Friday, July 12, 2024

26 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Εφήμερες Σχέσεις - η Γ)

Εκείνη την ανεπαίσθητη επαφή δύο ασύμβατων ανθρώπινων ψυχών, όπως ήταν η σχέση με τη Τζ., παρατημένη έκτοτε στα βάθη της μνήμης μέχρι τη στιγμή αυτής της διήγησης, την ακολούθησε μια άλλη, ανεκπλήρωτη και εξίσου απογοητευτική. Προηγήθηκε ένα γνήσιο σκίρτημα και μια προσωρινή αναπτέρωση ελπίδων, που τα διέλυσε η απόρριψη που πάραυτα επήλθε.   

Το περιβάλλον της οργάνωσης έγινε το σταθερά και ίσως το μόνο, φαινομενικά αστείρευτο -δόξα τω θεώ- πηγάδι για την άντληση λίγου ζωτικού και δροσερού νερού από το πηγάδι του έρωτα. Την χαριτωμένη, λεπτή και μικροκαμωμένη πρωτοετή συντρόφισσα, την Μαργαρίτα των «Μηχανολόγων» είχα δει κανα δυο φορές φευγαλέα να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες του κυλικείου συζητώντας ανέμελα με συντρόφους. Φαινόταν αδέσμευτη και, από τις παρατηρήσεις που έκανα μέχρι κείνη τη μέρα, αφοσιωμένη στις σπουδές της, ενώ, περιέργως, ανταποκρινόταν στα διάφορα καλέσματα της οργάνωσης -τα πρώτα τουλάχιστον. Το απόγευμα της συνέλευσης του «τομέα» στάθηκα, με ένα φραπέ στο χέρι, να την στραβοκοιτάω από μιαν γωνία της ντουμανιασμένης από την καπνίλα των τσιγάρων αίθουσας. Ως έμπειρος σύντροφος, ως κομματικό στέλεχος εν τη γενέσει του, είχα βάλει, μέρες πριν, πλώρη να κεντρίσω την προσοχή της και γοητεύσω με μια από τις σπάνιες «παρεμβάσεις» μου στα «όργανα». Με αυτό στο νου προετοίμασα διεξοδικά μιαν ομιλία για κείνη την συνέλευση που έφερνε όλες τις οργανώσεις βάσης της σχολής, και την Μαργαρίτα, μαζί. Απήγγειλα την ομιλία μου με αυτοπεποίθηση και άνεση (κάτι για τα δεδομένα της προσωπικότητάς μου), όρθιος από το κέντρο μιας κατάμεστης αίθουσας, πάνω από τα κεφάλια των καθιστών συντρόφων, με το βλέμμα μου στραμμένο κυρίως προς το προεδρείο, με λίγες κλεφτές ματιές προς την κατεύθυνση της Μαργαρίτα, που καθόταν μερικές θέσεις μπροστά και δεξιά μου. Το περιεχόμενο της ομιλίας, οι προτάσεις, η «εποικοδομητική», αν και κατά κανόνα ατελέσφορη, κριτική προς την πολιτική και τακτικές του κόμματος, και η συνολική παρουσία μου, άφησαν μάλλον καλές εντυπώσεις ανάμεσα σε στελέχη και παλιές καραβάνες της οργάνωσης, αν κάποιος έκρινε από τις αναφορές σε αυτήν στα μακρήγορα «κλεισίματα» των καθοδηγητών.

