Tuesday, February 25, 2025

63 - Αμέρικα: Το Πρώτο Συνέδριο

Η αρχή του επόμενου χρόνου στους πρόποδες των Rocky Mountains, στο υψόμετρο και τον καθαρό αέρα του Boulder CO, δοκιμάστηκαν τα όρια της εσωστρέφειας και μιας πληθώρας από παρελκόμενες συστολές και φοβίες, που ο φίλος μας Κ είχε ανεπίσημα και καλοπροαίρετα διαγνώσει λίγους μήνες πριν. Μια ψυχική διάγνωση την οποία, με δεδομένες τις γενικότερες πεποιθήσεις μου (ή, καλύτερα, προκαταλήψεις) ως προς την επιστημονικότητα της ψυχολογίας και παρεμφερών γνωστικών αντικειμένων είχα περιφρονήσει και λίγο-πολύ ξεχάσει. Όχι βέβαια ότι η ανάλυση της ψυχοσύνθεση και του χαρακτήρα κάποιου βοηθάει στο παραμικρό να μεταμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό! Η διάπλαση του χαρακτήρα είχε λίγο-πολύ ολοκληρωθεί πολύ πριν από την γνωριμία μου με έναν καθηγητή Ψυχολογίας. Κι εφόσον ένα μεγάλο μέρος του, κατά γενική ομολογία, οφείλεται σε γονιδιακές καταβολές, δεν θα μπορούσαν να γίνουν πολλά να αλλάξει.   

Εν προκειμένω, η δοκιμασία ενώπιον μου, ο Γολγοθάς που είχα κληθεί να σκαρφαλώσω, ήταν η παρουσίαση μπροστά σε ένα επιστημονικό ακροατήριο ή, ακριβέστερα, στην ολομέλεια ενός παρεμφερούς της έρευνας μου συνεδρίου (και, μάλιστα, του πρώτου συνεδρίου όπου θα συμμετείχα ως ομιλητής!) ενός κομματιού της δουλειάς μου. Το τεχνικό μας άρθρο μας είχε προκριθεί και επιλεχθεί μαζί με άρθρα από άλλες δύο ερευνητικές ομάδες για την παρουσίαση στο εν λόγω plenum. Στο τέλος της παρουσίασης θα γινόταν και η τελική κατάταξη των τριών φιναλιστών στο διαγωνισμό και απονομή των σχετικών βραβείων.

Όταν η πρόκριση του άρθρου μου ανακοινώθηκε από τον Leon, διαισθάνθηκα τη σοβαρότητα της υπόθεσης και το βαρύ αίσθημα ευθύνης πάνω στις νεανικές και άπειρες επιστημονικές μου πλάτες. Ο Leon την είδε ως σημαντική επιτυχία του ‘Εργαστηρίου’ που διηύθυνε, ενώ στον Ron, τον άμεσο σύμβουλο και συν-συγγραφέα της δουλειάς, διέκρινα μια προσγειωμένη αίσθηση υπερηφάνειας. Μετά από την σύντομη φάση προσωπικής έπαρσης, το νου κυρίευσε και άρχισε να εκτυλίσσεται σε όλο της το μεγαλείο η τρομακτική για μένα διαδικασία μιας διάλεξης μπροστά σε ένα ευρύτατο, ώριμο και καθιερωμένο επιστημονικά ακροατήριο. Mε άλλες λέξεις, κυριεύθηκα από ένα ψυχικό βάρος, μια τεράστια έγνοια, όπου το σύνολο των σκέψεων, που σε ύπνο και ξύπνιο στριφογύριζαν στο μυαλό, θα περιστρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το επερχόμενο γεγονός. Σκέψεις και έγνοιες: πως θα συστηθώ στον διοργανωτή, πως θα οργανώσω τις διαφάνειες και τις σημειώσεις, πόσες λέξεις θα έπρεπε να συμπεριλάβω σε κάθε διαφάνεια, πόσο λεπτομερείς θα ήταν οι σημειώσεις μου, πως θα έδειχνα κάποιαν άνεση και ευφράδεια που εκ φύσεως δεν διέθετα, πως δεν θα έδινα την εντύπωση ότι διάβαζα μηχανικά τις σημειώσεις μπροστά μου, πόσες πρόβες θα χρειαζόμουν εκ των προτέρων, το αν οι πρόβες θα επαρκούσαν όταν δεν είχα γνώση πως θα είχαν στηθεί τα μέσα παρουσίασης, το τί θα έπρεπε να φοράω, πως θα άνοιγα και έκλεινα την παρουσίαση μου, και τα λοιπά. Σκέψεις και έγνοιες που πηγαινοέρχονταν μέσα μου σε μια ατέρμονη περιοδική ακολουθία. Η συγκέντρωση σε οτιδήποτε διαφορετικό έγινε σχεδόν αδύνατη. Η ψυχή πλημμύριζε από αυτό που με μια λέξη λέγεται άγχος. Η Ε έδειχνε υπομονή και κατανόηση.

Μια prova generale ενώπιον του Ron, του Leon και μερικών εκ των αρχαιοτέρων καθηγητών του ‘Εργαστηρίου’ έκανε κάθε άλλο παρά να καλμάρει τα νεύρα και να δαμάσει το άγχος. Άλλο το να παρουσιάζει κάποιος κάτι μπροστά σε ένα σχετικά οικείο ακροατήριο, και άλλο να κάνει το ίδιο από καθέδρας σε ένα αμφιθέατρο από εκατό και πλέον αγνώστους, ώριμους επιστήμονες και οπωσδήποτε αυστηρούς κριτές περιεχομένου και παρουσίασης. Θυμήθηκα το μικρό σκετς-παρωδία που η ομάδα μας κλήθηκε να παίξει στο πανεπιστημιακό θέατρο της Minneapolis, όπου, μέσα από την αναστάτωση που με είχε κυριεύσει, αρνήθηκα κάθε ρόλο που θα απαιτούσε την άρθρωση έστω και μιας λέξης μπροστά στο κοινό -για να μου δοθεί τελικά από τον σκηνοθέτη να κρατάω μια ταμπέλα στην διάρκεια της παράστασης. Τώρα όμως δεν είχα επιλογές. Θα έπρεπε να σταθώ και μιλήσω με αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση μόνος, μπροστά σε ένα ξένο ακροατήριο που προσδοκούσε, που θα με εξέταζε αδιάκριτα από την κορυφή ως τα νύχια, που θα άκουγε σιωπηρό στο ημίφως της αίθουσας, στη σκιά του φωτός των προβολέων από πάνω μου, κάθε λέξη και χροιά της φωνής, που θα διύλιζε και προσπαθούσε να κατανοήσει κάθε φράση από το υποθετικά αξιόλογο περιεχόμενο της διάλεξης. Χωρίς δυνατότητα υπεκφυγής, διαφυγής, δραπέτευσης. Τέτοιες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου με αυξανόμενη ένταση όσο η μέρα του συνεδρίου και της ολομέλειάς του πλησίαζε, κυριάρχησαν σε μυαλό και ψυχή σε σημείο που να επισκιάζουν μέχρι τη μέρα του ταξιδιού κάθε άλλες σκέψεις και ενέργειες, στο σπίτι και τη δουλειά.

Χωρίς να έχω σημαντική αίσθηση του περάσματος του χρόνου, χωρίς τη δυνατότητα να τον επιβραδύνω ή επιταχύνω, ένα απόγευμα, το απόγευμα πριν την μεγάλη μέρα της παρουσίασης βρέθηκα στο Boulder. Περπάτησα κατά μήκος ενός δρόμου κοντά στο ξενοδοχείο σε αναζήτηση φαγητού και κάποιας σχετικής ηρεμίας, από το ένα άψυχο, άδειο ρεστοράν στο επόμενο. Τελικά οι συστολές ακόμα και ως προς αυτό το θέμα μιας ‘σόλο’ εστίασης, με οδήγησαν πίσω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Το βραδινό μου γεύμα ήταν μια σοκολάτα Hershey που προμηθεύτηκα από ένα μηχάνημα. Επιχείρησα ακόμα δυο πρόβες μπροστά από τον καθρέφτη. Είχα σχεδόν παπαγαλίσει το περιεχόμενο των σημειώσεων. Δίπλα σε κάθε διαφάνεια που θα προβαλλόταν από τον projector θα τοποθετούσα δίπλα την αντίστοιχη σελίδα με λεπτομερή καταγραφή (μέχρις του τελευταίου άρθρου και επιρρήματος) όσων επακριβώς θα έλεγα, που, ωστόσο, χάριν στις αναρίθμητες πρόβες, φαντάστηκα ότι δεν θα χρειαζόταν να αναγιγνώσκω σκυμμένος στο κείμενο μπροστά μου, επιδεικνύοντας ευθυτενής κάποια αμεσότητα με το ακροατήριο και επαγγελματικό αέρα με το αντικείμενο της διάλεξης. Η νευρικότητα παρόλη την προετοιμασία κορυφωνόταν, αλλά, περιέργως, κατάφερα να κοιμηθώ μερικές ώρες.

Το επόμενο πρωί η καρδιά χτυπούσε ακατάπαυστα, σε γρήγορους ρυθμούς. Όντας από τους πρώτους στο αμφιθέατρο, συστήθηκα στον πρόεδρο της ολομέλειας της συνέλευσης που θα αναλάμβανε και την εισαγωγή στις ομιλίες. Οι σύνεδροι άρχισαν να γεμίζουν την τεράστιας χωρητικότητας αίθουσα. Το πλήθος τους μου φάνηκε πολύ μεγαλύτερο από όσο περίμενα, και η αντίληψη του μεγέθους του από λοξές ματιές που έριχνα προς το βάθος του αμφιθεάτρου, επηρέαζε την σταθερότητα και στεντόρειο της φωνής μου στη σύντομη συζήτηση με τον πρόεδρο. Φυσικά με ρώτησε πως προφέρω το επίθετο μου. Το επαναλάβαμε και δυο και τρεις φορές, κάτι που ανάλωσε λίγο ακόμα από τα αποθέματα θάρρους και αυτοπεποίθησης. Σημείωσε το επίθετό μου με φωνητικούς χαρακτήρες σε ένα σημειωματάριο.

Θα ήμουν ο πρώτος στη σειρά των τριών διαλέξεων. Θετικό ή αρνητικό; Μάλλον θετικό. Το είχα πάρει απόφαση. Alea iacta est! Είναι αξιοσημείωτο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις βαπτίσματος του πυρός, καθώς λένε, ενώπιον πρωτόγνωρων εμπειριών σε διάφορες περιστάσεις στην ζωή, μέσα από μικρο-πανικούς και το παροδικό κόμπιασμα ή τρεμούλιασμα της φωνής παρά τις αναρίθμητες πρόβες που προηγήθηκαν, παρά την ασφάλεια του πλήρους κειμένου της διάλεξης μπροστά μου, δεν συνέβη κάτι το τραγικό, κάτι που θα προκαλούσε μια μαζική θυμηδία, αμηχανία ή δυσανασχέτηση στο ακροατήριο – όπως φοβόμουν μέσα από υποκειμενική ότι θα μπορούσε να συμβεί. Αντεπεξήλθα, ανακουφίστηκα, ηρέμησα. Βρισκόμουν σε μια ψυχολογική φάση που το  εθιμοτυπικό χειροκρότημα του ακροατηρίου δεν το αντιλήφθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου – και ένιωσα καλά με τις σκέψεις εκείνης της στιγμής: «έκανα ό,τι μπορούσα για κάποιον πρωτάρη σε τέτοια συνέδρια», «θα μπορούσαν τα πράγματα να πήγαιναν χειρότερα, πολύ χειρότερα!» Το τεράστιο βάρος από την υποχρέωση και ευθύνη σηκώθηκε από πάνω μου και αυτό είχε σημασία. 

