Παρασύρθηκα, όμως, και κάλπασα στον χρόνο με την διήγησή μου. Η Α, στα φοιτητικά χρόνια που μου απέμεναν, απομακρυνόταν από τη ζωή μου με την κάθε μέρα που περνούσε, μέχρις που χάθηκε από το άμεσο περιβάλλον μου· πριν ακόμα αποκτήσω κάποια συναίσθηση της αξίας εκείνων των ημερών μαζί της. Θα ξανασυναντιόμαστε ξανά σε ένα μακρινό, αλλά τότε απρόβλεπτο και γκρίζο μέλλον. Τα φώτα πίσω από τα παντζούρια του διαμερίσματος της Αγαπηνού, κάθε φορά που περνούσα από την Καμάρα απέναντι, έφερναν το γλυκόπικρο συναίσθημα της νοσταλγίας των ερωτικών στιγμών που μοιραστήκαμε πίσω από αυτά. Κάθε ελπίδα για μια δήθεν λαμπρότερη, έστω ένα σκαλί παραπάνω από μια «αγνή» φιλική σχέση με τη Ντ., που η αφέλειά και μια ανόητη συναισθηματική παρόρμηση είχαν καλλιεργήσει συντρίφτηκαν στο επεισόδιο εκείνης της μεθυσμένης νύχτας και μια ντροπή και αποξένωση διαρκείας που ακολούθησε. Η φιλία ξαναχτίστηκε σιγά-σιγά, αλλά ήταν σαν μια στενή γέφυρα ανάμεσα σε δυο απομακρυσμένα χωριά που δύσκολα κάποιος θα κόμπαζε να διαβεί. Έμεινα μόνος, όταν σύντροφοι και οι συνάδερφοι που συναναστρεφόμουν αφιέρωναν τον περισσότερο τους χρόνο στις δικές τους ερωτικές υποθέσεις ή, σπανιότερα, σταθερές σχέσεις. H επιθυμία να εκτονώσω τις σεξουαλικές επιθυμίες μου, σε μια φάση της ζωής κατά την οποία αυτές, από βιολογική άποψη, κορυφώνονταν, ενέτεινε το αίσθημα της μοναξιάς και της απομόνωσης. Και ήταν στιγμές που μεταμορφωνόταν σε απελπισία, παρόμοια με εκείνη της εφηβείας που ένιωθα μέχρι να γνωρίσω την Α και τελικά χάσω την παρθενιά μου.
Αποκούμπι και κύριο κοινωνικό διέξοδο η πανταχού
παρούσα Οργάνωση: οι λίγες χαριτωμένες «συντρόφισσες» που λοξοκοίταζα σε
μαζώξεις και διαδηλώσεις και η Κνίτικη παρέα, όταν οι πυλώνες της, με τις
διασυνδέσεις και μέσω των οποίων θα μπορούσα να συστηθώ σε κάποιαν κοπέλα, δεν
ήταν απασχολημένοι με τους δικούς τους έρωτες· ολοένα και λιγότερο η Ένωση
Σκακιστών, στο διαμέρισμα της πολυώροφης πολυκατοικίας στη γωνιά της Ιασωνίδου
με την Αγίου Δημητρίου, όπου -περιττό να ειπωθεί- οι πιθανότητες συναναστροφών
με το άλλο φύλο ήταν μηδαμινές. Για όσους γνωρίζουν τον μονοσήμαντο και
μονόχνωτο χαρακτήρα αφοσιωμένων σκακιστών ξέρουν τι εννοώ για την στειρότητα και
συναισθηματική παρακμή της παρέας τους.
