Saturday, September 7, 2024

36 - Μια Επιστημονική Φιλία

Από εκείνο το βράδυ στην Πάνω Πόλη η φοιτητική παρέα άρχισε να σκορπίζεται κι ο καθένας να παίρνει το δρόμο του. Το υπόλοιπο του χρόνου που μου έμενε στην Ελλάδα, τις λιγοστές βδομάδες του Ιούλη του 1986, τις αφιέρωσα στην τελευταία μεγάλη μου αγάπη και λιγότερο στην οικογένεια, ανάμεσα σε αυτό που λέμε «συγκεκριμενοποίηση του προγράμματος» για το άμεσο μέλλον και διάφορες γραφειοκρατικές μέριμνες – διαβατήριο, συνάλλαγμα, βίζες, κτλ., προετοιμασίες για το ταξίδι που, ίσως περιέργως, διατηρούν το ηθικό και την αισιοδοξία του ανθρώπου σε ψηλά επίπεδα. Πριν φύγω για τα ξένα όφειλα έναν ακόμα αποχαιρετισμό: στον έναν από του δασκάλους που έπαιξε κεντρικό ρόλο κατά την τελευταία χρονιά μου στο πανεπιστήμιο και, ως ένα βαθμό, καθοριστικό στις αποφάσεις μου για το μέλλον και την προδιαγραφή του.

Με τον Δ, άγνωστοι μέχρι την έναρξη της τελευταίας χρονιάς όταν παρουσιάστηκε εκ του μη όντος στην σχολή για να αναλάβει, μετά την απόλυσή του από το στρατό, τα καθήκοντα του λέκτορα, ξεκινήσαμε μιαν κατά τα φαινόμενα τυπική και αποκλειστικά επιστημονική συνεργασία, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είχε παραμείνει ψυχρή και απρόσωπη, όπως συνήθως συμβαίνει ανάμεσα σε «επιβλέποντες» και «μαθητευόμενους», και στεγανή από μιαν ανθρώπινη επικοινωνία και επαφή, καθώς περιστρεφόταν εν πολλοίς γύρω από εξισώσεις, διαγράμματα, και συγγραφή τεχνικών άρθρων. Παρόλα αυτά, μέσα από αυτήν αναπτύχθηκε μια αμοιβαία εκτίμηση μέχρις και μια ιδιότυπου χαρακτήρα φιλία. Και η φιλία αυτή μόνον «ιδιότυπη» θα μπορούσε να είναι, καθώς ο Δ ήταν σεσημασμένα μια ιδιόρρυθμη και εκκεντρική προσωπικότητα. Διέθετε μια ομολογουμένως αξιοθαύμαστη ευφυΐα και ευστροφία, που την εκδήλωνε με ετοιμολογία, ευφυολογήματα και πολυγνωσία. Συντηρητικός στις απόψεις του για την πολιτική και την κοινωνία, ασορτί με την φυσιογνωμία και εμφάνιση του: ένα παλαιομοδίτικο μουστάκι, κάτω από μαύρα μαλλιά χτενισμένα με μια αυστηρή χωρίστρα στο πλάι, «καβαφικά» στρογγυλά γυαλιά, γραβάτα σε πουκάμισο με σκληρό κολλάρο, κάτω από ένα αμάνικο πουλόβερ, σακάκι με μπαλώματα διανοουμένων κάτω από τους αγκώνες. Μοναδική παρέκκλιση από τα στερεότυπα που θα σχηματίζαμε για καθηγητές από  άλλες, παλιές εποχές ήταν το Mini Morris που οδηγούσε. Χωρίς πολλούς φίλους ο ίδιος, περήφανος απόγονος φιλόλογου «λόγιου του έθνους», προνομιούχο πλουσιόπαιδο ως γιος ξενοδόχου, αριστούχος, αφοσιωμένος σχεδόν μονόπλευρα σε ένα στενό και στείρο, θεωρητικό επιστημονικό αντικείμενο (από αυτά που πολλοί  Έλληνες ακαδημαϊκοί και ερευνητές καλούνται να θεραπεύσουν ελλείψει ευρύτερης τεχνολογικής και παραγωγικής βάσης στην χώρα), προορισμένος να κληρονομήσει τον θώκο του καθηγητή που τον γαλούχησε επιστημονικά, με κάλεσε λίγες μέρες πριν από τον ξενιτεμό μου στο σπίτι του: για να ξεφύγουμε από τις διεστραμμένες θεωρίες που μας ταλάνιζαν στο γραφείο του με τις ώρες, να πιούμε ένα ποτό, να μου διηγηθεί την ιστορία της οικογένειας και του ονόματός του, να προσχεδιάσουμε κάποιο μέλλον συνεργασίας μετά τις σπουδές μου. Είχα κατακτήσει πλέον κι εγώ την βαθιά εκτίμησή του.  