Από αντικειμενική σκοπιά μάλλον δεν τα πήγα και τόσο καλά: πήρα το τρίτο βραβείο. Ο σύνεδρος που μας απένειμε τα βραβεία πρόφερε λανθασμένα το επίθετο, χωρίς αντιδράσεις θυμηδίας από το ακροατήριο. Δεν με ένοιαξε. Ένα ελληνικής καταγωγής καθηγητής από το πανεπιστήμιο του Michigan, που με πλησίασε στο τέλος και με προσκάλεσε να συμφάουμε μεσημεριανό, αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που έκανα παρουσία στο συνέδριο, επεσήμανε, ως κριτική, ότι κάθε φορά που γυρνούσα για να κοιτάξω την προβολή των διαφανειών στη μεγάλη άσπρη οθόνη πίσω μου, το στόμα μου απομακρυνόταν από το μικρόφωνο που ήταν καρφιτσωμένο στο αριστερό πέτο του σακακιού και η ένταση της φωνής εξασθένιζε. Τεχνική λεπτομέρεια, ίσως, που όμως αφαίρεσε πόντους από την ποιότητα της παρουσίασης. Στο τέλος του γεύματος, μου πρότεινε να ενταχθώ στην ερευνητική του ομάδα στο Michigan· το τμήμα του, είπε με έπαρση, στις κατατάξεις βρισκόταν πάντα σε ψηλότερη θέση από αυτό του πανεπιστημίου μου – από κάθε άποψη. Ο ανελέητος αμερικανικός ανταγωνισμός ορατός σε κάθε γωνιά της ανθρώπινης δραστηριότητας, σκέφτηκα, πριν αρνηθώ ευγενικά. Θα παρέμενα πιστός στον Leon, στον Ron, στο πανεπιστήμιο που με βράβευσε και συντηρούσε, σε ανθρώπους που έδειχναν εμπιστοσύνη στη δουλειά. Ούτε ήθελα να λοξοδρομήσω από την πορεία που είχα πάρει και πήγαινε μέχρι τότε κατ’ ευχήν και τους στόχους που είχα βάλει. Ένιωσα μιαν εσωτερική ικανοποίηση για την στάση εκείνη: επέδειξα αφοσίωση, πίστη, φιλότιμο. Διπλή ικανοποίηση που κάποιος μέχρι τότε άγνωστος, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ιδιοτελή κίνητρα, αναγνώρισε ένα δυναμικό και κάποια αξία στο πρόσωπό μου. Ενδεχόμενα, η φιλότιμη στάση εκείνη να εκτιμήθηκε και από τον ίδιο τον καθηγητή, μολονότι, κατά γενική ομολογία, αρετές όπως η αφοσίωση και πίστη σε κάποιο ίδρυμα ή οργανισμό ή θεσμό είχα καταλάβει ότι δεν φιγούραρε ψηλά στην κλίμακα των αξιών της αμερικανικής κοινωνίας και εύκολα εξαγοραζόταν. Money talks, στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο, με λίγους πολεμιστές και κάστρα να αντιστέκονται.

Πίσω στο εργαστήριο, ο Leon με περίμενε με το γνώριμο χαμόγελο, χωρίς σημάδια απογοήτευσης. Παρά την τρίτη και τελευταία θέση στον φοιτητικό διαγωνισμό δήλωνε ακόμα περήφανος. Το χάσιμο της πρωτιάς το απέδωσε στο περιεχόμενο της έρευνας, τη μικρή έφεση και συνάφεια προς αυτήν του ακροατηρίου και των κριτών. Και κείνη την πρόκριση και συμμετοχή την πρόβαλλε αδιάλειπτα για καιρό σε περιοδικά δελτία και μπροσούρες του ‘Εργαστηρίου’. 

Sunday, February 23, 2025

62 - Αμέρικα: Πρωτοχρονιά στου Ν

 Η διαδρομή της επιστροφής στο Columbus κουραστική, μια αγγαρεία που γρήγορα ξεχάστηκε. Στο τέλος, έμειναν στο νου οι εντυπώσεις από την Βοστώνη εκείνα τα Χριστούγεννα και η ένταση της έλξης που άσκησε διατηρήθηκε για πολύ καιρό. Θα την επισκεπτόμουν ξανά μετά από χρόνια, ως πολίτης του κόσμου πλέον, και θα την έβλεπα μέσα από διαφορετικό πρίσμα, χωρίς την έντονη ελληνοαμερικανική χροιά και τις επιδράσεις της στο πρόγραμμά εκείνης της επίσκεψης.

Πίσω στο λιγότερο λαμπερό Columbus θα υποδεχόμαστε το έτος 1989 μέσα από μιαν καθιερωμένη από καιρό, αλλά πρώτη για μένα και την E, πρωτοχρονιάτικη βραδιά στο διαμέρισμα του Ν. Την εντατική προετοιμασία εκείνων των σουαρέ, παραδόξως με δεδομένη την σχεδόν ολοκληρωτική απορρόφηση του από την ερευνητική δουλειά στο Πανεπιστήμιο, την αναλάμβανε (προς τιμήν του!) ατομικά, χωρίς βοήθεια κανενός ο ίδιος ο Ν. Συμπεριελάμβανε μεταξύ άλλων το σχολαστικότατο καθάρισμα του διαμερίσματος και, κυρίως, της κουζίνας και του πλυσίματος των  κουζινικών που (προς έκπληξη όλων!) είχαν χρησιμοποιηθεί και παραμείνει άθικτα, με αποφάγια και λίγδες, αποσυνθεμένη ή ταριχευμένη οργανική ύλη, από την αντίστοιχη βραδιά του προηγούμενου έτους. Παρά τέτοιου είδους προβλήματα τα πρωτοχρονιάτικα πάρτι του Παυλή γενικά στέφονταν με επιτυχία -μας διαμήνυσε το ζεύγος των Σ,  με γενναιόδωρες ποσότητες κρεάτων, που σε πραγματικό χρόνο επιδέξια έψηνε στο φούρνο, με ένα τσιγάρο πάντα στο στόμα και περιοδικά χωρατά, καθώς και πολλών άλλων εδεσμάτων, άφθονου κρασιού και μπύρας, αρκετού METAXA και πούρων για τους άντρες αργότερα, όλα αγορασμένα από τον ίδιο.

Οι καλεσμένοι του ήταν αποκλειστικά Έλληνες. Πέρα από το στενό του κύκλο, φίλων και συναδέλφων, καλούσε πάντα και μερικούς από την καινούργια φουρνιά φοιτητών, που γίνονταν ευδιάκριτοι ανάμεσα στον κόσμο χάριν στον ενθουσιασμό και ομιλητικότητά τους. Και κείνο το βράδυ θα περνούσε όμορφα, με περισσότερο ραφιναρισμένη ελληνική μουσική, επιλεγμένη από την συλλογή κασετών την δικιά μου και του Κ, με φωνές και γέλιο, φαγητό και πιοτό. Στη σκέψη μας, της E και εμού, ίσως και του Ν που πάντα έκρυβε επιτυχώς με αστεϊσμούς συναισθήματα μελαγχολίας και κατήφειας, βάραινε το γεγονός ότι το βράδυ εκείνο, παρά τις υποσχέσεις για το επανιδείν στο μέλλον, ξέραμε ότι θα ήταν το τελευταίο, για το προβλέψιμο μέλλον τουλάχιστον, που θα περνούσαμε στην παρέα των Σ. Ο Κ είχε κατέβει για δυο μέρες πριν την Πρωτοχρονιά για να μαζέψει τα λίγα, τελευταία  πράγματα από το διαμέρισμα τους στο «Χωριό των Καστανιών», και θα έπαιρναν, με την Α και τα δυο αυτοκίνητά τους, τον δρόμο τους χωρίς επιστροφή για το Madison, νωρίς το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Με την ευθυμία από το αλκοόλ και τα αστεία του Ν στη διάρκεια του βραδιού το γεγονός ξεχάστηκε. Στη μέθη μας από αυτό ούτε καν αποχαιρετιστήκαμε. Όταν ξυπνήσαμε με ένα ασήκωτο hangover, το αμάξι της Α από την απέναντι μεριά του parking έλειπε.

Στη μάζωξη του επόμενου Σαββατόβραδου των τριών που απέμειναν από την παρέα του Columbus, φάγαμε τις καθιερωμένες πίτσες και ήπιαμε τις μπύρες, υποτονικά, χωρίς τις ζωηρές πολιτικής και επιστημονικής φύσεως συζητήσεις του παρελθόντος που με συνάρπαζαν. Στο τέλος ξεμείναμε από λόγια, βρεθήκαμε στη φάση αμηχανίας ανθρώπων που γνωρίστηκαν μέσω τρίτων και καθώς έλειπε η συνεκτική ουσία που συνεισέφεραν στην παρέα οι Σ. Καταλήξαμε να βλέπουμε μια από τις ανεκδιήγητες ταινίες που έφερε ο Ν σε βιντεοκασέτες, και ο μόνος που απολάμβανε. Το χάχανο του Κώστα, το καταπραϋντικό και αφοπλιστικό του γαλάζιο βλέμμα, o ήρεμος τόνος της φωνής του ακόμα και όταν η θερμοκρασία των διενέξεων μας ανέβαινε, οι χαμηλοί και συμφιλιωτικοί τόνοι της Α μας έλειψαν. Μια κοινωνική ζωή, αυτό το σημαντικό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης, που σε μεγάλο βαθμό ως τότε στήριζε τον έρωτα μου με την E και την συμβίωσή μας στην ξενιτιά, ευνουχίστηκε.

Thursday, February 20, 2025

61 - Αμέρικα: Χριστούγεννα στη Βοστώνη

 Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του μακρινού σωτήριου έτους 1988, πήραμε την γενναία απόφαση να επισκεφτούμε και μάλιστα οδικώς, με το μικρό μας Toyota Tercel, τους θείους στη Βοστώνη -για μένα μια μυστήρια και μυθική πολιτεία που ασκούσε, για αδιευκρίνιστους λόγους, μιαν ανεξήγητη έλξη, από τον καιρό ακόμα της μετανάστευσης εκεί του μικρού και απελπιστικά συνεσταλμένου Βασιλάκη, του ενός από τους δυο παιδικούς φίλους στο χωριό της Μάνα, και ολοσούμπιτης της οικογένειας των Ντ, των εξαθλιωμένων από την φτώχια και την μιζέρια γειτόνων πιο πέρα στο δρομάκι του παππού και της γιαγιάς. Μαζί με τη θεία και το θείο και τη γνωριμία με την πολιτεία, τη μαγική στο μυαλό μου, θα συναντούσα μετά δέκα και παραπάνω χρόνια και τους Ντ: πριν από όλους, τον γέρο-Θανάση που με το κουτσό του πόδι έσπευδε από την άκρη του δρόμου να βοηθήσει τη γιαγιά σε μικροδουλειές στο μπαχτσέ ή να μου φτιάξει το ποδήλατο, όλα από καλή καρδιά και φιλότιμο, μαζί με τους γιους του, τον Κώστα, τον Γιώργο, τον παιδικό φίλο για μερικά φεγγάρια Βασιλάκη, που τον ένιωθα και παρηγορούσα στο τέλος των παιχνιδιού από τις παρενοχλήσεις του bully της παρέας, τον άλλο Βασίλη, το ευτραφή γιο του μπακάλη απέναντι. Όφειλα στους Ντ κι ένα μεγάλο ευχαριστώ, ίσως και κάποια ανταπόδοση, όταν, τους πρώτους μήνες μου στην Αμερική που ξέμεινα από ρευστό, λίγο πριν καταλήξω από τη Minneapolis στο Columbus, μετά από ένα σύρμα του Πατέρα έβαλαν από εκατό δολάρια ο καθένας τους, μάζεψαν προς ανακούφιση μου πεντακόσια δολάρια, που πρόθυμα συνέλεξα την μέρα μετά το τηλεφώνημα του Πατέρα από ένα γραφείο της Western Union. Ακόμα και σήμερα, η καρδιά μου γεμίζει ευγνωμοσύνη για την χειρονομία των Ντ. Όσο και με στενοχωρεί (ακόμα!) η ιδέα ότι εκείνα το χρήματα ίσως ποτέ να μην τα επιστρέψαμε, παρά τις ελάχιστα πιστευτές διαβεβαιώσεις του Πατέρα για το αντίθετο.

