Thursday, July 4, 2024

22 - Α 4-Ever: Η Tελευταία Φορά

 Μια φλόγα που άναψε ένα βράδι του Δεκέμβρη μέσα σε δυο φοιτητικές ψυχές άρχισε να τρεμοσβήνει, σαν το καντήλι στους τάφους που κάποιοι πιστοί το διατηρούν αναμμένο μέχρι που, κουρασμένοι από τα χρόνια ή το αδυνάτισμα της θύμησης, να το εγκαταλείψουν στα στοιχεία της φύσης και το πέρασμα του χρόνου. Η αυλαία στην πράξη ενός έργου σε αυτόν τον κόσμο που παίξαμε μαζί άρχισε να κατεβαίνει. Οι θεατές του είχαν φύγει από καιρό. Ένας κύκλος θα έκλεινε στην πόλη που ξεκίνησε είκοσι πέντε χρόνια πριν: στη Θεσσαλονίκη· την άνοιξη που έφτασε βιαστικά μετά την εξόρμηση του Φλεβάρη στα Ζαγοροχώρια. Συναντηθήκαμε στην κορυφή των πλατών σκαλιών του «Βελλίδειου» συνεδριακού κέντρου, όπου κουβέντιαζε και χαριεντιζόταν με συναδέρφους μετά το τέλος μιας συνεδρίας. Επί τοιούτου είχα κατεβεί στη Θεσσαλονίκη από τα Γιάννενα όπου μαράζωνα. «Να βρισκόμασταν για ένα γεύμα» είχαμε προϊδεάσει τους εαυτούς μας, ίσως ξεγελάσει. Στο πίσω μέρος του μυαλού μας πάντα έπαιζε ο έρωτας, ανάμεσα σε δυο γνώριμα και πρόθυμα κορμιά, χωρίς μακροσκελείς προλόγους. Το γεύμα που έγινε γρήγορα ξεχάστηκε, όπως και οι λίγες κοινότοπες κουβέντες με κλισέ υπονοούμενα. Βρεθήκαμε, από νωρίς και τους πρώτους ξενέρωτους θαμώνες, σε ένα κλαμπ των λαδάδικων, καθισμένοι δίπλα-δίπλα σε ένα χαμηλό τραπεζάκι καταμεσής του μαγαζιού, για να πίνουμε και, μετά από λίγα ποτά, να φιλιόμαστε: εμείς, ένα ζευγάρι σαραντάρηδων, με παρατεταμένο πάθος στο στόμα, όπως θα έκαναν δυο νέα παιδιά στο απαύγασμα της αγάπης τους· επιλήσμονες του περιβάλλοντος και αδιάκριτων βλεμμάτων. Φιλιά που στις δεκαετίες γνωριμίας μας ποτέ δεν είχαμε δώσει! Όπως θα έπρατταν αυθόρμητα, ίσως, ακόμα και ώριμοι άνθρωποι που είχαν στερηθεί τον έρωτα για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν περίμεναν πρόσκληση από τον σύντροφο δίπλα τους, καθώς γνώριζαν τον ίδιο και τις επιθυμίες του. Η Α ξαφνιάστηκε στην αρχή από το απροσδόκητο (και πρωτόγνωρο) της κατάστασης σε δημόσιο χώρο, αλλά συνάντησε τα χείλια μου πρόθυμα και συνεργατικά και τελικά με το ίδιο πάθος, χωρίς να σβήνει από αυτά το χαμόγελο της έκπληξης (ή και της χαράς;), ενώ εγώ δεν φαίνεται να νοιαζόμουν για τα ξένα βλέμματα που γύρω μας, καθώς είχα ήδη καταναλώσει αλκοόλ, αρκετό για να αναχαιτίσει τέτοιου είδους αναστολές.

