Με το τέλος των εξετάσεων η κνίτικη παρέα μαζεύτηκε στο πάρτι γενεθλίων του Χ, συναδέρφου, νέου συντρόφου και τελευταίου μέλους του στενού κύκλου μας. Δεν ξέρω τι πολιτικές καταβολές ή προσωπικά κίνητρα τον ώθησαν να ενταχθεί στον «αγώνα» προς τη δύση της φοιτητικής μας ζωής. Προλετάριος δεν ήταν, αλλά κάτι σχεδόν ταξικά αντίθετο: η αστική οικογένεια από την οποία προερχόταν κατείχε εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων στην δυτική πύλη της πόλης· θεωρητικά, λοιπόν, εκμεταλλευόταν την εργατική δύναμη μερικών μεροκαματιάρηδων και, εκ των πραγμάτων, τα οικογενειακά και ατομικά συμφέροντα βρισκόταν σε αντίφαση με αυτά της τάξης που το κόμμα μας εξέφραζε. Πίστευα, χωρίς να καταφέρω να το επιβεβαιώσω, ότι ήταν η γοητεία της Ντ. και, ίσως, κάποια κρυφή και ανεκδήλωτη έλξη ανάμεσά τους που τον ώθησαν στην στράτευση και στους κόλπους της ιδεολογικά ομογενούς παρέας των νέων κομμουνιστών του έτους. Τέλος πάντων, ήταν γλυκός και πράος, καλοπροαίρετος και μόνιμα χαμογελαστός άνθρωπος ο Χ, με ωραία φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά: μια καλοδεχούμενη προσθήκη σε μιαν δογματική παρέα καλοπερασάκηδων.
Στο πάρτι του Χ, στο τέλος της εξεταστικής, κοπίασα
πρόθυμα και από τους πρώτους, με κρυφές προσδοκίες από διάφορα κουτσομπολιά που
διακινούνταν και μου είχαν κοινοποιηθεί εκ των προτέρων. Εκεί, όπως περίμενα, συστήθηκα
με μιαν πόντια φίλη του, την Ε, σπουδάστρια Χημείας, όχι συντρόφισσα, αλλά από το
άλλο, το ρεφορμιστικό πολιτικό ποτάμι που είχε παρασύρει τα πλατιά μικροαστικά
στρώματα της χώρας. Αυτό όμως δεν είχε σημασία. Μου είπαν ότι με είχε στραβοκοιτάξει
σε διάφορες εκδηλώσεις και με «γούσταρε». Η Ε ήταν ικανοποιητικά εμφανίσιμη, αν
και μακριά από τον εξιδανικευμένο τύπο που ο καθένας μας κατά καιρούς πλάθει
και κρύβει ως εικόνισμα στο μυαλό του. Είχε ένα μελαψό πρόσωπο, κορακίσια
σγουρά μαλλιά, μικρό στόμα, αλλά τεράστια πράσινα μάτια. Το κορμί της δεν ήταν
κακοφτιαγμένο. Του έλειπαν όμως οι πάντα ευπρόσδεκτες στο μάτι και άγγιγμα θελκτικές
καμπύλες, ενώ από το βάδισμα της απουσίαζε κάθε ίχνος θηλυκότητας -το κάτι τις που
στρέφει ματιές στην κατεύθυνση των ποδιών και του πίσω μέρους του κορμιού. Δεν
θα κολλούσα εκεί στην δεδομένη αισθηματική συγκυρία· και όλα ήταν λίγο-πολύ τακτοποιημένα,
με την αρωγή του Χ και στα μυαλά των δυο μας, για ένα ζευγάρωμα με ελάχιστη καλή
θέληση και προσπάθεια.