Στη Βοστώνη, στη δυτική συνοικία του Newton όπου έμεναν οι θείοι, φτάσαμε μετά από δεκάξι ώρες ταξίδι, ακολουθώντας τυφλά τους interstates που συμβούλευε ο χάρτης, μέσα από τις απέραντες πεδιάδες του Ohio, τα παγωμένα υψόμετρα της Pennsylvania,  τους χιονισμένους λόφους του Connecticut. Αν η βιασύνη μου να ολοκληρώσω σε μια μέρα τη διαδρομή και η εξαντλητική συγκέντρωση στην πορεία για τον τελικό προορισμό δεν χειραγωγούσαν τις αισθήσεις και τις σκέψεις, σε εκείνο το ταξίδι με την E, που ακόμα έβλεπα ως την όμορφη, μονάκριβη σύζυγο και μόνιμο μέλος της οικογένειας μου, θα μπορούσε να γεμίσω μερικές σελίδες με εντυπώσεις στο πρότυπο του On the Road του Kerouac. Αλλά, δυστυχώς, το ταξίδι με το αυτοκίνητο πέρασε εν πολλοίς φευγαλέο και αμνημόνευτο. Ο αρχικός μας ενθουσιασμός ξεπάγιασε στα βουνά της Pennsylvania, που βγήκαμε για λίγα λεπτά για να βάλουμε βενζίνη και να φάμε κάτι στο μοναχικό diner του βενζινάδικου, έγινε μια τυφλή, ασήκωτη από τα βλέφαρα, κούραση στο τέλος της διαδρομής, όταν αγωνιζόμουν να διαβάζω σήματα με τοπωνύμια ή να βρω στο σκοτάδι, στον κυκεώνα δρόμων και διασταυρώσεων, κάποιον θάλαμο να τηλεφωνήσω το θείο να μας βρει και οδηγήσει σπίτι. Τελικά τα καταφέραμε. Τα βλέφαρα με λίγο από λικέρ της θείας κάπως ξαλάφρωσαν. Το «Aν ήξερα τι ταλαιπωρία θα ήταν αυτό το ταξίδι, δεν θα το έκανα…Πρώτη και τελευταία φορά…» μετάνιωσα που το ξεστόμισα.

Ήταν και κάποιος άλλος κύριος που έμενε εκείνες τις μέρες στο παλιό, με την σανιδένια εξωτερική επένδυση, βοστωνέζικο detached του θείου. Γύρω από το τραπέζι της κουζίνας που καθόμαστε, έλεγε, καπνίζοντας, ατέλειωτες και ασύνδετες ιστορίες από τα νιάτα του, το στρατό, κάποιες δουλειές του ποδαριού στον Πειραιά, τις νεανικές περιπέτειες στις γειτονιές του, και κάθε τόσο προσέφευγε στην προσοχή του θείου, που παρέμενε λιγομίλητος και μονολεκτικός και κατσουφιασμένος, με επικλήσεις όπως «Τι ωραία εκείνα τα χρόνια, ρε Π;», «Δεν περνούσαμε καλά μαζί και με τους άλλους της παρέας, ρε Π;». Η Δ μας ενημέρωσε εκ των υστέρων, ότι στη Βοστώνη τον έφεραν οικονομικές δυσκολίες, στις οποίες μπροστά μας δεν αναφέρθηκε και μάλλον δεν ήθελε να αναφερθεί, μαζί με την αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης: ο θείος Παναγιώτης έγινε ένα αποκούμπι από το μακρινό παρελθόν, το πρώτο και μοναδικό ίσως λιμάνι από όπου θα ξεκινούσε ένα καινούργιο ταξίδι. Με τι μέσα και προς ποια κατεύθυνση μάλλον αφηνόταν, χωρίς πλάνο, στο έλεος της τύχης. Η σιωπή και κατήφεια και το νευρικό κάπνισμα του θείου παρά το κρασάκι, το στεναχωρημένο, γεμάτο αγωνία μούτρο που κατεβάζει σε παρόμοιες περιστάσεις η θεία Δ, μου έδειξαν ότι ο κύριος εκείνος, από τον Πειραιά όπως κατάλαβα, κατέφτασε λίγο-πολύ απρόσκλητος, με ελάχιστη προειδοποίηση, χωρίς ημερομηνία αναχώρησης, και εν τέλει ήταν μάλλον ανεπιθύμητος. Στα σκαλιά για την κρεβατοκάμαρα, η θεία μας ζήτησε ψιθυρίζοντας να τους συγχωρούσαμε για την απροσδόκητη παρουσία ενός «ξένου». Ο θείος Π θα έκανε ότι μπορούσε για εκείνες τις μέρες τουλάχιστον να τον απομάκρυνε από τα πόδια μας και να μας διασκεδάσει.

Το βράδυ, παρά την κούραση, πόθησα τη γυναίκα μου. Κάναμε ήσυχο έρωτα με έγνοια στο τρίξιμο των σανιδιών, που η παρέα στην κουζίνα από κάτω θα άκουγε· όρθιοι μπροστά στο μπουντουάρ με τον καθρέφτη να αντανακλά τα κυματιστά από τις κινήσεις ζουμερά στήθη της E -ναρκισσιστές και οι δύο της νιότης μας. Τέλειωσα σε δευτερόλεπτα, η E δεν έβγαλε κιχ, πιθανότατα δεν ένιωσε τίποτε -το έκανε από συζυγικό καθήκον. Καταρρεύσαμε εξαντλημένοι στα βάθη ενός πολύωρου ύπνου.

Ο θείος Π, και η Δόμνα δίπλα του, μια Δ, που ο Π μετά το γάμο έγινε το εκ των ουκ άνευ στήριγμα της (καθώς από το μοριακό κόσμο του πατρικού σπιτιού και του χωριού ήταν καθόλα άβγαλτη στη ζωή, πόσο μάλλον σε μια μητρόπολη όπως η Βοστώνη), έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους να μας ευχαριστήσουν και διασκεδάσουν τις λίγες μέρες της παραμονής μας, παρά την αδιάκριτη, αναπάντεχη και, κατά τα φαινόμενα, ενοχλητική παρείσδυση εκείνες τις μέρες του απρόσκλητου παλιόφιλου από τον Πειραιά. Το επόμενο της άφιξης μας πρωινό ήρθε να μας συναντήσει ο Γιώργος, ο μοναδικός, ίσως, εκ των Ντ. που είχε διατηρήσει επαφές και επισκεπτόταν περιοδικά την Ελλάδα (μάλιστα είχε αγοράσει κάποιο εξοχικό στη Χαλκιδική για τις καλοκαιρινές διακοπές της οικογένειάς του)· ήταν ο προξενητής πίσω από το γάμο των θείων και αυτός που κίνησε τα νήματα για το «δάνειο» των πεντακοσίων δολαρίων. Έτυχε να συναντήσει τον Πατέρα το προηγούμενο καλοκαίρι. Τον θυμόταν ογκώδη από το βάρος που χάριν σε μιαν ανεξέλεγκτη διατροφή (αποτέλεσμα της λαιμαργίας από την κοιλιοδουλία που χαρακτηρίζει πολλούς μεσήλικες), και οι πρώτες κουβέντες εκείνο το πρωινό καθώς μου έσφιγγε το χέρι ήταν, ειπωμένες με μάλλον άκομψο τρόπο: “Βρε συ, Λ, σε περίμενα πιο ψηλό, πιο μεγάλο… σαν τον πατέρα σου”. Δεν είχα έτοιμη απάντηση. Χαμογέλασα.

Πριν ξεκινήσουμε την ξενάγηση της Βοστώνης, ο θείος θεώρησε σκόπιμο να μας πάει με το αυτοκίνητο μας σε μια μάντρα για έναν διεξοδικό πλύσιμο και γυάλισμα -με το χέρι. Παραλειπόμενο της κουλτούρας των Ελληνοαμερικανών, σκέφτηκα. Πιθανόν και ο επιχειρηματίας της μάντρας να ήταν ελληνικής καταγωγής. Η διαδικασία του πλυσίματος, για να είναι συμβατή με τους υψηλούς δείκτες παραγωγικότητας της Αμερικής, ενέπλεκε μιαν σημειωτόν πορεία σε μια γραμμή, με τον οδηγό να παραμένει πίσω από το τιμόνι, με στάσεις δευτερολέπτων του αυτοκινήτου από τον έναν νέγρο εργάτη στον επόμενο. Η εργασία ήταν υπερ-καταμερισμένη σε μικρο-λειτουργίες που απαιτεί ένα ολικό πλύσιμο: δυο εργάτες αναλάμβαναν το σφουγγάρισμα του σώματος και των ζαντών του αυτοκινήτου με απορρυπαντικό, ένας τρίτος το ξέπλυμα, ένας τέταρτος το στέγνωμα, ο τελευταίος το γυάλισμα. Και η εντατικοποίηση των ατομικών ενεργειών, η οργάνωση και αποτελεσματικότητα εκείνης της «γραμμής παραγωγής» από την μια με εντυπωσίασαν, από την άλλη επανάφεραν στο μυαλό μου μαρξιστικά διαβάσματα περί την αύξηση της παραγωγικότητας διαμέσου του καταμερισμού και της εντατικοποίησης της εργασίας, προς μεγιστοποίηση πάντας της υπεραξίας και του κέρδους, στα οποία το κεφάλαιο φυσικά αποσκοπεί. Οι θεωρίες μου έβρισκαν μιαν εμπειρική, αντιπροσωπευτική απόδειξη από τις ενέργειες του  εργατικού δυναμικού του γκαράζ, που εκτυλισσόταν, άβολα και απρόσωπα, μπροστά στα μάτια ενός άβγαλτου φοιτητή-ερευνητή.

