Λίγες μέρες μετά την άφιξη στο Columbus και την εγκατάσταση στο Morrison Tower, με το ξεκίνημα της ακαδημαϊκής χρονιάς και της υποτροφίας επισκέφτηκα το ‘Εργαστήριο’ –το αυτόνομο και οικονομικά αυτοδύναμο παράρτημα της Σχολής. Στεγαζόταν σε ένα μακρόστενο, διώροφο, λευκό κτίριο, κτισμένο κατά το ξεκίνημα του παγκόσμιου πολέμου χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χάρη -δεν χρειαζόταν προσωπικότητα για τον σκοπό που εξυπηρετούσε. Βρισκόταν έξω και μακριά από το κυρίως campus, σχεδόν μια ώρα περπάτημα από το τον Morrison Tower. ‘Ένα πρωϊνό του Σεπτέμβρη, περπάτησα τις απέραντες εκτάσεις πράσινου ανάμεσα σε σκόρπια κτίρια, την γέφθρα πάνω από τον Olentangy ποταμό και ένα πλατύ αυτοκινητόδρομο δρόμο χωρίς διαβάσεις, για να γνωριστώ με έναν από τους κύριους ανθρώπους της θητείας μου στην Αμερική: τον advisor μου Leon P, Jr. Toν συνάντησα στο γραφείο του στον πάνω όροφο, σε ένα στενάχωρο δωμάτιο με λίγο φως από ένα παράθυρο, να κάθεται σε μια ξύλινη, παμπάλαια περιστρεφόμενη καρέκλα, πιθανόν της ίδιας ηλικίας με το κτίριο, που έτριζε σε κάθε περιστροφή, πίσω από ένα γραφείο και ένα τραπέζι πνιγμένα κάτω από στοίβες περιοδικών και συγγραμμάτων. Μια μικρή βιβλιοθήκη στον τοίχο απέναντι στοίβαζε ακατάστατα τοποθετημένες σειρές βιβλίων και τεχνικών εκθέσεων.
Η λέξη «σεμνό» υπερτιμούσε
το γραφείο ενός καθηγητή πανεπιστημίου, διευθυντή μάλιστα ενός ‘Εργαστηρίου’ με
εθνική εμβέλεια, στο οποίο θα αφιέρωνα ενέργεια και μέρες σκληρής δουλειάς τα
επόμενα χρόνια. Συγκρίσεις με τα απλόχωρα γραφεία-«έδρες» καθηγητών του
Αριστοτέλειου που έτυχε να επισκεφτώ, πολλά διακοσμημένα με standards γραφείων διοικητών μεγάλων επιχειρήσεων, ήταν
αναπόφευκτες στο μυαλό μου. Η νευρικότητα που με είχε κυριεύσει από τη στιγμή
που είχα ξεκινήσει την πεζοπορία για να τον γνωρίσω, κορυφώθηκε όταν η ευγενική
γραμματέας στην είσοδο του ‘Εργαστηρίου’ μου έδειξε που θα έβρισκα τον Leon (έτσι απλά και χωρίς τίτλους) αποκλιμακώθηκε αισθητά με
τη θέα της κατάστασης του γραφείου του· και τελικά μηδενίστηκε όταν αντίκρυσα ένα
φιλικό πρόσωπο με μεταδοτικό χαμόγελο. Ο
Leon ήταν κάποιας ηλικίας, πάνω από εξήντα χρονών
τότε, με καστανόξανθα αραιά μαλλιά, χτενισμένα με χωρίστρα από το πλάι, και ένα
πλατύ, ρυτιδωμένο μέτωπο. Τα μάτια του, πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά, γελούσαν
και αυτά. Με υποδέχτηκε με μια ζεστή χειραψία, χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα
του. Αυτό δεν με ενόχλησε. Η έλλειψη τύπων ήταν καταπραϋντική. Αντίθετα,
περίστρεψε την καρέκλα για να με αντικρύσει ευθέως, τεντώθηκε προς τα πίσω με
τα χέρια του πίσω από τον αυχένα, άπλωσε τα πόδια μπροστά του και με ρώτησε στα