Η αλήθεια ότι δεν είχα μέχρι τότε φιληθεί με καμιά γυναίκα σε τόση διάρκεια και με τέτοιο ζήλο και ένταση σε δημόσια θέα. Αυθόρμητες αγκαλιές και φιλιά στο στόμα για μη ρομαντικούς, που κύρια έγνοια τους είναι η ικανοποίηση βαθύτερων βιολογικών ορμών με το έτερο φύλο, συχνά παρακάμπτεται ως ένα μη απαραίτητο πρελούδιο. Όσο περνάν τα χρόνια, αντιλαμβανόμαστε περισσότερο την αξία, των ρομαντικών, ιδεαλιστικών και, για πολλούς νεότερους, αναχρονιστικών εκδηλώσεων αγάπης, πριν και μετά από σαρκικές επαφές. Ίσως επειδή το κορμί γερνάει σε αντίστροφη αναλογία με την ωρίμανση της ψυχής.

Από το μπαρ των Λαδάδικων καταλήξαμε τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες στο ξενοδοχείο που έμενε η Α, στην οδό Μοναστηρίου πιο πέρα από τον Βαρδάρη και τον σιδηροδρομικό σταθμό, κατά την μεριά του Δενδροπόταμου, στην παλιά, άσχημη και βρώμικη «πύλη» της δυτικής πόλης, που μπαινοβγαίναμε κάποτε με τους γονιούς στο δρόμο μας προς και από το χωριό του παππού. Το πεντάστερο ξενοδοχείο ήταν ένα μοντέρνο, επιβλητικό κτίριο, ογκώδες για τα ελληνικά δεδομένα, μικρογραφία πάντως κακόγουστων αμερικάνικων ξενοδοχείων. Την παρουσία του στα υποβαθμισμένα εργατο-προσφυγικά προάστια της Θεσσαλονίκης, στα όρια του γκέτο των τσιγγάνων, μέχρι τότε αγνοούσα. Στεκόταν παράταιρο και εξεζητημένο, ανάμεσα σε γερασμένα ή εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια της Μοναστηρίου, εξίσου παλιές και ασυντήρητες πολυκατοικίες σαν αυτές που στη συνοικία του Βαρδάρη πάνω από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό που κάθε φορά που τύχαινε να περνούσα από κει αναρωτιόμουν πως ήταν δυνατό ανθρώπινες ψυχές να κατοικούν πίσω από τις θλιβερές προσόψεις εκείνων των οικοδομών.

Δεν υπήρχε ψυχή στο φουαγιέ του ξενοδοχείου όταν φτάσαμε και ανεβήκαμε σιωπηροί και απαρατήρητοι κατευθείαν στο δωμάτιο της Α με πλήρη επίγνωση του τι θα επακολουθούσε. Ήμουν ζαλισμένος από το ποτό, στο αποκορύφωμα της ευθυμίας και διέγερσης που φέρνει πριν από την αναπόφευκτη σωματική και ψυχική κατάρρευση. Τις μετρημένες φορές που συναντήθηκα με την Α, μετά το τέλος των φοιτητικών μας χρόνων, έπινα στο όρια των αντοχών της προχωρημένης πλέον ηλικίας μου. Πέρα από το ξεπέρασμα της εγγενούς συστολής και των οιωνδήποτε συναισθηματικών φραγμών, σε ένα ζαλισμένο μυαλό η εικόνα του ερωτικού συντρόφου προβάλλεται ωραιοποιημένη, τα ίχνη, η φθορά και οι αδυναμίες, που επιφέρει ο χρόνος στο σώμα συγκαλύπτονται από αδιάκριτες εξερευνητικές ματιές, όπως το μέικ-απ αποκρύπτει εξανθήματα και ρυτίδες ή η βαφή μαλλιών τις άσπρες τρίχες. Εκείνη τη νύχτα, σα να ήταν η τελευταία ερωτική (και θα ήταν, όπως πάνω από δέκα χρόνια που πέρασαν από τότε έδειξαν) επιστρατεύσαμε, σαν μανιακοί, κάθε τεχνική κι εκδοχή της πράξης από την συσσωρευμένη πείρα της μέσης ηλικίας, από όλες τις μέχρι τότε σχέσεις και των δυο μας. Γονατιστή μπροστά στην καρέκλα που καθόμουν, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο μηρό μου, η Α είπε κάτι για το ξεχασμένο ή αποκοιμισμένο λίμπιντο της που θα ξαναζωντάνευε εκείνη την βραδιά. Πράγματι…

