Tuesday, October 22, 2024

42 - Αμέρικα: Μετέωρος στην Minneapolis

Mε αμήχανα χαμόγελα και την περιστασιακή χλιαρή χειραψία συστηθήκαμε επιφανειακά με τα μέλη του πολυεθνικού γκρουπ, που οι λίγοι Αμερικανοί δάσκαλοι και φροντιστές υπό την αιγίδα μιας μάλλον εκφοβιστικής, ψηλής και ξανθιάς υπευθύνου, θα μας «εισήγαγαν» στην αμερικανική κουλτούρα και προετοίμαζαν για τις επιστημονικές γνώσεις και, ευελπίστως, την ακαδημαϊκή καριέρα που θα ανοιγόταν μπροστά μας και υποσχόταν πολλά. Είμαστε ξένοι ανάμεσα σε ξένους χωρίς οικείες γέφυρες για εγκάρδια σμιξίματα. Με τον Κώστα και έναν Ιταλό, με τον οποίο μας συνέδεε γεωγραφικά και πολιτιστικά μια κάπως στενότερη σχέση και περισσότερη κατανόηση, μετά από λίγες μέρες παρακολούθησης του course αρχίσαμε να αδιαφορούμε για τα μαθήματα του: της γλώσσας, της οργάνωσης χρόνου και σπουδών, της αντιμετώπισης προβλημάτων της καθημερινότητας. To λεγόμενο πρόγραμμα «επαγωγής», πέρα από τη διδασκαλία στις πολυτελείς αίθουσες της Business σχολής πανεπιστημίου με τα ονόματα των corporate sponsors που τις έκτισαν και επίπλωσαν σε επίχρυσες πλακέτες, περιλάμβανε παιδαριώδεις ασκήσεις τριβής με την καθημερινή ζωή, όπως ψώνια από σούπερ-μάρκετ, ή καλλιέργειας ομαδικού πνεύματος και συνεργασίας με το κυνήγι κάποιου νοητού θησαυρού σε γωνιές του πανεπιστημίου και της πόλης. Εν ολίγοις, ασκήσεις από εγχειρίδια συνταγών συμπεριφοράς που αγνοούν την ποικιλομορφία και τις άπειρες ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες του γενικά αχαλίνωτου νεανικού πνεύματος. Τον Κώστα κι εμένα, παρά τον ζήλο που συνήθως επιδεικνύουν τις πρώτες μέρες τουλάχιστον οι νεόφερτοι, τέτοια «παιχνίδια» μας άφησαν αδιάφορους. Αρχίσαμε τις κοπάνες. Άλλωστε, ο Κώστας στο τέλος των δυο βδομάδων της «επαγωγής» θα έμενε στη Minneapolis, όπου θα συνέχιζε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Minnesota, και είχε κάθε λόγο να θέλει να εξοικειωθεί άμεσα και «πρακτικά» με το πανεπιστήμιό του και την πόλη, παρά και πέρα από αφηρημένες γενικολογίες περί μεταπτυχιακών σπουδών και ζωής. Γυρίζαμε τις γειτονιές γύρω από το campus ψάχνοντας για νοικιαζόμενο σπίτι και στο τέλος των περιπλανήσεων επισκεπτόμασταν κάποιο bars για lunch, , συνήθως με τον Ιταλό παρέα. πληρωμένο από το πενιχρό συνάλλαγμα. Κυρίως, όμως, τους ακολουθούσα, επί το πλείστον απρόθυμα, σε σχεδόν καθημερινές βραδινές εξόδους στο disco club που ο Κώστας ανακάλυψε στις παρυφές του campus. Από την μεριά μου, η χρήσιμη επαφή με την πραγματικότητα ήρθε όταν, έχοντας ξεμείνει από λεφτά, χρειάστηκε να βρω και να επισκεφτώ μόνος κάπου downtown ένα γραφείο της Western Union, ώστε να παραλάβω τα $500, που η ευλογημένη οικογένεια των Dardonis, παλιών γειτόνων του πατρικού της Μάνας στο χωριό και φίλων, οικονομικών μεταναστών από καιρό στην Βοστώνη, μάζεψε από τα μέλη της και μου έστειλε άμεσα, μετά από ένα τηλεφώνημα της θείας Δ και του Πατέρα. Η επιτακτική ανάγκη επιβίωσης γίνεται συχνά ο καλύτερος οδηγός για να γνωριστούμε με τον κόσμο γύρω μας.      