Άρχισα, λοιπόν, σε αυτόν τον συγκεκριμένο και
σημαντικό τομέα των ερωτικών διεξόδων να απελπίζομαι, καθώς οι μέρες της ξεγνοιασιάς
και της σεξουαλικής ακμής στην αποκαλούμενη «ερωτική πόλη» περνούσαν χωρίς
προοπτικές και απτές συντροφιές. Η συχνότητα των επισκέψεων σε πορνοσινεμά πήρε
ξανά την ανιούσα και μάλιστα με καινούργιες τέτοιας λογής βρωμο-αίθουσες να
προστίθενται στη λίστα δυνητικών επιλογών στα πολλά μοναχικά σαββατόβραδα: από
το Βαρδάρη και τη Λαγκαδά, μέχρι το Κέντρο και την Τούμπα. Μπορεί μετά από
τέτοιες επισκέψεις η φωτιά μέσα μου να έσβηνε προσωρινά, αλλά το πρόβλημα της
μοναξιάς και τα παρελκόμενα του, η μελαγχολία, το χαμηλό self-esteem, η εσωστρέφεια και
άλλα, μεγεθύνονταν.
Μια αχτίδα φωτός όμως ξαφνικά έλαμψε όταν, σε
μια από τις οικογενειακές μαζώξεις στη Μαγνησία, ξαναείδα τη Φ, την κόρη του πρώην
χήρου, νυν συζύγου της θείας Λ και εξ ορισμού «θετής» κόρης της, «εξ
αγχιστείας» πρώτης μου ξαδέλφης. Την είχα πρωτογνωρίσει, όντας τελειόφοιτος
μαθητής το σχολείο, στο πρώτο γεύμα γνωριμίας της οικογένειας με το νέο θείο. Η
ομορφιά της ακτινοβολούσε από την απέναντι γωνιά του τραπεζιού που καθίσαμε,
και μ’ εντυπωσίασε: τα έξυπνα, παιχνιδιάρικα μαύρα μάτια της, το καμπυλωτό
κορμί με γεμάτα, τέλεια σχηματισμένα στήθια, τα σαρκώδη χείλια του απαράμιλλου
στόματος. Η Μάνα είχε τελικά δίκιο όταν σε μια τηλεφωνική συζήτηση με μια φίλη
της, πριν από εκείνη την πρώτη γνωριμία με το θείο Αλέκο και τα παιδιά του -από
την πρώτη γυναίκα του που πέθανε πρόωρα, παρομοίωσε το πρόσωπό της με τη Sophia
Loren. Καθόταν με ένα μόνιμο ντροπαλό χαμόγελο, απαντώντας μονολεκτικά σε
ερωτήσεις της ομήγυρης. Εγώ, επίσης χαμογελαστός, απέφευγα τα γελαστά της μάτια
και, από ντροπαλοσύνη και διακριτικότητα περισσότερο σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοούσε
το φλερτ, ενώ όταν εκείνα τα μάτια της τα έστρεφε αλλού, παρακολουθούσα με
στραβό βλέμμα κάθε κίνηση του προσώπου της. Όπως αναμενόταν, για τον διψασμένο
για έρωτα νέο, η καρδιά με τις λίγες στιγμιαίες ανταλλαγές βλεμμάτων χτυπούσε λίγο
δυνατότερα, η φαντασία εξαπτόταν, κάλπαζε στο μέλλον και τις δυνατότητες που
αυτή η μη εξ αίματος συγγένεια πρόσφερε, και άναβε μιαν φωτιά στα σωθικά.
