Θα ξαναβρισκόμαστε το καλοκαίρι, στη δεύτερη σε έναν χρόνο επίσκεψη στην πατρίδα, όπου θα γινόταν ο «πρόχειρος» αρραβώνας που είχαμε προσυμφωνήσει. Ήταν ο ελάχιστος όρος που έθετε η μητέρα της για να την επιτρέψει να μεταναστεύσει και να ζήσουμε μαζί τα επόμενα χρόνια (και ποιος ξέρει, ίσως και μιαν ολόκληρη ζωή;) στην Αμερική. Οι καλοκαιρινές διακοπές του 1987, λοιπόν, αναλώθηκαν σε αμοιβαίες οικογενειακές επισκέψεις. Οι δυο μας οδηγήσαμε στα Γιαννιτσά, στο φτωχικό διαμέρισμα του ημιώροφου, όπου η μητέρα της, εργαζόμενη ως καθαρίστρια, ζούσε με την αδερφή της. Ο άντρας της οικογένειας είχε πεθάνει νέος και η σχετική φτώχια που το μεροκάματο της καθαρίστριας έφερε στην οικογένεια των τριών γυναικών, ανάγκασε τα δυο κορίτσια να βγουν στην ζωή και την εργασία από νωρίς. Η κομμουνιστική φλόγα, που ακόμα έκαιγε μέσα μου, αφού φώτιζε τέτοιες βιοπάλες προλετάριων με την μαρξιστική της λάμψη, την ανάγαγε σε αντικείμενο εκτίμησης και θαυμασμού. Ένας μυστικιστικός σεβασμός μέσα μου προς την εργατική τάξη, χάριν στις ιδεολογικές μου ρίζες, διατηρείτο αμείωτος.
Γυρίσαμε και τα
γύρω χωριά, την Κρύα Βρύση πριν από όλα, για να περπατήσω τα μονοπάτια της
βαθιάς μνήμης, να ξαναθυμηθώ πρωτόγονες αναμνήσεις από τα πρώτα μου βήματά στη
ζωή, με την Μάνα, το δημοτικό σχολείο, το βιβλιοπωλείο της γωνιάς, το σπιτικό της
κυρίας Μέλης. Στον δρόμο μας ανεβήκαμε και σε άλλα δυο ημιορεινά χωριά της
επαρχίας των Γιαννιτσών, όπου συναντήθηκα, ο μορφωμένος και με εκλεπτυσμένους τρόπους
πρωτευουσιάνος, με την ευρύτερη οικογένεια της Ε από προηγούμενες γενιές. Η
φιλοξενία από γιαγιάδες και θείτσες ήταν καταπιεστική σε σημείο που η αδυναμία μου
να αρνηθώ τα εδέσματα που μου προσφέρονταν το ένα μετά το άλλο, προκάλεσε το τρανταχτό
γέλιο κάποιας θείας, που παρακολουθούσε την ταλαιπωρία μου, στην οποία ευγένεια
και καλοί τρόποι με είχαν υποβάλλει. Γέλασα κι εγώ, ντράπηκα, κοκκίνησα, αλλά
συνέχισα να τρώω από τα εδέσματα υπό τον φόβο να μην προσβάλλω τους
οικοδεσπότες μου. Σε κείνο το χωριό άκουσα για πρώτη φορά, μετά από τα χρόνια
των διακοπών στο κάμπινγκ της Σκοτίνας από Σκοπιανούς τουρίστες, την
Σλαβομακεδονική διάλεκτο, που η πλειοψηφία των γεροντότερων συνδαιτημόνων
χρησιμοποιούσαν ως κύρια γλώσσα επικοινωνίας, και την οποία η Ε, προς έκπληξή
μου, τόσο καταλάβαινε, όσο και μιλούσε όταν απευθυνόταν στους συγγενείς της. Η
εμπειρία από εκείνα τα χωριά της μακεδονικής υπαίθρου απομυθοποίησε τα περί
ελληνικότητας της Μακεδονίας, και τον με σαθρή ιστορική βάση εθνικισμό που
εξαπλώθηκε εκ του μη όντος στις συνειδήσεις των Θεσσαλονικιών (πριν από όλους!)
με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση της δημοκρατίας της
Μακεδονίας.