Στη μοντέρνα μονοκατοικία του στο Πανόραμα, στο χωριό που κοιτάζει αφ’ υψηλού την πόλη και στεγάζει πανεπιστημιακούς, βιομήχανους, μεγαλέμπορους, την αφρόκρεμα της μεσαίας τάξης, εν ολίγοις, την «πλουτοκρατία» της Θεσσαλονίκης, θα γνώριζα τη νεαρή και όμορφη Ρουμάνα τότε γυναίκα του που, όπως μου είχε πει, μετά από ένα προξενιό αδιευκρίνιστων λεπτομερειών, πήγε οδηγώντας ο ίδιος αυτοπροσώπως και την έφερε από την Ρουμανία του Τσαουσέσκου, για να την παντρευτεί και να την ανασύρει έτσι από μιαν μίζερη ζωή πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Συστηθήκαμε αμήχανα, πριν γρήγορα αποσυρθεί αμίλητη στα εσώτερα του διαμερίσματος για να αφήσει στην ιδιαιτερότητά μας να απολαύσουμε το ουίσκι που πρόσφερε ο Δ στο τραπεζάκι δίπλα στο πιάνο του ζεστού σαλονιού του. Η ψυχρότητα ανάμεσα σε ένα σχετικά νιόπαντρο ζευγάρι ήταν εκ πρώτης όψεως εμφανής. Έφταιγε κάποιο γλωσσικό ή πολιτιστικό φράγμα; Ίσως στην αρχή να υπήρξε κάποιος έρωτας, αλλά σχημάτισα εξαρχής την εντύπωση ότι ο Δ την παντρειά την αντιμετώπιζε σαν την τακτοποίηση μιας ακόμα εκκρεμότητας: από τις πολλές που επιφυλάσσει η ζωή ενός ακαδημαϊκού και δημοσίου «λειτουργού». Σαν αυτές των πτυχίων και των ακαδημαϊκών τίτλων, των δημοσιεύσεων, του μεγάλου σπιτιού, σαν αυτή της επαγγελματικής εξέλιξης και μονιμοποίησης, της τακτοποίησης των παιδιών κατά προτίμηση μέσα από το ίδιο μονοπάτι και κάτω από το ίδιο δέντρο. Θα συνετέλεσε σε κείνη την ψυχρή και αμίλητη σχέση και μια απώλεια που ακύρωσε ένα από τα βασικά ζητούμενα του γάμου.  

Στο θάνατο του νεογέννητου μωρού του, που μου τον ανακοίνωσε μέρες μετά από αυτό καθαυτό το συμβάν ως μια θλιβερή ασυνέχεια σε μια μέχρι τότε ομαλή ζωή και με τον δικό του ιδιόρρυθμο του τρόπο και χωρίς υστερία («Κουβάλησα το μικρό φέρετρο με τα ίδια μου τα χέρια και το κατέβασα στον τάφο…») είδα στον Δ το ανθρώπινο πρόσωπο μακριά από μαθηματικές εξισώσεις, τα papers, και την επιστημονική έρευνα που τον συνάρπαζε. Εκτίμησα την υπομονή και επιμονή του να με στηρίξει στα τελευταία βήματα μου πριν την αποφοίτηση, παρά την οδύνη -μικρή ή μεγάλη δεν αντιλήφθηκα, την οποία όμως, καθώς δεν την εκδήλωνε, έβρισκα δύσκολο να συμμεριστώ και να εκφράσω συμπάθεια. Ο θάνατος του παιδιού φαίνεται ότι αποδείχτηκε ένα καθοριστικό συμβάν, μεταξύ άλλων, στον τερματισμό του γάμου του λίγο καιρό αφότου μετανάστευσα. Στην επιστροφή μου από την ξενιτιά βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη σχέση με μια από τις πρώην φοιτήτριες του. Μόνον ως ένα βαθμό κάποιος μπορεί να προδιαγράψει το μέλλον του ακόμα και στη νηνεμία μιας κοινωνίας όπως η ελληνική.      