Το ίδιο απόγευμα ο θείος Π μας πήγε στο λιμάνι της Βοστώνης και το παραθαλάσσιο aquarium, και μετά περπατήσουμε και φωτογραφηθήκαμε στις γωνιές της Quincy Market. Στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, μετά από προσωπική παράκληση, οδηγήσαμε μέσα από το Cambridge για να δω το κορυφαίο πανεπιστήμιο που με είχε απορρίψει: το ΜΙΤ. Το θέαμα μιας συστάδας από σκόρπια σε διάφορα πολεοδομικά τετράγωνα, απρόσωπα και αχαρακτήριστα κτήρια με απογοήτευσε, αλλά εκ των υστέρων σκέφτηκα ότι η πρόοδος της τεχνολογίας οφείλεται κυρίως στο έμψυχο και άψυχο δυναμικό και περιεχόμενο και όχι στην εμφάνιση, στα στολίδια, στη μορφή. Πόσοι διάσημοι επιστήμονες που ήξερα από μικρός ήταν κακοντυμένοι και ατημέλητοι;       

Το βράδυ τρώγαμε καλεσμένοι στου γερό-Ντ., στου καλού κυρ-Θανάση, των παιδικών μου χρόνων,  που ζούσε με την φαμίλια του φτωχό χαμόσπιτο λίγο πιο πέρα από τον μπαχτσέ του παππού. Μετά από περίπου είκοσι χρόνια που πέρασαν από τον καιρό που μαστόρευε για τον παππού και τη γιαγιά και έφτιαχνε το ποδήλατό μου, μου φάνηκε, από την κορυφή του τραπεζιού που καθόταν, απαράλλαχτος στη ζωντάνια και το λόγο του, Ο παιδικός μου φίλος, ο Βασίλης, που απαντούσε πλέον στο όνομα Billy και δεν μιλούσε ελληνικά ή, το πιθανότερο, ντρεπόταν να αρθρώσει τις μετρημένες ελληνικές λέξεις που θυμόταν, καθόταν αμίλητος, με ένα δειλό, ανεπαίσθητο χαμόγελο δίπλα στον γέρο-πατέρα του. Το ίδιο και ο άλλος γιος ο Κώστας, που απ’ όσο κατάλαβα είχε ξεχάσεις τις ρίζες στο χωριό, τη γλώσσα και τις παραδόσεις της πατρίδας. Ήταν παιδιά και έφηβοι, όταν άφησαν το χωριό για την ξενιτιά και, ίσως, ως φτωχόπαιδα, να έφυγαν πικραμένοι, να έριξαν «μαύρη πέτρα» στη μιζέρια που άφηναν πίσω. Στη συζήτηση, καθώς και ο υποφαινόμενος κατατασσόταν ανάμεσα στους λιγομίλητους και ντροπαλούς σε τέτοιες κοινωνικές συναθροίσεις, και καθώς οι σύζυγοι των Ντ., αν και Ελληνοαμερικανίδες καταλάβαιναν λίγα ελληνικά και ακόμα λιγότερα μιλούσαν, κυριάρχησαν ο γερό-Θανάσης, ο Γιώργος, και με μετρημένες, όμως, κουβέντες ο θείος Π. Ψιλοκουβέντες γύρω από την καθημερινότητα της Βοστώνης, μερικά ψήγματα αναμνήσεων από το μακρινό παρελθόν της Νέας Μαγνησίας, που τη Δ περισσότερο και μένα λιγότερο μας συνέδεαν με τους Ντ.· λόγια διανθισμένα με ελληνοαμερικανισμούς: ‘γουόρε’ για αντί water, Πίρα, αντί για Peter (το όνομα που χρησιμοποιούσε ο Π στην Αμερική), και τα λοιπά, που το αυτί δύσκολα συνήθιζε. Η δική μου συνεισφορά, που φάνηκε να ευχαρίστησε τον κυρ-Θανάση, ήταν η θύμηση από αυτόν σκυμμένο στην αυλή της γιαγιάς να αλλάζει την σαμπρέλα στο ποδήλατο.      

Είχαν το δικό τους κόσμο οι Ελληνοαμερικανοί, αναλογιζόμουν φεύγοντας  (με την πάγια τακτική να γενικεύω και θεωρητικοποιώ καταστάσεις μέσα μου)· ιδιαίτερα εκείνοι που έζησαν το πρώτο, μεγάλο κομμάτι της ζωής τους στην Ελλάδα των δεκαετιών των ’60 και ‘70. Ένας κόσμος που αποκολλήθηκε από τη «ψωροκώσταινα», τη φτώχια και τις λαϊκές παραδόσεις της, σε εποχές μακρινές και είχαν μεταμορφωθεί, με μια έννοια μπασταρδεύτηκαν από την κουλτούρα μιας εντελώς διαφορετικής κοινωνίας, κοινωνίας ευκαιριών και αφθονίας, στην οποία από ανάγκη και από ένστικτο έπρεπε να επιβιώσουν. Έτσι μετασχηματίστηκαν σε μιαν οντότητα υβριδική, χωρίς πατρίδα και χωρίς ή με ρηχές ρίζες, με το ένα πόδι στο εδώ και τώρα, την νέα πραγματικότητα που βίωναν και τους κύκλωνε και απορροφούσε, και το άλλο ξεχασμένο σε έναν νοητό απόμακρο κόσμο του παρελθόντος και των αναμνήσεων, που όμως άλλαζε χωρίς αυτοί να το αντιλαμβάνονται. Οι συγκρίσεις  με κείνον τον χαμένο κόσμο ενός μακρινού παρελθόντος είναι βέβαια αναπόφευκτες. Χρειάζονται για τη δικαιολόγηση επιλογών ζωής τότε, αλλά με υστέρηση τέτοιου βάθους χρόνο, γίνονται αβάσιμες και άτοπες. Δεν ένιωσα συμπατριώτης στην παρέα τους, όσο κι αν η πρόσκληση σε γεύμα, εν μέρει υπαγορευόταν από κάποια, έστω επιφανειακά, πατριωτικά κίνητρα, ίσως και μιαν αόριστη, αλλά ακατανόητη νοσταλγία.  

Τη βραδιά πριν φύγουμε στην εικόνα που άρχισα να σχηματίζω για τους Ελληνοαμερικανούς, τον θείο μου συμπεριλαμβανομένου, προστέθηκαν και άλλη σάρκα, και άλλα οστά. Το αποχαιρετιστήριο γεύμα ή, ας το πούμε, ‘γλέντι’ -προσφορά του καλοσυνάτού θείου Π, έλαβε χώρα σε ένα ελληνικό ‘κέντρο διασκέδασης’ της Βοστώνης. Σίγουρα, η πρόθεση να μας διασκεδάσει και ευχαριστήσει είχε αγνά κίνητρο, αν και το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορούσε να συνάδει με τις προθέσεις, για τον ίδιο λόγο που η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, η νοοτροπία και κουλτούρα των μοντέρνων Ελλήνων νέων, όπως εγώ και η E, απείχε χρονικά δεκαετίες από την μακρινή πραγματικότητα, που ενδεχόμενα κουβαλούσε ακόμα σε νου και ψυχή και χούγια το τελευταίο κύμα των μεταναστών στην Αμερική. Σα να πάγωσε εκείνη στο χρόνο, ταριχεύθηκε θαμμένη για δεκαετίες μέσα τους, ένα νεκρό σώμα σε μια ξένη κοινωνία και κουλτούρα, μέχρι την ολοκληρωτική αφομοίωση και εξαφάνιση, ως κάποια διακριτή οντότητα στο μέλλον.

 Ήταν τεράστιο, αμερικανικών διαστάσεων και προδιαγραφών εκείνο το κέντρο διασκέδασης της Βοστώνης, γεμάτο από σειρές άδειων τραπεζιών, γύρω από μια πίστα για χορό και ένα πάλκο για την λαϊκή ορχήστρα. Σε μια γωνιά, κάτω από τα χαμηλωμένα φώτα της αίθουσας, διέκρινε ένα ζευγάρι που έτρωγε κάτι ήσυχα. Θα μπορούσαν να είναι μέλη της οικογένειας του επιχειρηματία-ιδιοκτήτη ή των εργαζομένων στο κέντρο. Καθίσαμε κοντά στην πίστα -υπήρχε άπλετος χώρος, γύρω και μπροστά μας. Σε λίγο θα έπαιζε η ορχήστρα μας καθησύχασε ο σερβιτόρος.  Παραγγείλαμε από ένα μενού στάνταρντ πατροπαράδοτων ελληνικών εδεσμάτων: κεφτεδάκια, παϊδάκια, χωριάτικη, τζατζίκι, ρετσίνα. Η ολιγομελής ορχήστρα εμφανίστηκε ενώ τελειώναμε το γεύμα μας. Το ρεπερτόριο της φτωχό, τετριμμένο κι άτεχνο, από τραγούδια που παίζονταν και ξαναπαίζονταν σε άλλες εποχές και για άλλα ακροατήρια στην πατρίδα, και που οι νέοι των πόλεων τουλάχιστον είχαν βαρεθεί και σταμάτησαν να ακούνε: καλαματιανοί και τσάμικα, «Άντε το μαλώνω…», οπωσδήποτε τον «Ζορμπά», τραγούδια από ανθολογίες ελληνικής μουσικής σε κασέτες που κάποιοι τουρίστες μπορεί ακόμα να αγόραζαν από μαγαζιά ευτελών σουβενίρ. Το μαγαζί παράμεινε άδειο κι αν ξεγλίστρησαν μερικοί πελάτες ή θαμώνες στις μισοσκότεινες απλοχωριές του, στο πίσω μέρος μακριά από την πίστα, δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου.

Βρισκόμουν ήδη σε αμηχανία, από το άψυχο και καταθλιπτικό περιβάλλον, από το ξεθωριασμένο και κουρασμένο σκηνικό μιας ελληνότροπης διασκέδασης, και διακριτικά απέφυγα να εξερευνήσω το υπόλοιπο του μαγαζιού με ανήσυχο και απογοητευμένο βλέμμα ώστε να μη δώσω υποψίες στενοχώριας ή δυσφορίας στο θείο, που με τον πρωτόγονο τρόπο του ήθελε να μας ευχαριστήσει. Όφειλα να το εκτιμήσω. Συγκεντρώθηκα στο κρασί μπροστά μου, χτύπησα χλιαρά παλαμάκια, λίγο λικνίστηκα καθισμένος στους ρυθμούς της μουσικής. Προσποιούμουν ότι διασκέδαζα. Τουλάχιστον η E σηκώθηκε και χόρεψε με τη Δ και δυο-τρεις άλλους, που αίφνης εμφανίστηκα στην πίστα, και κράτησε τα προσχήματα εκ μέρους μας.

Ο χορός της προκάλεσε τα κολακευτικά σχόλια του Π και του φίλου από τον Πειραιά: «Πόσο ωραία και σωστά χορεύει η Ε!». Ήταν αλήθεια. Την χάρη των κινήσεων της την παρατηρούσα καθημερινά στο περπάτημα της, στη λεπτή της μέση, στην κίνηση των γλουτών της. Του ανάφερα ότι στα μαθητικά και φοιτητικά της χρόνια ήταν στην πατρίδα της μέλος συλλόγου παραδοσιακών χορών. Ως το αντίθετο του κινητικού, ως ένας κυρίως οπτικοακουστικός τύπος, χρόνια βεβαρημένος από συστολές και έλλειψη αυθορμητισμού, το βράδι εκείνο, που νοητά ανυπομονούσα να τελειώσει, δεν σηκώθηκα από την καρέκλα μου.

Saturday, February 15, 2025

60 - Αμέρικα: Η Διάλυση μιας Μικρής Παρέας

Ένα ακόμα άψυχο καλοκαιράκι πέρασε. Μακριά από το φως και τη θάλασσα της πατρίδας, που τέτοιους καιρούς μας έλειπε. Μέσα στην αφόρητη ζέστη και αποπνικτική υγρασία του Ohio, τη δυσφορία από το ψύχος των κλιματιστικών σε ερμητικά κλειστούς από τη ζέστη έξω χώρους -αναγκαστικά, δυστυχώς, καταφύγια σε συνθήκες ακραίες για μας από μακρινές ήπιες μεσογειακές γεωγραφίες. Τουλάχιστον, τα φύλλα των δέντρων, το χαλκοκίτρινο των buckeyes, τα κιτρινοκόκκινα των σφενταμιών, τα χρυσοπράσινα των καστανιών, θα έφερναν στο τέλος ενός ασήκωτου καλοκαιριού λίγο χρώμα και απαλότητα στον κόσμο γύρω, θα άμβλυναν τις ακρότητές του. Το φθινόπωρο, ανάμεσα στην ανυπόφορη παγωνιά του χειμώνα και την κάψα του καλοκαιριού, ήταν η εποχή που το Ohio και οι πολιτείες του Midwest ξανάβρισκαν μικρές δόξες και αποκτούσαν μια πρόσκαιρη ομορφιά. Το υποδεχτήκαμε σεμνά, αναζητήσαμε τα χρώματα της φύσης, με απρογραμμάτιστες διαδρομές με το αυτοκινητάκι μας στους δρόμους των φυλλωτών προαστίων της πόλης με τις επαύλεις, που απλώνονται όχι πολύ πιο πέρα από παρυφές στοιχειωμένων από σκιές ανθρώπων φτωχογειτονιών και γκέτο.