Η φυσική επαφή και τα φιλιά κατά τη διάρκεια
του πάρτι και μετά από αυτό, με την βοήθεια του αλκοόλ και μιαν εξαρχής
αυτοπεποίθηση που αποκτήθηκε χάριν της εκ των προτέρων γνώσης της έλξης που ασκούσα
στην Ε, συνέβησαν φυσικά και αβίαστα. Το χαμόγελο και τα μάτια της Ε με είχαν προσκαλέσει
στην αγκαλιά της και εγώ ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα τους. Μετά το πάρτι την
οδήγησα στο πατρικό σπίτι της, σε μια παλιά πολυκατοικία της Πατριάρχου
Ιωακείμ. Ο πατέρας ήταν ένας κρεοπώλης, μου είπε, άρα, ταπεινής καταγωγής, και καθαρόαιμος
πόντιος όπως πρόδιδε το επίθετό της. Η ίδια βρέθηκε να σπουδάζει χημικός στη
Θεσσαλονίκη, μάλλον από κάποια σπόντα του συστήματος εισαγωγής. Τέτοια είδους
στοιχεία και παράμετροι, αν και φαινομενικά ασήμαντα, λόγω της ανατροφής μου μέσα σε οικογένεια
μικροαστική μεν, αλλά με σχετικά ψηλό μορφωτικό επίπεδο, τα λογάριαζα και με
επηρέαζαν. Σε μιαν καλή εμφάνιση, όμως, και, κυρίως, χάριν της επιτακτικής
ανάγκης γυναικείας συντροφιάς, τέτοια δεδομένα περνούσαν στο περιθώριο,
αμελητέοι παράγοντες σε σκέψεις και αισθήματα. Η Ε δεν διέθετε την εξαιρετική
ομορφιά που θα αναστάτωνε την ψυχή ενός άντρα. Το πλέον ελκυστικό
χαρακτηριστικό της, τα μεγάλα, στρόγγυλα πράσινα μάτια, κέντριζαν πάντα την
προσοχή κάποιου που τα κοίταζε, αλλά στερούνταν λάμψης και σπιρτάδας. Το
μελαχρινό της πρόσωπο και τα σγουρά κατάμαυρα μαλλιά δεν αποτελούσαν στοιχεία
των στερεότυπων ομορφιάς του τόπου και της εποχής μου, ενώ η λιγοστή τριχοφυΐα
στο πίσω μέρους του προσώπου κάτω από του λοβούς των αυτιών, διακριτή στο φως
της ημέρας, ήταν από τις λεπτομέρειες, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ίσως
παθολογικά, έβρισκα αποκρουστικές. Όπως αδιάφορα με άφησαν και τα σχετικά μικρά
στήθη, κάτω από ένα ελαφρώς κυρτό στέρνο, ενώ ο σε γενικές γραμμές ευάρεστος
πισινός δυστυχώς αποτελούσε επέκταση μονοτονικά διευρυμένων γλουτών, χωρίς
κάποια ευδιάκριτη θελκτική καμπύλη πίσω από τα κολλητά τζιν που μονίμως
φορούσε. Ούτε η μέση της διέθετε κάποιο στοιχειωδώς ελκυστικό ensellure, αυτό το τερπνό
συστατικό της θέας καλλίγραμμων γυναικών που κάθονται ευθυτενώς σε καρέκλες
χωρίς πλάτη. Εν ολίγοις, το κορμί της, αν και επ’ ουδενί λόγω αποκρουστικό,
ήταν αυτό που θα λέγαμε άχαρο και μονοκόμματο, καθώς του έλειπαν τα διακριτικά
χαρίσματα που ανέφερα.
Μπορεί και να ένιωσα ένα μικρό ερωτικό
ανασκίρτημα το βράδι του πάρτι (το αλκοόλ πάντα παραμορφώνει τέτοιου είδους
συναισθήματα), αλλά δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας που αναζητούσα και δεν γέμισε την
ψυχή. Ζήσαμε τις στιγμές μας σαν ζευγάρι, προσωπικές και ιδιότυπες, αλλά χωρίς
πάθος. Τον πρώτο καιρό, με το Yugo, ανεβαίναμε τα βράδια στα σκοτάδια του Σέιχ Σου να κάνουμε έρωτα,
στριμωγμένοι στα πίσω κάθισματα του ασφυκτιά μικρού αυτοκινήτου. Περιθώρια για
πολλά παιχνίδια ή εκδοχές της πράξης δεν υπήρχαν. Η Ε παρέμενε άβολα ξαπλωμένη,
απαθής, συναινετική, ήσυχη, χωρίς αναστεναγμούς να βγαίνουν από τα χείλη της,
σα να περίμενε υπομονετικά να τελειώσω. Εγώ από πάνω της, μισοντυμένος, με τις
μισές αισθήσεις στραμμένες στο μαύρο πευκόδασος που μας περιτριγύριζε, το
βλέμμα να ψάχνει νευρικά σκιές ηδονοβλεψιών ή κακοποιών πίσω από τα θαμπά
τζάμια, ολοκλήρωνα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Άβολος, μίζερος, ίσως και καταναγκαστικός
έρωτας, αλλά χρωστούσα στον εαυτό μιαν όσο γινόταν πλήρη ερωτική σχέση.