ελληνικά: ‘Τί κάνεις, L;’ H συστολή
μου δεν μου επέτρεψε να τον ρωτήσω για τις δύο ελληνικές λέξεις στην εισαγωγή
του, αλλά παρά τα λίγα λόγια μου και καθώς χαμογελούσα εξίσου εύκολα με τον Leon, από τη ζεστασιά
της φυσιογνωμίας του και του λόγου που διέσπειρε με ελαφρά αστειάκια και γέλιο,
συμπέρανα ότι με είχε συμπαθήσει. Αλλά και η δική μου πρώτη εντύπωση ήταν αυτή
της οικειότητας και συμπάθειας, επιπλέον, βέβαια, ενός αυθόρμητου σεβασμού, αν
όχι και δέους. Τη σύντομη κουβέντα περί προγράμματος σπουδών, περί μαθημάτων
επιλογής, περί χρονοδιαγραμμάτων, και τα λοιπά, την ολοκλήρωσε με την
κολακευτική φράση: “Ι never understood why Greek students are some of our best.” Και με οδήγησε στο παραδίπλα γραφείο για να με
συστήσει στον μόνιμο «ερευνητή» του ‘Εργαστηρίου’, που θα μου ανέθετε και
επέβλεπε την ερευνητική δουλειά –τον Ron. Θα βρισκόταν αυτή η δουλειά και τα αποτελέσματά της (και
όφειλαν να βρίσκονται περισσότερο από τα μαθήματα που θα παρακολουθούσα και το
μάζεμα διδακτικών μονάδων – ένας αναγκαίος περισπασμός), στο επίκεντρο της
φοιτητικής ζωής και δραστηριότητας μέχρι την απόκτηση του ποθητού μεταπτυχιακού.
“Here is a
bright young Greek man, Ron… For you to
assign him the most difficult subject you can think of.”
O Ron ήταν
διαφορετικής κοπής. Ψηλός, με αθλητικό σώμα τενίστα, του σπορ που ήταν όπως μου
είπε το κύριο χόμπι του, ψυχρά μπλε μάτια πίσω από στρόγγυλα γυαλιά, και ένα συγκρατημένο χαμόγελο κάτω από ένα standard, ίσιο και μακρύ μουστάκι.
Το επίθετο και το πρόσωπο με τα ανασηκωμένα ζυγωματικά, πρόδιδαν ανατολικοευρωπαϊκή
καταγωγή, που την επιβεβαίωσε με τις πρώτες του κουβέντες που ανταλλάξαμε: οι
πρόγονοι του προέρχονταν από την μέχρι τότε Τσεχοσλοβακία. Παρεμπιπτόντως, μου έλυσε
την απορία για τα λίγα ελληνικά με τα οποία με υποδέχτηκε ο Leon: ο πατέρας του προερχόταν
από την Ελλάδα. Η μετανάστευση ευρωπαίων και Ελλήνων στην Αμερική είχε ιστορία
χαμένη στα βάθη του αιώνα που διανύαμε, ακόμα και προηγούμενων.
Η συζήτηση με τον Ron διάρκεσε περισσότερο. Μου ανάλυσε, με όχι πολλή
μεταδοτικότητα, το επί τάπητος πρόβλημα, που κατ’ αρχήν θα πάλευα και θα «βοηθούσα»
στην διερεύνηση του. Δεν ήταν απλό και οι θεωρητικές γνώσεις μου, παρά τις
αριστείες του παρελθόντος, επί του θέματος ελάχιστες. Έφυγα αρκετά μπλεγμένος,
σχεδόν πελαγωμένος, με το αντίγραφο μιας τεχνικής έκθεσης για μια, υποτίθεται, πρώτη
ανάγνωση και επιφανειακή γνωριμία με το ερευνητικό μου αντικείμενο. Ένα ψηλό
βουνό σε μιαν εξειδικευμένη γνώση που θα έπρεπε να σκαρφαλώσω άρχισε να
σχηματίζεται στο μυαλό μου. Δεν υπήρχε όμως λόγος πανικού! Στο τέλος κάτι
χρήσιμο πάντα βγαίνει, μου είπε ενθαρρυντικά ο Ron, που είχε διαισθανθεί την αγωνία του πρωτάρη.
