Wednesday, September 4, 2024

35 - Δακρύβρεκτος Αποχαιρετισμός

Oι τελευταίοι μήνες της φοιτητικής ζωής, το κλείσιμο ενός κεφαλαίου από τα πιο συναρπαστικά, πέρασαν γρήγορα: με την χρονοβόρα δακτυλογράφηση της πτυχιακής με την IBM γραφομηχανή, που με τον Πατέρα δανειστήκαμε από έναν περίεργο τύπο στην Πάνω Πόλη, τα ερωτικά απογέματα και βράδια στο διαμέρισμα της Ε. Το κόμμα και τα ιδεώδη του είχαν εξαντληθεί και παραχωθεί βαθιά στο νου. Διαγράφηκα μόλις γνωστοποίησα η απόφαση μου για επικείμενη μετανάστευση στον ιμπεριαλιστικό εχθρό. Κάποια ακόμα δεσμά αποτινάχτηκαν.

Καθώς το τέλος πλησίαζε, μέσα μου πάλευαν ισχυρά αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μια μεριά, η διαρκώς μεγεθυνόμενη θλίψη, που τα χρόνια θα την μεταμόρφωναν σε νοσταλγία: για τα όμορφα χρόνια που πέρασαν, για τους φίλους και τις στιγμές που μοιραστήκαμε στις παρέες μας, για το πρώτο χτυποκάρδι με την Π, για την χαρά και εξάψεις του πρώτου έρωτα με την Α, για τα τραγούδια και τα μεθύσια με τους συντρόφους, για τις άπειρες γωνιές της Θεσσαλονίκης που περπατήσαμε, για τις εκδρομές, ακόμα και για κείνες τις επαναστατικές παρορμήσεις και ρίγη και την συντροφικότητα ανάμεσα σε ανθρώπους που συμμερίζονταν μια-δυο ιδέες, τουλάχιστον με αγνές προθέσεις, για τον κόσμο τους. Και για τα χρόνια που χάνονταν χωρίς επιστροφή, που δεν θα τα ξαναζούσα, έστω και κατά προσέγγιση. Από την άλλη, η ακαταμάχητη έλξη ενός ανεξερεύνητου από πρώτο χέρι κόσμου που ανοιγόταν μπροστά μου, τα δραματικά κέρδη στην προσωπική ελευθερία από τα δεσμά της οικογένειας και το κόμμα (μια ελευθερία που η ιδεολογία του κατά κανόνα παράβλεπε ή και περιφρονούσε), ένας απέραντος κόσμος γνώσης που θα κατακτούσα, η ικανοποίηση ανανεωμένων και ωριμότερων επιστημονικών φιλοδοξιών, και η αναγνώριση της αξίας της ύπαρξης από τον εαυτό μου και το περιβάλλον, όλα αυτά δημιουργούσαν ένα αίσθημα ολοκλήρωσης και προσδοκιών, έξαρσης και λαχτάρας.

Η σύγκρουση τέτοιων συναισθημάτων κορυφώθηκε λίγες μέρες μετά την απονομή των πτυχίων στην απρόσωπη μαζική τελετή ρουτίνας του πανεπιστημίου, όταν το ίδιο Σάββατο οργάνωσα ένα αποχαιρετιστήριο γεύμα για τους πλέον κοντινούς φίλους, συναδέρφους και συντρόφους. Όλη η «κνίτικη παρέα» και άλλοι με τίμησαν με την παρουσία τους σε κείνη την ταβέρνα της Πάνω Πόλης, γύρω από ένα τραπέζι κάτω από Βυζαντινά τείχη, μπροστά στο δρομάκι που ανεβοκατεβήκαμε πολλές φορές μεθυσμένοι. Το πιοτό έρρευσε άφθονο -όπως πάντα. Πίνοντας και τρώγοντας άκουγα χαμογελαστός και ένα αίσθημα ικανοποίησης τις ιστορίες και αναπολήσεις των άλλων από τη χρόνια που γέμισαν με αναμνήσεις και εμπειρίες την ψυχή, για τα έργα και τις ημέρες μας στην όμορφη πόλη μας, στη σχολή και το κόμμα,.  Ήμουν καθισμένος όλη την ώρα δίπλα στην Ε, που περιοδικά έσφιγγα στην αγκαλιά από τους ώμους  φευγαλέα φιλούσα τα ροδοκόκκινα χείλη, περήφανος για την όμορφη κατάκτηση. Και περισσότερο περήφανος, όταν διαισθανόμουν το γλυκό, γελαστό, γαλανό βλέμμα της Ντ. να με κοιτάζει, το βλέμμα που στα χρόνια της σχολής είχε σαγηνεύσει πολλούς και που την έκαμε αντικείμενο και ενός δικού μου ματαιωμένου πόθου κάποτε. Της Ντ. που με είχε απορρίψει. Περασμένα, ξεχασμένα, και συγχωρεμένα, αλλά αδύνατο να λησμονηθούν, σκέφτηκα. Τελικά, όμως, ίσως καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα.  