Ένα σαββατοκύριακο του Ιούλη εκδράμαμε στο Πευκοχώρι
για να διανυκτερεύσουμε στο μισοτελειωμένο γιαπί του εξοχικού, που ο πατέρας
της έκτιζε από χρόνια. Εκεί η ερωτική πράξη έλαβε χώρα πάνω στο sleeping-bag που στρώσαμε στο
τσιμεντένιο πάτωμα του ισογείου πίσω από τα ορθάνοιχτα κουφώματα των παραθύρων.
Παρά την περισσότερη ελευθερία κινήσεων που χάριζε ο άδειος χώρος, την απαλή δροσιά
της καλοκαρινής νύχτας, τη σχετική ασφάλεια από αδιάκριτα βλέμματα, η περίσταση
δεν κατάφερε να φουντώσει το πάθος που τουλάχιστον εγώ προσδοκούσα: άλλη μια
πράξη ρουτίνας, σκέφτηκα. «Χημεία», όπως λένε, σαν αυτή που είχε η σχέση με την
Α, δεν φαινόταν να υπάρχει, και άρχισα να εγκαταλείπω κάθε ελπίδα ότι κάποτε θα
υπάρξει. Παρόλα αυτά, με την επιστροφή στην έρημη από φοιτητές και παρέες
Θεσσαλονίκη οργανώσαμε ένα ταξίδι διακοπών στις Κυκλάδες. Τουλάχιστον, το καλοκαίρι,
πιθανόν το τελευταίο μου ίσως ως φοιτητής, δεν θα κυλούσε μοναχικό, αλλά με
κάποια συντροφιά. Άλλωστε, μια μικρή περιοδεία στα νησιά του Αιγαίου, τη
Σαντορίνη, την Ίο, την Πάρο και τη Νάξο,
με την παγκόσμια ακτινοβολία και έλξη τους, συνιστά για πολλούς καλοδεχούμενη
εμπειρία ζωής, για μερικούς απαραίτητη.
Οι αναμνήσεις από εκείνο το ταξίδι, των χαμηλού
επιπέδου ρομαντικών προδιαγραφών, είναι σκόρπιες και θολές. Ίσως να οφειλόταν εν
μέρει στην συνοδό μου και την έλλειψη ερωτικού πάθους· ίσως, εν μέρει, σε διάφορες αγκυλώσεις της
προσωπικότητας μου -λόγω κουλτούρας, ανατροφής και τα λοιπά· σήμερα όμως θα το χρέωσα
περισσότερο σε μιαν αισθητική ανωριμότητα που δεν θα μου επέτρεπε να εκτιμήσω εις
βάθος την ποικιλοχρωμία και θέλγητρα της θαλασσινής φύσης των Κυκλάδων, την
τέρψη των αισθήσεων που από μόνη της μπορεί να προσφέρει χωρίς την συστηματική
προσφυγή σε αλκοόλ και σεξ.
Ξεκινήσαμε με το πλοίο της γραμμής ένα
αυγουστιάτικο βραδινό από τον Πειραιά για τη Σαντορίνη, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς
εξασφαλισμένη διαμονή. Βρεθήκαμε ανάμεσα στα άγρυπνα πλήθη των νεαρών τουριστών
του καταστρώματος, που ξεχύθηκαν από το καράβι στο χάος της άφιξης στο λιμάνι
του όρμου, οι περισσότεροι χωρίς να ξέρουν που βρίσκονται και τι γυρεύουν.