Και έτσι αποδείχτηκε εκ των υστέρων: οποιαδήποτε ερευνητικό έργο, αποτέλεσμα
συνεργίας, μελέτης και ιδεών, παράγει κάποια αποτελέσματα, αν και οι επιπτώσεις
και η συνεισφορά στην ανθρώπινη γνώση και τον πολιτισμό είναι δύσκολα
μετρήσιμη. Το θέμα ήταν θεωρητικό, πιθανότατα σε ασήμαντη σχέση με την
ουσιαστικά ανύπαρκτη ελληνική ερευνητική πραγματικότητα. Ίσως και να μην
άπτονταν με τα τεχνολογικά ρεύματα της εποχής από το οποία βούιζε ο
επιστημονικός μου χώρος, ωστόσο ο ρόλος μου, επαγγελματικός και κατά προτίμηση
ακαδημαϊκός, όπως διαφαινόταν σε ένα μακρινό μέλλον, λίγο με απασχολούσε τότε.
Όπως δεν με απασχόλησε
ιδιαίτερα μια συνειδησιακή σύγκρουση με τις ιδεολογικές και πολιτικές μου αρχές
και ρίζες: τα ερευνητικά προγράμματα όπου με είχαν εντάξει χρηματοδοτούνταν από
το περίφημο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, στα πλαίσια του ανταγωνισμού εξοπλισμών
με την Σοβιετική Ένωση. Ο Ron μου είχε εξηγήσει με ένα
χαμόγελο για τα bad guys, τους Σοβιετικούς εν προκειμένω, που επιβουλεύονταν τον
κόσμο και την ελευθερία τους και, επί του πρακτέου, για τις δυνατότητες που
είχαν αναπτύξει ώστε τα οπλικά τους συστήματα να διαφεύγουν την ανίχνευση και
αναγνώριση από ραντάρ ή, αντίστροφα, τις προσπάθειες που η Αμερική κατέβαλε
ώστε τα δικά της αεροπλάνα, καράβια, πύραυλοι, όπλα, να μη γινόταν ανιχνεύσιμα
από τα ραντάρ του εχθρού. Ίσως, παρά τη
θέληση μου και παρά τις όποιες αρχικές, αγνές και ρομαντικές προθέσεις μου,
περιθώρια για αναθεώρηση και πισωγυρίσματα προς αναζήτηση άλλων διαφορετικών επιπέδων
και μονοπατιών δεν υπήρχαν. Είχα μπει σε έναν χορό και όφειλα, κυρίως για το
καλό του οποιουδήποτε μέλλοντος και καριέρας, να τον χορέψω.
Ο Ψυχρός Πόλεμος, όμως, βρίσκονταν στα
τελευταία του στάδια, αν και ακόμα μας χρηματοδοτούσε και θα βγάζαμε το ψωμί
μας από αυτόν για λίγο καιρό ακόμα. Και το ιδεολογικό ζήτημα, ήδη αδύναμο κάτω
από την επίδραση ανακατατάξεων στον κόσμο του 1986, τον κόσμο του Reagan και του Gorbachev και της Thatcher, σιγόσβηνε μέσα
μου, από δευτερεύον έγινε τριτεύον, μέχρι που ένας ερευνητικός αυτοσκοπός να το
θέσει προσωρινά τουλάχιστον στο περιθώριο. Προείχε πλέον η επιστήμη και η
καριέρα – η «Θέληση για Ισχύ» ή, έστω, για επιβίωση σε μιαν ανταγωνιστική καπιταλιστική
κοινωνία. Ο μαρξισμός μου θα έδινε πρόσκαιρα την θέση του, μέσα
από την δίνη των επιστημονικών ενασχολήσεων σε ένα σολιψισμό.
No comments:
Post a Comment