Σε αντίθεση με μένα ο Κώστας δεν είχε αφήσει κάποιαν αγάπη πίσω στη Θεσσαλονίκη. Η εξερεύνηση για ανεύρεση κάποιου έρωτα στο κατώφλι της καινούργιας ζωής αποτελεί μια εξίσου σημαντική ανάγκη με την αυτοσυντήρηση και τις σπουδές. Έτσι φάνηκε σε μένα τότε: από τον ζήλο του για νυχτερινή διασκέδαση, από την επιμελή κοκεταρία, το καλοχτενισμένο, τραβηγμένο πίσω μαλλί. Από τη μεριά μου, ανάλογη όρεξη για ερωτοτροπίες και ερωτικές περιπέτειες δεν είχα. Ο πρόσφατος έρωτας με την Ε κυριαρχούσε σε ψυχή και πνεύμα· η παρουσία μου στη Minneapolis ήταν πρόσκαιρη. Και τα $1200 συναλλάγματος σωνόταν. Σε ό,τι δε αφορούσε τον Ιταλό, από τον τρόπου που με κοίταζε σοβαρά και επίμονα πίσω από τα χοντρά γυαλιά, από την αποστροφή του σε συζητήσεις για το άλλο φύλο, μου δημιουργήθηκαν υποψίες ότι επρόκειτο για gay. Ίσως και να είχα άδικο.

Στις επισκέψεις μας σε εκείνο το disco club στις παρυφές του campus φανερώθηκε και μια από τις αδυναμίες του χαρακτήρα του Κώστα. Οι Αμερικανιδούλες που το σύχναζαν αποκαλύφθηκαν στα μάτια μας περισσότερο απελευθερωμένες και σίγουρες, χαριτωμένα και παιχνιδιάρικα ερωτότροπες, απέναντι σε δύο ντροπαλούς και βλοσυρούς, αλλά ελκυστικούς Έλληνες, που αμίλητοι απολάμβαναν παγωμένες μπύρες καθισμένοι με την πλάτη γυρισμένοι στο μπαρ, χαζεύοντας την πίστα και τα κορίτσια που λικνίζονταν σε αυτήν. Υπήρχαν περιπτώσεις  που δυο-τρία από εκείνα τα κορίτσια μας αναστάτωσαν με κλεφτές και γεμάτο νόημα ματιές προς την μεριά μας και τα χαμόγελα τους -πρόσκλησης και πρόκλησης. Μια φορά ζαλισμένος από την μπύρα, έχοντας παραμερίσει ερωτικές εμμονές και την πίστη μου στην Ε που άφησα πίσω και υποσχέθηκε να με περιμένει, συγχρωτίστηκα και λικνίστηκα σε pop & rocknroll ρυθμούς σε διεγερτικές επαφές με τα σώματά τους. Ο Κώστας, ο άμεσα και ο μόνος, κατά τα φαινόμενα, πραγματικά ενδιαφερόμενος, παρέμενε σε κάθε περίπτωση καθηλωμένος και βλοσυρός στη θέση του. Κατάλαβα ότι, όπως κι εγώ σε ανάλογο βαθμό, ήταν οδυνηρά ντροπαλός με κορίτσια· με φραγμούς που ούτε καν η μέθοδος που με σχετική επιτυχία εφάρμοσα πολλές φορές στο παρελθόν, η κατανάλωση αλκοόλ, βοηθούσε να ξεπεράσει.

