Monday, July 22, 2024

28 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Αισθηματικό Ναδίρ)

Παρά την ολοένα και μεγαλύτερη απορρόφηση μου από τα πανεπιστημιακό διάβασμα και την αφοσίωση με συνέπεια και ζήλο για γνώση και επιστημονική εργασία, παρά την σποραδική κατάσβεση ερωτικών ορμών από επισκέψεις σε πορνοσινεμά (όπως στα μακρινά στο παρελθόν χρόνια της εφηβείας), και το σχεδόν βδομαδιάτικο κρυφάκουσμα των ερωτικών περιπτύξεων των γειτόνων, η γυναικεία παρέα μου έλειπε. Η ζωντανή συντροφιά δεν αντικαθίσταται, όσο φτωχή και ανερμάτιστη σε συναισθήματα να είναι. Μοιραία στο νου επέστρεφαν και στριφογύριζαν αναμνήσεις από τις χλωμές σχέσεις του πρόσφατου παρελθόντος.

Μια Παρασκευή του Γενάρη, νωρίς το βράδι, όταν το Πολυτεχνείο, το κυλικείο, οι αίθουσες και τα γραφεία του, είχαν αρχίσει να ερημώνουν από φοιτητές και καθηγητές, πήρα από το χέρι την μοναξιά μου και κατεβήκαμε στην πλατεία Ναβαρίνου. Από ένα μικρομάγαζο αγόρασα ένα «πλακέ» μπουκαλάκι Metaxa, που, άρχισα να το πίνω κρυφά από μάτια περαστικών στο παγκάκι της μικρής πλατείας και τις σκοτεινές γωνιές των δρόμων. Οι πρώτες ζαλάδες ζωήρεψαν την μικρή συλλογή από ερωτικές αναμνήσεις, μεγέθυναν τις μικροχαρές που έτυχε να βρω κάποτε σε αυτές, και μέσα από αυτές τις σκέψεις κατάρτισα ένα απλό σχέδιο απόγνωσης, που από όσα μου έλεγε κατά καιρός ο Α, είχε μικρές ωστόσο μη μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας: με τη βοήθεια του αλκοόλ θα μάζευα τα λιγοστά αποθέματα θάρρους που ένας συνεσταλμένος χαρακτήρας διαθέτει, και θα ξαναζέστανα, έστω για ένα βράδυ, έστω για ένα σαββατοκύριακο, παλιές ανεκπλήρωτες και μισοτελειωμένες, φιλίες του παρελθόντος, που εν πολλοίς στη διάρκειά τους, είναι αλήθεια, με άφησαν αδιάφορο.

Πέρασα από την Καμάρα, κοντοστάθηκα απέναντι από την πολυκατοικία της Αγαπηνού. Το δωμάτιο της Α είχε φως, αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν με τον Σ της: τους είχα δει πρόσφατα μαζί αγαπημένους. Ούτε κατά διάνοια, σκέφτηκα! Τηλεφώνησα από ένα περίπτερο την Ε. Έμενε εκεί κοντά. Θα μπορούσα, σκέφτηκα, να την καλέσω για ένα ποτό και μετά με το αυτοκίνητο να καταλήγαμε στα παλιά μας λημέρια, σε κάποια σκοτεινή μεριά του δάσους του Σέιχ Σου. Το απάντησε η απότομη και άξεστη φωνή του κρεοπώλη πατέρα της και κατέβασα το ακουστικό.