Με καθαρό μυαλό
και συνέπεια, και αναφορά στις εμπειρίες από τα μυστικά των χωριών του Βάλτου, πήρα
καθαρές και κατηγορηματικές θέσεις σε προσωπικές και, αργότερα, πρώιμες διαδικτυακές
συζητήσεις επί του θέματος, που θα γινόταν κεντρικό, παρά τον στείρο και ατελέσφορό
χαρακτήρα του, στους πολιτικούς διαλόγους που σε λίγα χρόνια θα φούντωναν· και ενεπλάκην
σε ιδεολογικοπολιτικούς καυγάδες που βέβαια η συνεισφορά τους στην πορεία που
πήρε το θέμα θα ήταν έτσι κι αλλιώς μηδαμινή. Πολύ ισχυρότερες δυνάμεις υπεράνω
όλων μας των κοινών θνητών ενεργούν, ώστε η έκφραση απόψεων εδώ κι εκεί στην
εντροπία της πληροφόρησης, που με την εξάπλωση του internet αυξάνεται εκθετικά, ελάχιστα επηρεάζει την κατεύθυνση, την δράση και το
αποτέλεσμά τους. Πάντως, ένιωθα μιαν ικανοποίηση ότι «έκανα το κομμάτι» μου,
έστω και για χάρη ενός αόριστου ανθρωπιστικού δίκαιου, ή τουλάχιστον για την αποκατάσταση
μέσα στοιχειωδών ιστορικών αληθειών. Η Μακεδονία ανήκε σε όλους τους λαούς και
εθνότητες που την κατοίκησαν και μοιράστηκαν ανά τους αιώνες. Η γνώση κι επίγνωση
της ιστορικής αλήθειας και της θέσης μας στην ιστορία, είναι από μόνες τους σημαντικές
επιβραβεύσεις στην ζωή.
Την κοινωνικά και
ψυχικά επίπονη για τον ντροπαλό εαυτό επίσκεψη στα Γιαννιτσά και τα χωριά καταγωγής
της Ε, την ανυπέρβλητη αμηχανία, το πολιτιστικό σοκ, που ένας χαρακτήρας σαν
τον δικό μου αισθάνεται όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους άλλων συνηθειών και
κοινωνικής τάξης, την διαδέχτηκε μιαν εξίσου στενάχωρη επίσκεψη στον φτωχικό
ημιώροφο διαμέρισμα της κυρίας Μ, σε μια γειτονιά των Γιαννιτσών, αυτή τη φορά
με τους γονείς μου. Ήταν το ελάχιστο που απαιτούσε μια γνωριμία οικογενειών ή ένας
κατά κάποιο τρόπο αρραβώνας, όσο ανεπίσημα και ιδιωτικά προσπαθούσαμε να τον
οργανώσουμε. Η θέληση όμως να συμβιώσουμε ήταν ισχυρή. Φέραμε μαζί λουλούδια
και γλυκά, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιστάσεις. Η κυρία Μ μας υποδέχτηκε
στο φτωχικό σαλονάκι με τα παλιά έπιπλα και λίγα διακοσμητικά: βαζάκια,
δαντέλες, ένα σετ τσαγιού πορσελάνινο στο χαμηλό τραπεζάκι, που φαινόταν ότι
είχε κληρονομηθεί από προηγούμενες γενιές, η φωτογραφία του μακαρίτη συζύγου με
τις κόρες του, τη μικρή Τ στην αγκαλιά του, την Ε δίπλα του. Είχε περάσει
αρκετός καιρός από τότε που τις τράβηξε δίπλα στο νεκροκρέβατο του και ζήτησε
«να είναι καλά κορίτσια για τη μαμά» -η τελευταία και από τις λιγοστές στιγμές με
τον εργάτη πατέρα της που θυμόταν και μου διηγήθηκε η Ε, μια φανταστική σκηνή
που με συγκινούσε εξίσου με την ταπεινή καταγωγή της. H κυρία Μ μας κέρασε λικέρ, που το ήπιαμε στην
υγεία του νέου και όμορφου και, κατά τα φαινόμενα, ταιριαστού ζευγαριού. Παρά
το χάσμα στο μορφωτικό επίπεδο και τη μεγάλη διαφορά στο οικονομικό και ταξικό
επίπεδο, ο Πατέρας, με την άνεση που το διακρίνει σε κοινωνικές εκδηλώσεις κατά
τις οποίες μπορεί να αδράξει εύκολα την πρωτοκαθεδρία, βρήκε πολλά να πει και δηλώσει,
αν και όχι προσωπικά στην κυρία Μ, αλλά περισσότερο σχόλια αφ’ υψηλού στο μικρό
κι ετερογενές ακροατήριο. Μονοπώλησε, όπως αναμενόταν, το διάλογο, ο οποίος εξελίχτηκε
σε μονόλογο. Η Μάνα σφιγμένη και φορώντας ένα μόνιμο πλαστό χαμόγελο δεν είπε
πολλά πράγματα, μόνον λίγα και τυπικά. Κατά βάθος ένιωσα ότι δεν ενέκρινε ούτε τον
άτυπο αρραβώνα, ούτε την επικείμενη συμβίωση.
