Tuesday, July 23, 2024

29 - Φοιτητικά: Στροφή Πλεύσης

Λίγοι από την φουρνιά μου είχαν καταλάβει πως πέρασαν τέσσερα και βάλε χρόνια στο πανεπιστήμιο. Κι εγώ μόλις είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι η φοιτητική ζωή, που κάποτε την προσδοκούσα ως έναν καιρό κορύφωσης της προσωπικής ευτυχίας και ελευθερίας, έβαινε προς την τελική της ευθεία. Από αισθηματική άποψη βρισκόμουν λίγο-πολύ σε μια κατάσταση μοναξιάς παρόμοια με κείνη του πρώτου έτος, και οι προοπτικές, ακόμα και μέσα από την γούρνα της οργάνωσης, φαίνονταν χλωμές. Πορευόμουν με την παρηγοριά των όσων ερωτικών εμπειριών και αναμνήσεων κατάφερα να μαζέψω τέσσερα χρόνια (δεν ήταν ούτε πολλές, ούτε πλούσιες), τις μερικές στενές φιλίες μέσα από την οργάνωση, τις νύχτες της καψούρας στο «Μπαλκονάκι», και τις άλλες ταβέρνες με ζωντανή μουσική που συχνάζαμε· καψούρες, άλλοτε για τα μακρινά και χαμένα κορίτσια του παρελθόντος, άλλοτε με κάποιο ανέφικτο ή φανταστικό αντικείμενο των αισθημάτων μας. Σε κάθε περίπτωση, το λαϊκό τραγούδι σε συνδυασμό με το πιοτό φούντωναν τις λίγες σκόρπιες αναμνήσεις και τα συναισθήματα που στίχοι και μελωδίες επικαλούνται και ανασύρουν από μέσα μας.

Από την άλλη μεριά, σκέψεις για το άλμα στη ζωή μετά το πτυχίο κυριαρχούσαν στο νου μου: όνειρα επαγγελματικά για το μέλλον με ζητούμενα την απελευθέρωση από τα δεσμά της οικογένειας και την απαλλαγή από το ψυχικό βάρος που ασκούσε και, εν τέλει, την κατάκτηση μιας οικονομικής αυτοδυναμίας, αναγκαία συνθήκη πάντα για την ανεξαρτησία και τη διεύρυνση της προσωπικής ελευθερίας, που όλοι μας κατά βάθος διακαώς επιθυμούμε. Τέτοιες σκέψεις και όνειρα άρχισαν κυριαρχούσαν στην ύπαρξη και τις κινήσεις μου, και άρχισαν να διαμορφώνουν επιλογές, αποφάσεις και ενέργειες εκείνο το τελευταίο έτος. Έτσι, η ερωτική μοναξιά του χειμώνα του 1985 μετά το καλοκαίρι με την Ε, με προσπέρασε χωρίς τις φάσεις της βαθιάς μελαγχολίας των πρώτων χρόνων.

Η «επιστήμη μου», όπως θα έλεγε η Μάνα, αποκτούσε βαθμιαία το προβάδισμα, όπως ίσως θα έπρεπε. Όνειρα για μακρινά ταξίδια, για παραπάνω σπουδές στο εξωτερικό, για κάποια επαγγελματική καταξίωση στο επιστημονικό μου αντικείμενο, πλάθονταν με ζωηρότερα χρώματα καθώς πλησίαζε η ώρα της αποφοίτησης, την οποία δεν είχα κανένα σκοπό να αναβάλλω όσο γλυκιά κι αν φαινόταν η ζωή που θα άφηνα πίσω. Ο Η, με τις εξαιρετικές επιστημονικές γνώσεις, εργατικότητα και ικανότητες, που μοιραζόμαστε το μοναδικό υπολογιστή του εργαστηρίου, ο αντικοινωνικός Ζ με τα αλλεπάλληλα στρογγυλά «10» στις εξετάσεις, και οι δυο τους μόνιμα απόντες από φοιτητικά γλέντια και πάρτι και γενικά αυτό που λέμε «ζωή», γίνονταν πρότυπα που όφειλα να μιμηθώ αν ήθελα να πετύχω. Είχαν ήδη βάλει μπρος, όπως και άλλα, λιγότερα λαμπερά αστέρια του έτους, να σχεδιάζουν με σοβαρότητα το μέλλον τους μετά την αποφοίτηση. Φαντάζονταν ρεαλιστικά και εφικτά εκείνα τα σχέδια. Αν ήταν για τον Η και τον Ζ, γιατί όχι και για μένα; Και άρχισαν να με ενθουσιάζουν και συνεπαίρνουν. Η λαχτάρα της αλλαγής και του καινούργιου πάντα συναρπάζει τα νιάτα. Το μέλλον ανοιγόταν ακόμα άπλετο, οι ορίζοντες πλατιοί.

