Σε μια από τις εξόδους από το δωμάτιο για ξέσκασμα, κάτω στην αίθουσα ψυχαγωγίας, με την τηλεόραση και το μπιλιάρδο και το τραπέζι του ping-pong, συνάντησα την άλλη μοναδική και μοναχική ψυχή του Morrison Tower: τον Κ τον Τ. Ξερακιανός, μελαχρινός, με θαμνώδη φρύδια και πλούσιο και ανέμελο καλλιτεχνικό μαλλί, ένα πονηρό μειδίαμα, επίδοξος μέγα-αρχιτέκτονας με αισθητικές ευαισθησίες. Φαινόταν και παρουσιαζόταν περισσότερο ως καλλιτέχνης, παρά ως μηχανικός, όπως αρμόζει σε αρχιτέκτονες. Πόντιος με ασορτί ποντιακό επίθετο, και ανάλογη αίσθηση του χιούμορ και αρκετά κοινά στοιχεία με το δικό μου, και κυρίως ένα άνετο και χαλαρό ύφος. Το χιούμορ, η καταγωγή και των δυο μας από τη Θεσσαλονίκη, κάποια μακρινή σύνδεση που είχε ο πανεπιστημιακός πατέρας του με τον δικό μου, πρωτίστως όμως η ξενιτιά που ασκεί μια ισχυρή δύναμη συνάφειας ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια καταγωγή, γλώσσα και κληρονομιάς, μας ένωσε φιλικά.
Υπό την πίεση της προσαρμογής σε έναν καινούργιο
κόσμο με διαφορετικούς ρυθμούς και έθιμα, η μικρή και σύντομη φιλία με τον Κ έγινε
ένα προσωρινό διέξοδο γέλιων και διασκέδασης, που αλάφρυνε κάπως την πίεση των
σπουδών και της προσαρμογής στην ξενιτιά. Απολάμβανα τη μίμηση της βραχνής
φωνής του Γκουσγκούνη, του ινδάλματος του ελληνικού πορνό σινεμά, ένδειξη
κοινών εμπειριών από τα εφηβικά μας χρόνια, την ελαφρότητα των πορδολογιών και
μπουρδολογιών και άλλων ανεκδότων του, σάρκαζα την μαθηματική ρηχότητα και έλλειμμα
πρακτικότητας που διέκρινε τον ίδιο και γενικά την φαμίλια των αρχιτεκτόνων, σε
μια φάση που η αρχιτεκτονική δημιουργία και το σχέδιο, όπως ο ίδιος μου έδειξε σε
μια επίσκεψη στη σχολή του, στηριζόταν ολοένα και περισσότερο στη χρήση
υπολογιστών και αργότερα τεχνητής νοημοσύνης.
Κυνηγήσαμε με τον Κ χωρίς ιδιαίτερο ζήλο και
σύστημα το γυναικείο φλερτ σε μπαρ του Columbus, όπου με επέπληττε για την τάση μου να μεθώ προκειμένου
να ξεπεράσω τις αναστολές μου, πίνοντας, για παράδειγμα, την light αμερικάνικη μπύρα με καλαμάκι. Κατά βάθος
με ικανοποιούσε η ζήλια που ένιωθε και ο ίδιος κατέβαλε προσπάθεια να αποκρύψει,
για τον έρωτα που άφησα πίσω και τα σχέδια να τον φέρω κοντά μου. Από τη μεριά
μου, όσο και να κορόιδευα την αμερικανική προφορά στα πολύ καλύτερα από τα δικά
μου αγγλικά, ελαφρώς φθονούσα την επικοινωνιακή του άνεση και λιγότερο,
μολονότι πρόωρα για κάτι τέτοιο, την αμερικάνικη υπηκοότητα που είχε αποκτήσει
έχοντας γεννηθεί σε αμερικανικό έδαφος· και η οποία βέβαια θα του άνοιγε τις
προοπτικές της μεγάλης χώρας, θα του επέτρεπε να αποφύγει τη στρατιωτική
θητεία, το ακόμα μακρινό μαύρο σύννεφο στον ορίζοντα του ουρανό μου, που όμως τελικά
θα έβρεχε βροχές και καταιγίδες πάνω μου.
Ήταν
κάποια φιλία light, σαν
τις μπύρες που πίναμε. Μια εφήμερη παρέα και συντροφιά, που την ανάγκη της νιώσαμε
και δυο μας στην δίνη των πρώτων μηνών της ξενιτιάς. Και δεν προχώρησε πιο βαθιά
από εκείνα τα πρώτα ρηχά βάθη και με τους μήνες εξασθένισε. Μετά το πρώτο
τρίμηνο, έβαλα μπρος να μετακινηθώ στο αξιοπρεπέστερο Jones Tower, την
περισσότερο μοντέρνα φοιτητική εστία σε ένα απρόσωπο, ψηλό παραλληλεπίπεδο
κτίριο, όπου όμως τα δωμάτια, αν και μικρότερα, βρισκόταν σε μικτούς ορόφους
και, το κυριότερο, είχαν το δικό τους μπάνιο. Θα είχα εκεί το προσωπικό μου τηλέφωνο
και, κυρίως, θα μπορούσα να φιλοξενήσω για λίγες βδομάδες την Ε. Ήταν ένα μικρό αλλά διακριτό βήμα προς την
βελτίωση της άχαρης καθημερινότητας του Morrison Tower. Ο Κ δεν με ακολούθησε. Στο μεταξύ είχε «διπλαρωθεί»,
όπως έβλεπα, από μιαν συγκεκριμένη Έλενα, μια παχουλή, κακομαθημένη Ελληνίδα
φοιτήτρια, πιθανότατα εύπορης καταγωγής, που ο όγκος της μεγεθυνόταν κάθε φορά
που στεκόταν, φιλάρεσκη μέσα στα ακριβά της ρούχα και αρώματα, δίπλα στο
ψηλόλιγνο σώμα του Κ. Κακομαθημένες μοναχοκόρες, που η οικογένεια ικανοποιούσε κάθε
χατίρι, γίνονται έμμονοι, βασανιστικοί, και κτητικοί άνθρωποι. Η ιδέα της να
εκνευρίζει τον Κ, να του τη «σπάει» όπως θα λέγαμε και ο ίδιος μου εκμυστηρευόταν,
μετά από μικρο-καυγάδες και κριτική για το βάρος και τα πάχη της, ήταν να
κουταλιάζει επιδεικτικά και περιπαικτικά μπροστά του ένα βάζο με
μαγιονέζα. Πέρα από το βλέμμα του Κώστα,
που μάλλον τότε το κατεύθυνε όπως πολλούς στη μοναξιά και κρύο της ξενιτιάς μια
υποβόσκουσα σεξουαλική πείνα, η Έλενα δεν κέρδισε πολλές συμπάθειες στο campus. Και η σχέση τους, όπως αναμενόταν, δεν
διήρκεσε πολύ. H απόμακρη δικιά μου, από
την άλλη, αποκτούσε, μέσα από τέτοιες ιστορίες, μεγαλύτερη αξία.
No comments:
Post a Comment