Η παρέα των πέντε άρχισε να σκορπίζει, λίγους μόλις μήνες αφού δέθηκε στενά -μέσα από τη μουσική του Καζαντζίδη, πειράγματα, γέλιο και πολιτικούς καυγάδες, τα χάχανα του Κ που προκαλούσαν από μόνα τους γέλιο, τα ήρεμα γαλανά μάτια που κάλμαραν τις ψυχές των συνομιλητών του. Ο Κ αποσκίρτησε πρώτος. Βοηθήσαμε το ζευγάρι να φορτώσουν τα πράγματά τους (τα απαραίτητα ρούχα, μικρο-έπιπλα, κουζινικά, βιβλία) ένα απόγεμα πριν το τέλος του καλοκαιριού στο 4WD τους, που έσπευσαν να αγοράσουν προσφέρθηκε στον Κ η περιπόθητη δουλειά στο πανεπιστήμιο, και δεόντως καμάρωναν. Και έφυγαν για το Madison ένα απόγευμα, μετά από έναν αποχαιρετισμό που, ανάμεσα στα χωρατά του Ν, μόνον εμένα φάνηκε να συγκίνησε.

Η Α πριν το ξεκίνημα του χειμερινού τρίμηνου επέστρεψε για να ολοκληρώσει κάτι τελευταίες δικές της υποχρεώσεις. Θα έφευγε κι εκείνη οριστικά και ανεπιστρεπτί πριν τα Χριστούγεννα. Το προσδοκούσε διακαώς, μας έλεγε. Τα κρυστάλλινα νερά των λιμνών του Madison θα την γοήτευαν και ηρεμούσαν, μέχρι να ξεκινούσε και κείνη δουλειά. Και το καινούργιο τους σπιτικό είχε θέα σε μια από αυτές τις λίμνες που τα νερά τους θα ατένιζε με τις ώρες πίσω από το παράθυρό της, μαζί με οράματα για ένα συναρπαστικό μέλλον -και ας την έφερε η ζωή ακόμα πιο μακριά από την πατρίδα. Και μετά από εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα, την Α, που είχε γίνει η μοναδική φίλη και κατά κάποιο τρόπο το ομόφυλο στήριγμα της E στον ξένο τόπο, ανάγκη κάθε γυναίκας για ψιλή κουβέντα, θα την βλέπαμε πλέον στη χάση και τη φέξη: στα ελάχιστα Σαββατοκύριακα που δεν ανέβαινε στο Madison για να βρεθεί στην αγκαλιά του K της. Μείναμε οι τρεις μας. Η παρουσία του Ν στις καθιερωμένες πίτσες και μπύρες των Παρασκευών, αποκλειστικά στο διαμέρισμά, κρατούσε κάπως το ηθικό μας από την ψυχολογική κατάπτωση που η καθημερινότητα μπορεί να προκαλέσει καθώς μίκραιναν οι μέρες και κρύωνε ο καιρός.

Δεν ήταν το ίδιο· η ζεστασιά των σαββατοκύριακο με την παρέα της ξενιτιάς είχε χαθεί. Όλοι μας είχαμε γυρίσει μια ακόμα σελίδα από ένα κεφάλαιο των νιάτων μας. Με τον χειμώνα, οι μέρες της βδομάδας βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στην εντατική ρουτίνα της έρευνας και των σπουδών, μερικών προκαταρκτικών μαθημάτων για την Ε, και άλλων μικρο-ασχολιών. Όπως με την οδήγηση που είχα αναλάβει να την καθοδηγήσω, παρά την καθολική έλλειψη υπομονής που με διέκρινε σε θέματα νουνέχειας και διδασκαλίας. Ωστόσο, μετά από διαπληκτισμούς, θυμούς και δάκρυα, εκείνα τα μαθήματα οδήγησης απέδωσαν καρπούς. Η E πήρε την άδεια της με ελάχιστα λάθη στο παθητικό, ενώ στις δικές μου, του ινστρούχτορα οδήγησης της Ε, εξετάσεις που προηγήθηκαν, τις περάσα οριακά, εξαιτίας κυρίως μιας στριφνής και εκφοβιστικής, ευτραφούς νέγρας εξετάστριας, μιας αξέχαστης παρουσίας στη θέση του συνοδηγού για λίγα λεπτά, που με αυστηρό ύφος και απότομες παρατηρήσεις είχε σπείρει μέσα μου άγχος και νευρικότητα, μετριάζοντας έτσι το πλεονέκτημα από χρόνια εμπειρίας στην οδήγηση.

Friday, February 14, 2025

59 - Αμέρικα: Ο Θείος από την Βοστώνη

Οι βδομάδες και oι μήνες κυλούσαν στον ξένο τόπο, με μόνο ακαδημαϊκές προθεσμίες και γιορτές να μας το θυμίζουν. Το καράβι της ζωής έπλεε πέρα-δώθε στα κύματα μιας ήρεμης θάλασσας. Οι καιροί άλλαξαν κι άλλο προς το καλύτερο με την αγορά ενός αυτοκίνητου από τις λίγες οικονομίες και την ηθική συμπαράσταση των Σ στην επιλογή του και διαπραγμάτευση της τιμής του. Τους ευχαριστήσαμε για αυτό κερνώντας πίτσα και μπύρα, παρά την διεύρυνση του οικονομικού μου ελλείμματος. Ήμουν, ωστόσο, ακόμα σε μιας φάση της ζωής που αντιμετώπιζα το χρήμα και το ξόδεμα του «φιλελεύθερα» και χωρίς πολλές σκοτούρες για το τι θα περίσσευε στο τέλος του μήνα ή για το ενδεχόμενο «βροχερών ημερών» στο μέλλον. Ο καταναλωτισμός των ΗΠΑ είχε διεισδύσει ακόμα και τις δικές μας ζωές -στη βάση της πυραμίδας. Ο οικονομικός συντηρητισμός, ο φυσικός αποταμιευτής και λογιστής μέσα μου, θα περνούσε καιρός πριν αναλάβει τα ηνία.

Χάρηκα με τα νέα της παντρειάς της θείας Δ,  της νεότερης από τις τρεις αδερφές της Μάνας. Έλαβε χώρα στην Αθήνα το φθινόπωρο του προηγούμενου χρόνου με έναν Έλληνα από τη Βοστώνη, τον Π ή «Πήρα», όπως τον αποκαλούσε η ελληνοαμερικάνικη κοινότητα με την ιδιόρρυθμη προφορά της, μετά από προξενιό που οργάνωσαν οι πρώην συγχωριανοί Ντ, και από χρόνια ξενιτεμένοι στην Βοστώνη. Ο Π ήταν ένας καλός άνθρωπος, μετανάστης και αυτός της δεκαετίας του ’70, που κατάφερε και πρόκοψε ως άξιος μαραγκός, παρά τα λίγα γράμματα που κουβαλούσε από την Ελλάδα. Ο Πατέρας, φυσικά, εκ προοιμίου θα υποτιμούσε και υποβίβαζε την προσωπικότητα του Π, αφού τον στιγμάτισε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ως «σώγαμπρο»  -μια λέξη που μέχρι που την άκουσα από τον Πατέρα δεν ήξερα τι σήμαινε. (Αλλά δεν υπήρχαν πολλοί στον κόσμο που δεν θα  υποτιμούσε και καταφερόταν εις βάρος τους ο Πατέρας.) Η θεία Δ, επιτέλους, μετά τον πρόσφατο θάνατο του κυρ-Γιάννη, θα άνοιγε τα φτερά της και θα πετούσε, μακριά από σπιτικό της Μαγνησίας και τον ασφυκτικό κλοιό ενός οπισθοδρομικού χωριού. Από καιρό λαχταρούσε να παντρευτεί και να δραπετεύσει, και τα κατάφερε με τον πλέον θεαματικό τρόπο σε έναν απροσδόκητο προορισμό.

Σύντομα μετά την εγκατάσταση της στην Βοστώνη, ένα Σαββατοκύριακο στις αρχές του καλοκαιριού, μας επισκέφτηκαν –με ακριβά δώρα και πολλά χαμόγελα. Ο Π, με το μαυριδερό τριχωτό δέρμα, μαύρα αραιά μαλλιά, και ένα μικροκαμωμένο σώμα, μου έδωσε την εντύπωση διαφορετικής ράτσας άνθρωπος από τις δικές μας των προσφύγων από Βορρά και Ανατολή. Πελοποννήσιος εξ Ηλείας, ήγουν παλαιοελλαδίτης, κατά πάσα πιθανότητα με προγονικές ρίζες στα ασκέρια των πολεμιστών του Αρβανίτη Δράμαλη, ήταν μερικοί από τους συνειρμούς που έκαμα όταν τον συναντήσαμε στο αεροδρόμιο. Κανένα από αυτά δεν είχε σημασία.

Την ψυχαγωγία της Δ και του θείου Π την συζητήσαμε με τους έμπειρους Σ. Θα περιλάμβανε μια εκδρομή στοn εν πολλοίς ανεξερεύνητο βορρά του Ohio και ένα πασχαλιάτικο πικνίκ στα γρασίδια του «Χωριού των Καστανιών» την επόμενη μέρα. Με το καινούργιο ΙΧ, το θείο και τη θεία μαζί, τους Σ στο δικό τους αμάξι, πήραμε το δρόμο για τις ακτές της λίμνης Erie, σε ένα ταξίδι που κράτησε ώρες και που η μονοτονία της πεδιάδας του Ohio, με τις τεράστιες σε έκταση φάρμες. Η οδήγηση μέσα σε από το υποτονικό, μονοδιάστατο και ανάξιο λόγου τοπίο, με κούρασε, ενώ, όταν φτάσαμε, η θέα των κιτρινοπράσινων νερών της λίμνης Erie, μολυσμένων εξαιτίας μιας χρόνιας κακοποίησης της από την ανθρώπινη εκμετάλλευση, με απογοήτευσε. Τι απέγιναν τα καλοκαιρινά ταξιδάκια στη Χαλκιδική ανάμεσα στα πεύκα και το πρασινογάλαζο της θάλασσας; Ή τα ανοιξιάτικα στον Πλαταμώνα, πάνω στις καταπράσινες πλαγιές του Ολύμπου από τη μια μεριά και το βαθύ πελαγίσιο μπλε του πελάγους που συναντούσε του πρόποδές του; Το μεσημέρι και το απόγεμα πέρασαν εξίσου άχρωμα και υποτονικά, όσο και η εν πλω περιήγηση με το καραβάκι που μας έκανε ένα μικρό γύρο στην απέραντη λίμνη, που τα όρια της εκτεινόταν πέρα από τον ορατό ορίζοντα. Ο νέος θείος μου τράβηξε μερικές φωτογραφίες επιδεικνύοντας παράλληλα και την επαγγελματική του Cannon και, μετά από ένα πρόχειρο και άνοστο γεύμα στους πάγκους ενός παράκτιο snack-bar.  και επιστρέψαμε αργά, καταβεβλημένοι, χωρίς πολλά να διηγηθούμε στην παρέα την επόμενη, και λιγότερα να θυμόμαστε.

