Wednesday, September 18, 2024

37 - Στερνές Διακοπές

Μια βδομάδα με την Ε στις Σποράδες, τον Ιούλη, μετά τη λήξη και της τελευταίας ακαδημαϊκής χρονιάς, μας βοήθησαν να ξεχαστούμε κάπου μακριά, να αλαφρώσουμε για λίγες μέρες τις ψυχές μας από τον καημό του επερχόμενου αποχαιρετισμού. Στην αποβάθρα της Σκιάθου ένα νεαρό παιδί, μας πλησίασε, ανάμεσα στα πλήθη των επιβατών που αποβιβάζονταν και έσμιγαν με όσους προσδοκούσαν την άφιξη του καραβιού. Η αποβίβαση τουριστών στην αποβάθρα σα να ήταν το γεγονός της μέρας· οι τουρίστες θα έφερναν κάποιο μάνα εξ ουρανού στην ντόπια οικονομία. Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης διψούσε όσο ποτέ στην προηγούμενη της ιστορία για τουριστικό εισόδημα και πουλούσε τα κάλλη της. Γινόμασταν οι «σερβιτόροι της Ευρώπης» παρά τα ψευδο-οράματα του Παπανδρέου για τα τραίνα πληροφορικής που θα προλαβαίναμε να καβαλήσουμε.

Το έμπειρο, παρά το νεαρό της ηλικίας, και αετίσιο μάτι του μας έκοψε εύκολα ως πρωτόφαντους στο νησί. Μας πρότεινε και πρόσφερε ένα «καλό δωμάτιο». Το ακολουθήσαμε το παιδί, ως αθώοι και αφελείς, ως οι αρχάριοι τουρίστες με ελάχιστη εμπειρία που είμαστε, σέρνοντας τις βαλίτσες μας, αγκομαχώντας ιδρωμένοι κάτω από τον στυγνό ήλιο μέσα από στενά δρομάκια και ατέλειωτες σειρές από σκαλοπάτια, προς την κορυφή του λόφου που υψωνόταν πίσω και γύρω από το λιμάνι. Το παλιό, παραδοσιακό σπίτι που η φιλοξενία του μας προσφέρθηκε είχε ένα μικρο δωμάτιο κρυμμένο πίσω από μιαν κουζινούλα. Στο ντιβάνι σε μια γωνιά της ήταν ξαπλωμένος ένας αμίλητος γέρος που κοιτούσε το ταβάνι κατάκοιτος. Απογοήτευση. Τόσο χαμαλίκι για το τίποτε;

Πέρασε γρήγορα και από των δυο μας το μυαλό ότι εκείνο το μίζερο δωμάτιο στην κορυφή του λόφου -και οι ματιές που ανταλλάξαμε σιωπηρά συμφώνησαν, δεν ήταν το καταφύγιο που χρειαζόμαστε και επιθυμούσαμε για να απολαύσουμε τις λίγες αποχαιρετιστήριες ερωτικές στιγμές που μας έμεναν. Ξεπέρασα τα εμπόδια που η έμφυτη συστολή αραδιάζει μπροστά μου σε τέτοιες περιπτώσεις και φαντάζουν ανυπέρβλητα, τις σκέψεις και τη λύπηση για το φτωχικό περιβάλλον, για τους κακόμοιρους ντόπιους που ήθελαν να μας φιλοξενήσουν για λίγες δραχμές ανάγκης, για τον ανήμπορο γέρο στο ντιβάνι. Ύψωσα το ανάστημα μου, απέναντι στην επιτακτικότερη ανάγκη να διασώσουμε και φουντώσουμε πάση θυσίας νησιωτική φλόγα που το νησιώτικο καλοκαίρι του ήλιο και της θάλασσας υπόσχεται σε νέα ζευγάρια, και αρνήθηκα με ευθύτητα. Φύγαμε σέρνοντας τα μπαγάζια και μέσα μας αρκετές ενοχές που όμως ξεχάστηκαν λίγο παρακάτω στην κατηφοριά.