Κανένας δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τι
συνέβαινε μέσα μου σ’ εκείνο το πρώτο γεύμα. Τα λόγια που ειπώθηκαν ήταν λιγοστά,
ακόμα και από τον Πατέρα, που σε τέτοιες περιστάσεις κυριαρχεί, με δυνατή φωνή
και τα ευφυολογήματα, στις συζητήσεις. Ο θείος Α, σοβαρός και λιγομίλητος,
μέχρι και αμίλητος για παρατεταμένες περιόδους, αφοσιωμένος στο φαγητό του το
οποίο με αντιαισθητικούς τρόπο και θορύβους μασούσε δίπλα μου. Τυπικός λογιστής
-ένα επάγγελμα που ακολούθησε μέχρι να βγει στη σύνταξη, και να αναζητήσει, μετά
το θάνατο της συζύγου του, συντροφιά ενόψει του επερχόμενου γήρατος. Ούτε στον
Πατέρα, ούτε στον παππού έγινε συμπαθής, περισσότερο λόγω έλλειψης πνευματικότητας,
και κανενός χαρίσματος σε έναν άχρωμο, άοσμο και άγευστο χαρακτήρα. Αλλά οι
αδερφές και ο παππούς, γνώριζαν ότι θα αποτελούσε την τελευταία ευκαιρία στη
θεία Λ να αποκατασταθεί. Η αντιπάθεια ανάμεσα στον θείο Α και το Πατέρα, ίσως
και τον παππού, ήταν πιστεύω αμοιβαία. Αντίθετα, εμένα ο θείος Α, που ο μόνος
λόγος η παρουσία του οποίου δεν με άφηνε αδιάφορο ήταν η κόρη του, με
συμπαθούσε ως έναν ήσυχο, σεμνό, ευγενικό, αριστούχο νέο. Ουδέποτε, υποθέτω, θα
πέρασε από το μυαλό του η πιθανότητα κάποιας μελλοντικής σχέσης με την όμορφη
κόρη του, που από εκείνο το απόγευμα την πόθησα και εγκαταστάθηκε στο μυαλό μου.
Η γενική σιωπή γύρω από το τραπέζι συνεχίστηκε στον καφέ και το γλυκό. Την
διέκοψε, η γιαγιά μου, η μάνα του Πατέρα· μέσα από τα σκοτάδια της άνοιας που
άρχισαν να σκιάζουν το μυαλό και τη μνήμη της, απευθυνόμενη στο θείο Α είπε:
«Εσείς, κύριε, ποιος είστε και γιατί δεν μιλάτε;» Η ερώτηση προκάλεσε
καλοπροαίρετα χαμόγελα συμπάθειας για την κατάσταση της, ίσως και λίγη αμηχανία·
κάτι είπε η θεία Λ, η ερώτηση μάλλον ενόχλησε τον θείο Α που παρέμεινε βλοσυρός
και δεν απάντησε. Δεν κατάφερε να ζωντανέψει την παρέα και η συνεστίαση έλαβε
τέλος σε ένα κλίμα αδιάφορης τυπικότητας. Με τη Φ δεν αντάλλαξα καμιά κουβέντα
στη διάρκεια εκείνης της πρώτης μας γνωριμίας, πέρα από μερικά χαμόγελα, τυπικά,
χωρίς υπονοούμενα, χωρίς φυσικά υποσχέσεις για το μέλλον.
Πέρασε καιρός μέχρι που να επαναφέρω στο
προσκήνιο της μνήμης την εικόνα της ομορφιάς της. Έγινε στο τρίτο έτος του
πανεπιστήμιου, όταν άρχισε, μετά από μια σχέση και δυο απορρίψεις, να με ζώνει
η μοναξιά. Την πέτυχα στην άλλη άκρη του ακουστικού μόνη στο σπίτι της, δήθεν
για να ρωτήσω κάτι τη θεία Λ – την μητριά της. Κουβεντιάσαμε για λίγο περί
ανέμων και υδάτων. Πάντα έβρισκα την επικοινωνία μέσω τηλεφώνου προβληματική: αυτή
η «τηλεφωνοφοβία», όπως την χαρακτήριζε ο Πατέρας, μέχρι που με αναστάτωνε
όποτε χτυπούσε το τηλέφωνο. Την ξεπέρασα τότε όμως χάριν στην επιτακτική ανάγκη
για παρέα: ξανατηλεφώνησα την Φ ένα πρωινό που ήξερα ότι θα βρισκόταν μόνη. Περιμάζεψα
τα λίγα αποθέματα αυτοπεποίθησης και θάρρους μέσα μου, φορτισμένα από την
διαφορά ηλικίας και τις λίγες εμπειρίες με συναναστροφές με το άλλο φύλο που
είχα αποκτήσει, και με σταθερή φωνή την προσκάλεσα να «βγαίναμε έξω» κάποιο
απόγευμα, μετά το σχόλασμα του σχολείου, πριν αρχίσουν να την ψάχνουν από το
σπίτι. Δέχτηκε αναπάντεχα εύκολα, χωρίς κάποιο εμφανή δισταγμό, με μια μελιστάλακτη,
ελκυστική φωνή· σα να προσδοκούσε εκείνη την πρόσκληση μου.