Ακολουθήσαμε τυφλά το ανθρώπινο ποτάμι: η ενδεδειγμένη τακτική σε τέτοιες
περιπτώσεις. Κάτι παλιά λεωφορεία, αγκομαχώντας στην απότομη ανηφοριά, ανέβασαν
τα πλήθη των τουριστών στη Θήρα. Στο τέλος της διαδρομής κάποιος, από το
τσούρμο πρακτόρων που περικύκλωσε το λεωφορείο, μας πρόσφερε δωμάτιο. Δεχτήκαμε
χωρίς αντίρρηση και παζάρια και τον ακολουθήσαμε. Είμαστε κουρασμένοι,
χρειαζόμαστε ένα κρεβάτι για να ξαπλώσουμε· η ακριβής τοποθεσία και το κόστος δεν
είχε σημασία και ξεχάστηκαν. Την επόμενη μέρα περπατήσαμε τα στενά της Θήρας
ανάμεσα στα κάτασπρα σπιτάκια, αιγαιοπελαγίτικα σήματα κατατεθέν, το θαύμα των
ελληνικών νησιών που καμαρώνουμε σε τουριστικές αφίσες και μπροσούρες ανά την
υφήλιο· βγήκαμε φωτογραφίες· μπήκαμε και βγήκαμε σε γεμάτα κόσμο μπαρ· αφουγκραστήκαμε
Αμερικάνους να συζητούν με κοσμηματοπώλες χρυσαφικά απλησίαστων τιμών·
καταλήξαμε για φαγητό και άσπρο κρασί, σε ένα ρεστοράν που τα τραπεζάκια του απλωνόταν
σε ένα κατηφορικό δρομάκι χαραγμένο στα βράχια κάτω από τη Θήρα, με θέα το σκούρο
μπλε της θάλασσας, το σταχτί του Θόλου Ναυτίλου και της Θηρασίας παραπέρα, το εκθαμβωτικό
πορτοκαλί του ήλιου που πλησίαζε την δύση του από πίσω τους. Στον Έξω Γιαλό, η
ηφαιστειογενής γκρίζα αμμουδιά και τα βότσαλα της, δεν ήταν σαν αυτά που είχαμε
συνηθίσει στις χρυσαφένιες παραλίες της Χαλκιδικής: η Σαντορίνη δεν προσφερόταν
για το είδος των διακοπών που απαιτούσε η άγουρη νεότητα της καλοπέρασης: αυτών
της καυτής κίτρινης άμμου, της παγωμένης μπύρας κάτω από έναν αγύρτη ήλιο, τα ερωτικά
πλατσουρίσματα σε κρυστάλλινα, φιλικά νερά. Αργά το απόγεμα της ίδιας μέρας,
ατενίσαμε το Αιγαίο πίνοντας καφέ στην κορυφή των βράχων πάνω από το λιμάνι της
Οίας, μέχρι αργά το σούρουπο, απολαμβάνοντας ένα ακόμα ένδοξο ηλιοβασίλεμα.
Το επόμενο βράδυ το καράβι της γραμμής μας
έφερε στην Ίο. Ήταν αργά, περασμένα μεσάνυχτα, και μόνον απελπισμένοι από
αναδουλειές ενοικιαστές δωματίων θα έμπαιναν στον κόπο να κατέβουν στο λιμάνι
για να υποδεχτούν και βολέψουν λίγους νεαρούς μεταμεσονύκτιους επισκέπτες στο
νησί, κατά κανόνα μπατίρηδες back-packers. Για πολλούς (και για μένα με την Ε ανάμεσα τους), μόνη λύση για
νυχτερινό κατάλυμα αποδείχτηκε η ταράτσα του σπιτιού με ανοικτά φώτα στην
είσοδο ενός camping πίσω από το λιμάνι, όπου μας τράβηξε η ταμπέλα και οδήγησε το ένστικτο
και η ψυχολογία ενός κατάκοπου πλήθους, στην ίδια κατάσταση με εμάς. Το ότι
είμαστε ελληνόπουλα και «μιλούσαμε την γλώσσα» δεν βοήθησε στην συγκεκριμένη
περίπτωση. O ιδιοκτήτης μας ήταν συνοπτικά κατηγορηματικός:
η μόνη λύση που μπορούσε να σκεφτεί και προτείνει για μας, εκείνη την ώρα περασμένα
μεσάνυχτα, που δεν θα στοίχιζε πολύ, ένα πενηντάρι το κεφάλι, ήταν η ταράτσα
πάνω από την ρεσεψιόν του. Δεν είχαμε άλλη επιλογή, πληρώσαμε το πενηντάρι, και
ανεβήκαμε την σιδερένια σκάλα στο πίσω μέρος του οικοδομήματος. Την ταράτσα μοιράζονταν
πολλοί ξένοι τουρίστες με sleeping-bags αραδιασμένα κατά μήκους του περιμετρικού τοιχείου. Βρήκαμε ένα κενό