 Ήταν μέσα Απρίλη, μέρες του ελληνικού Πάσχα· ξημέρωσε Ανάσταση. Οι Σ, με τη συμπαράσταση της E και της Δ, με τον υπερβάλλοντα ζήλο σε τέτοιες εθιμοτυπικές διαδικασίες, ανάλαβαν την οργάνωση του πασχαλιάτικου τραπεζιού, που έλαβε χώρα πάνω σε τραπεζομάντηλα απλωμένα στην πρασινάδα του «Χωριού» κάτω από το μπαλκόνι τους.  Ήρθε, από το Ann Arbor όπου σπούδαζε, ο παλιόφιλος και πρώην-)σύντροφος Ν της διαλυμένης πλέον κνίτικης παρέας των φοιτητικών χρόνων. Ήρθε και ένα χοντρό παντρεμένο ζευγάρι, συμπατριώτες και φίλοι των Σ, μαζί με την εξίσου ευτραφή μάνα και τον άξεστο, μυστακοφόρο πατέρα, που κρίνοντας από τη φάτσα και το παρουσιαστικό, θα έλεγα ότι προερχόταν από άλλη εποχή. Περιέργως, όμως, ήταν σωματικά ο λεπτότερος της οικογένειας. Ο χοντρός συνομήλικός μου άντρας του ζευγαριού, που μάλλον από υποχρέωση προς έναν συμπατριώτη σε μακρινό τόπο προσκαλέστηκε από τους Σ μετά συζύγου και γονιών στο πικνίκ μας, εξάντλησε εύκολα την υπομονή μου μιλώντας με ένα παράξενο καμάρι για το αμάξι που αγόρασε, δυσανάλογο ακριβό για το εισόδημά του ζευγαριού, και τις επιδόσεις του, ένα δήθεν πολυπόθητο και περιβόητο VW Jetta. Οι υπόλοιποι απορούσαμε σε κατοπινές κουβέντες μεταξύ μας με τι λεφτά θα μπορούσε να είχε αποκτηθεί αμέσως μετά την άφιξή τους στην Αμερική για σπουδές. Ανάλογο εκνευρισμό και αποξένωση προκάλεσε και ο πατέρας του, που ανέφερε με το τουπέ και θρασύ ύφος καπάτσου, και ασορτί προφορά μάγκα πειραιώτη, το ένα μετά το άλλο από τα φαγώσιμα -τα τυριά, τις ελιές, τα άλλα εδέσματα, με τα οποία γέμισε τις βαλίτσες του στην επίσκεψη από την πατρίδα, και κατάφερε να τα περάσει απαρατήρητος κάτω από τη μύτη των τελωνειακών στο αεροδρόμιο. Πάντως, συνεισέφεραν στο πασχαλινό τραπέζι με τυριά και άλλα εδέσματα. Και κατά τ’ άλλα άκουγαν, με μιαν αγέλαστη, εμφανή ζήλια στα πρόσωπά και τόνο της φωνής τους, για το πως ήρθαμε στην Αμερική, για τις υποτροφίες που πήραμε, για τις επιδόσεις και φιλοδοξίες μας, κυρίως για την πρόσφατη επιτυχία του συμπατριώτη Κ να του προσφερθεί δουλειά αμέσως μετά την ολοκλήρωση του διδακτορικού του ως Assistant Professor, σε ένα από τα κορυφαία στο αντικείμενό του πανεπιστήμια. Τα καυχήματα για το VW Jetta και τις επιδόσεις του από τον χοντρό νεόφερτο σπουδαστή, πέρασαν στο περιθώριο με την ανακοίνωση της επικείμενης αγορά SUV από τους Σ, ενόψει της έναρξης της νέας του ακαδημαϊκής καριέρας. Τι ματαιότητα! 

Monday, February 10, 2025

58 - Αμέρικα: Μαζώξεων Συνέχεια

Η επόμενη μάζωξη της παρέας έγινε στο διαμέρισμά μας. Μια Παρασκευή βράδυ προς το τέλος ενός ανεξάντλητου χειμώνα που είχε δρασκελίσει στην άνοιξη του 1988. Γεμίσαμε το ψυγείο με μπύρες. Παραγγείλαμε πολλές πίτσες, τεράστιες πίτσες, από του Dominos με την μονοσήμαντη δίαιτα της Παρασκευής του Ν στο νου, και την αρωγή του στην παραγγελία.

Σε εκείνη τη μάζωξη, της πίτσας και της μπύρας, ξεκίνησε πολιτική κουβέντα, που γρήγορα (μάλλον αναπόφευκτα για παρέες Ελλήνων) εξελίχθηκε σε καυγά. Βρισκόμουν στο πεδίο μου. Όπως λένε, έπαιζα μπάλα στο γήπεδο μου. Ο Κ, για κάποιο λόγο ένθερμος υποστηρικτής του ΠΑΣΟΚ του Παπανδρέου, όπως  πολλοί πόντιοι αγρότες και μικροαστοί της Πιερίας από όπου το ζευγάρι προερχόταν (κρίνοντας πάλι με αφετηρία προσωπικές προκαταλήψεις κι εμμονές), έγινε στόχος ενός φιλιππικού για τον ρεφορμισμό κομμάτων όπως το ΠΑΣΟΚ, για τη δημαγωγία, το λαϊκισμό, και τον πολιτικό ευτελισμό του σοσιαλισμού, διανθισμένου με αναφορές στο μαρξισμό και ιστορικό υλισμό -το ιδεολογικό μου ψωμοτύρι. Τις πολιτικές θέσεις μου τις αγόρευα, χωρίς ενδοιασμούς πλέον, με δυνατή φωνή, συχνά όρθιος, χειρονομώντας με το ένα χέρι, κρατώντας ένα μπουκάλι μπύρα στο άλλο. Ο Κ αμύνθηκε των απόψεων του με τη νηφαλιότητα και αξιοπρέπεια ψυχολόγου ακαδημαϊκού, αν και με κάπως απολογητικό τόνο για τις κομματικές του συμπάθειες. Το μειδίαμα όμως πίσω από το τσιγάρο του εν γένει απολιτικού και αμέτοχου σε τέτοιες συζητήσεις Ν, που φαινόταν να απολαμβάνει το πολιτικό στρίμωγμα του φίλου του, κυρίως όμως ο θαυμασμός που έβλεπα στα γλυκά μάτια της Ε για τη δυναμική της επιχειρηματολογίας και την ευφράδειά ενός εν γένει λιγομίλητου, με γέμισαν ικανοποίηση και αυτοπεποίθηση. Οι συστολές της πρώτης μάζωξης είχαν για τα καλά ξεπεραστεί, αν και οι μπύρες, ως πάντα, βοήθησαν και σε κείνη την περίπτωση.

Έτσι η ζωή στο Columbus βρήκε, με την παρέα των Σ και του Ν, την κοινωνική διάσταση που κάθε ζωή ιδιαίτερα στον ξένο εκείνο τόπο έχει ανάγκη στα πρώτα βήματά της. Οι καλοί φίλοι μαζί με άλλα στοιχεία, όπως το φαγητό, το ποτό, η μουσική, συνιστούν έναν ελάχιστο παρονομαστή μιας επικούρειας ευτυχίας. Η σχέση με την όμορφη μου γυναίκα, που είχε τα οπίσθια της Αφροδίτης της Μήλου, την μέση μπαλαρίνας, και τα λάγνα και εξωτικά πράσινα μάτια, ενισχύθηκα και σταθεροποιήθηκε σε ένα υψηλότερο πλατό -συμβίωσης, ερωτισμού, συντροφικότητας, ίσως και τρυφερότητας και αγάπης. Κάναμε έρωτα στο τραπέζι, όταν τηλεφωνούσε στην Α, impromptuquickies’ μετά από το ποδόσφαιρο που έπαιζα με τον AP και τον Φ -ντοπαρισμένος όντας από ενδορφίνη και τεστοστερόνη, ή ζαλισμένοι από τις μπύρες σε κάποιο μπαρ, που τότε ακόμα ενεργούσε ακόμα ως αφροδισιακό. Σε κάθε στάση, στον καναπέ, στην πολυθρόνα, στο στρώμα, καμιά φορά βλέποντας πορνό στο VHS  –κατάλοιπο από τις συνήθειες της εφηβικής ηλικίας που έβρισκα αδύνατο να αποβάλω.

Δεν ήταν ακριβώς dolce vita, αλλά τα νιάτα μας αποκτούσαν εκείνη την σύντομη περίοδο, και με δεδομένη τη συγκυρία και τις περιστάσεις, μια ικανοποιητική συναισθηματική κι ερωτική πληρότητα. Αναγνωριζόμαστε από τους μικρό φιλικό μας κύκλο ως ένα αγαπημένο, όσο και αξιαγάπητο, μέχρι και αξιοζήλευτο, ζευγάρι,. Ζούσαμε την καθημερινότητα με σχέδια για το μέλλον, που το ατενίζαμε, ακόμα στην απεραντοσύνη του στα νιάτα μας, με γαλήνη και αισιοδοξία. Θεωρούσαμε ότι αυτή η πορεία θα ήταν ομαλή, χωρίς ασυνέχειες και σκαμπανεβάσματα, μονοτονικά βελτιούμενη. Τι αφέλεια των άγουρων νεανικών μας χρόνων!

57 - Αμέρικα: Ο Γεωδαίτης

Ο Ν ακολουθούσε αταλάντευτα, κάθε μέρα της βδομάδας, συνήθειες και μια ρουτίνα που είχε χτίσει από χρόνια στην Αμερική. Ταίριαζε αυτή η ρουτίνα σε έναν ιδιόρρυθμο εργένη που είχε πέσει με τα μούτρα πεσμένο στη δουλειά του για ένα μυθικό, τυραννικό «αφεντικό»-καθηγητή Ραπ, για τον οποίο μιλούσε με δέος και φόβο, κατά βάθος με οργή και μίσος, κατά τα λεγόμενα του ίδιου, και από τον οποίο είχε ξεζουμιστεί ικανοποιώντας κάθε εντολή, θέλημα, ιδιοτροπία· στο όνομα και για την πρόοδο της γεωδαιτικής επιστήμης, και για να ολοκληρώσει εν ευθέτω χρόνω ένα πολυπόθητο διδακτορικό. Στα μάτια μου φαινόταν ως επιστημονική αλλοτρίωση πάνω σε ένα στείρο αντικείμενο -όπως και το δικό μου άλλωστε, με ημερομηνία λήξης: πόση ακρίβεια και διακριτικότητα χρειαζόταν, τέλος πάντων, για να περιγράψουμε για τις ανάγκες της ανθρωπότητας, την επιφάνεια της γης και την γεωγραφία της; Μετέφερα και τεκμηρίωνα, πάλι με τον αφ’ υψηλού αέρα μηχανικού μιας φαινομενικά υψηλότερου κύρους επιστήμης και νέων υποτίθεται τεχνολογιών, σε τεχνικής φύσεως λογομαχίες με τον Ν, τον απλοϊκό αφορισμό του Πατέρα από το μακρινό παρελθόν: «Η τοπογραφία (και κατ’ επέκταση η γεωδαισία) δεν είναι επιστήμη. Ένα μάθημα είναι όλη και όλη που τους διδάσκει πως γίνονται μετρήσεις με τον θεοδόλιχο». Όχι απαραίτητα γιατί τα πίστευα αυτά και διεκδικούσα την αποκλειστική κατοχή μιας αλήθειας, αλλά για χάριν μιας από τις κινητήριες δυνάμεις του πνεύματος που λέγεται αμφισβήτηση, για το καλό και τη ζωντάνια της κουβέντας, και για αστεϊσμούς και πειράγματα που κάθε φιλία χρειάζεται.

