Το κόμμα πρόκανε και με διέγραψε έγκαιρα: η προοπτική ότι θα έπεφτα στην αγκαλιά και θα «υπηρετούσα» την ταξική αντίδραση, τον κατ’ εξοχήν ιμπεριαλιστή και de facto εχθρό της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, ήταν ασυμβίβαστη με τα άκαμπτα δόγματα στο μυαλό των περισσότερων στελεχών του. Το σοσιαλιστικό και επαναστατικό όνειρο είχε αρχίσει από καιρό να θολώνει και να αργοσβήνει τουλάχιστον στο πνεύμα των συντρόφων ανάμεσά μας που σκάλιζαν τα πράγματα και αντιμετώπιζαν την πολιτική ιστορία της εποχής από κριτική σκοπιά. Η πραγμάτωση του σοσιαλισμού δεχόταν χτυπήματα εντός και εκτός της μάνας-πατρίδας του και το τέλος του, όπως τον ξέραμε, διαφαινόταν πλέον ορατό μέσα από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής.
Κρατούσα από τότε τους στίχους του Brecht παραμάσχαλα:
«ευλογημένη να ‘ναι η αμφιβολία», το μότο του Marx είχε γίνει και δικό μου: “de omnibus dubitandum”. Η
αστική και ιμπεριαλιστική προπαγάνδα έκαμε αναμφίβολα καλή χρήση των εξελίξεων
για λογαριασμό του, ενώ οι εργολάβοι της άρχουσας τάξης και του δυτικού
ιμπεριαλισμού χαμογελούσαν σαρδόνια. Ωστόσο, οι εικόνες που έφταναν πίσω από το
«σιδηρούν παραπέτασμα» δεν ψεύδονταν ως προς τους κλυδωνισμούς εκεί. Ήταν
εικόνες από την Πολωνία του Γιαρουζέλσκι και του Βαλέσα, ήταν η νομενκλατούρα
και γραφειοκρατία για τις οποίες είχαμε από καιρό χλωμή αντίληψη και ανεχόμαστε
ως κάτι φυσικό σε αυτήν την «φάση της οικοδόμησης», ήταν τα άδεια ράφια και μια
γενική ματεριαλιστική μιζέρια των εργαζόμενων στρωμάτων, η υλική βάση που ο
υπαρκτός σοσιαλισμός αποτύγχανε να εξασφαλίσει, ήταν η χαμένη επαναστατική ορμή
και όρεξη, ήταν η αδιαφορία που ισοδυναμούσε με απαισιοδοξία για το μέλλον. Το
κόμμα και οι ξεψυχισμένοι μηχανισμοί προπαγάνδας του προσπαθούσαν να στιλβώσουν
την κατάσταση, να την εξευγενίσουν στα μάτια των δικών του ανθρώπων και της
επιρροής του, και άλλες φορές με υπεκφυγές ή παραπληροφόρηση να εμποδίζουν μιαν
εις βάθος κριτική ανασκόπηση και ανάλυση, ακόμα και με κραυγαλέο τρόπο να αποκρύψουν
ή αναποδογυρίσουν τα αίτια και την ουσία τους, να στηρίξουν απελπισμένα ένα
δόγμα και ένα αφήγημα που χανόταν σε ένα νέφος αντιφάσεων. Η μέθοδος, ο
διαλεκτικός ματεριαλισμός, ο ενδεδειγμένος τρόπος ανάλυσης, παραμερίστηκε. Από μια
θεωρία και ιδέες που είχαν απογυμνωθεί από αστήρικτες υποθέσεις και εικασίες
για το δρόμο προς ένα φανταστικό μέλλον και χάνονταν σε μια ομίχλη
βυζαντινισμών, ασύνδετων τσιτάτων και κλισέ συνθημάτων, τουλάχιστον παρέμεινε
σε πολλούς από εμάς που είχαμε «αποσκιρτήσει» και εγκαταλείψει το όραμα, η
κριτική ανάλυση του «άλλου» -του υπαρκτού συστήματος που ζούσαμε, και το πως
στην πράξη γυρνούσε ο τροχός στο σύστημα που μοιραία (για να επιβιώσουμε!) είμαστε
γρανάζια του.
