Monday, September 30, 2024

40 - Αμέρικα: Η Αναχώρηση

Τα δυο βράδια πριν από την αναχώρηση για το μακρινό ταξίδι, που σήμαινε ότι ήταν πιθανόν μερικούς από τους αγαπητούς μου ανθρώπους παλιότερων γενιών ίσως ποτέ να μην τους ξανάβλεπα (τρομακτική υπαρξιακή σκέψη, που προσπαθούσα να την αποβάλλω από το νου), τα πέρασα στο μικροσκοπικό διαμερισματάκι της θείας Α στα Κάτω Πατήσια, στη στάση «Ελευθέρια» του ‘ηλεκτρικού’. Παιδί κρεμασμένος στο μπαλκόνι του μετρούσα τα τραίνα που περνούσαν από την στάση, αφουγκραζόμουν το ρυθμικό κροτάλισμα από το κύλισμα του τραίνου στις ράγες, προσποιούμενος άλλοτε τον εισπράκτορα, άλλοτε τον οδηγό. Το ‘ηλεκτρικό’ της Αθήνας, της μακρινής, μαγικής και αξιοζήλευτης για πολλούς Θεσσαλονικιούς μεγαλούπολης, ήταν μια από τις πολλές ατραξιόν που η πόλη πρόσφερε κατά τις περιοδικές επισκέψεις με τη Μάνα στην αδερφή της και προκαλούσαν δέος στην παιδική ψυχή: η βαβούρα της Ομόνοιας, το τελεφερίκ του Λυκαβηττού, οι βραδιές στο λούνα-παρκ της Κηφισιάς, το γλυκό στα Ζάππειο, οι εύζωνοι και τα περιστέρια στο Σύνταγμα, οι δημοτικοί χοροί της Δώρας Στράτου στου Φιλοπάππου. Όλα φαίνονταν διαφορετικά και εξωτικά, μέχρι και η γεύση του γάλατος από το γωνιακό γαλακτοπωλείο, του αττικού μελιού.

Η πολυκατοικία της θείας Α ήταν επιβλητική και αντάξια της μεγαλούπολης, όπου από σπουδάστρια νοσοκόμα εγκαταστάθηκε αφού έριξε μαύρη πέτρα στο πατρικό χωριό. Πίσω από την πρόσοψη το κτίριο χωριζόταν σε δύο ορθογώνιες πτέρυγες εκατέρωθεν μιας πολύφυλλης εξώπορτα, όπου οδηγούσαν πλατιά σκαλοπάτια με παρτέρια εκατέρωθεν. Η εξώπορτα άνοιγε σε ένα μεγάλο χολ και το θυρωρείο με τον διάπλατο πάγκο του -σε μια μεγαλοπρεπή είσοδο που περισσότερο ταίριαζε σε κεντρικά γραφεία κάποιας επιχείρησης. Οι πόρτες κατά μήκος μακρόστενων ατέλειωτων διαδρόμους θα μπορούσαν να οδηγούν σε γραφεία ή δωμάτια κάποιου ξενοδοχείου, αλλά πίσω τους κρύβονταν μικρά και ασήμαντα διαμερίσματα του ενός υπνοδωματίου, της μιας κουζινούλας, και ενός εξίσου υποτυπώδους σαλονιού. Οι θείοι μου είχαν ένα γιο, που το καθιστικό, κατά την ενηλικίωση, είχε μετατραπεί σε προσωπικό του δωμάτιο. Εκεί κοιμόμασταν με τη Μάνα όταν ο ξάδερφος δεν είχα ακόμα γεννηθεί. Τώρα, περαστικό στον δρόμο μου για την ξενιτιά, με βόλεψαν στον πτυσσόμενο καναπέ του χολ δίπλα στην εξώπορτα. Εκείνη θα ήταν η τελευταία επίσκεψη στο μαγικό διαμερισματάκι της θείας με θέα τις γραμμές και τα τραίνα του ‘ηλεκτρικού’.