Όσον αφορά την άλλη όχθη της φοιτητικής μου ζωής, την πολιτική δραστηριότητα: είχα εδώ και μερικούς μήνες στρατολογηθεί και από το κόμμα. Η ένταξη σε αυτό από την οργάνωση προτάθηκε ως ένας τίτλος τιμής που απονέμεται σε δραστήριους, συνεπείς και ιδεολογικά συνειδητοποιημένους νεολαίους, όπως κατά γενική παραδοχή υπήρξα τα δυο προηγούμενα χρόνια. Δέχτηκα με μισή καρδιά «την τιμή που μου γινόταν», χωρίς εμφανείς αντιδράσεις, παρά την πολιτική και υπαρξιακή καμπή στην οποία ήδη βρισκόμουν. Εκ των υστέρων ένιωσα ότι δεν επέδειξα ισχυρή θέληση και κατά κάποιο τρόπο υπέκυψα και πάλι σε πιέσεις από το βαρύ πολιτικό  περιβάλλον γύρω μου και έγινα μέλος, όπως κάποιος από μαθητευόμενος ακούσια αναβαθμίζεται σε κανονικό εργάτη μετά από μια περίοδο πρακτικής εξάσκησης και δοκιμής στη δουλειά. Για πολλούς συντρόφους η ένταξη στο κόμμα ήταν «η τιμή και το καμάρι» τους· όφειλα να το αντιμετωπίσω έτσι, μου είπαν, αν και ούτε τιμή ένιωσα, ούτε καμάρωνα για την επιλογή μου. Είχα ήδη αποθαρρυνθεί από την βασανιστικά μικρή επιρροή του κόμματος στις «πλατιές λαϊκές μάζες»· είχα απογοητευθεί από τη στροφή που έπαιρνε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» προς έναν βάλτο στασιμότητας, ενώ εξακολουθούσε άκριτα να παραμένει το ιδανικό μοντέλο του κόμματος για την κοινωνία του μέλλοντος. Άρχισα, σταδιακά και πλέον συνειδητά και ευθαρσώς να αντιστέκομαι στις πιέσεις της καθοδήγησης (το «τράβηγμα από το μανίκι», που έλεγαν) και να απαγκιστρώνομαι από τα καθήκοντα που ακατάπαυστα ανατίθεντο, ακόμα και να μουλαρώνω με στελέχη-αφεντικά. Εγκατέλειπα τη μια μετά την άλλη τις αυταπάτες περί «επαναστατικού» μετασχηματισμού της κοινωνίας. Δεν είχαν την διάθεση πλέον να υποτάξω σκέψη και πράξη, και εν τέλει ένα σημαντικό κομμάτι της ύπαρξης και του χρόνου μου, σε μιαν υπόθεση με ασήμαντη, από τα μέχρι τότε δεδομένα, πιθανότητα πραγμάτωσης, τουλάχιστον εντός των χρονικών ορίων μιας προσωπικά και κοινωνικά ωφέλιμης ζωής.  Έβλεπα ότι η σοσιαλιστική πραγματικότητα πίσω από το «παραπέτασμα», στην οποία το κόμμα αταλάντευτα και με εκνευριστική προσήλωση προσέβλεπε, απείχε παρασάγγες από κάποιο κοινωνικό παράδεισο, με οποιαδήποτε μέτρα και σταθμά να την έκρινε κάποιος. Ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» παρουσιαζόταν τελευταία χλωμός και αδύναμος να ανταγωνιστεί με την αντιπέρα καπιταλιστική όχθη και είχε εισέλθει σε μια φάση παρακμής, αν και όχι ακόμα κατάρρευσης και πλήρους αποσύνθεσης. Η περεστρόικα και η γκλάσνοστ του Γκορμπατσώφ και της ηγεσίας τους ΚΚΣΕ, ένα κόμμα και την ηγεσία του που ανέκαθεν αντιμετωπίζαμε με δέος, σε εκλάμψεις αυτοκριτικής ειλικρίνειας και πραγματισμού απέναντι στην κατάσταση που το σοσιαλιστικό στρατόπεδο βίωνε και που ως τότε το δικό μας ΚΚΕ με κάθε τρόπο εξωράιζε[LI1] , είχαν εξαγγελθεί νωρίς το 1986. Έφεραν αυτό το κόμμα της «κομμουνιστικής ορθοδοξίας» και τα πλέον σκληροπυρηνικά και δογματικότερα των στελεχών του σε μια άνευ προηγουμένου κατάσταση αμηχανίας, αναστάτωσης, ενδοσκόπησης, ως και εσωκομματικού πανικού, και ενώπιον μιας επιτακτικής, αλλά μάταιας όπως φάνηκε, αναθεώρησης μιας ιδεολογικής ψυχής που χανόταν. Ωστόσο, την κατάρρευση που σε λίγα χρόνια θα επερχόταν δεν την περίμεναν ακόμα και οι πλέον απαισιόδοξοι ανάμεσά μας.  