Οι δυο βδομάδες του induction course στο πανεπιστήμιο της πόλης πέρασαν γρήγορα. Ατυχώς, όχι τόσο παραγωγικά όσο ενδεχομένως οι διοργανωτές του να στόχευαν. Η επικοινωνία με την πατρίδα, την Ε και τους γονιούς, που η επιδίωξη της στριφογύριζε στο μυαλό μου καθημερινά ήταν τότε ασύγκριτα δυσκολότερη χωρίς την τεχνολογία που θα γινόταν διαθέσιμη στις μάζες μερικές δεκαετίες αργότερα (του ίντερνετ, των ασύρματων και κινητών επικοινωνιών) και αποθαρρυντικά ακριβή και δύσκολη. Δεν πτοήθηκα. Η λαχτάρα να κρατήσω ζεστή την αγάπη μας και ανοιχτές τις γέφυρες με τη ζωή που άφησα πίσω ανοιχτά ήταν ισχυρή. Μάζευα κέρματα, που τα τηλέφωνα με κερματοδέκτες κατάπιναν σε δευτερόλεπτα για να ακούσω τη φωνή της· εκπαίδευσα με δυσκολία τον Πατέρα ώστε με ένα απλό ‘yes’ να απαντά με σαφήνεια στην ακατανόητη ερώτηση της τηλεφωνήτριας αν δεχόταν να αναλάβει το κόστος των collect calls: «Πες, yes! Πες, yes, στην κυρία!» Συνήθως αρκούσε. Και άρχισα να γράφω γράμματα με τις πολλές εντυπώσεις μου, μαγεμένος από το νέο κόσμο που η διαφορετικότητά, το μέγεθος και ο πλούτος του σε κάθε γωνιά γύρω μου με συνάρπαζε. Και μετρούσα τις μέρες που θα ξανάνιωνα το κορμί της Ε δίπλα μου. Το ονειρευόμουν στα πολλά κενά απραξίας και μοναξιάς, μέρα και νύχτα.

Το τέλος εκείνης της περιόδου σημαδεύτηκε από λίγες εφιαλτικές στιγμές που θα αναστάτωναν κάθε εσωστρεφή άνθρωπο σαν κι εμένα, δίχως ίχνη υποκριτικού ταλέντου. Η σκέψη μιας impromptu, αυτοσχέδιας απαγγελίας και πράξης από την σκηνή ενός αμφιθέατρου μπροστά σε ανθρώπους τον τρομοκρατεί, όσο μικρό και να είναι αυτό το ακροατήριο που θα τον ακούσει και προσέξει. Η αυστηρή, ψηλή και ξανθιά Αμερικανίδα υπεύθυνος του course, με ένα μηχανικό και ψυχρό χαμόγελο, πιθανότατα για την προσωπική της τέρψη μας οδήγησε σε ένα από τα θέατρα εκδηλώσεων του πανεπιστημίου, όπου αφού μας χώρισε σε ομάδες και σε κάθε μια διόρισε αρχηγούς-σκηνοθέτες, ζήτησε από αυτές να συλλάβουν μέσα σε λίγα λεπτά και κατόπιν να εκτελέσουν επί σκηνής ένα σύντομο θεατρικό σκετς με θέμα σχετικό με την παραμονή και τις εντυπώσεις, μέσα από τα μάτια των αλλοδαπών φοιτητών που είμαστε, του καιρού μας στη Minneapolis. Το σκετς της ομάδας μας ανέλαβε να σκηνοθετήσει ένας κοντός, στιβαρός Μεξικάνος με φαλακρό κεφάλι, ένας mature student αρκετά άνω των τριάντα χρονών -όπως μου φαινόταν, που όμως η ζωντάνια, ο ζήλος και ενθουσιασμός του ξεπερνούσε νεότερους του στο γκρουπ –και φυσικά κατά πολύ περισσότερο τον δικό μου. Κατασκεύασε μιαν μικρή ιστορία και ανέθεσε δραματικούς ρόλους, που θα απαιτούσαν αυτοσχεδιασμό και λίγη ηθοποιία. Τον πανικό της σκηνής, τη stage fright, που ήμουν βέβαιος ότι θα με κυρίευε έπρεπε με κάθε τρόπο να αποφύγω. Με τα νεύρα τεντωμένα, την ανησυχία και το άγχος κορυφωμένα, αρνήθηκα κατ’ αρχήν ευγενικά και έπειτα, καθώς αυτό απαιτούσε προσαρμογές του σεναρίου και των ρόλων, αποποιήθηκα κατηγορηματικά κάθε ρόλο που θα απαιτούσε την ομιλία έστω και δυο λέξεων μπροστά στο ακροατήριο, ιδιαίτερα την ψηλή και ξανθιά εκπαιδευτικό, η οποία, όπως διαισθανόμουν, θα ήταν έτοιμη να ειρωνευτεί ή να φορέσει το ψυχρό της χαμόγελο σε κάθε κόμπιασμα, υποκριτική, ή εμφανή νευρικότητα. Έκρυβε η γυναίκα εκείνη κάποιο μικρό-σαδισμό όπως μου φαινόταν ή επρόκειτο για παράνοια εκ μέρους μου; Προς τελική ανακούφιση, μου ανατέθηκε ένας ρόλος κομπάρσου, που απλά απαιτούσε στη διάρκεια του «δράματος» να κρατούσα μια ταμπέλα μπροστά από το πρόσωπο μου που έτσι κρυβόταν από το ακροατήριο. Ούτε το τι ήταν γραμμένο στην ταμπέλα στα χέρια του βουβού αγάλματος που θα προσποιούμουν, ούτε κάποιο ίχνος από το περιεχόμενο της πράξης διατηρήθηκε στην μνήμη μου. Το αίσθημα μειονεξίας από τον ρόλο του κομπάρσου ήταν σαφώς προτιμότερο από το tsunami αμηχανίας και ντροπής, τον ενδεχόμενο πανικό που θα μου επιφυλασσόταν διαφορετικά (μπροστά σε άγνωστο κόσμο!).  

