Η αλλαγή του χρόνου από το 1986 στο 1987 πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Στο λίγο καιρό των διακοπών στην Ελλάδα εκτονώνονταν καθημερινά διακαείς πόθοι πολλών μηνών στην αγκαλιά της Ε. Και την παραμονή Χριστουγέννων, όταν βγήκαμε γλυκά ζαλισμένοι από το κρασί έξω από την ταβέρνα όπου πήγαμε με την φίλη Χριστίνα, τον «δεσμό» της, κι άλλους φίλους, άρχιζε να χιονίζει χιόνι πυκνό για πρώτη και τελευταία φορά που θυμάμαι τέτοιες μέρες. Αξέχαστα λευκά και ερωτικά Χριστούγεννα άγγιξαν την τελειότητα, με τις επιθυμίες κορεσμένες. Επικούρειες μέρες με κρασί και λίγους φίλους, παρά την βαριά σκιά ενός ακόμα αποχωρισμού που θα ερχόταν στο τέλος τους. Επέστρεψα με κάπως πιο ανάλαφρη καρδιά από την πρώτο αποχαιρετισμό του Ιούλη. Η σχέση με την Ε πατούσε ακόμα σε στέρεο έδαφος, καθώς η απόσταση που μας χώριζε για μήνες επιβεβαίωσε και στους δυο μας την έλλειψη της συντροφιάς του άλλου, και έφερε τις καρδιές μας πιο κοντά.
Με την επιστροφή
στο Αμέρικα, τους ρυθμούς μελέτης και αφοσίωσης στο επιστημονικό αντικείμενο, στα
μαθήματα και την έρευνα όφειλα να τους συνεχίσω αμείωτους· μάλλον, να τους επιταχύνω.
Ήθελα κι έπρεπε (χάριν στην απροσδιόριστη και αφηρημένη αναγκαιότητα που
επιβάλλεται σε παιδιά της μικρής και μεγάλης μπουρζουαζίας από γεννησιμιού τους)
να «πετύχω» εν μέσω έντονου ανταγωνισμού. Και η επιτυχία για την ώρα εκείνην θα
μετριούνταν απτά, με βαθμούς και αποτελέσματα και συνεισφορά: στα μαθήματα, στις
διατριβές, στον αριθμό των άρθρων και τον όγκο του έργου που θα έφερε το όνομα
μου. Η μετακόμιση τον καινούργιο χρόνο Jones Tower συνοδεύτηκε από τέτοιες «επιτυχίες» που
εκτόξευσαν το επιστημονικό ηθικό και την όρεξη για δουλειά σε νέα ύψη. Στα
μαθήματα του πρώτου τρίμηνου αρίστευσα. Με μιαν ενδόμυχη περηφάνια παρουσίασα
το δελτίο βαθμολογίας του προηγούμενου και του προγράμματος του επόμενου
τριμήνου στον Leon να το
υπογράψει. Περίμενα ένα κολακευτικό σχόλιο, ίσως κάποια «συγχαρητήρια», αλλά, αφού
καλαμπούρισε με μια φράση στα Γαλλικά για το προαιρετικό μάθημα ξένης γλώσσας
που επέλεξα και γέλασε το γνώριμο γέλιο του, ενέκρινε το δελτίο υπογράφοντας την
λίστα με τίτλους μαθημάτων και πιστωτικών μονάδων. Ο χαλαρός τρόπος του υπέθεσα
ότι μπορεί και να υπονοούσε το «δεν περίμενα κάτι λιγότερο από άριστους βαθμούς
από εσένα».
