O καιρός μου στον Jones Tower περνούσε στο ίδιο μοτίβο –τυπικό μιας μεταπτυχιακής φοιτητικής «εστίας», όπου πλειοψηφούσαν αλλοδαποί φοιτητές. Οι μέρες κυλούσαν ανάμεσα στη σχολή για παρακολούθηση μαθημάτων, τακτικές περιοδικές επισκέψεις στο ‘Εργαστήριο’ για διαφωτιστικές κουβέντες με τον Ron, ο οποίος ήταν μονίμως απασχολημένος και βιαστικός να τις ολοκληρώνει, και το τέλος τους με έβρισκε πεινασμένο στην καφετέρια για ένα άνοστο γεύμα. Τα απογεύματα και βράδια στο μικρό, ζεστό δωμάτιο, μπροστά στο γραφειάκι δίπλα στο μακρόστενο παράθυρο ενός από τους ψηλούς ορόφους προσηλωνόμουν στη μελέτη και τις σημειώσεις μου. Με ματιές στο campus και την κίνηση από κάτω, περιοδικές οριζοντιώσεις στο στενό κρεβάτι για ονειροπόληση και για να κατεβάσω στο μυαλό ιδέες, που έσπευδα να επεξεργαστώ και καταγράψω σε χαρτί. Οι σελίδες των κίτρινων διαγραμμισμένων σημειωματάριων γέμιζαν η μια μετά την άλλη –γράφονταν και ξαναγράφονταν καθαρογραμμένες. Γέμιζα ντοσιέ από σημειώσεις, κουτιά από μεθοδικά διαβασμένα άρθρα, τα ράφια από βιβλία.
Στο επίκεντρο των,
ας πούμε, εξωσχολικών ονειροπολήσεων βρισκόταν φυσικά η Ε. Έφερνα στο μυαλό
μου, ξανά και ξανά, τις ερωτικές περιπτύξεις και εμπειρίες του παρελθόντος, τη
θέα του κορμιού της σε κάθε πόζα και στάση. Μετά από κάθε τηλεφώνημα στο μυαλό
μου αντηχούσαν οι αναστεναγμοί της. Καμιά φορά περιπλανιόμουν στο μακρινότερο
παρελθόν μου, στην Α. Ο πόθος γινόταν οριακός. Αυνανιζόμουν συχνά πριν κοιμηθώ
-για να μπορέσω κοιμηθώ. Είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Μετά την ‘πράξη’, ίσως
λόγω υποσυνείδητων ενοχών από την εφηβική ηλικία, ίσως λόγω έκκρισης αδρεναλίνης
ή άλλων χημικών ουσιών, πιθανόν εξαιτίας συνδυασμού των δύο στην ψυχοφυσιολογία
μου, οδηγούμουν σε υπερδιέγερση που δύσκολα κατεύναζα και η οποία εμπόδιζε τον
ύπνο μου για ώρες. Ήταν το αντίτιμο που πλήρωνα από την απουσία της συντροφιάς της.
Κανονίσαμε να
έρθει για λίγο καιρό γύρω από το ελληνικό Πάσχα. Ήταν η διακαής επιθυμία και
των δύο και μετρούσαμε τις μέρες μέχρι το ταξίδι της. Τελικά, τον Μάρτιο μετά
τον αποχωρισμό των Χριστουγέννων, κατάφερε και ταξίδεψε κρυφά από τη μάνα της, και
αφίχθηκε στο Columbus και στο δωματιάκι μου του Jones Tower. Οι κανονισμοί του
«πύργου» ήταν σαφείς: η διανυκτέρευση και φιλοξενία προσώπων στα δωμάτια του
δεν επιτρεπόταν. Παραβιάζαμε συνειδητά κανόνες συγκατοίκησης, αλλά δυο
ερωτευμένα, όμορφα και αθώα παιδιά, που μπαινόβγαιναν μαζί σε ένα τεράστιο και πολυσύχναστο
κτίριο, πως, σκέφτηκα, ήταν δυνατό να δημιουργήσουν υποψίες στους γενικά
αδιάφορους επιτηρητές της κεντρικής εισόδου; Οι συνάδερφοι γείτονες του
διαδρόμου, με τους οποίους έτσι ή αλλιώς δεν είχα πολλά πάρε-δώσε, καμιά φορά χαμογελούσαν
διακριτικά όταν συναντιόμαστε στα ασανσέρ. Κάναμε έρωτα το πρώτο βράδυ, στο
άβολο μονό κρεβάτι-καναπέ, που διήρκεσε δευτερόλεπτα. Ήταν μια εκτόνωση.
Ακολούθησαν και άλλες ερωτικές περιπτύξεις το δεκαήμερο της παραμονής της Ε,
που δεν άφησαν εντυπώσεις στη μνήμη: ήταν υποτονικές και υποβαθμισμένες, όπως
πολλές φορές συμβαίνει όταν η πραγματικότητα και οι συνθήκες δεν εναρμονίζονται
με τον πόθο και την λαχτάρα. Όταν καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες, όταν
το μυαλό φαντάζεται και σχηματίζει εκ των προτέρων ιδανικές καταστάσεις, η
ποιότητα των στιγμών στην πράξη σπάνια ανταποκρίνεται στις φαντασιώσεις και
προσδοκίες. Ωστόσο, η Ε επέστρεψε στην Ελλάδα με την αγάπη μας αλώβητη, τη
σχέση μας, πιστεύαμε, σε στερεότερα θεμέλια, και ξεκάθαρα σχέδια για την ζωή μετά
το καλοκαίρι. Από την μεριά μου, για δεύτερη φορά σε λίγο πάνω από ένα χρόνο
σχέσης μολύνθηκα με χλαμύδια· καλύτερα ενημερωμένος πλέον για το νόσημα έσπευσα
χωρίς πολλά παρατράγουδα να το αντιμετωπίσω και ενημερώσω, πρώτη φορά, την Ε.
Το ενδεχόμενο της ερωτικής απιστίας το παράκαμψα.
No comments:
Post a Comment