Αγόρασα ακόμα ένα Metaxa, έχοντας σχεδόν αποτελειώσει το πρώτο. Η διάθεση μου έφτιαξε, σχεδόν πετούσα. Οι τελευταίοι ηθικοί φραγμοί άρχισαν να καταρρέουν και η λογική, για καλό ή για κακό, να θολώνει. Πήρα το αυτοκίνητο από το πάρκινγκ της σχολής και ανέβηκα, στην πλατεία της της Τριανδρίας, που σε μια γωνιά της έμενε και τελευταία φορά επισκέφτηκα την Γ, εκείνο το τελευταίο μεσημέρι του καφέ, των δισταγμών και της ματαίωσης. Αν ήταν μόνη της, θα την έφερνα στην αγκαλιά μου χωρίς πολλές σκέψεις. «Γ, καλησπέρα, ο Λ είμαι… Να ανέβω;» Με την πάντα μουδιασμένη και κρύα φωνή της μου είπε ξερά: «Ναι, έλα…» Ήμουν ήδη αρκετά πιωμένος ώστε οποιεσδήποτε εκφράσεις, όταν η Γ με υποδέχτηκε στην πόρτα του διαμερίσματος, να είχαν μηδαμινό αντίκτυπο στη διάθεση μου της στιγμής. Μου άνοιξε και μπήκα: «Χάθηκες, βρε παιδί μου;» είπε, ή κάτι τέτοιο που δεν θυμάμαι. Στο καθιστικό βρισκόταν ένα νέος άντρας, μάλλον συμφοιτητής και αυτός, μικρόσωμος και φαλακρός. Κοινός και απλός φίλος ή «ο φίλος της» ή, όπως ευχόμουν, φίλος της συγκατοίκου της που καθόταν στον καναπέ; Την Γ, την χαριτωμένη φοιτητριούλα την άφησα όταν έψαχνε μιαν «πλήρη» σχέση, ίσως και έναν σταθερό δεσμό. Την ήθελε μια τέτοια σχέση, είχα την εντύπωση, και μου είχε δώσει αρκετά αδιάψευστα σημάδια για αυτό. Θα μπορούσαμε να την φτιάχναμε και στεριώναμε μαζί πριν το καλοκαίρι, έστω προσωρινά. Δεν είχε όμως λόγους να περιμένει την πρώτη κίνηση από έναν ανυπόφορα διστακτικό τύπο (ίσως, στο μυαλό της «περίεργο), που λιγοψύχησα να κάνω· ούτε να προσδοκά, βέβαια, στις βδομάδες και μήνες που ακολούθησαν την απομάκρυνσή μας μιαν δεύτερη παρουσία, πιο αντρίκια από την πρώτη. Η αντίληψη μου λειτουργούσε σε ικανό βαθμό, ώστε να αντιληφθώ ότι η Γ και το φαλακρό παιδί, που είχε σηκωθεί από την στιγμή της εισόδου μου στο διαμέρισμα, ετοιμάζονταν να βγουν έξω και ότι η επίσκεψη μου, πέρα από απροειδοποίητη και απρόσμενη, ήταν αδιάκριτη, ίσως και ενοχλητική. Λίγα λεπτα μετά την είσοδο μου στο διαμέρισμα, χωρίς άλλα λόγια από την Γ, και καμιά λέξη από τον φίλο της, με άφησαν μόνο με την συγκάτοικό της και έφυγαν. Περίμενα λίγη ώρα ώστε να απομακρυνθούν από την πολυκατοικία, κι αφού αντάλλαξα μερικές ουδέτερες κουβέντες με την συγκάτοικό της, στην παγερή συμπεριφορά της οποίας διέκρινα δυσφορία από την παρουσία ενός πιωμένου άντρα, δήθεν «πρώην» φίλου της Γ, αποχώρησα χωρίς αισθήματα ντροπής ή προσβολής. Αυτά θα περίμεναν την επόμενη για να έρθουν στην επιφάνεια.