Ο Ν, λοιπόν, είχε ήδη αναλώσει αρκετά από τα πλέον δημιουργικά του χρόνια για χάρη και προς όφελος του επιστημονικού κύρους του καθηγητή του, χωρίς κάποιο φως στο τέλος του τούνελ. Η μέρα του, η κάθε μέρα της βδομάδας, ξεκινούσε νωρίς το πρωί, λίγο αργότερα τα Σάββατα και τις Κυριακές, με μια καράφα λίτρου καφέ και πολλά τσιγάρα -έναντι πρωϊνού, και συνεχιζόταν στο γραφειάκι της σχολής του, με ακόμα περισσότερα καφέδες και τσιγάρα. Στο τέλος μιας πολύωρης βάρδιας υπολογισμών συντεταγμένων και επεξεργασίας τεράστιων όγκων δεδομένων από δορυφόρους, κατέληγε αργά το βράδι στο ίδιο και το αυτό diner στις παρυφές του campus, από όπου είχε παραγγείλει για παραλαβή για το σπίτι το ίδιο κι απαράλλαχτο «υποβρύχιο» σάντουιτς, ενός ποδιού σε μήκος, με τα ίδια κι απαράλλαχτα υλικά γέμισης: τόνο, μαγιονέζα και τυρί, όλα ζεσταμένα στο φούρνο. Φυσικά με τα χρόνια έγινε ο τακτικότερος πελάτης του μαγαζιού. Η φωνή και προφορά του ήταν αναγνωρίσιμη στο τηλέφωνο, ο μαγαζάτορας ήξερε πάντα τι έπρεπε να ετοιμάσει για το κύριο Ν. Και με το άνοιγμα της πόρτας του μαγαζιού, μετά το ‘How are you doing today, Mr P?’ του παρέδιδε έτοιμη την παραγγελία. Αν τέτοιου είδους δίαιτα  οριζόταν ως «μονοτροφική», ο Ν θα αποτελούσε χαρακτηριστικότατο παράδειγμα της, που μαζί με τα τσιγάρα και την άπληστη κατανάλωση καφέ δημιουργούσε εύλογες απορίες στους υπόλοιπους πως η υγεία του παρέμενε αλώβητη.

Μόνο την Παρασκευή το βράδυ οι διαιτητικές συνήθειες του Ν παρέκκλιναν κάπως, όταν το tuna-melt από το diner της γειτονιάς, γινόταν meat-lovers pizza με έξτρα τυρί, πίτσα μισού μέτρου στην διάμετρο, από την Dominos Pizza -σαν μπόνους στον εαυτό του στο τέλος μιας ακόμα κουραστικής βδομάδας. Μια πίτσα που αφού τη δίπλωνε σε σχήμα φακέλου κατά μήκος της διαμέτρου της, την καταβρόχθιζε, όπως και το καθημερινό του sub. Και πάλι, την κριτική και τις φιλικές ανησυχίες για πιθανές καταστροφικές επιπτώσεις που θα είχε μακροπρόθεσμα το life-style που είχε δογματικά και απαρέγκλιτα υιοθετήσει, τις απέρριπτε με καλαμπούρια από το οπλοστάσιο του χιούμορ του.

Tuesday, February 4, 2025

56 - Αμέρικα: Διάγνωση Εσωστρέφειας

Εκείνο το πρώτο βράδι δεν θα μπορούσαν να είχαν τεθεί τα θεμέλια στενότερων φιλικών σχέσεων, εξαιτίας κυρίως αυτού που από άλλους θα εκλαμβανόταν ως ψυχρότητα εκ μέρους μου απέναντι στην παρέα και μια φαινομενική αδιαφορία για τα ενδιαφέροντα τους και τα πράγματα που ήθελαν να μοιραστούν και κουβεντιάσουν, για να τραγουδήσουν και γελάσουν. Ποιος θέλει μια αμίλητη και βαρετή, βαριά και συννεφιασμένη φυσιογνωμία στα πάρτι του; Ευτυχώς, ο κύριος λόγος όντας η σχέση με την αξιαγάπητη E, θα υπήρχε και συνέχεια, πάλι για μεζέδες και ποτάκια -αυτήν τη φορά το Πάσχα, στην γιορτή της Α. Φιλίες σε έναν ξένο τόπο είναι αναγκαίες: δημιουργούν ένα κλίμα ζεστασιάς γύρω από την καθημερινή ύπαρξη και κάτι για να προσβλέπει κάποιος στο τέλος μιας κουραστικής βδομάδας.

Στη δεύτερη μάζωξη της πενταμελούς παρέας ήπια λίγο περισσότερο. Κάπως λύθηκε ο κόμπος της γλώσσας και ο Κ ανοίχτηκε προσωπικά και πιο απλόχωρα προς την μεριά μου. Στην αρχή μου μίλησε ως ψυχολόγος και, προς έκπληξη για την ευθύτητά του, με διάγνωσε ως εσωστρεφή και αυτό με ύφος και τεκμηρίωση επαγγελματία. Ίσως στιγμιαία να μου κακοφάνηκε, όπως με είχε ενοχλήσει πριν δέκα χρόνια, πάντως σε μεγαλύτερη κλίμακα, ο χαρακτηρισμός «κρύος» από τον παιδικό φίλο, τον Β, όταν εκείνος και η παρέα του των καλοκαιρινών διακοπών «έπαιζαν» με τη διακαή επιθυμία για κοριτσίστικη παρέα και αντίστοιχα εφηβικά μου χτυποκάρδια. Ίσως, η διάγνωση της εσωστρέφειάς να με ξένισε από τις προκαταλήψεις και μια αλαζονεία που συχνά διακατέχει τους εντρυφώντες στις ψυχρές «θετικές επιστήμες», ενώ ο Ν δίπλα μας, σιγόνταρε, πάντα με αστεία διάθεση, σε βάρος της επιστημονικής εγκυρότητας οποιασδήποτε θέσης από ψυχολόγους, όπως ο Κ. Εν προκειμένω βρισκόμουν στο ίδιο στρατόπεδο με τον Ν.

Ο χρησμός ή μάλλον ψυχολογική διάγνωση του Κ  αποδείχτηκε απόλυτα ορθή. Την επιβεβαίωσα ο ίδιος μετά από χρόνια και το διάβασμα του Quiet της Susan Cain· όταν κατέληξα στην αυτό-διάγνωση της εσωστρέφειάς σε συσχέτιση με την συμπεριφορά της συγγραφέως και άλλων στο ίδιο βιβλίο με την ίδια κοινωνική, ας την πούμε, αδυναμία. Πράγματι, πόσες φορές άλλαζα πεζοδρόμιο για να αποφύγω το συναπάντημα με κάποιον γνωστό; Πόσες νύχτες έμεινα άγρυπνος ενόψει κάποιας παρουσίασης μπροστά σε κόσμο; Πόσες φορές προσπάθησα να κατευνάσω τα νεύρα μου πριν από κάποια κοινωνική εκδήλωση όπου θα βρισκόμουν ανάμεσα σε αγνώστους; Πόσες φορές παρέμεινα αμίλητος και κατσουφιασμένος σε μια γωνιά σε συναθροίσεις ανθρώπων;  Ήταν μια παρηγοριά, όμως, ότι ήμουν ένας από πολλούς εσωστρεφείς στον πλανήτη, παρόλο που εντασσόμουν, όπως φανερώθηκε μετά από συζητήσεις με άλλους επίσης αποδεδειγμένα εσωστρεφείς, προς τις άκρες του φάσματος αυτής της ψυχολογικής κατάστασης. Μιαν άλλη παρηγοριά ήταν ότι η εσωστρέφεια δεν περιγραφόταν ως ψυχική ασθένεια, και οι αδυναμίες στην συμπεριφορά εξαιτίας της αντισταθμίζονται μερικώς από θετικές εκδηλώσεις του χαρακτήρα και της προσωπικότητας. Κατέληξα να χρησιμοποιώ εκείνη την έγκυρη αρχική διάγνωση του Κ, και την αργότερη αυτοεπιβεβαίωση της, για να αυτοχαρακτηρίζομαι χωρίς ενδοιασμούς ως εσωστρεφής ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, για να δικαιολογώ τις παραξενιές της συμπεριφοράς μου σε κοινωνικές περιστάσεις και τον πολλές φορές ερμητικά «κλειστό» χαρακτήρα μου.

Όπως κατάλαβα από αντανακλάσεις του εαυτού και της συμπεριφοράς του στον έξω κόσμο, o εσωστρεφής χρειάζεται χρόνο για να εξοικειωθεί με ανθρώπους και καταστάσεις. Το δεύτερο πάρτι του Κ και της Α παρείχε αυτόν τον χρόνο. Η πρώτη «φορά» δημιουργεί στον εσωτερικό κόσμο μια αναστάτωση -φαίνεται σαν ψηλό βουνό που με πολλήν προσπάθεια το σκαρφαλώνει κάποιος. Σιγά-σιγά, όμως, αν το μοτίβο μιας συναναστροφής, αν το σκηνικό, στον ίδιο χώρο και με τους ίδιους ανθρώπους επαναληφθεί, τα στενά και δύσβατα μονοπάτια της επικοινωνίας πλαταίνουν σε ανοικτούς δρόμους. Φυσικά το αλκοόλ στην περίπτωσή μου σχεδόν πάντα λειτουργεί ως καταλύτης στην έκφραση λόγου και απελευθερώνει τον εσωτερικό κόσμο, αν και θολώνει την διαύγεια. Η διάγνωση της εσωστρέφειας μου από τον Κ έγινε παρεμπιπτόντως, ενώ από τους υπόλοιπους της παρέας πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Από την αμφισβήτηση της επιστημονικοσύνης της «ψυχολογίας» (σε τέτοια σοβαρά υποτίθεται θέματα κουβέντας είχα γενικά άποψη και την εξέφραζα, αν και διστακτικά στην αρχή), όταν, διαμέσου μιας κουβέντας που κατέληξε σε φωνές και χειρονομίες, και με σύμμαχο τον Π, κατά κάποιον τρόπο τον στριμώξαμε, περάσαμε πιωμένοι στην ελληνική μουσική.

Ακούσαμε πολύ Καζαντζίδη εκείνο το βράδι, μετά από αρκετά ποτά. Ο Στέλιος συγκινούσε τους άντρες της παρέας. Ο Κ, μέσα από στίχους της της καζαντζιδικής κακομοιριάς, της μίρλας και του σεκλετιού, όπως: «στο τραπέζι που τα πίνω λείπει το ποτήρι σου» ή «το ψωμί της ξενιτιάς είναι ξερό και με δάκρυ πικρό το έχω βρέξει και εγώ», και τα λοιπά, τον ανακήρυξε «Αριστοτέλη του ελληνικού τραγουδιού», αν και η συσχέτιση των στίχων με την πραγματικότητα που βιώναμε ήταν ελάχιστη. Δεν ξέρω μέχρι που θα συμφωνούσα τότε, άγουρος ακόμα από τα (περισσότερο τεχνητά) σεκλέτια και καημούς της φοιτητικής ζωής… Απλώς διαπίστωσα και οι γυναίκες σε γενικές γραμμές συμφωνούσαν (όπως ίσως εκ των υστέρων και ο ίδιος ο Καζαντζίδης) ότι ο βάρδος των κομμουνιστικών μου νιάτων, από κάποιον λανθάνοντα υπερ-εγωϊσμό και εγωκεντρισμό, στα περισσότερα ερωτικά τραγούδια του εμφανίζεται ως κατατρεγμένος και το θύμα των σχέσεων του με γυναίκες και την κοινωνία, ως εγκαταλελειμμένος σε έναν «αβάσταχτο» πόνο του από το αντικείμενο του έρωτα και της αφοσίωσής του.