Στο αποχαιρετιστήριο ραντεβού για «ένα ποτό» στο Μανδραγόρα διέκρινα ένα βλαστάρι φιλίας να έχει φυτρώσει, παρά και πέρα από την επιστημονική σχέση και τα papers, παρά τις εξακριβωμένες ιδιορρυθμίες στη συμπεριφορά, παρά τις διάφορες αποστροφές του λόγου που αποξένωναν ή και προσβάλλαν τον συνομιλητή του. Θα με περίμενε να γυρίσω από το ταξίδι μου· θα μπορούσα να στηριζόμουν πάνω του στο ξεκίνημα της καριέρας μου μετά την επιστροφή στην Ελλάδα και το στρατό, για μια καινούργια, ευρύτερη, παραγωγικότερη συνεργασία που -ήταν βέβαιος!- θα ανθοφορούσε με τον ίδιο ωριμότερο και επαγγελματικά εξελιγμένο, και όχι τον «Μήτσο» τον πρόσφατα απολυμένο φαντάρο, την τελευταία τρύπα του ζουρνά στη σχολή τότε που ανέλαβε να με επιβλέψει. Και εμένα οπλισμένο με περισσότερες γνώσεις και εμπειρίες και, φυσικά, ένα αξιοπρεπές μεταπτυχιακό δίπλωμα. Είχα τις ευχές και την ευλογία του. Το επανέλαβε: «Θα σε περιμένω! Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην σε αφήσω ούτε μια μέρα άνεργο!» Η απόρριψη του άρθρου που γράψαμε και υποβάλλαμε για κρίση μαζί δεν έπρεπε να με πτοεί: «πριν το πρώτο paper του (συναδέρφου) Π γίνει δεκτό, είχε βογκήξει όλο το Πανεπιστήμιο». 

Πράγματι, ο Δ με περίμενε και υποδέχτηκε με ζεστή οικειότητα όταν επέστρεψα στην πατρίδα μετά από τα χρόνια μου στην Αμερική. Με έβγαλε να με κεράσει με την πρώτη επίσκεψη του στο γραφείο του. Κι έκανε ότι μπορούσε για να με απασχολήσει με μια μικρή αμοιβή από λεφτά που βρήκε κάπου στους τελευταίους μήνες της θητείας και αφότου απολύθηκα από το στρατό, τιμώντας έτσι την υπόσχεσή του χρόνια πριν. Πίσω από το γραφείο του στη σχολή, όπου με παραχώρησε μια γωνιά του, με ένα τραπέζι και ένα PC για να δουλεύω, υπήρχε ακόμα ο πίνακας με ένα αμερικάνικο δολάριο κι ένα χαβανέζικο πούρο. Το χρήμα, παντού και πάντα, στο επίκεντρο της ύπαρξης ακόμα και των αφοσιωμένων «θεωρητικών επιστημόνων» αυτού του κόσμου. Θυμήθηκα το ρητό του, που είχε δανειστεί από την ρωμαϊκή αρχαιότητα, και το ανάφερε με στόμφο σε μια από τις πολιτικές μας συζητήσεις που παρεισέφρεαν στις επιστημονικές: «Την δόξα πολλοί εμίσησαν, αγαπητέ Λ, το χρήμα ουδείς!» Δυστυχώς, μέχρι να ξανασυναντηθούμε, δεν είχαμε λάβει υπόψιν ούτε τις δομές και εξέλιξη της ελληνικής πραγματικότητας, ούτε την προσωπικότητα μου όπως οι μέχρι τότε εμπειρίες την είχαν διαμορφώσει και αλλάξει. Η στρατιωτική θητεία είχε αλλάξει άρδην το πως έβλεπα την Ελλάδα και την ζωή σε αυτήν. Σχέδια και υποσχέσεις έμειναν στα σκαριά και η πολλά υποσχόμενη συνεργασία δεν υλοποιήθηκε. Η φιλία μας τελικά θα σωνόταν.

No comments:

Post a Comment