Μετά τη σχόλη της συνέλευσης, ανάμεσα σε κάτι αόριστα χαμόγελα προς την μεριά μου από διάφορους και το αναπόφευκτο, πάντα αδιάκριτο και ενοχλητικό, πονηρό κλείσιμο ματιού από τον Β, που είχε το ταλέντο να «διαβάζει» σκέψεις και προθέσεις σε ανάλογα ζητήματα, κατάφερα να ανταλλάξω μερικές ψιλοκουβέντες με την Μαργαρίτα: για το από που κατάγεται (το ήξερα), για το αν την κούρασε η διαδικασία (προφανώς μας είχε όλους κουράσει), για το αν θα μας συνόδευε στο γλέντι που συνηθιζόταν μετά από μαραθώνιες συνελεύσεις, κτλ. Έμαθα ότι έμενε στη γειτονιά μου, πίσω από το γήπεδο του Άρη, κι αυτό με χαροποίησε. Στο γλέντι, όπου με λίγα ποτά ωριμάζουν γνωριμίες δεν ήρθε. Κατάφερα, όμως, τις επόμενες να μάθω το πρόγραμμα των μαθημάτων της, που ως επιμελής πρωτοετίνα υπέθεσα ότι παρακολουθούσε αδιάλειπτα και, ιδιαίτερα τις ώρες του «μηχανολογικού σχεδίου» που απαιτούσε οι φοιτητές να προσκομίζουν τα σχεδιαστικά τους όργανα· και από αυτό το πρόγραμμα τις πιθανές ώρες που θα περίμενε στη στάση της γειτονιάς το λεωφορείο για την Καμάρα. Με λίγη υπομονή κατάφερα και συγχρονίστηκα. Περνώντας, δήθεν τυχαία, την κατάλληλη πρωινή ώρα μπροστά από τη στάση με το Yugo, της ένευσα να ανέβει στο αμάξι.  Δέχτηκε από ευγένεια περισσότερο με ένα μάλλον αδιάφορο χαμόγελο, και την οδήγησα μέχρι την πόρτα του Κυλικείου. Μετά από δύο τέτοιες πρωινές διαδρομές, και διάφορες ουδέτερες, φιλικές ή συντροφικές κουβέντες, χωρίς πολύ ανταπόκριση εκ μέρους της είναι αλήθεια, άρχιζα να σχηματίζω την αίσθηση ότι ελάχιστα την ενδιέφερε η παρέα, πόσο μάλλον την γοήτευε. Παρόλα τα βρήκα το θάρρος (που εκ των υστέρων έκρινα ως θράσος γιατί τα σημάδια δεν ήταν ευνοϊκά) και της τηλεφώνησα με μια πρόσκληση για σινεμά. Αρνήθηκε ευγενικά. Αν οι ενδείξεις μέχρι εκείνο το τηλεφώνημα δεν ήταν ενθαρρυντικές, η άρνηση της στο τηλεφώνημα μου με έπεισαν για την αδιαφορία να συνάψει σχέση σε εκείνη την φάση ή, πιθανόν, για την αφοσίωση σε κάποιον άλλον δεσμό μακριά. Η Μαργαρίτα, λίγες μέρες μετά από εκείνη την ομιλία που αποσκοπούσε στο να την εντυπωσιάσει, θα αποτελούσε άδοξο παρελθόν. Νon-event τελικά, και μικρή η απογοήτευση, ξεχάστηκε γρήγορα· εν πάση περιπτώσει, κρίμα!