Με την προσοχή λιγότερο αποσπασμένη από τα κομματικά, προσδοκούσα με ανυπομονησία το δικό μου εγγύς μέλλον. Το έπλαθα μακριά από τη γενέτειρά μου, με γνώσεις που στο αντικείμενο μου φαίνονταν απελπιστικά ελάχιστες, αλλά τουλάχιστον ένα «χαρτί» με τη βούλα της αριστείας παραμάσχαλα, σε ένα μονοπάτι περαιτέρω γνώσης και επαγγελματικής καταξίωσης και, το σημαντικότερο, της οικονομικής ανεξαρτησίας, η οποία, ως γνωστόν, βρίσκεται στον πυρήνα μιας ουσιαστικής προσωπικής ελευθερίας. Πολλές από τις επιστημονικές φιλοδοξίες και οράματα καταξίωσης των τελευταίων μαθητικών μου χρόνων ξαναζωντάνεψαν, περιχαρακωμένες αυτήν την φορά από ένα πιο ώριμο και πραγματιστικό πλαίσιο. Δούλεψα με μεράκι τη διπλωματική εργασία μου με τον Δ, έναν νεαρό, πρόσφατα εκλεγμένο λέκτορα, που τελείωνε την στρατιωτική θητεία και στον οποίο ο Καθηγητής Κ ανέθεσε την επίβλεψή μου. Θα ήμουν ο πρώτος φοιτητής που την πτυχιακή δουλειά του θα επέβλεπε ο Δ. Παρόλο που ενδόμυχα, περισσότερο για κάποιαν βοήθεια που δυνητικά θα μπορούσα να αντληθεί από την συνεργασία με μιαν επιστημονική αυθεντία ή πανεπιστημιακή προσωπικότητα εμβέλειας πέρα από τον μικρόκοσμο της σχολής, όπως αυτή του Καθηγητή Κ, αδιαμαρτύρητα προσαρμόστηκα στην πραγματικότητα που πρόσφερε η άμεση και στενή συνεργασία με τον πιο προσβάσιμο Δ. Εντυπωσιάστηκα, είναι αλήθεια, με την ευφυΐα του, γέλασα πολύ με τα ευφυολογήματά του. Το σφίξιμο, η απόσταση, η έλλειψη αμεσότητας που επικρατούσε στις συζητήσεις με τον Καθηγητή Κ, μετατρέπονταν σε οικειότητα στο γραφείο του Δ, όπου οι επιστημονικές συζητήσεις και ανταλλαγές ιδεών, διακόπτονταν από έντονες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Στεκόταν στην αντίπερα πολιτική όχθη της εποχής. Μετρημένος, παραδοσιακά συντηρητικός, λόγω οικογενειακών καταβολών, ενώ εγώ ακόμα ένθερμος και περήφανος κομμουνιστής, να υποστηρίζω με ζήλο την μαρξιστική κοσμοθεωρία μου. Μέσα από εκείνη την επιστημονική συνεργασία και συζητήσεις θα γινόμαστε φίλοι. Ο ίδιος, όντας στα πρώτα ακαδημαϊκά βήματα του μετά το δικτατορικό, πάσχιζε για επιστημονική αναγνώριση, ενώ εγώ από την μεριά μου, όπως γράφηκε, έτρεφα φιλοδοξίες για επιστημονική καταξίωση αρχικά εκτός Ελλάδας, πρώτα και κύρια στην Αμερική, για την οποία άρχιζα να βάζω πλώρη.

