Tuesday, October 1, 2024

41 - Αμέρικα: Άφιξη

Τα λεπτά και οι ώρες πέρασαν με τον αργό βηματισμό της απραξίας και αναρίθμητων άτακτων σκέψεων που κλωθογύριζαν στο μυαλό στην κλειστοφοβική καμπίνα του αεροσκάφους και τον ήλιο πίσω να ακολουθεί· με κουρασμένες ματιές στο φιλμ που έπαιζε στην οθόνη από πάνω μας· με βόλτες στην πίσω πόρτα για να χαζεύω το απέραντο μπλε του Ατλαντικού που χανόταν στην καμπύλη του ορίζοντα: δίχως ίχνος στεριάς και ανθρώπινης ζωής από κάτω μας -η κουκίδα ενός καραβιού διακρινόταν κάθε λίγο και αναζωπύρωνε τα παιδικά όνειρα θαλασσοποριών στα πέρατα της γης. Ο καπετάνιος κοιμόταν κατά μήκος της τελευταίας σειράς καθισμάτων με τραβηγμένη την κουρτίνα γύρω του: όλα καλά.

Το Boeing 747 άρχισε να χάνει ύψος καθώς πλησιάζαμε το JFK σε μια διαδικασία προσγείωσης που φαινόταν ατέλειωτη και βασανιστική, και που κάθε αλλαγή στους ήχους των κινητήρων και της έντασης του φωτός που μπαινόβγαινε στην καμπίνα, αύξανε την ανησυχία -το ρυθμό και ένταση των παλμών της καρδιάς. Τα κίτρινα αραιά σύννεφα πάνω από την Νέα Υόρκη έπαιζαν περίεργα παιχνίδια με τις αχτίδες του ήλιου από πάνω και οι αποχρώσεις τους έδιναν εντύπωση καπνού από κάποια έκρηξη. Σε κινητήρα ίσως; Ταράχτηκα και σφίχτηκα στο κάθισμα μου. Τα λεπτά φάνηκαν ώρες. Τελικά εξαντλήθηκαν. Προσγειωθήκαμε ασφαλείς. Έψαξα τον Κώστα στην καμπίνα. Θα χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο σε εκείνη τη βουτιά στο άγνωστο.

Ο ήλιος σε κείνον τον χλωμό και άχαρο ουρανό έδυε πάνω από το JFK, αλλά η άσφαλτος των αεροδιαδρόμων φαινόταν να έκαιγε ακόμα από τη ζέστη της ημέρας. Τη νιώσαμε για λίγα δευτερόλεπτα πριν μας αγκαλιάσει το ψύχος των πελώριων αιθουσών του αεροδρομίου από το αιρκοντίσιον που λειτουργούσε με την αλόγιστη ενεργειακή απληστία της υπερδύναμης που είχαμε ακούσει. Αποκαμωμένοι και ζαβλακωμένοι ακολουθήσαμε το κοπάδι των ταξιδιωτών. Ψαρωμένοι και φοβισμένοι παραταχθήκαμε στις ουρές για τον έλεγχο των διαβατηρίων και της βίζας. Στο γκισέ απάντησα με τη νευρικότητα του αρχάριου ταξιδιώτη και μετανάστη στις ερωτήσεις ενός βλοσυρού μαύρου ελεγκτή. Μάλλον ήταν δασκαλεμένος, σκέφτηκα, να δείχνει ανέκφραστα σοβαρός, σχεδόν θυμωμένος στη δουλειά του, ενώ πίσω από το αυστηρό ύφος θα μπορούσε να κρύβεται ένας ζεστός συνάνθρωπος. Με καλωσόρισε έχοντας ήδη στρέψει το κεφάλι προς τον επόμενο στην ουρά: “Welcome to the United States of America!”.