Σε δυο μέρες την περίμενα έξω από την έξοδο
του Γ΄ Λυκείου σε ένα δρόμο πίσω και πάνω από την Παπαναστασίου. Την είδα να
βγαίνει λικνιζόμενη, με το πλατύ, όμορφο και αθώο, χαμόγελο που τη διέκρινε και
το διαπλάτυναν τα όμορφα χείλη, τα βιβλία και τετράδια σφιχτά μπροστά στο
στήθος και στάθηκε μπροστά μου. Της κράτησα, κρυφά από τα αδιάκριτα μάτια
συμμαθητών, για λίγα δευτερόλεπτα από το χέρι (δεν το αρνήθηκε), και
περπατήσαμε δίπλα-δίπλα άσκοπα τα δρομάκια της Κάτω Τούμπας πίσω από τον
Ευκλείδη και το Θεαγένειο. Σε κάποιο σημείο έβαλα το δεξί μου μπράτσο γύρω από
τους ώμους της. Γύρισε και με κοίταξε με το ίδιο ελκυστικό χαμόγελο. Πριν την
αποχαιρετήσω, σε μια γωνιά, αρκετά τετράγωνα από το διαμέρισμά της στο χαμηλό
φως του σούρουπου, προς αποφυγή κάποιου αναπάντεχου και τραγικού συναπαντήματος
με τους γονείς ή το μικρότερο της αδερφό, φίλησα εκείνα τα θεϊκά χείλη. Το φιλί
το δέχτηκε χωρίς αντίσταση, ελαφρώς το ανταπόδωσε. Σα όλα να ήταν νοητά
προδιαγραμμένα από την πρώτη γνωριμία μας σε εκείνη την οικογενειακή
συνεστίαση. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά από την προσδοκία και λαχτάρα για αυτό
που, ήμουν σχεδόν σίγουρος, σύντομα θα χτιζόταν. Ήμουν βέβαιος ότι η Φ με
γούσταρε.
Πέρασα άλλη μια φορά έξω από το σχολείο της
μετά το σχόλασμα, περπατήσαμε άλλη μια φορά άσκοπα στην περιοχή
κουβεντιάζοντας, φιληθήκαμε περισσότερες φορές. Η αγάπη, παρά τους ασφυκτικούς
περιορισμούς και την γονική αστυνόμευση, φαινόταν να ανθίζει και να αποδίδει
τους καρπούς που ο νους μου, ίσως και αυτός της Φ, φαντασιωνόταν. Ήταν ένα ζεστό, ηλιόλουστο απριλιάτικο απόγεμα λίγο
πριν τις πασχαλινές διακοπές των σχολείων του 1984, τα υπέροχα σχηματισμένα
στήθη της Φ διαγραφόταν πίσω από το κοντομάνικο εφαρμοστό μπλουζάκι που
φορούσε, κάτω από τα χαμηλωμένα μάτια μου. Ανακάλυψα ένα μέρος του γυναικείου
κορμιού του οποίου την αισθητική έλξη δεν είχα μέχρι τότε δεόντως εκτιμήσει.
Ένιωσα την γνώριμη φλόγα στο υπογάστριο ν’ ανάβει· συμβαίνει στην ηλικία που
βρισκόμουν ενστικτωδώς σε τέτοιες συγκυρίες.