Το κομμάτι της μεγάλης θεωρίας που στεκόταν
ακόμα ακλόνητο, αυτό της κριτικής ανάλυσής του καπιταλιστικού κόσμου,
τουλάχιστον μέσα στα όρια – γεωγραφικά και χρονικά - της ζωής που έπρεπε να
ζήσω, έγινε εν προκειμένω ένα ατελέσφορο εργαλείο. Με άλλα λόγια ήταν ανίκανο
να μου προσδιορίσει το καλύτερο μονοπάτι που θα μπορούσα να ακολουθήσω, καθώς στο
κάθε βήμα μου αφομοιωνόμουν βαθύτερα από το σύστημα. Όσο κι αν αργότερα, σε
στιγμές περισυλλογής, σε στιγμές που η δουλειά σε αυτό το σύστημα επέτρεπε στην
συνείδησή μου να αποσπαστεί και αφαιρεθεί, το ανέλυα και αντιμετώπιζα όπως θα
έπρεπε: με κριτική διάθεση, με το αγιάζι μιας καλοπροαίρετης αμφισβήτησης, αλλά
χωρίς πρακτική επίπτωση στον κόσμο γύρω μου. Η κριτική από μόνη της δεν αλλάζει
τον κόσμο. Ίσως, μαζί με τον διάλογο, βοηθάει στο να τον κατανοήσουμε καλύτερο.
Κάτι είναι και αυτό.
Μαζί με το κομμάτι της κοσμοθεωρίας που
κράτησα, έμειναν και ορισμένες προκαταλήψεις που η φοιτητική διαδρομή μέσα από
την οργάνωση και το κόμμα κληροδότησαν, που όμως μπορεί να μην είχαν ούτε
ιστορική βάση και συχνά δεν αποδεικνύονταν εποικοδομητικές στην ανάλυση τρεχόντων
γεγονότων και εξελίξεων -για το σχηματισμό μιας όσο γινόταν ορθολογικής
πολιτικής, πόσο μάλλον προσωπικής στάσης, μιας στάσης ζωής. Όποτε γινόταν
πολιτική κουβέντα, ακόμη και με διαλλακτικούς συνομιλητές, μεταμορφωνόμουν σε
ένα δογματικό και επιθετικό πνεύμα αντιρρήσεων. Ως γνωστόν, για την υπεράσπιση
της οιασδήποτε πολιτικής στάσης, επιχειρήματα και αντι-επιχειρήματα βρίσκονταν·
λογικοί συνειρμοί και σκέψεις παραπατούν (ή βρίσκουν το δρόμο τους δύσκολα)
ανάμεσα στον κυκεώνα των γεγονότων, της αιτίας και του αιτιατού τους συγχρόνων
και παρελθοντικών, γνωστών και άγνωστων από τους συζητητές, γεγονότων συσχετιζόμενων
άλλοτε με μια χαλαρή συνάφεια, άλλοτε αναπόσπαστα. Σε τέτοιους αέρινους διαλόγους
οι περισσότεροι κάναμε μια στροφή γύρω από τον ατομικό μας άξονα και
επιστρέφαμε στις αρχικές μας συντεταγμένες και θέσεις. Στις στιγμές διαλογισμού
και αυτοκριτικής διαπίστωνα ότι τα όρια
ανάμεσα σε φαινομενικά αμοιβαία αποκλειόμενες απόψεις ήταν ασαφή. Τις εξελίξεις,
κατάλαβα σχετικά γρήγορα, ότι δεν μπορούσαμε να τις προδιαγράψουμε. Η κριτική γινόταν
χάριν και μόνον της κριτικής, όντας ως κοινοί θνητοί υποταγμένοι σε μια πραγματικότητα που μας
ξεπερνούσε και πολύ ισχυρότερες εξωτερικές δυνάμεις.
No comments:
Post a Comment