Θα ήταν γύρω στις τρείς μετά τα μεσάνυχτα, ίσως και πιο αργά, όταν βγήκα στη θαμπή υγρασία της  ατμόσφαιρας του Βαρδάρη. Το στενό, κακό-ασφαλτοστρωμένο και γεμάτο λακκούβες δρομάκι πίσω από το ξενοδοχείο, που άρχισα να περπατάω, περνούσε μπροστά από παράγκες και χαμόσπιτα ενός οικισμού Τσιγγάνων. Ένα σκυλί σε μια από τις αυλές, ευτυχώς δεμένο, αλυχτούσε στη νύχτα. Του απαντούσαν τα αδέσποτα του είδους του από τους δρόμους πάνω από τα «Σφαγεία» και τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Ξαναβγήκα βιαστικά στη Μοναστηρίου, που τουλάχιστον ήταν φωταγωγημένη και τα λίγα αυτοκίνητα παρά το περασμένο της ώρας που τη διέσχιζαν πρόσφεραν ένα αίσθημα ασφάλειας, και την περπάτησα μέχρι το Σταθμό. Δεν ήταν καιρός για περιπέτειες και περιπλάνηση στην κακήν-κακώς εξωραϊσμένη από μια κουτσή ανάπτυξη παρακμή της δυτικής πόλης, όσο δελεαστική και συναρπαστική να μου φαινόταν, όσο η χαλάρωση από τον έρωτα και το ακόμα ζαλισμένο μυαλό και να με οδηγούσε τέτοια ώρα. Η μέθη υποχωρούσε, ενώ μια φυσική κούραση άρχισε να με κυριεύει. Η ηλικία μου απεικονίστηκε στα πραγματικά μου χρόνια, και όχι στην αυταπάτη της νεότητας από μια ερωτική νύχτα. Σιωπηλός, μισόκλεισα τα μάτια στα ταξί που με πήγε στο πατρικό σπίτι, κάτω από τους ήχους κάποιων βαριών λαϊκών της δεκαετίας των ’60 και ’70, θαρρείς βγαλμένα, όπως θα ταίριαζε, από τα μαγαζιά του Βαρδάρη, όπου παλιά διασκέδαζε ο υπόκοσμος της δυτικής Θεσσαλονίκης. Η Μάνα και ο Πατέρας κοιμόταν. Όταν ήμουν φοιτητής και επέστρεφα αργά από το φοιτητικό διαμέρισμα της Α, συνήθως ένα ανοιχτό φως από την κρεβατοκάμαρά τους με περίμενε.  