ανάμεσα στις σειρές των κοιμώμενων νιάτων για να απλώσουμε τα στρώματα και αναπαύσουμε
τα κορμιά μας μέσα σε αυτά, στην μεταξωτή αυγουστιάτικη νύχτα, κάτω από έναν
ξάστερο ουρανό με ημισέληνο. Ήταν μια όμορφη και γαλήνια και διαυγής η νύχτα
κάτω από τα άστρα… Μέχρι που η γαλήνη της διακόπηκε από τα ερωτικά βογγητά, τα αυξανόμενα
σε συχνότητα και ένταση, μιας Αγγλίδας λίγο πιο πέρα από μας, στη σειρά από
γνωστούς και άγνωστους που κοιμόνταν αμέριμνοι ή, όπως εγώ δίπλα στην ήσυχη και
ακίνητη Ε, προσποιούνταν ότι κοιμούνταν. Ανασήκωσα το κεφάλι και κατάφερα να
διακρίνω μέσα από το μισοσκόταδο, κάτω από τον ουρανό με τα άστρα, μέσα στη
γενική ηρεμία της ταράτσας από την απάθεια ή το βαθύ ύπνο της κομμούνας που
φιλοξενούσε, τις σκιές του ζευγαριού, τον άντρα γονατιστό πίσω από τη γυναίκα,
αδιάφοροι απέναντι στο κοιμισμένο περιβάλλον γύρω, να επιδίδονται σε μια πράξη
που προφανώς και οι δύο απολάμβαναν. Η Ε είχε δίπλα μου κλειστά τα μάτια σε
έναν ανέκφραστο πρόσωπο. Είτε είχε αποκοιμηθεί, είτε και η ίδια αφουγκραζόταν σιωπηλά
και άβολα τα διαδραματιζόμενα. Μόνον σεξουαλικά απελευθερωμένοι και φλεγματικοί
βορειοευρωπαίοι, σκέφτηκα, θα μπορούσαν να εκφράσουν τις ορμές τους με αυτό τον
τρόπο. Η πράξη ολοκληρώθηκε, μετά από μια σύντομη περίοδος παύσης στους
αναστεναγμούς κι ένα ‘Yuk!’ - έκφραση αηδίας από τη γυναίκα. Το όλο περιστατικό στην
αυγουστιάτικη νυχτερινή ατμόσφαιρα με είχε διεγείρει και αυνανίστηκα διακριτικά
μέσα στο sleeping-bag.
Η Ε δίπλα μου ήταν απρόσιτη.
To άλλο πρωϊνό καταφέραμε να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο προς την άκρη της
παραλίας λίγο έξω από τη Χώρα. Η επίσκεψη στο Μυλοπόταμο επιβλήθηκε από τις
φήμες για το νησί και τα αξιοθέατα του που είχαν φτάσει στα αυτιά μας. Το
μπάνιο στην χρυσαφένια αμμουδερή παραλία ήταν καλό, εφάμιλλο χαλκιδικιώτικων, αλλά
η επιστροφή αμαυρώθηκε από ένα τσούρμο hooligans, που πιωμένοι, εκτός εαυτού κι ελέγχου,
όρθιοι στο διάδρομο του λεωφορείου της επιστροφής, κραύγαζαν βρισιές και
συνθήματα προς κάθε κατεύθυνση, κραδαίνοντας μπουκάλια ρετσίνας, σπέρνοντας
φόβο στους λίγους ήρεμους συνεπιβάτες. Για τα τουριστικά κατακάθια που
επισκέπτονταν την Ίο είχαμε ακούσει ιστορίες, όπως και για την κακή φήμη με την
οποία είχαν σπιλώσει την εικόνα του νησιού. Έγινα άθελα αυτόπτης μάρτυρας μερικών
από τα άκρα που μπορεί να προσεγγίσει η ανθρώπινη συμπεριφορά υπό την επήρεια
του αλκοόλ και άλλων χημικών ουσιών, ιδιαίτερα ως μέλος αγέλης. Τα πάντα
δυνητικά εξηγούνται από χημικές αντιδράσεις, αλλοιώσεις και ηλεκτροχημικές παρενέργειές
του στον ανθρώπινο οργανισμό και εγκέφαλο, η αλληλεπίδραση χημικών συνθέσεων με
την ύλη που συνιστά κορμί και μυαλό. Είναι ελάχιστοι εκείνοι που δεν
καταφεύγουν είτε σε αλκοόλ, είτε στον καφέ και το τσιγάρο, είτε σε άλλες αδοκίμαστες
από ουσίες, για να διαμορφώσουν την διάθεσή τους, να μεταλλάξουν έστω και προσωρινά
την συνείδηση, τα συναισθήματα, τον ψυχικό τους κόσμο.