Στο επόμενο ραντεβού η σχέση μας θα
κορυφωνόταν. Βρήκα το θάρρος και ζήτησα από την Ντ., με την οποία η σχέση μας
είχαν στο μεταξύ εξομαλυνθεί, τα κλειδιά του διαμερίσματός της στην Φιλικής
Εταιρίας, που το άφηνε στη διάρκεια διακοπών για να δει τους δικούς της στην
Καβάλα. Δεν υπάρχουν πολλές διαθέσιμες ερωτικές φωλιές μακριά από αδιάκριτα
βλέμματα και κουτσομπολιά, αλλά ήθελα να δείξω στην Ντ. (και σε μένα) ότι είχε
πλέον κυλίσει αρκετό νερό στο αυλάκι, το «επεισόδιο» μεταξύ μας θα μπορούσε να
θεωρηθεί λήξαν και «ξεχασμένο» και έμεινε μια φιλία που θα μπορούσε να στεριώσει
ξανά σε σταθερά θεμέλια. Η Ντ. δεν πρόβαλλε αντίρρηση. Το αντίθετο· ίσως και να
την χαροποίησε τέτοια παράκληση εκ μέρους μου, και με το γνωστό ναζιάρικο ύφος και
πονηρό χαμόγελο με ρώτησε: «Ποια κοπελιά, καλέ, θα μας φέρεις;» Της είπα το
μυστικό μου περί μιας «ξαδέρφης εξ αγχιστείας», χωρίς να επεκταθώ σε
λεπτομέρειες. Μετά από πίτσα και μπύρα σε ένα από τα μαγαζιά της πλατείας
Εθνικής Αμύνης, το Σάββατο πριν από τη Μεγάλη Βδομάδα, μετά αγκαλιές και να
κοντοστεκόμαστε καθ’ οδόν για χορταστικά
φιλιά από τα σαρκώδη χείλη, βρεθήκαμε ξαπλωμένοι στο ντιβάνι του δεύτερου
υπνοδωματίου της Ντ., αυτό που προόριζε για τους καλεσμένους της.
Βράδιαζε, είχα σβήσει τα φώτα, αλλά ανοίξει τα
παντζούρια και το φως από τις κολώνες του δρόμου και του περίγυρου της
Εκκλησίας από κάτω ήταν αρκετό για να φωτίσει τις λεπτομέρειες των προσώπων
μας, και κυρίως το περίγραμμα και τις καμπύλες του κορμιού της Φ. Στο νεανικό μυαλό
μου, η πλήρης κατάκτησή του ήταν το ζητούμενο εκείνης της βραδιάς. Σκεφτόμουν
ότι στα μάτια της Φ παρουσιαζόμουν ως ο δήθεν «έμπειρος», σχετικά ώριμος
μορφονιός, το καλό έμπιστο παιδί με «λέγειν» (για την περίσταση) και την
κουλτούρα ενός φοιτητή Πολυτεχνείου, ο οποίος θα τη μυούσε στη μαγεία του έρωτα.
Με τέτοιες εσωτερικές σκέψεις η αυτοπεποίθηση μου ανυψώθηκε σε νέα επίπεδα.
Σήκωσα και τράβηξα το μπλουζάκι, χωρίς αντίσταση, αφαίρεσα το σουτιέν επιδέξια.
Το στήθος που άρχισα να θωπεύω και φιλάω, να γεμίζω με αυτό την παλάμη μου,
όταν την φιλούσα στο στόμα, το μέγεθος, το σχήμα, το σφρίγος και η απαλότητά του
με παρέπεμψαν στο ιδανικό του γυναικείου στήθους: αυτό που θαυμάζει κάποιος σε
έργα τέχνης ή σε φωτογραφίες μοντέλων σε περιοδικά ή ταινίες. Μετά από αυτό το
ευχάριστο πρελούδιο, με τα χείλη μας κλειδωμένα σ’ ένα παρατεταμένο φιλί, η
παλάμη μου, προσχεδιασμένα πάντα, άφησε την περιοχή του στήθους και με αργές
κινήσεις άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά και από εκεί να κατευθύνεται κάτω από τη
μέση του παντελονιού, κάτω από το εσώρουχο. Εκεί ένιωσα το χέρι της Φ να
σφίγγει τον καρπό μου και να εμποδίζει, με ένα χαμόγελο αμηχανίας, ίσως και
δυσανασχέτησης ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, κάθε συνέχεια στην ερωτική περίπτυξη.