Παρά τα μερικά ακόμα σκαλοπάτια που είχα σκαρφαλώσει στην κλίμακα της μέθης, πήρα το αυτοκίνητο και από την Τριανδρία κατηφόρισα κατά Αγία Τριάδα μεριά όπου έμενε η Μ. Ένας τελευταίος σταθμός πριν την μοναξιά του δωματίου μου, σκέφτηκα, μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια. «Μπορεί εκεί να έχω καλύτερη τύχη.» Η Μ επίσης μου άνοιξε την πόρτα της, φαινομενικά χωρίς δισταγμούς, δηλαδή στο βαθμό που ένα θολωμένο από την μέθη μυαλό μπορεί να κρίνει. Η συναίσθηση των λόγων και πράξεων μου είχε πλέον χαθεί· είχα φτάσει στο σημείο εκείνο, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, όπου διάρθρωνα ασυνάρτητες προτάσεις και τρέκλιζα στα βήματά μου. Όμως κατάφερα και στάθηκα όρθιος και ίσιος μπροστά της. Η Μ, μάλλον συνοφρυωμένη και αμήχανη, με οδήγησε στην κουζινούλα της. Η φίλη της, μετά από μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος μου πίσω από την πόρτα του, κρύφτηκε στο καθιστικό. Θυμάμαι την Μ να με ρωτάει με την γνώριμη στραβή ματιά: «Λ, είσαι μεθυσμένος;» Τα τελευταία απομεινάρια αιδούς και κοσμιότητας μέσα μου, που το αλκοόλ δεν είχε ακόμα καταφέρει να σβήσει, κάλεσαν τη συνείδηση μου στη νάρκωσή της. Βρισκόμουν απρόσκλητος σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο, σε κατάσταση μέθης, χωρίς έλεγχο λόγων και έργων. Αυτό που διέπραττα ξαφνικά μου φάνηκε ανέντιμο, για την Μ (και πριν από αυτήν την Γ), σχεδόν επαίσχυντο: έφερνα αδικαιολόγητη αναστάτωση σε ανθρώπους που δεν μου χρωστούσαν και είχαμε διακόψει εδώ και καιρό και μάλιστα εξαιτίας της δικής μου απάθειας κάθε πάρε-δώσε. Κατά πάσαν πιθανότητα με είχαν ξεχάσει και διαγράψει οριστικά από τις ζωές τους. Χαιρέτισα παραμιλώντας, κατέβηκα τις σκάλες τρεκλίζοντας με την Μ να με παρατηρεί από την κορυφή της, ανέβηκα στο Yugo με απόλυτη άγνοια του περιβάλλοντος χώρου γύρω μου, από την αναισθησία στην οποία βυθίζει το πνεύμα του ανθρώπου η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, και οδήγησα ενστικτωδώς σπίτι. Παράλυτο, με το ταβάνι να περιστρέφεται από πάνω, με πήρε ένας ακατάστατος ύπνος στον καναπέ, με διακοπές αναγούλας και εμετού και συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα. Η Μάνα πίστεψε ότι αδιαθέτησα: «κάτι το πείραξε, το παιδί…», την άκουσα να λέει στον Πατέρα, αλλά, ευτυχώς, με άφησαν ήσυχο στην μιζέρια του κλειστού δωματίου.

Την άλλη μέρα, μέσα από τον ανυπόφορο πονοκέφαλο του hangover, αναπόλησα τη μια μετά την άλλη τις στιγμές, την αναστάτωση και τα μικροεπεισόδια που προκάλεσα παρείσακτος και εκ του μηδενός το προηγούμενο βράδυ. Η καρδιά ζάρωσε, το μυαλό μετάνιωσε. Τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα μου ξεπρόβαλλαν, όταν το φως της μέρας σκόρπισε τα σκοτάδια από την ζάλη της μέθης, και οι ενοχές και η ντροπή από τη συμπεριφορά μου άρχισαν να με κυριεύουν. Το ότι πιθανότατα δεν θα ξανασυναντούσα ποτέ στη ζωή μου καμιά Μ, Ε, ή Γ, το ότι πιθανόν κανείς από τον στενό κύκλο φίλων και συγγενών δεν θα έπαιρνε είδηση εκείνα τα εξευτελιστικά για την προσωπικότητα περιστατικά, συνιστούσα ελαφρυντικούς και παρηγορητικούς παράγοντες που ξεκούρασαν τελικά την συνείδηση μου. Η μέρα κατέληξε στο καλάθι των αχρήστων.

No comments:

Post a Comment