Πλήρωσα τον παχύ λογαριασμό μέχρι την τελευταία δραχμή χωρίς να πάρει χαμπάρι κανείς, κι έγινα στο τέλος δεκτός με χαμόγελα επιδοκιμασίας και πειρακτικά συνθήματα για την αναπάντεχη χειρονομία γενναιοδωρίας. Μικρή ανταμοιβή έναντι της αξίας των στιγμών με τον καθένα από την παρέα ξεχωριστά, τους συντρόφους μου στη καθημερινότητα της σχολής και του κυλικείου της, στους «αγώνες» της οργάνωσης, της ταβέρνας και του καφενείου, των εκδρομών. Εικόνες, γεγονότα, κουβέντες και τραγούδια, αναμνήσεις από τέσσερα χρόνια γλυκιάς ζωής στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Ήταν αξία ανεκτίμητη, δεν ξεπληρωνόταν με ένα γεύμα, και όλες εκείνες οι στιγμές και τα πρόσωπα που μαζί τους τις ζήσαμε, θα σμιλεύονταν ανεξίτηλα στην ψυχή και τη μνήμη. Θα τα κουβαλούσα μέσα μου εφ’ όρου της μίας και μοναδικής ζωής.  

Τέτοιες σκέψεις και αναμνήσεις, με το πιοτό και την μουσική παρανάλωμα, δεν χρειάστηκε πολύ να φουντώσουν τα συναισθήματα, να γίνουν τρικυμία μέσα μου. Βούρκωσα καθώς σηκωθήκαμε να φύγουμε από την ταβέρνα: μια τελευταία φορά όλοι μαζί. Μόνον η Ε το αντιλήφθηκε και μου έσφιξε το χέρι. Γεμίσαμε πιωμένοι τα διαθέσιμα αμάξια με κόσμο, στριμώξαμε όσους μπορούσαμε στο Yugo και στα άλλα, και (στο διάολο με τον ΚΟΚ!) ανηφορήσαμε το δρόμο για το Φιλίππειο και τη μεταμεσονύκτια ερημιά του παρατηρητήριου στην πλαγιά του Σεϊχ-Σου. Τραγουδήσαμε αγαπημένα τραγούδια, αγναντεύοντας την πόλη που κοιμόταν κάτω από τα φώτα των δρόμων και της παραλίας που τρεμόπαιζαν. Ο ουρανός όμως ήταν ξάστερος και η ατμόσφαιρα του Ιούνη τρυφερή παρά την υγρασία του δάσους. Αράξαμε στα παγκάκια γύρω από το παρατηρητήριο και οι σύντροφοι, ο Α, ο Ν, ο Β, η Ντ., ο Λ, πριν και πάνω από όλους, άρχισαν ατέλειωτες διηγήσεις από χιουμοριστικά στιγμιότυπα, τον σωρό από αναμνήσεις του καιρού που μοιραστήκαμε και αγαπήσαμε και φώλιασαν στις ψυχές μας, στιγμές χαράς, ανέξοδου θυμού, ανεμελιάς, απογοήτευσης που ξεπεράστηκε, μιας ευτυχίας μέσα από φιλίες ευδοκίμησαν παρά τις κατά καιρούς δοκιμασίες. Ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης με γέμισε προς κάτι αδιευκρίνιστο και αφηρημένο για αυτό που έζησα. Δεν πίστευα στη μοίρα ή στην τύχη ή σε κάποιο θεό που κινούσε τα νήματα. Να ήταν η ζωή η ίδια, χάριν σε μιαν ατομική βούληση, ευκαιριακές αποφάσεις και μερικά ευνοϊκά σπρωξίματα από το περιβάλλον;  Ένιωσα προνομιούχος ανάμεσα σε άλλους συναδέρφους, για τις καλές ή κακές αποφάσεις και για τις συγκυρίες που μας έφεραν μαζί και πρόσφεραν τέτοια χρόνια, τέτοιον καιρό, τέτοια πληρότητα.

 Ένα μαύρο σύννεφο μελαγχολίας σκέπασε ξαφνικά την ψυχή για αυτό που θα άφηνα για τα καλά και θα έμενε πίσω εκείνα τα μεσάνυχτα στην κορυφή του λόφου που κοίταζε την πόλη και το λιμάνι της. Ένα κομμάτι της ζωής μου, του εαυτού θα το αποχαιρετούσα χωρίς γυρισμό. Η καρδιά βάραινε ανυπόφορα μέχρι που έβαλα το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες μου και άρχισα να κλαίω γοερά, στο παγκάκι δίπλα στην Ε, και του συντρόφους να στέκονται όρθιοι γύρω μου. Ο Λ το έριξε στα καλαμπούρια του. Ήμουν απαρηγόρητος, αλλά βοήθησαν. Ανακάλυψα, την ώρα εκείνης της νύχτας, τη μελαγχολία, τη θλίψη, τον πόνο που μπορεί να φέρει ένας αποχαιρετισμός. Και έκτοτε η προσέγγιση τέτοιων στιγμών με γεμίζει τρόμο. Κάθε αποχαιρετισμός ένας μικρός θάνατος.

Κάπου, κάποτε όμως θα ξαναβρισκόμασταν. Μια μικρή παρηγοριά Ο πραγματικός θάνατος στεκόταν ακόμα πολύ μακριά. Όντως ξαναβρεθήκαμε, ώριμοι, αγνώριστοι πενηντάρηδες αλλά τον καιρό και τον τόπο του, την Θεσσαλονίκη που φιλοξένησε τα νιάτα μας και αγαπήσαμε, ξέραμε ήταν αδύνατο να τα ξαναζήσουμε. Είχε φύγει και χάθηκε μακριά στα χρόνια που πέρασαν και μας άλλαξαν.  

No comments:

Post a Comment