Δυο πρωϊνά πριν την αναχώρηση το ελληνικό παράρτημα του Διεθνούς Ινστιτούτου συγκέντρωσε τους Έλληνες υπότροφους για μια «εισαγωγή» στην πανεπιστημιακή ζωή, και όχι μόνο, στην Αμερική. Μας μίλησε ένας νεαρός, πρώην υπότροφος του Ινστιτούτου, πετυχημένος απόφοιτος, και πλέον ακαδημαϊκός δάσκαλος στην Ελλάδα. Όφειλε να επιστρέψει μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του –όρος της συγκεκριμένης υποτροφίας και λόγος για πολλούς να μην την επιδιώκουν: για κείνους που η ξενιτιά της Αμερική ήταν το holy grail, η υλοποίηση του μεγάλου ονείρου, απώτερος στόχος και τελικός προορισμός στη ζωή. Για μένα ήταν ένα σκαλοπάτι που θα ανέβαινα, ένας σταθμός στο δρόμου που θα έφτανα, για να ανακαλύψω τα μυστικά που έκρυβε, να εξερευνήσω την μαγεία του, και στη συνέχεια να τον προσπεράσω. Πίστευα τότε ότι η πατρίδα, παρά τις εξόφθαλμές αδυναμίες της, θα ασκούσε κάποια έλξη στο μέλλον μετά την Αμερική. Οι γλυκιές αναμνήσεις που αποτελούσαν την ουσία της νοσταλγίας των φοιτητικών χρόνων που, αν και ήξερα ότι δεν θα επαναλαμβάνονταν ούτε καν προσεγγιστικά, συνιστούσαν ένα αποκορύφωμα προσωπικής ευτυχίας. Και επέστρεφαν εκείνες οι αναμνήσεις συχνά στο προσκήνιο της θύμησης και της συνείδησης, γέμιζαν την ψυχή με τον συναισθηματικό θησαυρό που κουβαλούσαν, με τραβούσαν πίσω στο χρόνο και στον χώρο -στην γενέτειρά μου, για πολλά χρόνια μετά το οριστικό τους τέλος. 

Μίλησε όμορφα ο ευπροσήγορος νεαρός για τις εμπειρίες του, για τη σημασία που απέκτησαν στην ζωή τα χρόνια των σπουδών του σε κάποιο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Μίλησε αρκετή ώρα με τον αέρα κάποιου που έδειχνε ότι έφαγε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του με το κουτάλι, που είδε τόπους, γνώρισε ανθρώπους, απόκτησε γνώσεις απρόσιτες για πολλούς κοινούς θνητούς· εν προκειμένω, όσους δεν θα είχαν την ευκαιρία ή την «τύχη» να ακολουθήσουν τα χνάρια του σε κάποιο αμερικάνικο ίδρυμα. Τον ακούσαμε με προσοχή κι ενδιαφέρον. Κατάφερε να ζωντανέψει μέσα μας την αίσθηση της περιπέτειας μπροστά μας, μαζί και τη ματαιοδοξία μερικών νέων, προικισμένων μυαλών που τους δινόταν η ευκαιρία να κατακτήσουν κάποιες επιστημονικές κορυφές. Στην ουσία της εκείνη η ημερίδα ήταν περισσότερο ένας σύντομος πρόλογος που αποσκοπούσε στην στήριξη και ανύψωση του ηθικού μας· ήταν τα λίγα λόγια που ο κόουτς θα έλεγε σε μια ποδοσφαιρική ομάδα πριν το ματς, με λίγη επίδραση στο τελικό αποτέλεσμα, μια εισαγωγή στην εισαγωγή -το induction course των δυο βδομάδων σε ένα άλλο Πανεπιστήμιο από αυτό που ο καθένας μας θα κατέληγε το οποίο θα  φιλοξενούσε ένα καλειδοσκόπιο υποτρόφων από διάφορες μεριές του κόσμου. Πρώτος σταθμός θα ήταν η Minneapolis, en route για το Columbus, Ohio. Εκεί, στην Minneapolis, οι φροντιστές μας, πριν από όλα, θα ενθάρρυναν μιαν πολυπολιτισμική ανάμιξη, θα μας τραβούσαν έξω και μακριά από το στενό λιμενοβραχίονα και τα ήρεμα νερά της μητρικής μας γλώσσας, των τρόπων και των συνηθειών με τα οποία μεγαλώσαμε, εν ολίγοις, έξω από το comfort zone της κουλτούρας μας που τη γαλήνη και παρηγοριά της μοιραία, ίσως και απελπισμένα, πολλοί από εμάς θα αναζητούσαμε στην ξενιτιά. Στο τέλος των δυο βδομάδων, τα μέλη της πολυεθνικής ομάδας των υπότροφων θα σκορπιζόταν για να προσγειωθούν ομαλά σε διάφορα σημεία της Αμερικής.