Το απόγεμα της ίδιας μέρας, μετά την
μεσημεριανή σιέστα, πέρασε πιο ειρηνικά. Ο ήλιος άρχισε να πέφτει, το νησί να
δροσίζει, και πήραμε έναν ερημικό χωματόδρομο κατά την άλλη μεριά της Χώρας,
που διέσχιζε το γυμνό από βλάστηση, ξερό τοπίο. Μας έβγαλε σε μιαν απόμακρη,
μοναχική ακτή με μια μικρή ταινία κίτρινης αμμουδιάς διεσπαρμένης με βράχια,
χωρίς άξεστες ανθρώπινες υπάρξεις να την σπιλώνουν, χωρίς τις εκστάσεις και
ψυχεδελικές καταστάσεις τέτοιων υπάρξεων, όπως αυτές που είχαμε μαρτυρήσει το μεσημέρι.
H αναστολή από τις κακουχίες αποδείχτηκε
πρόσκαιρη, σαν το Αιγαίο και οι Κυκλάδες που ονειρευτήκαμε να μην μας ήθελαν στους
κόλπους τους, σαν να εχθρεύονταν τους δύο φοιτητές-τουρίστες από τη
Θεσσαλονίκη. Τα λουκάνικα στην ταβέρνα της Ίου μου προκάλεσαν τροφική
δηλητηρίαση και, σε συνδυασμό με τις πολλές μπύρες που κατανάλωσα μάλλον
καταναγκαστικά, ακολουθώντας την πεπατημένη του κάθε νεαρού βορειοευρωπαίου τουρίστα
του νησιού, μετέτρεψαν ένα ακόμα αρκετά υποσχόμενο βράδι του ερωτικού Αυγούστου,
πάνω σε καθαρά στρώματα αυτήν την φορά, σε έναν ολονύχτιο μαρτύριο.
Την άλλη μέρα τα μαζέψαμε για την Πάρο, όπως
υπαγόρευε το αυτοσχέδιο, ή μάλλον γραμμένο στα γόνατα, πρόγραμμα διακοπών. Αλλά
ούτε και στην Πάρο η τύχη μας χαμογέλασε. Κατεβήκαμε από το καράβι πλησίαζε το μεσημεράκι,
ενώ εγώ ακόμη δεν είχα συνέλθει από την τροφική δηλητηρίαση και αϋπνία της
προηγούμενης νύχτας. Περιπλανηθήκαμε με τις ώρες, πέρα-δώθε στα γραφικά
δρομάκια της πόλης σαν τις άδικες κατάρες, σέρνοντας τους σάκους μας, προς
αναζήτηση καταλύματος. Ρωτήσαμε ντόπιους, τυχαία και απεγνωσμένα, εδώ-και-εκεί
στα στενά της πόλης και όπου βλέπαμε ταμπέλες για νοικιαζόμενα· χωρίς
αποτέλεσμα. Τα πάντα ήταν «κλεισμένα», το νησί full, παραφουσκωμένο από το τουριστικό κύμα. Αρχίσαμε να
αναρωτιόμαστε περί την δυνατότητα να διανυκτερεύαμε σε κάποια άκρη μιας
απόμερης αμμουδιάς μέσα στα sleeping-bag
μας, αλλά η Πάρος ήταν ένα πολυσύχναστο μέρος και η ακρογιαλιά της εκτεθειμένη,
μέχρι τις πρωινές ώρες σε βλέμματα περαστικών και, αν μη τι άλλο, κάτω από την
αυστηρή επιτήρηση της αστυνομίας. Η εμπειρία της Λίνδου με έναν αστυφύλακα να
με ξυπνάει από το παγκάκι που κοιμόμουν ήταν ακόμα νωπή στη μνήμη. Το
αποκλείσαμε. Ή, μάλλον, ήμουν εγώ που το απέκλεισα κατηγορηματικά, καθώς, ενώπιον
τέτοιων αποφάσεων, η Ε είχε την τάση να μην εκφέρει γνώμη, παρά να με κοιτάζει
με τα τεράστια πράσινα μάτια της και ένα βλέμμα που, όντας κουρασμένος και
εκνευρισμένος, μου έδινε την εντύπωση κάτι σχεδόν βλακώδους.