Το πρώτο βάπτισμα στη ζωή της Αμερικής έβαινε προς το τέλος του. Στην τελετή απονομής των πιστοποιητικών η «σαδίστρια» υπεύθυνη μάλλον επιβεβαίωσε την αντιπάθεια που υποπτευόμουν ότι μου έτρεφε, πιθανόν λόγω μιας εμφανούς αντικοινωνικότητας και της αδιαφορίας που έδειχνα για τα «παιχνίδια» της. Πρόφερε το όνομα μου λανθασμένα, αναμενόμενο άλλωστε από τον κάθε Αμερικάνο που καλείται να προφέρει ένα δύσκολο ελληνικό επίθετο. Όταν παρέλαβα το πιστοποιητικό μου έκανα το ατυχές σχόλιο –σε μιαν ανόητη προσπάθεια να διασκεδάσω την αμηχανία μου σε τέτοιες περιπτώσεις (η προφορά του επιθέτου από αλλοδαπούς, ειδικά αγγλοσάξονες, γινόταν συχνά αιτία προσωπικής αμηχανίας, αστεϊσμού, χαμόγελων, στραβών ματιών προς το μέρος μου, κτλ., ένα πρόβλημα που θα κουβαλούσα εφ’ όρου ζωής) της είπα (χαμογελώντας): “Ι think you misspelled my name…”. Μου απάντησε χωρίς χαμόγελο και μια δόση ειρωνείας στην φωνή της για την λαθεμένη χρήση του λεξιλογίου, διορθώνοντας τα Αγγλικά μου: ‘I might have mispronounced it, but, surely, I have not misspelled it!’ Ένιωσα έναν ή δυο ακόμα δυνατούς χτύπους της καρδιάς να προστίθενται στους δισταγμούς και δυσκολίες προφοράς του επιθέτου από τρίτους σε κόσμο, αυτή την φορά περισσότερο από το αίσθημα ενόχλησης και προσβολής που ένιωσα αλλά κράτησα μέσα μου. Το ζόρι των δύο τελευταίων ημερών είχε αποκορυφωθεί.

Οι αποχαιρετισμοί με τους υπόλοιπους του γκρουπ ήταν χαλαροί. Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι, όπου ο φαλακρός Μεξικάνος έπαιξε πιάνο και έγινε η ψυχή του, παράμεινα στον αντίποδα, στο περιθώριο, με μια μπύρα στο χέρι: a fly in the wall, όπως αποκαλούν χαρακτήρες σαν και μένα σε κοινωνικές εκδηλώσεις οι Αγγλοσάξονες. Ακόμα και μέσα από την σύνδεση μου με τον Κώστα, τον συνοδοιπόρο και στήριγμά μου στα πρώτα βήματα στην Αμερική, δεν είχα πολλές εντυπώσεις να πάρω μαζί μου για το αμερικάνικο μέλλον μου. Η σύνδεση μας έμεινε ευκαιριακή και επιφανειακή, όπως και πολλές από τις γνωριμίες με Έλληνες της διασποράς που θα ακολουθούσαν.