Φυσικά, πειθάρχησα στο νεύμα. Η παλάμη μου αποσύρθηκε από εκεί, από τον απώτερο
στόχο, υποχώρησα. Λόγω χαρακτήρα ή και ανατροφής, θα μπορούσαμε να πει κάποιος,
ουδέποτε θα έφερνα κάποιον που με είχε εμπιστευτεί και πρόθυμα ακολουθήσει ως
εκείνο το σημείο, σε δύσκολη ή αδιέξοδη θέση. Το να μην επιβαρύνω άλλους με
χάρες ή επιθυμίες ήταν πάντα σήμα κατατεθέν της προσωπικότητάς μου.
Λίγα βήματα πριν από την ολοκλήρωση, εκείνο το
βράδυ, έκλεισε και η πρώτη περιπέτεια κάποιας σημασίας με την «ξαδέρφη εξ
αγχιστείας». Θα υπάρξει μια ακόμη περισσότερο φευγαλέα και περιστασιακή
συνέχεια σε ένα άλλο, μελλοντικό κεφάλαιο της ζωής μου, εξίσου συναισθηματικά
στερημένο και ερωτικά απογοητευτικό με εκείνη την περίοδο. Ήταν ακόμα νωρίς το
βράδυ όταν αφήσαμε το διαμέρισμα της Ντ., με λιγότερα λόγια και φιλιά και γέλια
και την διαχυτικότητα που είχαμε κουβαλήσει μέχρι το ντιβάνι . Η Φ, η
δεκαεπτάχρονη μαθήτρια, έπρεπε να βρίσκεται σπίτι από νωρίς. Ο θείος Α ήταν
αυστηρός, η Λ, η σχέση της με την οποία χαρακτηριζόταν από την αντιπάθεια και
κακεντρέχεια, τυπική ανάμεσα σε μητριά και θετή κόρη, ήμουν βέβαιος ότι θα τον
σιγοντάριζε σε κάθε επίπληξη.
Δεν πέρασαν πολλές μέρες από κείνη την έξοδο
και η Μάνα, στα καλά καθούμενα, με ρώτησε αν έβγαινα και είχα σχέση με τη Φ· κακοπροαίρετα,
με υπερβολική έμφαση στην φαινομενική οργή του θείου Α, ο οποίος «θα δίδασκε
στη Φ ένα μάθημα για να το θυμάται», με ηθικολογικά περί ετεροφυλοφιλικών
σχέσεων ανάμεσα σε συγγενείς («εξ αγχιστείας ή όχι δεν έχει σημασία...») Όλα
αυτά, ψευδόμενος, τα αρνήθηκα κατηγορηματικά και με εκνευρισμό. Κάτι είχε,
λοιπόν, ψυλλιαστεί η θεία Λ από την συμπεριφορά και τα τηλεφωνήματα της Φ, ίσως
και από σημειώσεις σε ένα ημερολόγιο. Θα είχε στήσει αυτί και παρακολουθήσει
τηλεφωνήματα, θα είχε σκαλίσει ανάμεσα στα πράγματα στο δωμάτιο της. Εν
ολίγοις, το είχε διερεύνησε δεόντως, ελλείψει άλλων πιο ενδιαφερόντων
δραστηριοτήτων, και με την κακολογία και κακεντρέχεια, το άγχος και την
αναστάτωση για ψύλλου πήδημα που διακατείχε εσαεί το σοι της Μάνας, την ίδια
και τις τρείς αδερφές της, μετέφερε τα αποτελέσματα των ερευνών της, «με το νι
και με το σίγμα», στις καθημερινές ατέρμονες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τις
αδερφές της.
No comments:
Post a Comment