Η επίσκεψη μας
εκείνο το καλοκαίρι του 1987, που πέρασε αναξιομνημόνευτο από προσωπική και
ερωτική σκοπιά, χωρίς τελικά κάποιες ξένοιαστες διακοπές μέσα από την ανάγκη
ετερόκλητων γνωριμιών και μιας στοιχειώδους τυπικής σύνδεσης οικογενειών,
ανταποδόθηκε μετά από λίγες από την κυρία Μ και την Τ στο ρετιρέ και τη μεγάλη
βεράντα μας του διαμερίσματος της Χαριλάου. Τη φιλοξενία των προσκεκλημένων την
ανέλαβε φυσικά η Μάνα, με την ψυχρή όμως τυπικότητα που συχνά την διακρίνει για
καταστάσεις με τις οποίες αδυνατεί να δεχτεί και εναρμονιστεί, ενώ τις όποιες τυχόν
αντιρρήσεις και διαφωνίες τις καταπιέζει. Διαισθάνθηκα ξανά μιαν εντέχνως κρυμμένη
αντίθεση και μιαν κατά βάθος απροθυμία να συναινέσει στην εξέλιξη που έπαιρνε η
σχέση· να συγκαταθέσει με γνήσιο και θερμό τρόπο, να «δώσει την ευχή της», όπως
θα έλεγαν οι παλιοί, σε μια σχέση που για μένα και την Ε τότε αποτελούσε μέχρι
τότε ερωτική πεμπτουσία. Σποραδικά σχόλια που πριν και μετά το «λογοδόσιμο» του
γιου που ξαφνικά προέκυψε, τη «δέσμευση του, όντως τόσο νέος, τι την
χρειάζεται;» όταν έπρεπε να εστιασθεί στην επιστήμη και καριέρα μου, τις «γάμπες
της Ε που δεν μου αρέσουν» -παρά την γενική ομορφιά της και, αργότερα, όταν τα
πράγματα έπαιρναν μιαν άσχημη πορεία, απαξιωτικά σχόλια «για εκείνη την μάνα
της», και τα λοιπά, πρόδιδαν μιαν εσωτερική διαφωνία. Σε αυτά θα πρόσθετα την
εμφανή απογοήτευση της από την κατηγορηματική μου άρνηση να επικοινωνήσω και να
συνδεθώ (με την προοπτική της σχέσης και, βέβαια, του γάμου) με την άσχημη μεν,
αλλά με αξιόλογη προίκα δε, κόρη συναδέρφου και φίλη της. Έκτοτε, ίσως μερικές φορές
και από προσωπικές προκατάληψη, διέκρινα την μικροαστική υποκρισία και
διπλοπροσωπία στη συμπεριφορά της Μάνας, μέχρι που τα χρόνια και η ηλικία και η
αρρώστια, κατέστησαν τέτοιες κρίσεις αχρείαστες, ίσως και σε περιπτώσεις
άδικες. Στο τέλος σκεφτόμουν ότι μάνες που έμελλε να γίνουν πεθερές και
συμπεθέρες στην Ελλάδα της εποχής, σε ελάχιστες περιπτώσεις προέκριναν και
επιδοκίμαζαν, εμφανώς και με ειλικρίνεια, τις επιλογές συντρόφων για τους
κανακάρηδες γιους τους. Καθησυχάστηκα
από την προοπτική ότι αργά ή γρήγορα θα δραπετεύαμε στην ανεξαρτησία και
ιδιαιτερότητα της Αμερικής, να χαρούμε τον έρωτα μας και να χαράξουμε το μέλλον
αποδεσμευμένοι από οικογενειακές εξαρτήσεις και καταναγκασμούς.
Ο δρόμος, μετά
από εκείνες τις αναγκαστικές και γενικά ψυχοφθόρες τυπικότητες κάτω από το
βάρος κοινωνικών εθίμων και συνηθειών και των εμμονών και προκαταλήψεων της
προηγούμενης γενιάς, άνοιξε την πόρτα στην Ε για να έρθει στην Αμερική να
σπουδάσει, να ζήσουμε μαζί, να ξεκινήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας, έστω και πάνω
σε σαθρά θεμέλια και ενός αδιάφανου μέλλοντος, χωρίς μεγάλη ακρίβεια και αξιοπιστία
προδιαγραμμένου. Το βάρος της απόκτησης του πτυχίου της Ε σηκώθηκε, έστω και με
καθυστέρηση ενός χρόνου και πολύ άγχος. Προς το τέλος του 1987, σχεδόν δύο
χρόνια μετά τον «έρωτα από την πρώτη ματιά» στο «Μπαλκονάκι» βρεθήκαμε μαζί
στην ξενιτιά του Columbus. Ο
έρωτας και αγάπη μας σύντομα θα αποκορυφωνόταν.
No comments:
Post a Comment