Δεκαετίες μετά, προς το τέλος της πολύχρωμης επαγγελματικής καριέρας που ακολούθησα, είτε από ανάγκη, είτε από κατά καιρούς καλές ή κακές επιλογές, χωρίς την καταξίωση που ονειρευόμουν εγώ, ο πολλά υποσχόμενος, όπως και άλλοι γύρω μου στο ξεκίνημα, στην εποχή του internet, που δεν αφήνει «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον», το μάτι μου έπεσε σε ένα άρθρο της Μακεδονίας και ένα όνομα που με έφερε πίσω σε κείνες τις μέρες στην Minneapolis: ο Κώστας ο Σ. είχε διοριστεί ‘εξωτερικό’ μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του πανεπιστημίου της γενέτειράς μου. Μια φωτογραφία του, με το ίδιο περιποιημένο, πλούσιο μαλλί, και το καλοσχηματισμένο γοητευτικό πρόσωπο, τον έδειχνε σε ένα μπαρ της Θεσσαλονίκης με παρέα συναδέρφων από κάποια τελευταία επίσκεψη του στην πόλη. Με τον Κώστα, σκέφτηκα, είχαμε λίγο-πολύ ξεκινήσει από την ίδια αφετηρία, προερχόμαστε από την ίδια πόλη, βγάλαμε το ίδιο Πανεπιστήμιο, καταγόμαστε πιθανόν από τα ίδια μικροαστικά της στρώματα. Ως καθηγητής επώνυμης έδρας διακεκριμένου πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, φημισμένος διεθνώς στην ειδικότητα του, σε επιστημονικό και επαγγελματικό επίπεδο είχε καταγράψει, ονομαστικά τουλάχιστον, δυσθεώρητες επιτυχίες – συγκριτικά τάξεις μεγέθους μεγαλύτερες από τις δικές μου. Στο μεγάλο σχήμα του παγκόσμιου ανθρώπινου πολιτισμού, σε έναν κόσμο δισεκατομμυρίων θνητών μπορεί να μη σήμαινε πολλά πράγματα, αλλά υπό άλλες συνθήκες, πριν ακόμα η καριέρα μου τελματώσει εκεί που τελικά κατέληξε, τέτοιου μεγέθους επιτυχία ίσως να με γέμιζε φθόνο και ανατροφοδοτούσε το ανέκαθεν λανθάνον σύμπλεγμα κατωτερότητας. Αυτή τη φορά η καταξίωση του Κώστα όμως με άφησε αδιάφορο. Άλλωστε, σε ένα χαοτικό σύστημα, που χαρακτηρίζεται από συγκυρίες και σταυροδρόμια και μονοπάτια που ανοίγονται μέσα από προσωπικά διλήμματα και επιλογές, αλλά τελικά μπλέκονται στον δαίδαλο των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων, έναν τελικό προορισμό που μόνο πιθανοτικά μπορεί να προβλεφθεί και ένα σημείο αφετηρίας που χάνεται στα σκοτάδια του παρελθόντος, η αιτιοκρατική σχέση μεταξύ της αρχής και του τελικού αποτελέσματος φαίνεται εξαιρετικά δυσδιάκριτη. Πίσω από το επιστημονικά επιτεύγματα του Κώστα, αδιαμφισβήτητα σημαντικά, και τις αναφορές στο όνομά του έψαξα αδιάκριτα και για την προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Εκεί δεν βρήκα αναφορές. Και θυμήθηκα τον ντροπαλό νέο, που μας έσερνε κάθε βράδυ σε κείνο disco-bar της Minneapolis σε αναζήτηση γνωριμιών με το άλλο φύλο· τον θυμήθηκα καθισμένο στο σκαμπό του μπαρ να κοιτάζει την πίστα σοβαρός, χωρίς να ανταποκρίνεται στα ερωτικά καλέσματα των Αμερικανίδων που χόρευαν λίγα βήματα παρά πέρα.

Παρέα με τον εξίσου με μένα επικοινωνιακά αδέξιο Ιταλό, που η έλλειψη ευχέρειας στην προφορά και την ομιλία της αγγλικής γλώσσας ξεπερνούσαν τους δισταγμούς εκ μέρους μου να την μιλήσω, πήραμε το αεροπλάνο το πρωινό μετά το αποχαιρετιστήριο πάρτι για να πετάξουμε από τη Minneapolis στην πόλη των σπουδών μας. Με την προσγείωση στην ίδια πόλη, το Columbus, οι δρόμοι μας θα χώριζαν και αυτοί.

No comments:

Post a Comment