Μετά από λίγες
βδομάδες είχα μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη: καθώς διερευνούσα την σχετική
βιβλιογραφία περί του ερευνητικού θέματος, ξεφυλλίζοντας τελευταία τεύχη σχετικών
τεχνικών περιοδικών στην βιβλιοθήκη, το μάτι μου έπεσε σε ένα άρθρο με το επώνυμο
του Δ να ακολουθείται από το δικό μου. Ναι, το δικό μου! Τυπωμένο στο πίσω
φύλλο του περιοδικού με τα περιεχόμενα! Σίγουρα, σκέφτηκα, αυτό το τεχνικό
γεγονός δεν θα διέφευγε της προσοχής κανενός σχολαστικού ερευνητή του
‘Εργαστηρίου’. Ήταν το άρθρο που με κόπο είχαμε συγγράψει, το άρθρο για το
οποίο σχεδόν «βόγκηξε το Πανεπιστήμιο» όπως αστειευόταν ο Δ, αλλά το οποίο, στην
πρώτη του έκδοση, είχε απορριφθεί από το κορυφαίο περιοδικό κύρους ‘Α’, στο
οποίο -αφελώς φιλόδοξοι- το είχαμε υποβάλλει. Θυμήθηκα την απογοήτευση μας με
την απόρριψη, και τα αλαζονικά ως και προσβλητικά σχόλια ενός από τους κριτές.
Ο Δ το αναθεώρησε με τον επιστημονικό ζήλο και φιλοδοξία και μέθοδο που τον
διέκρινε το υπέβαλλε με επιτυχία στο περιοδικό κύρους ‘Β’. Στην αναθεωρημένη
έκδοση είχε υποβιβάσει το όνομα μου στην δεύτερη θέση ανάμεσα στους τρεις
συγγραφείς, αλλά αυτό δεν με ενόχλησε -ούτε θα έπρεπε. Η ικανοποίηση που με
γέμισε και τα ρίγη περηφάνιας που με κυρίευσαν μετά από εκείνη την λάμψη δημοσιότητας
–όπως πίστευα, τουλάχιστον, στον χώρο της ερευνητικής κοινότητας που ασχολείτο
με παρόμοια θέματα και στην οποία είχα ενταχθεί, ακολούθησαν κύματα
αυτοπεποίθησης, κίνητρου και όρεξης για δουλειά. Είχε και κείνη τους
αναγνωρισμένους λαμπρούς αστέρες της κι εμένα πλέον ως ανερχόμενο.
Μια παρόμοια
αίσθηση, ήμουν βέβαιος, καταλαμβάνει κάθε νέο, επίδοξο επιστήμονα όταν βλέπει
το όνομα και τη δουλειά του τυπωμένη σε ένα δημόσιο έντυπο. Έσπευσα να βγάλω
αντίγραφα του άρθρου, αρκετά αντίγραφα. Άφησα μερικά στην κορυφή μιας στοίβας από
άρθρα και συγγράμματα που συσσώρευα προς μελέτη, στο γραφειάκι στον χώρο που
μοιραζόμουν με δυο-τρεις άλλους στο ισόγειο του ‘Εργαστηρίου’ με την κρυφή
ελπίδα να τραβήξει την προσοχή και ενδιαφέρον κάποιου. Δεν άκουσα καμιά μνεία στο
άρθρο μου για μέρες· ούτε από τον Ron, ούτε από τον Leon, ούτε από κανέναν συμφοιτητές και
ερευνητές του ‘Εργαστηρίου’. Δεν με απογοήτευσε. Κάποτε θα ερχόταν μια πιο
κραυγαλέα αναγνώριση και από τον κύκλο μου. Μου αρκούσε για την ώρα που το
όνομα μου φιγουράριζε κάπου τυπωμένο, το άρθρο μου ένα λιθαράκι, προφανώς
ασήμαντο, στο ερευνητικό γίγνεσθαι του τομέα μου, λίγες φράσεις στην ιστορία
της προόδου του. Ήταν βέβαια μια σταγόνα
στον ωκεανό της ανθρώπινης γνώσης, δεν είχα ψευδαισθήσεις επί αυτού, αλλά για
τον νέο και ακόμα εξαιρετικά φιλόδοξο επιστήμονα, φαινόταν σαν ένα σκαλοπάτι
προς την ποθητή αναγνώριση και καταξίωση. Αυτό παρέμενε ακόμα τότε μεγάλη
υπόθεση και προσωπικό στοίχημα.
No comments:
Post a Comment