Πλησίαζαν οι εκλογές του Ιουνίου του 1985. Από πριν το Πάσχα το κόμμα βρισκόταν σε κινητοποίηση για την επίτευξη εσαεί μαξιμαλιστικών εκλογικών στόχων, που όλοι γνώριζαν κατά βάθος ότι ήταν ανέφικτοι. Το ρεφορμιστικό ΠΑΣΟΚ του Παπανδρέου, όπως οι κομμουνιστές το χαρακτηρίζαμε, είχε προδώσει αρκετές από τις προσδοκίες του κόσμου της αριστεράς. Πολλές από αυτές είχαν καλλιεργηθεί μέσα σε ένα κλίμα δημαγωγίας, κάτω από το λάβαρο της περίφημης «Αλλαγής» που ο Παπανδρέου διατυμπάνιζε από το 1981 και μιας ανεξάντλητης παροχολογίας, ενώ, στο μεταξύ, είχε κάνει θεαματικά πισωγυρίσματα σε κεντρικές πολιτικές υποσχέσεις. Με λίγα λόγια, η «Αλλαγή» που υποσχέθηκε έμεινε καθ’ οδόν από λάστιχο. Έμενε, πιστεύαμε αφελώς, στο ΚΚΕ να κρατήσει σηκωμένο κάποιο «φιλολαϊκό» (ο,τιδήποτε μπορούσε αυτό να σημαίνει σε εκείνη την ιστορική συγκυρία στα πλαίσια του συστήματος) και αντιιμπεριαλιστικό λάβαρο. Τα γραφεία του κόμματος και της νεολαίας στην οδό Εγνατίας βούιζαν από συντρόφους και συντρόφισσες που προετοιμάζονταν για βραδινές εξορμήσεις σε σπίτια, με «υλικό» και κουπόνια για την οικονομική ενίσχυση του εκλογικού αγώνα. Σε μια από εκείνες τις εξορμήσεις, που δεν ξέρω αν αυτό καθαυτό το κομματικό καθήκον με προσέλκυε να δίνω το παρόν ή οι άλλοι ευνόητοι λόγοι, «ζευγαρώθηκα» με τη Γ, μια μέχρι τότε άγνωστη συντρόφισσα της οδοντιατρικής σχολής. Ήταν μικροκαμωμένη, με συμπαθητικό πρόσωπο με εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά, ρόδινα χείλια κάτω από μια «γαλλική» μύτη, ξανθωπά σγουρά μαλλιά που μόλις άγγιζαν τους ώμους της, σχετικά καλοσχηματισμένο σώμα. Τον ελαφρώς χαμηλό πισινό της πίσω από στενά ξεθωριασμένα τζιν τον κουνούσε πέρα-δώθε με ανεμελιά και φυσικότητα και αρκετή, πάντα επιθυμητή, θηλυκότητα. Η φωνή της, όμως, απέπνεε μια ψυχρότητα, εξαιτίας μιας μη ελκυστικής χροιάς, επιβαρυμένης από την ελαφρώς επαρχιώτικη προφορά της: η καταγωγή της ήταν από τα Τρίκαλα.

Βγήκαμε δυο διαδοχικές εξορμήσεις μαζί, για να μοιράσουμε υλικό και μαζέψουμε εισφορές· την δεύτερη φορά σαν να την είχαμε νοητά προσυνεννοηθεί μεταξύ μας. Μετά και από εκείνη την εξόρμηση, έχοντας ξεπεράσει κάπως την αμηχανία δύο άγνωστων συντρόφων και καθώς, τουλάχιστον κατά τα φαινόμενα υπήρχε μια αισθητή αμοιβαία έλξη, καταλήξαμε σε ένα ταβερνάκι σε κάποιο στενό πίσω από τη Μελενίκου (από πρότασή μου), και κατόπιν (από πρόταση της), στο φτωχικό διαμέρισμά της στην Τριανδρία. Ακούσαμε τους Doors που της άρεσαν, ήπιαμε μερικές ακόμα μπύρες, και μάλλον ανεξήγητα για μένα, και ίσως την Γ, την καληνύχτισα, χωρίς κανένα άγγιγμα, χωρίς κανένα φιλί, χωρίς μιαν φυσική επαφή που ίσως προσδοκούσε, και έφυγα από ένα περιβάλλον, που όπως είχε αυθόρμητα την μέρα κείνη συγκροτηθεί, ενθάρρυνε την πλησιέστερη προσέγγιση. Κάπου, κάτι απροσδιόριστο μέσα μου κόλλησε. Ίσως, η ομιλία και η χροιά της φωνής δεν ήταν ζεστές και δελεαστικές, ενώ η ίδια θεωρούσε ότι εγώ, ως άντρας, όφειλα πρώτος να εκδηλώσω θέλησή να προχωρήσω, να κάνω το πρώτο βήμα. Καμιά φοιτήτρια δεν καλεί κάποιον στο διαμέρισμά της, χωρίς ελάχιστη προσδοκία για ένα μίνιμουμ ερωτικών περιπτύξεων, που θα έθετε την βάση για μια πιο ζωντανή συνέχεια. Όφειλα να το γνωρίζω παρά την αμηχανία μου.   

