Friday, October 25, 2024

43 - Αμέρικα: Morrison Tower

Εκεί ξεκίνησε η ζωή στην Αμερική: με σπασμένες τις αλυσίδες της οικογενειακής εξάρτησης, μόνος ανάμεσα σε ξένο κόσμο και μόνο στήριγμα τον εαυτό μου και τα λεφτά μιας υποτροφίας. Και κάπως έτσι ξεκίνησα πραγματικά ως «ακαδημαϊκός πολίτης», όπως άρεσε στους γονείς να λένε. Το έλεγαν, είναι αλήθεια, και με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, αλλά στα χρόνια εκείνα ούτε το βάρος της κηδεμονίας τους ένιωσα να ελαφρύνει, ούτε κατάφερα να υπερβώ το περιβάλλον της οικογένειας και του πατρικού σπιτιού, ούτε να απελευθερωθώ από τους δεσμούς της οικονομικής εξάρτησης. Η άφιξη στο Columbus και στο πανεπιστήμιο του ήταν κάτι περισσότερη από μια καμπή: ήταν η αρχή, με όλη την σημασία της λέξης, μια πόρτα που άνοιγε διάπλατα σε έναν διαφορετικό και ανεξερεύνητο κόσμο εμπειριών. Όπως σήμανε, καθώς θα φανεί αργότερα στη διήγησή μου, και την αρχή του τέλους του πρώτου μεγάλου έρωτα.

Το πρώτο βράδυ στο Columbus ήταν ξάστερο και δροσερό. Βγήκα μια μικρή βόλτα γύρω από τον ξενώνα στις παρυφές του campus, όπου ένα μαγικό χέρι μας έφερε και τακτοποίησε, τον Ιταλό και μένα, μετά την άφιξή μας. Περπατώντας σε έρημα από ανθρώπους μονοπάτια ανάμεσα σε καλλωπιστικούς θάμνους και το χλωμό φωτισμό από φωτιστικά κατά μήκος τους, ένιωσα την ευχάριστη μυρωδιά από το φρεσκοκομμένο γρασίδι που διέχεε το αυγουστιάτικο βραδινό, που με έφερε πίσω στα καλοκαίρια στο camping της Σκοτίνας. Το μέγεθος της έκτασης του campus με τις απέραντες εκτάσεις πράσινου, διάσπαρτα γέρικα δέντρα, και κτίρια από κόκκινο τούβλο την διαπίστωσα το επόμενο πρωινό, όταν σέρνοντας τα μπαγάζια μου, χρειάστηκε να περπατήσω προς τα νότια όρια του campus για το μέρος της διαμονής μου: το Morrison Tower. Τον «πύργο» τον αποτελούσαν δύο ψηλά, πολυώροφα κτίσματα εκατέρωθεν ενός χαμηλότερου. Στην κατασκευή, όπως και των περισσότερων κτιρίων του campus, κυριαρχούσε το κόκκινο τούβλο, που το πέρασμα του χρόνου είχε σκουραίνει. Σε πολλούς τοίχους από τα παλιότερα κτίρια σκαρφάλωναν αιωνόβιοι κισσοί. Ο χώρος απέπνεε παράδοση και παλαιότητα, κύρος και ακαδημαϊκή βαρύτητα, στον βαθμό που αυτή μπορεί να συσχετιστεί με το φυσικό και υλικό περιβάλλον χωρίς τους ανθρώπους που εργάζονταν, φοιτούσαν και κινούνταν μέσα του. Η αντίθεση με το περιβάλλον της αμφισβήτησης, των αφισών, πανό και συνθημάτων του πανεπιστημίου που άφησα πίσω ήταν εμφανής. Τις πρώτες μεγάλες εντυπώσεις έσπευσα να περιγράψω στα πρώτα γράμματα προς την πατρίδα.