Ξανακατεβήκαμε στην προκυμαία. Tα πλήθη των τουριστών και υποδοχέων τους, ντελάληδων ενοικιαζόμενων δωματίων είχαν αραιώσει. Οι περισσότεροι από τους επιβάτες του πλοίου, κατά τα φαινόμενα, είχαν βρει τους δρόμους και τα καταλύματά τους. Ήταν αργά το απόγεμα, το σούρουπο δεν θα αργούσε να πέσει πάνω από το νησί. Η εμπειρία του προηγούμενου χρόνου με την Ε στις Κυκλάδες, η λαχτάρα της απόλαυσης λίγων μερών διακοπών με μιαν γυναίκα που είχα ερωτευτεί και πόθησα όσο καμιάν άλλη μέχρι τότε, με έκαμε να ανησυχώ, να αγγίζω τα όρια του πανικού. Το τουριστικό γραφείο στο λιμάνι απέναντι από την αποβάθρα που ρωτήσαμε δεν είχε τίποτε να μας προσφέρει. Στο δρόμο μπροστά που σταθήκαμε να αναλογιστούμε τι θα κάναμε πέρασε, για καλή μας τύχη, ένας νεαρός Σκιαθίτης με το παπάκι του. Βλέποντας μας αμήχανους, χαμένους και ανίδεους έξω από ένα γραφείο ενοικιάσεων, ρώτησε αν χρειαζόμαστε δωμάτιο. Ίσως, κάποιος να του είχε ρίξει σύρμα, ίσως το ψάρεμα τουριστών στην αποβάθρα νωρίτερα να μην απέδωσε καρπούς. Περιθώρια διαπραγμάτευσης δεν υπήρχαν· χρειαζόμασταν δωμάτιο. Χωρίς πολλές κουβέντες, ο Σκιαθίτης πήρε την Ε και μερικές από τις αποσκευές μας στο μοτοσακό του, εγώ ακολούθησε πεζός προς την κατεύθυνση που υπόδειξε.

Το δωμάτιο ήταν στο πάνω πάτωμα ενός ανακαινισμένου παλιού σπιτιού στα περίχωρα της πόλης, με το μπαλκόνι να βλέπει μια μικρή αυλή σκιασμένη από ένα κλήμα. Δεν ήταν άσχημο και πήρα μια ανάσα ανακούφισης. Τουλάχιστον θα είχαμε την ιδιαιτερότητα του αυτόνομου δωματίου, το ελάχιστο που ζητούσαν οι λίγες μέρες που μας έμεναν. Δυο ξεχωριστά μονά κρεβάτια σε απέναντι άκρες του δωματίου, που αναγκαστικά θα μοιραζόμαστε για τα λίγα λεπτά της ερωτικής πράξης, απείχαν πολύ από μιαν ονειρική κατάσταση και, βέβαια, θα ακύρωναν πολλές από τις θελκτικές προσεγγίσεις και επαφές, συναισθηματικές και σαρκικές, που αυτή η πράξη συμπεριλαμβάνει: με το τέλος της νύχτας θα χωρίζαμε, χωρίς αγκαλιές, χωρίς επιλόγους, κουρασμένοι, αναψοκοκκινισμένοι, τσιμπημένοι από κουνούπια, για έναν ατομικό απομακρυσμένο ύπνο στην άλλη άκρη του δωματίου. Μέχρι τότε είτε αγνοούσα ή υποτιμούσα την σημασία του λεγόμενου ρομαντικού και συναισθηματικού στοιχείου, που κρύβεται πίσω από το μοίρασμα ενός «στρώματος για δυο», την αίσθηση δύο κορμιών που τα παίρνει ο ύπνος δίπλα, το ανεπαίσθητο άγγιγμα χεριών και ποδιών, το άκουσμα της αναπνοής του συντρόφου, τη θέα ενός γαληνεμένου, όμορφου προσώπου που ακόμα θα κοιμάται μετά το πρωϊνό σου ξύπνημα, την συνέχεια του ξανασμιξίματος το πρωί· και, ίσως αργότερα στην ζωή, την ηρεμία και την θαλπωρή και την σιγουριά μπροστά στην καινούργια μέρα που ξημερώνει, την εγγύηση ότι η ερχόμενη μέρα θα έχει και αυτή υποσχέσεις, δεν θα φέρει μοναξιά. Την ευτυχία που προσφέρουν τέτοιες αισθήσεις δεν τις είχα νιώσει ακέραιες στο σύνολό τους μέχρι τότε, ούτε με την Ε, ούτε με προηγούμενες σχέσεις. Δεν στοιχειοθετούσαν την ανεμελιά ατίθασων φοιτητικών χρόνων που δεν την πολυνοιάζει το αύριο ούτε η θαλπωρή μιας σταθερής φωλιάς. Εκείνη η ζωή που άφηνα πίσω κυλούσε μια χαρά και χωρίς τέτοια συναισθήματα καθώς το κύριο μέλημα του νου ήταν σε πρόσκαιρες σαρκικές απολαύσεις. Αν τέτοιες αισθήσεις θα αποκτούσαν βαρύτητα αργότερα στην ζωή το αγνοούσα. 