Στη Minneapolis θα πετούσαμε, λοιπόν, και θα περνούσαμε δυο βδομάδες μαζί με έναν άλλο Θεσσαλονικιό τον Κώστα τον Σ. Αν και σπουδάζαμε και κινούμαστε και συνυπήρχαμε πέντε χρόνια σε κοινούς πανεπιστημιακούς χώρους -σε παρεμφερείς σχολές, δεν έτυχε να γνωριστούμε. Η φάτσα του δεν μου θύμισε κανέναν, συμμαθητή, συμπολίτη ή πρώην συμφοιτητή, όταν συστηθήκαμε στην αίθουσα του Ιδρύματος πριν την αναχώρηση. Ήταν περίπου του ίδιου αναστήματος με μένα, λεπτοκαμωμένος, με έξυπνο και γοητευτικό πρόσωπο με ψηλά ζυγωματικά, και ελαφρά βαθουλωμένα μάγουλα, παιχνιδιάρικα βαθιά μάτια, τσαγανό στις χειρονομίες και το λόγο του. Κύριο ατού, όσον αφορά τη δύναμη έλξης από το αντίθετο φύλο ήταν το πλούσιο καστανό μαλλί του, επιμελώς χτενισμένο προς τα πίσω ώστε να έπεφτε ίσιο πάνω από το σβέρκο. Δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός ότι η φυσιογνωμία του είχε στοιχεία από αυτό που λέμε star quality. Η παρουσία ενός τέτοιου ανθρώπου δίπλα μου ενόψει του μεγάλου ταξιδιού, με κοινές ρίζες και σχεδόν παράλληλη μέχρι τότε πορεία ήταν ένας σημαντικός καθησυχαστικός παράγοντας -και για τους δυο μας, υποθέτω· ανάχωμα σε αναπόφευκτα κύματα νευρικότητας και αγωνίας, που πολλές στιγμές, εμένα τουλάχιστον, κυρίευαν. Κάποιος στο ταξίδι με κοινή γλώσσα και ιδιοσυγκρασία, κάποιος στον οποίο θα μπορούσαμε να εκμυστηρευθούμε ανησυχίες στην απλή καθομιλουμένη, να συζητήσουμε απορίες και να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον, να εκφράσουμε απόψεις μας για το νέο κόσμο, πρόσφερε, εκείνες τις στιγμές, τη θαλπωρή μιας οικείας ανθρώπινης συντροφιάς και -ποιος ξέρει;- την υπόσχεση μιας φιλίας.

Στο αεροδρόμιο για το μεγάλο ταξίδι έφεραν και ξεπροβόδισαν η θεία Α και ο θείος Κ. Θα ήταν η τελευταία φορά που είδα ζωντανό τον θείο Κ. Τον θείο από το Μαρκόπουλο, τον μανιακό καπνιστή, τον άνθρωπο του λαού που του άρεσε να ακούει Στράτο Διονυσίου και να χορεύει στα ζεϊμπέκικα του, με το πλατύ χαμόγελο από ανύπαρκτα χείλια, και ένα βραχνιασμένο γέλιο· που τον ενθουσίαζαν οι καταδύσεις στα νερά της Ραφήνας με ένα ψαροντούφεκο σε κυνήγι χταποδιών, και που τα μαγείρευε o ίδιος σε καταπληκτική σάλτσα ντομάτας και περήφανος προσέφερε συνοδεία μπόλικης σπιτικής ρετσίνας, που κερνούσε γύρω σε νταμιτζάνες από την πατρίδα του. Τον θείο που στην προηγούμενη επίσκεψη μου στην Αθήνα με πήγε να δω τον Άρη Θεσσαλονίκης, την αγαπημένη μου ομάδα σε αγώνα μπάσκετ με το τοπικό Σπόρτιγκ. «Πολύ μέτρια ομάδα ο Άρης», είχε σχολιάσει μετά το παιχνίδι, ενώ είχα, παρά την ήττα, σχηματίσει διαφορετική εικόνα.

