Wednesday, July 10, 2024

24 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Σχέσεις Εφήμερες -η Μ)

Μετά το καλοκαίρι του 1984 και την αλησμόνητη εκδρομή με την παρέα στην Κρήτη, για τη λίγη ώρα ενός απογεύματος, όταν άλλοι απολάμβαναν το μπάνιο και το φαγητό τους σε μια παραλία των Χανίων, βρεθήκαμε στα κλεφτά με την Α στο δωμάτιο που νοικιάσαμε και μοιραζόμουν με έναν από τους φίλους. Ο σύντροφος Ν, μέλος και αυτός της εκδράμουσας παρέας, εξοργίστηκε: από το φούντωμα μιας χρόνιας αντιζηλίας και όχι από την διατάραξη του προγράμματος της εκδρομής, όπως δεν θα έπαυε να ισχυρίζεται στην συνέχεια του ταξιδιού, με επιμονή, εκνευρισμό και φωνές. Στις προσβλητικές του εκφράσεις δεν απάντησα. Σε μεγάλο βαθμό τον καταλάβαινα. Όλοι δυνητικά σέρνουμε ένα ψυχικό βάρος από ζήλια και ματαίωση, πικρίες από απορρίψεις, ιδιαίτερα όταν σε μια περίοδο ακμής της σεξουαλικότητας, φίλοι και συνάδερφοι γύρω μας απολάμβαναν ξέγνοιαστες φοιτητικές νυχτιές και ξημερώματα στις αγκαλιές των εκάστοτε συντρόφων τους.

Η δίψα σε εκείνη την περίοδο αισθηματικής ξηρασίας άρχισε, και στην περίπτωση μου, να γίνεται ξανά δυσβάστακτη, παρά και μετά την μικρή όαση που πρόσφερε για λίγες κλεφτές ώρες η Α. Με το τέλος του τρίτου έτους είχε κλείσει πάνω από μισός του ανεπανάληπτου και αξέχαστου καιρού ως φοιτητής, χωρίς να το έχω τότε πολύ συνειδητοποιήσει. Είμασταν ακόμα νέοι και υγιείς και σφριγηλοί, υπήρχε άπλετος καιρός μπροστά μας· το παρόν που ζούσα δεν ήταν, άλλωστε, και για το καλάθι των αχρήστων (έβλεπα χειρότερες καταστάσεις μοναξιάς γύρω μου), ενώ το μέλλον ανοιγόταν διάπλατο με ελκυστικές δυνατότητες, και αυτό με παρηγορούσε. Ή, μάλλον, με έκανε να παραμελώ το πέρασμά του χρόνου. Έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν θα αργούσα να συνάψω κάποια σχέση, που θα με ολοκλήρωνε όσο και κείνη με την Α· ήμουν σχετικά εμφανίσιμος, ευγενικός, ευπροσήγορος, με δυο λόγια ένα «καλό παιδί». Τελικά κάποιες τέτοιες «σχέσεις» προέκυψαν και δεν ξέμεινα μέχρι το τέλος του πανεπιστημίου μια μοναχική καλαμιά στον κάμπο, όπως αρκετοί γύρω μου. Βλέποντας, όμως, και αναλύοντας τες από τη χρονική απόσταση του σήμερα, διαπιστώνω πόσο ασθενικές εντυπώσεις άφησαν, πόσο ρηχά συναισθηματικά βάθη άγγιξαν.

Μετά την Α και την τελευταία συνεύρεση μας στα Χανιά, την ακαριαία ματαίωση κάθε ελπίδας με την περιζήτητη Ντ. που προηγήθηκε, το σβήσιμο και του μικρού αλλά λαμπερού άστρου της όμορφης Φ σε έναν νυχτερινό μοναχικό ουρανό από πάνω, το τέταρτο έτος του πανεπιστημίου ξεκίνησε στο ίδιο οικείο μοτίβο μοναξιάς. Χαρακτηρίζω εκείνη την πανεπιστημιακή χρονιά ως τον συναισθηματικό και ερωτικό μεσαίωνα των νιάτων μου. Η φοιτητική και κομματική ζωή, είναι αλήθεια, προσέφερε ευκαιρίες γνωριμιών, αλλά οι λιγοστές σχέσεις σε εκείνο το διάστημα ήταν ευκαιριακές και επιφανειακές, οι εντυπώσεις τους στην ψυχή απλώς έξυσαν την επιφάνειά της ή, όπως θα λέγαμε, «δεν την γέμισαν.»

Ήταν διαμέσου της Ντ. –όσο απίθανο αυτό ακούγεται με δεδομένο το επεισόδιο που είχε μεσολαβήσει μεταξύ μας, σε μια μάλλον ad hoc προμελετημένη μάζωξη στο διαμέρισμα της, ξεχασμένη στις λεπτομέρειές της, συστήθηκα και γνωρίστηκα με μιαν αρχιτεκτόνισσα φίλη της, τη Μ. Ήταν μια συνεσταλμένη κοπέλα η Μ: της έλειπε η διαχυτικότητα της Ντ., η γλυκιά εξυπνάδα της Α, η εφηβική χάρη της Φ, και οι τρόποι της έφερναν συχνά τον συνομιλητή της σε αμηχανία. Πάντως, είχε ένα όμορφο και λαμπερό γκριζοπράσινο βλέμμα, διαπεραστικό όταν κοίταζε κάποιον στα μάτια συνήθως με ελαφρά γερμένο το κεφάλι και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο από καλλίγραμμα χείλη· ένα βλέμμα που όμως συχνά απομακρυνόταν για να αγναντέψει μακριά και βυθιστεί σε ανέκφραστες σκέψεις, και τελικά σκοτεινιάσει όταν ο συνομιλητής επέστρεφε και αυτό στην σιωπή του ή κάθε φορά που έκανε το τσιγάρο της.