Στις λίγες μέρες στη Σκιάθο, στις εξορμήσεις με το λεωφορείο ή με καραβάκι όπου ήταν διαφορετικά απροσπέλαστες, στις εκδρομές στη Σκόπελο και την Αλόννησο, ξαλαφρώσαμε από το βάρος του αποχαιρετισμού. Ήταν ώρες που τον ξεχνούσαμε ολωσδιόλου. Αφημένοι, αφαιρεμένοι κάτω από τον ήλιο, με μόνον την ευτυχία που φέρνει ο έρωτας, και το πάθους να καίει μέσα μας στις αμμουδιές των Κουκουναριών και της Μπανάνας των γυμνιστών, της έρημης ακρογιαλιάς της κρυμμένης πέρα από έναν ελαιώνα και πίσω από βράχια. Εκεί η Ε τόλμησε, ή μάλλον έσπευσε, να γδυθεί. Δεν με εξέπληξε. Εγώ, ανασηκωμένος, ακουμπισμένος στους αγκώνες απολάμβανα τη θέα του ολόγυμνου κορμιού της, της υπέροχης μέσης που λικνιζόταν, να περπατάει με ανάλαφρα βήματα πάνω στην καυτή άμμο –χωρίς αίσθηση πόνου, με φόντο την ήρεμη, αστραφτερή θάλασσα, και μετά να σκύβει ανέμελα προβάλλοντας τις καμπύλες που είχα το μοναδικό προνόμιο να ψηλαφώ τα βράδια, να βυθίζεται με απαλές κινήσεις στο νερό, να μου γνέφει να έρθω δίπλα της. Η στύση κάτω από την πετσέτα ήταν αναπόφευκτη κάτω από τις περιστάσεις και, λίγο παραπέρα από παρέες ώριμων, καβουρντισμένων βορειοευρωπαίων γυμνιστών με άλλες, ουδέτερες σκέψεις στο μυαλό τους, καθηλώθηκα μακριά της. Τελικά, με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να στρέψω του συνειρμούς και τη φαντασία σε άλλες πιο αθώες σκέψεις, πριν αψηφήσω το ανθρώπινο περιβάλλον και βουτήξω κι εγώ ολόγυμνος στο πλάι της. Η αγκαλιά της Ε και η αίσθηση της δροσιάς του νερού στο σώμα αντάμειψαν την όχι ευκαταφρόνητη νοητική θέληση που επιστράτευσα.

Πέρασαν ανέμελα οι λίγες μέρες, όπως όφειλαν να περάσουν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους με τον ακόμα άγουρο έρωτα τους. Πέρασαν γρήγορα, σε εκδρομές με βάρκα σε άβατες παραλίες της Σκιάθου, με το καράβι της γραμμής στην Αλόννησο και την Σκόπελο, με περιηγήσεις στα δρομάκια της πόλης, με ποτά και μουσικές σε μισοσκότεινα, μοναχικά μπαράκια τα βράδια, με άβολο έρωτα σε ένα από τα στενά κρεβάτια, που ήταν περισσότερο εκτόνωση από τις αισθησιακές εκστάσεις της μέρας, το σβήσιμο μιας φωτιάς που το ελληνικό καλοκαίρι, ο ήλιος και η ζέστη, ανάβουν μέσα σε ιδρωμένα νεανικά κορμιά. Κάθε μέρα. Ο έρωτας ήταν ανάμεσά μας ακόμα νεαρός, σχεδόν παρθένος στην απομόνωση ενός νησιού. Ένιωθα ότι είχε, αυτός ο έρωτας, πολύ δρόμο μπροστά, αναρίθμητες πτυχές και εκδοχές, πριν την ωρίμανση. Στο τέλος της νύχτας, η κούραση και ένα κενό που πρόκυπτε μέσα μου τουλάχιστον από την εκτόνωση των αισθήσεων και τον καταλάγιασμα του πόθου, κατέφευγα για ύπνο στο κρεβάτι στον απέναντι τοίχο του αχανούς γυμνού χώρου του δωματίου που χώριζε τα κρεβάτια μας. Τώρα που το αναλογίζομαι, εκείνη η κουρασμένη απόσυρση μπορεί να εξασφάλιζε μιαν προσωρινή άνεση κι έναν σχετικά ατάραχο ύπνο, αλλά, μη έχοντας ως τότε μοιραστεί ολάκερες νύχτες με τις λίγες ερωτικές συντροφιές που μου έλαχαν, δυνητικά άνοιγε μονοπάτια για συναισθηματική απόσταση και τελική αποξένωση. Η ευκαιρία για μια βδομάδα του μέλιτος, όπως πολύς κόσμος την φαντασιώνεται μέσα από ταινίες και διαβάσματα, μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε. Αλλά οι διακοπές της Σκιάθου και οι ευκαιρίες που πρόσφερε να έρθουμε πιο κοντά ο ένας στον άλλον, ψυχή τε και σώματι, και μόνον λίγες από τις οποίες καταφέραμε να αδράξουμε, βρίσκονταν στην αρχή της αισθηματικής πορείας με την Ε, και όχι κοντά σε κάποιο τέλος, ώστε τέτοια πράγματα να μας απασχολούν.  

No comments:

Post a Comment