Ξαναβγήκαμε για μια τελευταία εξόρμηση την παραμονή των εκλογών, όταν την προσκάλεσα στο πατρικό σπίτι να παρακολουθήσουμε μαζί τα αποτελέσματα. Καθίσαμε στο σαλόνι μας γύρω από την τηλεόραση, εγώ δίπλα στη Γ, με τον Πατέρα και τη Μάνα παραπέρα. Οι επιδόσεις του Κόμματος για την επιτυχία του οποίου αγωνιστήκαμε κι εγώ και η Γ με αρκετό ζήλο θα αποδεικνύονταν απογοητευτικές. Της προσφέραμε μπύρα και πίτες που είχα από το μεσημέρι προμηθευτεί από το φούρνο. Οι πίτες, συνοδευόμενες από μπύρα (ή «μπυρίτσα»), ήταν το στάνταρντ έδεσμα σε σουαρέ με οικογενειακούς φίλους της Μάνας, και ακολούθησα μιαν χαμηλού ρίσκου πεπατημένη. Πολλά λόγια δεν ανταλλάξαμε εκείνο το βράδι για θέματα διαφορετικά από τις εκλογές. Δεν καταφέραμε, είναι αλήθεια, ούτε εγώ, ούτε φαντάζομαι οι γονείς, να εξοικειωθούμε με τους τρόπους και τη φωνή της Γ, ούτε να ζεσταθούμε από την προσωπικότητα και παρουσία της. Το ίδιο βράδυ, όταν η Γ έφυγε μόνη, ο Πατέρας σχολίασε αρνητικά τα συχνά «γαμώτο», που ένας μελλοντικός, υποτίθεται, δεσμός μου ξεστόμιζε στη διάρκεια της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων -ως έκφραση απογοήτευσης.  