Ακολούθησαν τα πειράγματα του Κ με στόχο την προσωπικότητα του Ν, τον τρόπο ζωής, την ανεραστικότητα και εργένικη διαβίωση του, που τα έβρισκα άγαρμπα προσβλητικά, παρά το ότι o Ν με εξίσου αιχμηρά πειράγματα, χαμογελώντας από το κατώφλι της πόρτας όπου είχε σταλεί για να κάνει το τσιγάρο του, τα αποστράκιζε με επιτυχία.  Πριν το βράδυ κλείσει, βρεθήκαμε στην κρεβατοκάμαρα του ζεύγους των Σ, μάλλον για να δείξει κάτι η Α στην E ή για κάποιο γυναικείο θέμα. Ο Κ χώθηκε ανάμεσά τους και έβγαλε από το ντουλαπάκι του κομοδίνου και μας έδειξε ένα μαστίγιο και ένα βαζάκι βαζελίνης. Τα υπονοούμενα, μετά την επίδειξη των ερωτικών εργαλείων, τα συνόδευσε με το χαρακτηριστικό παρατεταμένο και χαζοχαρούμενο χαχανητό, που όμως πρόσδιδε στην προσωπικότητα του καταδεκτικότητα και ζεστασιά και την έκαμε αξιαγάπητη. Ο συχνά τραχύς δρόμος της εξοικείωσης και συμφιλίωσης με την παρέα των Σ και του Ν είχε, για τον εσωστρεφή εαυτό μου, κατέληγε σε ένα αίσιο τέλος. Ήταν το βράδι ένας μικρός σταθμός στην ζωή. Οι πέντε μας γίναμε μια καλή παρέα φίλων, φιλία που έμεινε ζωντανή, και παρήγορη στην μοναξιά της ξενιτιάς, για τους λίγους μήνες που ζήσαμε κοντά στο Αμέρικα.   

Monday, February 3, 2025

55 - Αμέρικα: Καινούργιες Γνωριμίες

Οι σπουδές συνεχίζονταν καλά, ενώ η E μετά τον σκόπελο της ανεπιθύμητης, αν και αναγκαίας υπό τις περιστάσεις συγκατοίκησης σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα, άρχισε να βρίσκει το βηματισμό της: να μαθαίνει τη γλώσσα και να προσαρμόζεται, όπως λέμε, στην αμερικάνικη πραγματικότητα. Αλλά μιαν στοιχειώδη κοινωνική ζωή, ειδικά για την Ε -ακόμα και για τον εσωστρεφή εαυτό, μετά τις εφήμερες φιλίες των πρώτων δύο χρόνων που κατέληξαν στο φιάσκο του χριστουγεννιάτικου πάρτι του ΑΠ, την στερηθήκαμε και μας έλειπε.

Χάριν σε ένα τυχαίο συναπάντημα της Ε στο δρόμο της για την σχολή συνδεθήκαμε, με ένα άλλο παντρεμένο ζευγάρι Ελλήνων της γειτονιάς μας στο Χωριό των Καστανιών, το ζευγάρι τω Σ, την Α και τον Κ. Θα ήταν μια ακόμα πνοή στον καινούργιο μας κόσμο. Οι Σ, επιστήμονες ψυχολόγοι και οι δυο, λόγω σπουδών και επαγγελματικών ασχολιών· και καλοί ψυχολόγοι όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων και μεταφορικά: στην κοινωνική τους συμπεριφορά και αξιολογήσεις ανθρώπων. Λίγο καιρό μετά από την αρχική γνωριμία της Α με την Ε, προσκαλεστήκαμε στο διαμέρισμα τους, για ένα ένα μικρό, εισαγωγικό dinner party, από αυτά που τους άρεσε να διοργανώνουν για τους λιγοστούς Έλληνες φίλους τους. Θα ήταν η πρώτη εκείνη πρόσκληση στην Ε, και σε μένα τον άγνωστο τους μέχρι τότε μια μικρή μάζωξη γνωριμίας

Η πρώτη πρόσκληση στην Ε, και σε μένα τον άγνωστό τους μέχρι τότε ως το έτερο ήμισυ της Ε, ήταν μια μικρή μάζωξη γνωριμίας με το ζευγάρι για  κρασί και φαγητό. Η E θα συνεισέφερε με κεφτεδάκια, εγώ την απλή παρουσία μου και ένα μπουκάλι κρασί. Εκτός από τα δυο ζευγάρια στο πάρτι θα παρευρισκόταν ένας ακόμα αξιοσημείωτος χαρακτήρας: ο Ν ο Π, ένας «γεωδαίτης»,  εξαιρετικά χαμηλού αναστήματος, φανατικός καπνιστής, με έντονη διάθεση αστεϊσμών και πειραγμάτων και αίσθηση του χιούμορ αντιστρόφως ανάλογη του ύψους του. Όποτε δεν έβγαινε έξω στο μπαλκόνι για να καπνίσει, αλληλο-πειράζονταν με το ζευγάρι των οικοδεσποτών μας με εμπαιγμούς και σαρκασμούς που υποδήλωναν οικειότητα. Στα καυστικά πειράγματα του Ν, ο Κ, με τους ελαφρώς θηλυπρεπείς τρόπους, αντιδρούσε με επίσης διακριτό χιούμορ, το οποίο συνόδευε ένα ιδιόρρυθμο, χαζοχαρούμενο γέλιο. Μετά από μια περιόδους παύσεις για σκέψη, και καθώς η ευστροφία του, αν όχι και το πνεύμα του, ήταν κατώτερη του Ν, απαντούσε ισοδύναμα «μπηχτό» χωρατό ή πείραγμα.

Από τη φύση μου συνεσταλμένος, μέχρι και ακοινώνητος, πέρασα την πρώτη ώρα της συγκέντρωσης καθισμένος στην άκρη του καναπέ, αμίλητος, ανήμπορος να συμμετέχω σε κουβέντες και να συναναστραφώ με ανθρώπους που δεν γνώριζα, πόσο μάλλον να μοιραστώ αστεία. Αλκοόλ δεν είχα καταναλώσει πριν το πάρτι, ούτε αρκετό κατά τη διάρκειά του για να με βγάλει από τον κοινωνικό μου λήθαργο. Έτσι, το βράδυ κύλισε με τα αμοιβαίες χιουμοριστικές στιχομυθίες ανάμεσα στο Ν και τον Κ, τις γυναίκες να λένε τα δικά τους, και η παρατεταμένη σιωπή μου να διακόπτεται μόνο για να απαντήσω σε διερευνητικές και απρόσωπες ερωτήσεις: για τις σπουδές, την καταγωγή και οικογένεια μου, τη Θεσσαλονίκη.

54 - Αμέρικα: Νέα Πνοή στο "Χωριό των Καστανιών"

Ενώ η μιζέρια του Γενάρη ωθούσε την αισθηματική (και την συζυγική πλέον) σχέση μας σε χαμηλότερα πεδία, ειδοποιηθήκαμε από την διαχείριση του πανεπιστημίου με ένα ευχάριστο νέο: η αίτηση για διαμέρισμα -αποκλειστικό! δικό μας! του γούστου μας!, στο «Χωριό των Καστανιών» για παντρεμένα ζευγάρια και οικογένειες φοιτητών τελικά εγκρίθηκε. Το ίδιο βράδυ κιόλας, με προσπάθεια να κρύψουμε έναν αχαλίνωτο ενθουσιασμό μας, ανακοινώσαμε το νέο στον Φ· σήμαινε το τέλος μιας αφύσικής συγκατοίκησης. (Αυτή ήταν, άλλωστε, προσωρινή και για mutua beneficium και ο Φ είχε εκ των προτέρων γνώση του ενδεχόμενου να διακόπταμε το άγραφο μεταξύ μας συμβόλαιο). Το δέχτηκε με φαινομενική αδιαφορία, αλλά η οποιαδήποτε αντίδραση του, είναι αλήθεια, δεν μας ένοιαξε ιδιαίτερα. Ο ενθουσιασμός για την καινούργια ζωή που ξεκινούσε για μας υπερκέραζε τέτοιες έγνοιες. Ήταν μια αλλαγή που πίστευα ότι θα ξυπνούσε τον έρωτα και το πάθος από έναν χειμερινό λήθαργο.

Με τις λίγες οικονομίες μας ψάξαμε για έπιπλα. Τα διάλεξε η Ε με γούστο: έναν καναπέ, ένα τραπέζι με τέσσερις καρέκλες, μια πολυθρόνα, ένα τραπεζάκι του καφέ με λαμπατέρ για την γωνία του σαλονιού, μια μικρή βιβλιοθήκη για τη συλλογή βιβλίων μου που μεγάλωνε… Της άρεσε, όπως αρέσει σε κάθε γυναίκα, η ενασχόληση με την διακόσμηση και περιποίηση του σπιτικού. Για την κρεβατοκάμαρα περιοριστήκαμε σε ένα στρώμα και μια συρταροθήκη. Τελικά, δεν έμελλε να μοιραστούμε ένα κανονικό κρεβάτι σε καμιά συζυγική μας στέγη.

25η Μαρτίου του 1988, και τα εικοστά τρίτα γενέθλια της Ε τα γιορτάσαμε οι δυο μας στη ζεστασιά του νέου διαμερίσματος. Με τα κεφτεδάκια που τηγάνισε, τη γενέθλια τούρτα που έφερα, το Metaxa που, προς έκπληξή μου, βρήκα στα ράφια ενός liquor store σε κείνη την γωνιά της Αμερικής. Το πρόσωπο, τα μάγουλα και τα χείλη της Ε ακτινοβολούσαν πίσω από τα κεράκια της τούρτας την τριανταφυλλένια φρεσκάδα και ομορφιά του πρώτου καιρού που την γνώρισα, και αποθανατίστηκε δεόντως φωτογραφικά για τα γεράματά, ίσως και τις επόμενες γενιές. Τον έρωτα τον επιθυμούσαμε διακαώς και επιβαλλόταν, σκόνταψε όμως λόγω της περιόδου της Ε, και ήταν στοματικός. Καλοδεχόμουν, όμως, τέτοιες εθελοντικές πρωτοβουλίες της Ε παρά την έλλειψη αμοιβαιότητας, για την ικανοποίηση μιας εγωιστικής αισθησιακής απόλαυσης, και ως ένδειξη ερωτικής αφοσίωσης. Γερμένος αναπαυτικά στην άκρη του καναπέ, απολάμβανα τον αισθησιασμό της πράξης από την γονατιστή ανάμεσα στα ανοιχτά μου πόδια μισόγυμνης Ε· ένιωσα την τρυφερότητα των στηθών της στους μηρούς, το γλυκό συναίσθημα από τον πράσινο ερωτισμό του βλέμματός της. Η ζωή άρχισε να παίρνει και πάλι την ανηφόρα μετά από τη μιζέρια του διαμερίσματος της East Norwich Avenue, μακριά από την παρουσία του Φ που παραβίαζε άθελά του την ιδιαιτερότητά της νιότης και των ερωτικών μας ευχών και προσταγμάτων.