Εκείνο το βράδι στο Βαρδάρη, όπως θα άρμοζε σε ένα ζευγάρι ανθρώπων που γνώρισαν μαζί τα πρώτα μυστικά το έρωτα και τον απόλαυσαν λίγο-πολύ σε κάθε πτυχή του – κυρίως σαρκική, λιγότερο αισθηματική, έπεφτε με μάλλον θριαμβευτικό τρόπο η αυλαία της ωραίας ιστορίας της ζωής με την Α. Μετά από μερικούς μήνες από κείνη την συνάντηση πήρα τον δρόμο ξανά για την ξενιτιά, αυτήν την φορά οριστικά και αμετάκλητα, για να ξαναφτιάξω κουτσά-στραβά τη ζωή πάνω στο ερείπια του διαζυγίου και μιας διαλυμένης οικογενειακής φωλιάς. Η Α βρήκε τον Ν της, τον λιγότερο μορφωμένο, τον «παρακατιανό», που η μεγάλη αδερφή και μάνα της θεωρούσαν ότι δεν ταίριαζε στη γιατρό που μεγάλωσαν και καμάρωναν. Της έδωσε, όμως, φαίνεται, μιαν ξεχωριστή ευτυχία, που άλλοι περισσότεροι μορφωμένοι και πετυχημένοι είχαν ματαιώσει. Ακολούθησαν μεταξύ μας σποραδικά τηλεφωνήματα σε γιορτές και γενέθλια. Σε ένα από αυτά μια στεναχωρημένη φωνή, βραχνιασμένη από τα χρόνια καπνίσματος, μου ανακοίνωσε την εμμηνόπαυσή της και, συνεπώς, την ακύρωση κάθε ελπίδας να κάνει παιδιά. Μέχρι τότε πίστευα ότι δεν ήθελε να κάνει παιδιά! Στο ένα από τα τελευταία της μηνύματα μου ανακοίνωσε το θάνατο του συναδέρφου, συντοπίτη και καλύτερου της φίλου από το Πανεπιστήμιο, του Σ, του χοντρού παιδιού που πρώτη φορά γνώρισα στο πάρτι του Λ, εκείνο το βράδι που ξεκίνησε ο έρωτας μας, και αργότερα βρέθηκε στην παρέα μας στην εκδρομή στο φαράγγι. Έμαθα ότι ήταν από του άντρες που πάντα ποθούσαν την Α, ένας ανταγωνιστής μνηστήρας, αλλά για χάρη μου και χάρη άλλων των είχε συμπαθητικά αναγάγει σε απλό «πολύ καλό φίλο».

Δέκα χρόνια μετά, στην ακμή της εποχής του Google και των social media, στην αναζήτηση souvenir από τα απομακρυσμένα νιάτα, έψαξα και βρήκα μια πρόσφατη φωτογραφία της στο διαδίκτυο, στο πάνελ ενός Συνεδρίου. Μου φάνηκε πιο γοητευτική και αξιαγάπητη από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε. Που θα βρισκόμασταν και πως θα γινόταν και που θα καταλήγαν, άραγε, οι ζωές μας, αν είμασταν διαφορετικοί άνθρωποι;  Έχουμε αρχίσει να γερνάμε. Στεκόταν στο πάνθεο των σχέσεων μου, ίσως, ως η πιο σημαντική γυναίκα στη ζωή μου (αν ένας τέτοιος τίτλος είναι δόκιμος στην περίπτωση μας)· μιας ζωής με λίγες σκόρπιες μέρες πάθους. Μερικές φορές στις κουβέντες μας, φευγαλέα, αναρωτηθήκαμε το περίφημο «τι αν…», αλλά αμέσως το αποκλείαμε γελώντας, σαν κάτι αστείο κι εξωπραγματικό. Μέχρι τότες, τη μονιμότητα και στασιμότητα στον έρωτα την απεχθανόμασταν, την παρακμή που έφερνε την φοβόμασταν. Έμειναν τελικά οι αναμνήσεις των μοναδικών και, επομένως, ανεκτίμητων στιγμών να τις κουβαλάω μέχρι το τέλος. Ένα καλειδοσκόπιο στη μνήμη συναισθημάτων, αισθήσεων και απολαύσεων που είχαν χρωματίσει με  λαμπερά χρώματα μια νεανική ψυχή, βυθισμένη πλέον στο βούρκωμα της νοσταλγίας. Με ξαναφέρνει στο λιοπύρι, κάτω από το δέντρο, πάνω στην πέτρα, στο αλώνι του Λουτρού, όπου κλεφτά ερωτευτήκαμε το μακρινό καλοκαιράκι της ζωής μας.

No comments:

Post a Comment