Το ίδιο βράδυ, κατάκοποι, ανεβήκαμε ξανά στο καράβι – για τη Νάξο. Θα
ήταν και ο τελευταίος σταθμός στην Αιγαιοπελαγίτικη περιπέτεια μας. Στην πόλη,
μακριά σχετικά από τις πιο όμορφες ακρογιαλιές του νησιού, βρήκαμε εύκολα
δωμάτιο να μας φιλοξενήσει, αλλά η κούραση, ψυχική και σωματική, εξασθένισε
κάθε λαχτάρα για τη μπλε δροσιά της θάλασσα, για τον παθιασμένο ήλιο, που η
πάλη μαζί του στο τέλος σε αποκοιμίζει γλυκά σε μια δροσερή σκιά, και φυσικά τον
έρωτα, τα τρία απαραίτητα συστατικά κάθε νεανικών διακοπών, όπως τα είχα
ονειρευτεί όταν ξεκινούσαμε. Ένιωσα κατά κάποιο τρόπο κορεσμένος, μέχρι
μπουχτισμένος, παρόλο που βρισκόμουν, κατά γενική παραδοχή, σε μια από τις πλέον
όμορφες και ξεχωριστές και περιζήτητες γωνιές του πλανήτη, κάτω από έναν μόνιμα
ασυννέφιαστο, διαυγή ουρανό, τη ζωτική λάμψη του ήλιου, τα παιχνίδια του μαζί μας
και με τα κύματα. Δυστυχώς, ήμουν ακόμη πολύ νέος, αισθητικά τραχύς και
άξεστος, και δεν διέθετα την ευαισθησία και δεξιότητα να σκαλίσω βαθιά, να
ανακαλύψω τις ομορφιές του Αιγαίου κάτω από την τουριστική επιφάνεια, να αγναντέψω
τις αποχρώσεις του μπλε του πελάγους και του ουρανού που η φύση του πρόσφερε,
να αφουγκραστώ τους ήχους των κυμάτων του, να νιώσω την απαλότητα της αύρας και
την αφή των νερών του. Κάποια μικρή φλόγα του έρωτα με την Ε, που το κυκλαδικό όνειρο
υποσχόταν να ζωηρεύσει, έσβηνε πριν ακόμα καλά-καλά καταφέρει να μας ζεστάνει.
Ήθελε
να καθόμαστε μια μέρα ακόμα στη Νάξο η Ε, αλλά δεν βρήκα τι παραπάνω θα
πρόσθετε σε κείνες τις κουτσουρεμένες διακοπές και πως θα μου άλλαζε την
διάθεση. Είχα λάβει την απόφαση να επιστρέψουμε στον Πειραιά. Στο καφενείο, στο
μουράγιο του λιμανιού της Νάξου, όπου περιμέναμε την προσάραξη του πλοίου της
επιστροφής στον Πειραιά, ο αγενής σερβιτόρος ούτε γύρισε να με κοιτάξει όταν
έφερνε τους καφέδες, ούτε όταν τον πλήρωνα. Αντίθετα, στέκοντας μπροστά μου,
βρήκε μάτια, λόγια και ένα χυδαίο χαμόγελο για να κολακεύσει την Ε για τα μάτια
της και ερωτοτροπήσει: «Ωραίες ματάρες έχεις, κοπέλα μου!» Η Ε δέχτηκε το
κομπλιμέντο με χαρά (και ποια γυναίκα δεν θα το δεχόταν;) και αμυδρά χαμογέλασε
χωρίς να απαντήσει. Από τη μεριά μου, βρέθηκα μετέωρος σε ένα μίγμα θυμού, από
αντίδραση σε κάτι που κοινωνικές νόρμες θεωρούσαν περιφρονητικό μέχρι και
προσβλητικό, αποστροφής, και τελικά παραίτησης. Άλλωστε, στο πρόσωπο της Ε δεν κατάφερνα
να αναγνωρίσω το μέγεθος της ομορφιάς που εξέφρασε με το κομπλιμέντο του ο
σερβιτόρος.