Στην αίθουσα των διεθνών αναχωρήσεων του «Ελληνικού» έψαξα τον Κώστα, τον συνταξιδιώτη και δυνητικό φίλο, απαραίτητο στήριγμα και παρηγοριά στο μακρινό ταξίδι που θα μας έφερνε από την Αθήνα και πάνω από την καρδιά του Midwest μέσω Νέας Υόρκης, στον προορισμό μας. Συζητήσαμε το itinerary και τα προκαταρκτικά σχέδια μας, καταχωνιάζοντας μέσα όσο γινόταν τον ενθουσιασμό, τον ανάμικτο με νευρικότητα και την ευχάριστη αγωνία από την περιπέτεια που ξεκινούσε, ανασκοπήσαμε τις ώρες αφίξεων και αναχωρήσεων σε συνδυασμό με τις διαφορές της ώρας, την υποδοχή ελπίζαμε ότι θα μας επιφυλασσόταν στον τελικό προορισμό, και πήραμε τις θέσεις μας, μακριά ό ένας από τον άλλο, στην καμπίνα του Boeing 747 Ολυμπιακής.

H απογείωση καθυστερούσε. Από τη μνήμη μου περνούσαν, σκόρπια και ασύνδετα, τα απομεινάρια της επίσκεψης με τα παιδιά της Μαθηματικής Εταιρίας το καλοκαίρι πριν την τελευταία τάξη του Λυκείου, αναμνήσεις, από ρηχές ως επί το πλείστον εντυπώσεις, γκρίζες από την απογοήτευση της αποτυχίας, που είχαν αρχίσει από καιρό να ξεθωριάζουν. Τόσο νέοι και ανώριμοι τότε, αν και όχι εξίσου ανέμελοι, βυθισμένοι σε στεγνές μαθηματικές θεωρίες, περήφανοι για τα μυαλά που υποτίθεται κουβαλούσαμε, παρά την ασημαντότητα και τις αμελητέες πνευματικές κατακτήσεις που είχαμε να δείξουμε, θαμπωμένοι από κάποιες ικανότητες να επιλύουμε μάταιους, διεστραμμένους μαθηματικούς γρίφους, και την αυταπάτη ότι είμαστε οι προικισμένοι της ηλικίας μας και ξεχωριστοί. Με το νου τότε καταβεβλημένο από μια στείρα, ατελέσφορη, όσο και επίπονη προσπάθεια, δεν μπορέσαμε να παρατηρήσουμε και αδράξουμε λίγο από τον κόσμο πίσω από το παράθυρα των λεωφορείων που μας πήγαιναν και έφερναν στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον ή από τις περιηγήσεις στους δρόμους και αξιοθέατά τους. Τώρα βρισκόμουν στο κατώφλι του ίδιου κόσμου, κι αυτό που προσδοκούσα ήταν κάτι πιο δημιουργικό, πιο εποικοδομητικό, πιο εντυπωσιακό. Κάτι που θα με έφτιαχνε σαν άνθρωπο. Ένα άλμα στην ζωή.

Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια απογείωσης το αεροπλάνο επέστρεψε στο σημείο αφετηρίας του, καταμεσής του αεροδρομίου, κάτω από το Αυγουστιάτικο αττικό λιοπύρι: ιδρώτας και νεύρα παρατεντωμένα από το άγχος και μιαν έμφυτη φοβία, που έκτοτε μεγάλωνε και με κυρίευε κάθε φορά που έμπαινα σε αεροπλάνο. Αλλά και πόσους δεν κυριεύει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό; Και πόσοι σαν και μένα καταφέρνουν και την κρύβουν επιδέξια; Η ανακοίνωση από τον πιλότο για περαιτέρω καθυστέρηση λόγω «τεχνικού προβλήματος» με αναστάτωσε περισσότερο, αλλά κράτησα τις ανησυχίες μέσα μου. Τελικά, μετά από σχεδόν δυο ώρες κάθιδρης αναμονής στο στενάχωρο κάθισμα απογειωθήκαμε. Πέρα από την Ιταλία άρχισε η μονοτονία της πολύωρης πτήσης. Το γεύμα που μας προσφέρθηκε ήταν νόστιμο και το έφαγα με όρεξη. Όντως «η Ολυμπιακή, ο εθνικός μας μεταφορέας, προσφέρει το καλύτερο φαγητό» -μας είχαν κάποιοι «εθνικά περήφανοι» παραμυθιάσει. Και για την ώρα, πάνω από τον απέραντο Ατλαντικό, μέσα στην ήσυχη και ατάραχη καμπίνα, οι σκέψεις κάποιας αεροπορικής τραγωδίας απομακρύνονταν: είχα ζυγίσει στο μυαλό μου τις πιθανότητές κάποια τέτοια να συμβεί κατά την απογείωση, κατά τη διάρκεια της πλοήγησης, κατά την προσγείωση, και αυτές μειώνονταν δραματικά με τον χρόνο στους ουρανούς. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες με τον Κώστα και μοιραστήκαμε τις ανησυχίες μας για την άλλη πιθανότητα που είχε αυξηθεί πλέον αισθητά: να χάσουμε την ανταπόκριση μας από τη Νέα Υόρκη για τη Minneapolis και την αβεβαιότητα που κάτι τέτοιο θα  συνεπαγόταν.