Τον έλεγχο και την περισυλλογή των αποσκευών μας τη διαδέχτηκε το άγχος. Η τελευταία πτήση για Minneapolis είχε αναχωρήσει εδώ και ώρα και αφήσει πίσω της. Μέσα στην αναμπουμπούλα, με το προσωπικό εδάφους της Ολυμπιακής, που αν υπήρχε ήταν άφαντο, ενεργούσαμε ενστικτωδώς: απευθυνόμενοι εδώ και εκεί σε αυτιά πρόθυμα να μας ακούσουν, από το ένα γκισέ και την ούρα του στο επόμενο. Τουλάχιστον, η ροή της αδρεναλίνης βοήθησε να ξεχάσουμε την σωματική κούραση. Ήταν περασμένα κατά πολύ μεσάνυχτα στην πατρίδα, που άρχισε να μου λείπει, και, η κούραση, να σπέρνει κάτι πρώτες αμφιβολίες για το αν όλη αυτή η ιστορία «άξιζε τον κόπο». Τελικά, κάποια υπάλληλος από σε ένα γκισέ της ΤWA, συνοφρυωμένη και αυτή, χωρίς πολλές κουβέντες, χωρίς χαμόγελο, χωρίς να μας κοιτάει στα μάτια, μας άλλαξε απρόθυμα το εισιτήριο για το επόμενο πρωϊνό. Ίσως να έπραττε ψυχρά κάποιο επαγγελματικό καθήκον, ίσως παρακινούμενη από μια κατά βάθος συμπάθεια για δυο νέους χαμένους σε ξένο τόπο αναγκάστηκε να παρακάμψει κανονισμούς, ίσως η έλλειψη επαγγελματικής ευγένειας να ήταν χαρακτηριστικό της νεοϋορκέζικης κουλτούρας. Είχαμε ακούσει σχετικά. Ενοχλήθηκα παρά την ανακούφιση που πρόσφερε η αλλαγή του εισιτηρίου. Θα περνούσαμε το βράδυ στο αεροδρόμιο.

Κατάκοποι, με τις δυο τεράστιες βαλίτσες που κουβαλούσε ο καθένας μας, αποτραβηχτήκαμε σε μια μεγάλη, κυκλική κεντρική αίθουσα της πτέρυγας του αχανούς αεροδρομίου από όπου θα αναχωρούσαμε το επόμενο πρωινό· κάτω από έναν γκρίζο τρούλο που οι λαμπτήρες του, οργανωμένοι σε ομόκεντρους κύκλους, μας έλουζαν με ένα έντονο ψυχρό φως, μάλλον σχεδιασμένοι να εμποδίζουν ξεπεσμένους επιβάτες να κλείσουν μάτι.  Έξω, πίσω από τις φιμέ τζαμαρίες και τις σκιές των αεροπλάνων, έπεφτε η νύχτα. Η κίνηση αραίωνε. Ένα γκρουπ Rastafarians με σκούφους με τα τρία χρώματα της Jamaica φουσκωμένους από τα πλούσια πλεγμένα μαλλιά που κρύβανε, ψηλόλιγνοι και αγέρωχοι, μιλούσαν στην παράξενη διάλεκτο τους, χειρονομούσαν και γελούσαν παραπέρα, περιμένοντας την ανακοίνωση της πτήσης του. Ούτε για τους Rastafarians είχα ιδέα, ούτε για τον Bob Marley είχα ακούσει πολλά μέχρις τότε. Για την πατρίδα τους ελάχιστα. Μου έκαναν εντύπωση: καινούργιος κόσμος, διαφορετικός από τον εθνικά «καθαρότερο» ελληνικό, άλλοι άνθρωποι. Σε λίγο αποχώρησαν ομαδικά αφήνοντας πίσω την εξωτική αύρα τους. Ήρθε η ώρα που ο Κώστας κι εγώ απομείναμε μόνοι, γερμένοι πάνω στις βαλίτσες μας στα καθίσματα στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας. Είμαστε ράκη σωματικά, αλλά παραμείναμε άυπνοι από την υπερένταση, και αμίλητοι. Ο θόρυβος από καροτσάκι καθαριότητας που έσερνε ένας νέγρος καθαριστής ή τα βαριά βήματα κάποιο σωματώδης τύπο της ασφάλειας του αεροδρομίου διέκοπτε την απόλυτη ησυχία.

Το επόμενο βράδυ, όρθιοι μισοκοιμισμένοι, χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, βρεθήκαμε στη Minneapolis. Έξω από τις φοιτητικές εστίες, στη σύντομη αναγνωριστική βόλτα στην ψύχρα της βραδιάς, ένιωσα την παγωνιά του αμερικάνικου βορρά, απροετοίμαστος κάτω από ένα καλοκαιρινό κοντομάνικο. Ήταν Αύγουστος και οι στίχοι από τη μπαλάντα του Μετανάστη του Μαρκόπουλου μου ήρθαν στο μυαλό: «Σε ξένη χώρα μια βραδιά // ευρέθηκα στα ξαφνικά…», το κρύο ήταν δυνατό «μα εγώ δεν έχω ούτε παλτό // στη χώρα μου το μήνα αυτό // γυρνάνε με σακάκι». Με το κρύο, με έζωσε και η ξενιτιά και κατέλαβε ένα δακρυσμένο παράπονο. Μου έλειπαν οι φίλοι και η παρέα τους, μου έλειπε κυρίως η Ε κι ο έρωτας μας που δεν προλάβαμε.

No comments:

Post a Comment