Πριν
την επιστροφή στην Θεσσαλονίκη μείναμε ένα βράδυ στον Πειραιά σε ένα ξενοδοχείο
στο Παλιό Φάληρο, αντί για μια δεύτερη βραδιάς στη Νάξο. Κέρασα ένα τελευταίο
γεύμα στο ιταλικό Al Tartufo, για να θυμηθώ κάτι βραδινά νόστιμα
γεύματα, στο αδερφό εστιατόριο των Χανίων, όπου απολαμβάναμε με την Α πίτσες
και μακαρονάδες. Γεύσεις και μυρωδιές επίσης αποτυπώνονται στην μνήμη. Με τη spaghetti carbonara και πολλές μπύρες (θα περνούσαν πολλά
χρόνια έκτοτε για να αντιληφθώ ότι η μπύρα δεν πρέπει να συνοδεύει ζυμαρικά)
χάλασα κι εκεί την διάθεσή μου. Παραφουσκωμένος από μπύρες και μακαρονάδες, σε
κατάσταση μέθης, έπεσα ημιαναίσθητος στο κρεβάτι. Ήταν τέλος αρμόδιο σε διακοπές,
που ούτε τα μάτια της Ε, ούτε οι Κυκλάδες κατάφεραν να χρωματίσουν με τα ζωηρά τους
χρώματα. Η σχέση μας έπαιρνε τον αργό κατήφορο της πριν ακόμα καλά-καλά αγγίξει
έστω την χαμηλή κορυφή ενός λοφίσκου πάθους και έκστασης.
Σκέφτηκα
ότι δεν υπάρχει λόγος να καταβάλει κάποιος προσπάθειες εξωραϊσμού μιας σχέσης,
όταν από το ξεκίνημα της δεν τον συναρπάζει, δεν τον συνεπαίρνει, δεν τον σηκώνει
έστω για λίγο κάπου ψηλά σε άγνωστα μέχρι υψίπεδα. Η Ε μάλλον αντιμετώπιζε
διαφορετικά τα πράγματα. Κατέβαλε μια στερνή προσπάθεια να μας γλιτώσει από την
μιζέρια των σκοταδιών του Σέιχ-Σου: ζήτησε τα κλειδιά από το οικογενειακό
διαμέρισμα μιας ξαδέρφης όπου, απουσία της, βρήκαμε ερωτικό καταφύγιο για ένα
βράδι. Θα ήταν το τελευταίο και πλέον αξιομνημόνευτο εκείνης της περιόδου όπου,
πρώτη φορά σε ένα κανονικό κρεβάτι, ξεπεράσαμε κάθε προηγούμενο διάρκειας και
πάθους. Από τότε περιμαζεύτηκα στον κυνισμό μου, στην αδιαφορία μου για την Ε, και
την απάθεια να με περιτυλίγει. Σε μια παράδοξη στροφή της διάθεσης, στα
γενέθλιά της, πήγα σε ένα κοσμηματοπωλείο της Εγνατίας και της αγόρασα ένα
ζευγάρι τιρκουάζ σκουλαρίκια: ήθελα να με θυμάται ως γενναιόδωρο και ότι, σε
τελική ανάλυση, κάπως, με το ιδιόμορφο τρόπο μου, χωρίς πολλές εξωτερικεύσεις
συναισθημάτων, την είχα έστω ανεπαίσθητα αγαπήσει. Το δώρο μου το δέχτηκε σιωπηλά,
με τα μεγάλα μάτια της ανοιχτά και γελαστά, αλλά ένα παράξενο χαμόγελο. Ξέραμε και
οι δυο λίγο-πολύ ότι είχαμε περάσει ένα σημείο στη σχέση χωρίς επιστροφή. Με
παράπονο μου είπε ότι, μετά τις διακοπές μας στις Κυκλάδες, έψαχνε για κάποιο
διαμέρισμα, κάποιο δωμάτιο, που θα χρησίμευε ως ερωτική φωλιά, που θα έθετε κάποια
θεμέλια μιας πιο ενδόμυχης και στερεάς σχέσης. Δεν έμελλε να συμβεί.
Πέρασε
από τότε καιρός, χύθηκε πολύ νερό στο αυλάκι της ζωής όλων μας. Στο γάμο της
Ντ., ο Χ, ο διαμεσολαβητής, ο «προξενητής» στο πάρτι του οποίου τα φτιάξαμε με
την Ε, μου εκμυστηρεύτηκε μπροστά σε άλλους παλιόφιλους, τη γνώμη της για μένα,
επιμύθιο στον επίλογο της σχέσης μας: «ο Λ υπήρξε ο χειρότερος μου εραστής!»,
του είπε. Δεν με πλήγωσε εκείνο το σχόλιο και δεν ένιωσα την ανάγκη να το
απαντήσω και δικαιολογήσω, παρά χαμογέλασα. Θα μπορούσα να έλεγα το ίδιο και για
την Ε. “It always takes two to tango” σκέφτηκα.
No comments:
Post a Comment