Παρά τη συστολή και την ολιγολογία της, που ξεπερνούσε την δική μου, στις λίγες μέρες που κράτησε η σχέση μας, ανάμεσα σε παρατεταμένες περιόδους σιωπής και αμηχανίας, μου άνοιξε πολλές πτυχές της προσωπικής της ζωής. Ο μονάκριβος πατέρας της πέθανε ξαφνικά στο πρόσφατο παρελθόν σχετικά νέος, από μια επιθετική μορφή καρκίνου, παρά τη λελογισμένη και υγιεινή διαβίωση που όπως μου έλεγε ακολουθούσε: δεν κάπνιζε, «έτρωγε θυμαρίσιο μέλι καθημερινά» και τα άλλα ντόπια προϊόντα της γης όπου μεγάλωσε –κοντά στο Μακρόπουλο της Αττικής. Είχε πριν με γνωρίσει μια σχέση με ένα παλικάρι από τον αθηναϊκό νότο, αλλά η εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο τους χώρισε. Η σχέση που φαινόταν ότι έπνεε τα λοίσθια ή, όπως η ίδια ισχυριζόταν, «είχε οριστικά τερματιστεί», μολονότι μια μεγάλη φωτογραφία του ακόμα φιγουράριζε καδραρισμένη στο πάνω ράφι της μικρής βιβλιοθήκης. Μάλλον, της έλειπε συμπέρανα.

Ένα μεσημέρι μετά την γνωριμία μας με κάλεσε για φαγητό, όπου μαζί με τη μπριζόλα ετοίμασε μιαν πράσινη σαλάτα με dressing δικής της έμπνευσης: με μαγιονέζα, κέτσαπ, και ένα-δυο μπαχαρικά. Το ίδιο απόγεμα κάναμε πρώτη φορά έρωτα, ήσυχο, χωρίς τους αναστεναγμούς που είχα συνηθίσει με την Α και πάντα ενεργούσαν αναδραστικά στο λίμπιντο. (Οπτικοακουστικά ερεθίσματα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ερωτική συμπεριφορά, όπως σωστά επεσήμανε ο Bukowski.) Τη δεύτερη φορά, λίγο πριν «τελειώσει», μου ψιθύρισε ανέμελα στο αυτί ενώ βρισκόταν πάνω μου, ότι όταν «φτάνει σε οργασμό, φωνάζει πολύ». Κάτι που έγινε. Την τρίτη φορά ο έρωτας ήταν ήσυχος και μάλλον αδιάφορος -όσο την πρώτη φορά. Η χημική αντίδραση, όπως λένε, αν είχε κάπως ξεκινήσει, φαινόταν ότι εξαντλούταν σύντομα, χωρίς σημαντική απελευθέρωση ενέργειας.

Λίγες μέρες μετά, με την Ντ. και το Χ, τελευταία στρατολογημένο από την οργάνωσης και πλέον μέλος μιας διευρυμένης Κνίτικης παρέα (παρά την εύπορη καταγωγή του, ως γιος και συνέταιρος-κληρονόμος ενός βιοτέχνη πατέρα), σε ένα φθινοπωρινό διάλειμμα της σχολής, πήγαν οι τρεις τους εκδρομή στη Φλωρεντία· χωρίς ούτε η Μ, ούτε κανείς από το τρίο να μου έχουν διαμηνύσει τίποτε για κείνο το ταξίδι, ενώ θα μπορούσαν να με είχαν προσκαλέσει. Ενοχλήθηκα και πληγώθηκε η εγωϊσμός μου. Θυμωμένος και πεισματάρης χάριν σε ένα σκληρό χαρακτήρα, μετά την επιστροφή τους, αδιαφόρησα και διέκοψα για βδομάδες κάθε επαφή με τη Μ. Η Ντ. κάτι μου είπε για την  «γαϊδουρινή συμπεριφορά» που επέδειξα. Έτσι, το επεισόδιο με τη Μ είχε έναν άδοξο επίλογο, παρόλο που κινήθηκε στις παρυφές αυτού που λέμε έρωτα.

Ένα οριστικό και αμετάκλητο και μάλλον άγαρμπο τέλος θα δινόταν λίγους μήνες αργότερα όταν μόνος, απελπισμένος και πάλι για γυναικεία συντροφιά, έχοντας μεθύσει για να μαζέψω θάρρος και αυτοπεποίθηση, όπως συνήθιζα, χτύπησα το κουδούνι του διαμερίσματός της. Μου άνοιξε στη ρόμπα της. Βρισκόταν μέσα και τα έλεγαν με μια φίλη που έμεινε κλεισμένη στο καθιστικό μετά από μια κλεφτή ματιά προς τη μεριά μου. Δεν χρειάστηκε πολύ η Μ για να μου πει με ένα αγέλαστο, σχεδόν θυμωμένο ύφος στο γνώριμα γερμένο πρόσωπο: «Είσαι μεθυσμένος, Λ;» Έφυγα, όπως ήρθα, μετά από το ποτήρι νερό που μου προσφέρθηκε όρθιος στην κουζίνα.

No comments:

Post a Comment