλων.
Για να επιπλεύσουμε και διακριθούμε, άτομα ή
ομάδες, σε κάθε επίπεδο οφείλαμε να αγωνιστούμε ανταγωνιζόμενοι άλλους.
Περιέργως, τα άτομα και οι πόλοι και συλλογικότητες που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους,
πολλές φορές ανηλεώς, καμιά φορά αθέμιτα, τους συνέδεε μια πυκνή ομίχλη πατριωτισμού
και ένας υπεροπτικός εθνικισμός: οι Αμερικάνοι, με εξαίρεση ίσως μερικές περιθωριακές
ή κοινωνικά αποκλεισμένες μειονότητες, αγαπούσαν την πατρίδα και τα σύμβολα του
πολυεθνικού έθνους τους, τον Πρόεδρο, τον στρατό τους, και εκδήλωναν περήφανα τον
αμερικανισμό τους. Από τη μια μεριά, ο ατομικισμός, ο συναγωνισμός και
ανταγωνισμός για την υπερίσχυση και διάκριση του ατόμου στο σύνολο, της ομάδας
και της εταιρίας στο σύστημα, για την τελική επικράτηση του ισχυρότερου, ήταν ομοιογενείς
στις μεθόδους, εκδηλώσεις και τη μορφή τους· από την άλλη ο επιφανειακός, όσο
και υπερφίαλος πατριωτισμός, μια America
über alles (στο
βαθμό που αναγνωριζόταν η ύπαρξη του υπόλοιπου πλανήτη πέρα από τον κόκκινο
εχθρό του Ψυχρού Πολέμου), μια Αμέρικα φαινομενικά ενωμένη και ομογενοποιημένη και
συμπαγής πίσω από εθνικές εκφάνσεις και σύμβολα. Τα αντιλήφθηκα από νωρίς ως
μια από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της καπιταλιστικής (και ιμπεριαλιστικής)
Αμερικής.
Χάριν όμως στο ένστικτο της επιβίωσης ή, ίσως,
και σε μιαν έμφυτη, άλλοτε εμφανή, άλλοτε λανθάνουσα θέληση για ισχύ, την will power του Nietzsche που πηγάζει από το άτομο, όφειλα να
συμβιβαστώ και να συμμετάσχω: να παίξω το παιχνίδι του συστήματος, να γίνω
ανταγωνιστικός. Ως αντίβαρα στον «αμερικάνικο τρόπο ζωής», ο οποίος
εξιδανικευόταν και παρουσιαζόταν από τα μέσα ενημέρωσης αλλά και κοινούς
ανθρώπους ως μοναδικός και πρότυπος, και στον οποίο οι λαοί του κόσμου κι ο
κάθε άνθρωπος κανονικά θα έπρεπε να προσβλέπει και να επιδιώκει, ως αντίσταση
απέναντι στην πλήρη αφομοίωση από το σύστημα τουλάχιστον διέθετα μιαν ιδεολογία
που είχα μορφώσει στη μέχρι τότε ζωή μου, τη μόρφωση και κουλτούρα και την
κληρονομιά από τη δική μου πατρίδα, που η φλόγα της ακόμα έκαιγε μέσα μου.
Η εντατική μελέτη κι εξαιρετική εργατικότητα που επέδειξα εκείνο τον καιρό δεν ήταν απλά μια παθητική στάση που πήγαζε αποκλειστικά από ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι σε αυτούς που χρηματοδοτούσαν τις σπουδές μου ή χάριν σε κάποιο αφηρημένο ελληνικό «φιλότιμο» – τη λέξη με την οποία με ξεπροβόδισε ο Πατέρας και το μάλλον ανυπόστατο σχόλιο ότι υπάρχει μόνο στο ελληνικό λεξιλόγιο διότι χαρακτηρίζει το ελληνικό γένος γενικότερα. Έπρεπε να επιβιώσω και κατά δύναμιν διακριθώ σε ένα αδυσώπητα ανταγωνιστικό σύστημα. Υπαγορευόταν περισσότερο από μιαν αναγκαιότητα, παρά ήταν ελεύθερη επιλογή. Γνώριζα ότι τα περιθώρια σημαντικών διακρίσεων, πέρα από τις οποιεσδήποτε ικανότητες και ταλέντα, περιοριζόταν αναγκαστικά από κραυγαλέες αδυναμίες του χαρακτήρα και της προσωπικότητας. Η έκφραση “nice guys come last” ήταν από τις πρώτες που έμαθα στα χρόνια της Αμερικής και εν μέρει σημαίνει ότι για την κοινωνική διάκριση και την ατομική ισχύ και σχετική υπερίσχυση χαρίσματα όπως η εργατικότητα, η εξυπνάδα, η καλοσύνη, η αλληλοβοήθεια, η αυτοθυσία, όπως θα πρόσθεταν πολλοί Αμερικάνοι, δεν είναι ικανές συνθήκες για την επιτυχία, όπως τουλάχιστον αυτή η επιτυχία μετριέται από την αμερικάνικη κοινωνία -επί το πλείστον μονεταριστικά.
Ρίχτηκα με τα μούτρα στο διάβασμα και τη μελέτη– σε βιβλία, συγγράμματα, άρθρα. Ήταν ο μονόδρομος που τους επόμενους μήνες και χρόνια θα ακολουθούσα. Τον λίγο καιρό με τον εαυτό μου και τις αναμνήσεις από μιαν ωραία και ξέγνοιαστη εποχή, θυμόμουν τους έρωτές που άφησα πίσω, την Ε πριν από όλες, και τις στιγμές χαράς και καημών με την κνίτικη παρέα. Ως αντίδοτο και παρηγοριά στην μελαγχολία της νοσταλγία που με κυρίευε στο γυμνό δωμάτιο που άρχισε να κρυώνει τον βαρύ χειμώνα του Midwest, έγραφα γράμματα – σε γονείς, στην Α, τη Ντ., φίλους, στην Ε. Και μετρούσα τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα για να ξανανιώσω την ζεστή αγκαλιά της.
No comments:
Post a Comment