Το φιλικό ηλικιωμένο ζευγάρι δίπλα μου, Ελληνοαμερικανοί δεύτερης γενιάς, με ρώτησαν, από κάποιο γνήσιο ενδιαφέρον, που ανάλογό του δεν επιδεικνύουν συνταξιδιώτες στην Ελλάδα, για τον προορισμό μου και τα σχέδια μου στην Αμερική. Ανταποκρίθηκα στη συζήτηση παρά την εσωστρέφειά μου και την έλλειψη αυτοπεποίθησης, μεταξύ άλλων, στο χειρισμό της ξένης γλώσσας και την γενική δυσχέρεια σε αυθόρμητη και πηγαία προφορική έκφραση. Μου μίλησαν με περηφάνια για την «μεγάλη και σπουδαία χώρα» όπου μεγάλωσαν, με θαυμασμό για τον Πρόεδρο τους, τον Ronald Reegan, με αυταρέσκεια για την ελευθερία και αφ’ υψηλού για την ευημερία που ως Αμερικάνοι πολίτες απολάμβαναν, για το αμερικάνικο όνειρο που η κατάκτησή του περιμένει πολλούς ελπιδοφόρους νέους σαν και μένα. Τους άκουγα σκεπτικός και ολιγόλογος, με περιστασιακά χαμόγελα συγκατάνευσης. Είχα τις πολιτικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις μου, αλλά προφανώς δεν ήταν η καλύτερη ευκαιρία να τις εκφράσω. Η γνώμη μου περί πολιτικής αφέλειας της πλειοψηφίας των Αμερικάνων διατηρήθηκε αδιάσειστη· αν μη τι άλλο ενισχύθηκαν από την κουβέντα με το ηλικιωμένο ζευγάρι. Και παραμένει ατόφια μέχρι σήμερα.

Η Αμερική, όμως, ήταν το μέγιστο άγνωστο που συνάρπαζε μυαλό και ψυχή τους μήνες από τότε που μου πήρα το «εισιτήριο» της υποτροφίας. Κάθε αναφορά στο όνομα «Αμερική», κάθε σκέψη και συνειρμός ανάβαν μια φλόγα στα σωθικά. Ο νέος κόσμος, ο άλλος κόσμος, ο μέγας κόσμος -όχι μόνο ως προς τις γεωγραφικές του διαστάσεις· ο γνωστός από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό του, η «αυτοκρατορία των ψευδαισθήσεων» που μας ψυχαγωγούσε σε τηλεόραση και σινεμά, που προκαλούσε με την απληστία και το ματεριαλισμό και καταναλωτισμό του, αλλά και γοήτευε με το μεγαλείο του στις νέες ιδέες και κατακτήσεις, στην επιστήμη και την τεχνολογία: ο κόσμος της παγκόσμιας υπερδύναμης στρατιωτικής, οικονομικής, πολιτιστικής. Το αντικείμενο των φοιτητικών μας διαμαρτυριών, το ιμπεριαλιστικό τέρας της αντίπερα ιδεολογικής όχθης του ψυχρού πολέμου που πολέμησε και τελικά σάρωσε τα σοσιαλιστικά ιδανικά για κοινωνική δικαιοσύνη, που ως νέους μας είχαν συνεπάρει και παρασύρει σε αυταπάτες, εξακολουθούσε να με μαγνητίζει με ολοένα μεγαλύτερη ένταση όσο το πλησιάζαμε.

No comments:

Post a Comment