Απτόητος από τα αρνητικά σχόλια του Πατέρα, το απόγεμα της επομένης πέρασα από το διαμέρισμά της για καφέ, με το μυαλό πάντα στις δυνατότητες τις οποίες μια φυσιολογική λανθάνουσα έλξη και ερωτική επιθυμία δυο νέων, μόνων σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα, παρουσίαζε. Αλλά ήμουν ψυχολογικά απροετοίμαστος κάτω από τις σκιές που η έμφυτη δειλία και ντροπαλοσύνη φέρνει σε ανάλογες περιστάσεις, και χωρίς τα δεκανίκια του αλκοόλ να στηριχτώ. Η Γ με υποδέχτηκε σε μιαν αραχνούφαντη καλοκαιρινή ρόμπα, χωρίς σουτιέν, με τα ωραία στήθη και το περίγραμμα του άσπρου εσώρουχου της ευδιάκριτα. Τους φραπέδες που ετοίμασε τους ήπιαμε στο δωμάτιο της, αντί για το καθιστικό όπου περάσαμε το πρώτο βράδυ. Εγώ καθισμένος σε μια καρέκλα κολλημένη στον τοίχο δίπλα σε μια μικρή, φτηνή φοιτητική βιβλιοθήκη με λίγα συγγράμματα, η Γ αρχικά ωκλαδόν, και μετά μισο-ξαπλωμένη γερμένη στο δεξί της αγκώνα στο στρώμα πάνω στο πάτωμα που ήταν το κρεβάτι της. Φτωχική η καταγωγή της, σε αντιδιαστολή με ευπορότερες φοιτήτριες που γνώρισα, όπως η Ντ., η Α, η Μ, που κοιμόνταν σε κανονικά ντιβάνια, ενώ φτωχότεροι όπως ο Λ, και τώρα η Γ από τα Τρίκαλα, σε γυμνά στρώματα χωρίς βάση και πλαίσιο. Το γερμένο και μισόγυμνο κορμί της ήταν σαφώς προσκάλεσμα για έρωτα, πρόσκληση και πρόκληση. Πάντα με βάση τις στερεοτυπίες και τους άγραφους κανόνες του κόσμου που ζούσαμε μέχρι τότε, ήταν ο άντρας, δηλαδή εγώ, που θα έπρεπε να μαζέψει κάθε διαθέσιμο απόθεμα χάρης και γοητείας, μαζί φυσικά με αρκετό θάρρος, και να κάνει το πρώτο βήμα. Το πρώτο βήμα, που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από το πάω να ξαπλώσω δίπλα της, να την αγγίξω και φιλήσω, θα ήταν εν προκειμένω και το ήμισυ του παντός. Τα υπόλοιπα ακολουθούν ενστικτωδώς. Αλλά και πάλι κάτι κόλλησε… Η έλλειψη θάρρους, η αμηχανία, η ντροπαλοσύνη, δισταγμοί και αμφιταλαντεύσεις, ένα χάος από αρνητικές έγνοιες, υπερνίκησαν την εσωτερική ορμή και την διέγερση που με ωθούσε στη λογική κατεύθυνση. Μπορεί η τελευταία να μην ήταν πανίσχυρη, αλλά υπήρχε. Ίσως, να έπαιζαν στο υποσυνείδητο τα αρνητικά σχόλια του πατέρα. Ίσως, ο τόνος και η χροιά της φωνής της Γ να επιδρούσε ασυνείδητα ανασταλτικά στη σεξουαλική διάθεση. Το αλκοόλ σε τέτοιες περιπτώσεις βοηθάει, καθώς σπρώχνει έγνοιες και συστολές στη μπάντα, αλλά ήταν ακόμα πρωί· ο καφές έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα: ενίσχυσε τη νευρικότητα, ενέτεινε τις συγκρούσεις στο μυαλό μου. Με το τέλος του καφέ, και μερικές ουδέτερες, αδιάφορες, «ξενέρωτες» κουβέντες αποχώρησα -όπως το πρώτο βράδι.

Μια ακόμα ευκαιρία χανόταν, μια ακόμα χλωμή σχέση λάμβανε ένα αψυχολόγητα άδοξο τέλος. Σε τελική ανάλυση ίσως ένα τέτοιο τέλος να της άρμοζε. Τι μέλλον θα μπορούσε να υπάρξει, ακόμα και μετά από μερικές πράξεις συνουσίας, όπως η επόμενη σχέση θα μου έδειχνε; Από το διαμέρισμα της Γ στην Τριανδρία πέρασα ακόμα μια φορά, απροειδοποίητα, μεθυσμένος, απελπισμένος για γυναικεία συντροφιά, όπως είχα κάνει και με την Μ: για να πιαστώ από κάτι μισό-αρχινισμένο, μισό- ή κακοψημένο. Στο μικρό καθιστικό πίσω από την εξώπορτα στεκόταν όρθια με έναν άλλον τύπο, φαλακρό, δίπλα της, που δεν άνοιξε καν το στόμα του στην παρουσία μου. Ετοιμάζονταν για έξοδο. Μετά από ένα αδιάφορο καλησπέρισμα, ένα «Τι κάνεις;», η Γ, με φωνή ψυχρότερη από αυτήν που θυμόμουν, είπε: «Δεν σε περίμενα απόψε… Ήθελες τίποτε;», «Όχι, έτσι πέρασα…» Με χαιρέτισε κι έφυγαν, αφήνοντας με μόνον με την συγκάτοικό της να με κοιτάζει με στραβό μάτι και φόβο. Περίμενα να απομακρυνθούν για να φύγω κι εγώ. Το αλκοόλ είχε σκοτώσει και την ντροπή.

No comments:

Post a Comment