Περιττό να προσθέσω ότι η έλλειψη γυναικείας παρέας, μετά το κλείσιμο της σχέσης με την Ε, εξακολουθούσε να με απασχολεί στα διαλείμματα μιας εντατικοποιημένης μελέτης. Τα περισσότερα βράδια, στον μεγάλο άδειο χώρο στον τέταρτο όροφο του κτιρίου της σχολής, που είχε βαφτιστεί «εργαστήριο», περνούσαν μοναχικά, αλλά με αρκετή όρεξη και ενθουσιασμό· μπροστά στο ένα μοναδικό IMB/AT PC του τομέα, για τη χρήση του οποίου ανταγωνιζόμουν, πολλές φορές με διαξιφισμούς, με τον κορυφαίο φοιτητή του έτους, τον Η, ο οποίος ήταν εξίσου αν όχι περισσότερο φιλόδοξος. Και φαινόταν προορισμένος να πετύχει, καθώς πέρα από έμφυτη ευφυΐα, την μελέτη του διέκρινε απαράμιλλη εργατικότητα, συγκέντρωση και οργάνωση. Όντας πιστός στην κοπελιά του από το σχολείο, την οποία επισκεπτόταν περιοδικά στην Αθήνα, έχοντας εξαρχής εγκαταλείψει κάθε επαφή με την οργάνωση, δεν είχε τα ερωτικά και κομματικά αλισβερίσια που αποσπούσαν μέχρι το τελευταίο έτος την προσοχή και σπαταλούσαν τον χρόνο μου.

Εκείνα τα βράδια του εργαστηρίου, όμως, προς το τέλος της «δουλειάς» ήταν βαριά· όταν και τα τελευταία φώτα στους διαδρόμους έσβηναν, όταν η μοναξιά του χώρου και της νύχτας με περικύκλωνε· όταν έπρεπε κουρασμένος να πάρω το δρόμο για το πατρικό σπίτι, αντί για κάποια ζεστή αγκαλιά, που όλοι οι νέοι ποθούμε τέτοιες στιγμές. Η μοναξιά βάραινε την ψυχή περισσότερο τα σαββατόβραδα, τα προδιαγραμμένα από πολλούς για έρωτα· τέτοια βράδια, όπως συνήθιζε να λέει ο Α, η «μισή Θεσσαλονίκη γ***ει.»  Σαν τον έρωτα που αντηχούσε πίσω από τον τοίχο του σαλονιού μας, από τους αναστεναγμούς της γειτόνισσας, μια σαββατιάτικη μεταμεσονύκτια ιεροτελεστία από το ώριμο ζευγάρι που επέστρεφε από βραδινή έξοδο. Η παρατεταμένη έλλειψη συντροφιάς, η «παρατεταμένη αγαμία» κατά την φοιτητική αργκό, οδηγεί αναπόφευκτα σε μικρο-διαστροφές, όπως αυτή της ηδονοβλεψίας ή της ωτακουστίας πράξεων τρίτων. Με το άνοιγμα τις πόρτας του ασανσέρ στον όροφό μας η καρδιά ανασκιρτούσε, σαν τον εθισμένο που το αντικείμενο της διαστροφής του βρισκόταν, μετά από μέρες στέρησης, σε απόσταση αναπνοής. Σε λίγα λεπτά θα γονάτιζα με το αυτί στον τοίχο που χώριζε το σαλόνι από την κρεβατοκάμαρά τους. Ήχοι, αναστεναγμοί, ψίθυροι, τριξίματα, που προσδοκούσα με λαχτάρα και γινόταν ακομπανιαμέντο στη μικροχαρά μιας τελικά ένοχης αυτοϊκανοποίησης. Μετά σκοτάδι, και ένας ύπνος που τελικά με έπαιρνε μετά από μια σύντομη πάλη με φροϋδικές ενοχές στο υποσυνείδητο. Σε τελική ανάλυση είναι και αυτό έρωτας με κάποιον που αγαπάμε, όπως είπε ο Woody Allen.

No comments:

Post a Comment