Το δωμάτιο μου, στη γωνιά του όγδοου και τελευταίου ορόφου -ορόφου αποκλειστικά για «άρρενες» μεταπτυχιακούς φοιτητές μου προσφέρθηκε ως premium, προνομιούχο. Κατάλαβα αργότερα ότι η ταξινόμηση δωματίων ήταν συγκριτική· αυτό καθαυτό το Morrison Tower αποδείχτηκε δεύτερης επιλογής κατάλυμα ανάμεσα σε άλλα πιο μοντέρνα και περιζήτητα. Τουαλέτες και μπάνια θα τα μοιραζόμουν με τους άλλους άρρενες ενοίκους του ορόφου, κάτι πρωτόγνωρο στη ζωή που δύσκολα θα συνήθιζα. Το δωμάτιο όμως ήταν ευρύχωρο και ευήλιο, σε «προνομιούχα» γωνιακή θέση με εποπτική, αν όχι και θεαματική άποψη πάνω από τις γειτονιές νότια του campus. Τη μοναξιά μου στην απόμερη γωνιά του ορόφου μου άρχισα να την απολαμβάνω, παρά την έλλειψη της συντροφιάς της Ε: με μελέτη, με μουσική από τις λίγες κασέτες που έφερα, μια μικρή τηλεόραση που αγόρασα τις πρώτες μέρες και είχα μονίμως ανοιχτή. Με βοήθησε όσο πολλά χρόνια φροντιστηρίων στην παλιά γειτονιά να βελτιώσω τα μέτρια αγγλικά μου· η οπτικοακουστική μέθοδος που πρόσφερε αποδείχτηκε η πλέον αποτελεσματική στην εκμάθηση και κατανόηση της γλώσσας, ελλείψει καθημερινών συναναστροφών και δεδομένου του «κλειστού» και μη επικοινωνιακού χαρακτήρα που με διέκρινε.

Οι ώρες περνούσαν εύκολα ανάμεσα στα επιστημονικά βιβλία που είχα ήδη προμηθευτεί ενόψει της έναρξης των μαθημάτων, τις σημειώσεις μέσα από αυτά που επιμελώς (ως και μανιωδώς) κρατούσα, και τις αναρίθμητες ασκήσεις που έλυνα: υπό το βάρος της υποτροφίας όφειλα να αποδείξω πάση θυσία τις ικανότητές και αριστεία μου, να φανώ αντάξιος της· να βρεθώ ένα βήμα μπροστά από τον «ανταγωνισμό» που την ύπαρξη του σε κάθε επίπεδο της ζωής στην Αμερική άρχισα να αντιλαμβάνομαι. Η απόλυτη μοναξιά της απόμακρης γωνιάς του τελευταίου ορόφου με παρακίνησε, στις ατέλειωτες ώρες μέχρι αργά τη νύχτα, να αφήνω ανοιχτή την πόρτα του δωματίου που έβλεπε σε ένα μακρύ μισοσκότεινο, και τα βράδια ήσυχο διάδρομο. Την ασφάλεια μας από παρείσακτους εγγυόταν η πιστοποίηση ενοίκων και επισκεπτών στην κύρια είσοδο του κτιρίου. Μέχρι που κάποια μεσάνυχτα, ένας μισομεθυσμένος νέγρος που τον προσέλκυσε το φως από την ορθάνοικτη πόρτα γλίστρησε αθόρυβα στο δωμάτιο. Ταράχτηκα τρομαγμένος. Γρήγορα καθησυχάστηκα από την αθώα ερώτηση που μου απεύθυνε με το νηφάλιο και νυσταγμένο ύφος του πιωμένου: έψαχνε για μια κοπέλα στο κτίριο. “Only men live on this floor” του είπα, και ότι θα πρέπει να ψάξει σε άλλο όροφο για την κοπέλα. Έφυγε χωρίς να χαιρετίσει. Από κείνο το βράδυ κρατούσα την πόρτα κλειστή και κλειδωμένη.

Το δωμάτιο το άφηνα κάθε πρωί για ένα μοναχικό, μακριά από παρέες φοιτητών, πρωινό στην «καφετέρια», πριν από τις παραδόσεις στη σχολή. Επέστρεφα το απόγευμα μετά από ένα επίσης μοναχικό γεύμα στην ίδια «καφετέρια», που πάντα με υποδεχόταν με την ίδια απροσδιόριστη μυρωδιά, μίγμα από τα φαγητά που μαγειρεύονταν κατ’ επανάληψη, της επίπλωσης και των τεχνητών αποσμητικών και καθαριστικών. Μια μυρωδιά, που κάθε φορά με την είσοδο μου στην καφετέρια μου έκοβε την μέχρι τότε μεγάλη όρεξη για ένα, ούτως ή άλλως, θλιβερό φαγητό.

Κουρασμένος από τις ώρες τις κλεισούρας, ιδιαίτερα τα ανιαρά Σαββατοκύριακα ενόψει του πρώτου βαριού χειμώνα, κατέβαινα στις αίθουσες ψυχαγωγίας στο ισόγειο του κτιρίου. Για να δω λίγο κόσμο, να διαβάσω την USA Today, ή για να παρακολουθήσω κάποιον αγώνα αμερικάνικου ποδόσφαιρου στην μεγάλη οθόνη του ισόγειου εντευκτηρίου. Τα αμερικάνικα σπορ, ιδιαίτερα οι επαγγελματικές τους εκδοχές, με άφηναν αρχικά αδιάφορο – η «υψηλή τεχνολογία», η εντατική στατιστικολογία, η επαναληπτικότητά και η αργή τους εξέλιξη με εκνευριστικά κενά στην δράση, ένα γενικά πλαστικό θέαμα, διακοπτόμενο περιοδικά από βομβαρδισμούς διαφημίσεων που ο θεατής υφίστατο, τα καθιστούσαν, κουραστικά έως και αποχαυνωτικά· συναισθηματική σύνδεση του οπαδού με κάποια ομάδα δεν μπορούσε να υπάρξει υπό τις συνθήκες. Βρήκα, όμως, κάποιο ενδιαφέρον στα κολεγιακά σπορ, ιδιαίτερα στο αμερικανικό ποδόσφαιρο, όπου το πανεπιστήμιο είχε να παρουσιάσει παράδοση σε εθνικό επίπεδο, ένα τεράστιο στάδιο και ανάλογη υποστήριξη από τον κόσμο της πόλης και της Πολιτείας, όπως και μια φημισμένη μπάντα που έπαιζε έναν εύηχο ύμνο-εμβατήριο στην αρχή κάθε αγώνα και μετά από κάθε γκολ. Η αρχική περιέργεια και ενδιαφέρον γρήγορα εξελίχθηκε στο πάθος του οπαδού, όντας μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας που η ομάδα εκπροσωπούσε, οπαδού που δεν χάνει στιγμή παιχνιδιού, που ανασκιρτά σε κάθε πόντο και επιτυχία και το σκαρφάλωμα στις βαθμολογίες. Κι αυτό το πάθος για την πανεπιστημιακή ομάδα ποδοσφαίρου, που επεκτάθηκε αργότερα στο μπάσκετ και, περιέργως, το μπέιζμπολ, ως συνέχεια αντίστοιχων παθών της παιδικής ηλικίας, διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της παραμονής στην Αμερική και για λίγο καιρό μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Θα αναζωπυρωνόταν εντονότερο και αδιάκοπο χρόνια μετά, αλλά στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ο αθλητικός προσηλυτισμός και η προσήλωση σε μια ομάδα σε ασίγαστη ομοψυχία με άλλους οπαδούς, μια μικρή ή μεγάλη συναισθηματική αφοσίωση και φόρτιση στην διάρκεια ενός αγώνα,  παραμένουν εν πολλοίς ανεξήγητες καταστάσεις της συνείδησης.

No comments:

Post a Comment