Thursday, August 1, 2024

30 - Ο Μεγάλος Έρωτας: Στην Ταβέρνα, του Αγίου Βαλεντίνου

Post tenebras spero lucem.

Μέσα από το (αισθηματικό εν προκειμένω) σκοτάδι, ελπίζουμε να δούμε λίγο φως. Αναθρεμμένος πνευματικά κυρίως μέσα από επιστημονικά διαβάσματα και τον διαλεκτικό ματεριαλισμό του Marx, διαμόρφωσα μιαν αποκλειστικά αιτιοκρατική αντίληψη για τον κόσμο και τα φαινόμενα γύρω μου, μιαν αντίληψη που επεκτεινόταν και σε αυτό που ήμουν, στην εκάστοτε κατάσταση που βρισκόμουν, και σε αυτό που γινόμουν. Για το χέρι κάποιου αόρατου θεού ή μιας υπερφυσικής δύναμης σε όλα αυτά ούτε συζήτηση. Με άλλα λόγια, πίστευα ακράδαντα ότι στον κόσμο που έχουμε ριχτεί για λίγα χιλιοστά δευτερολέπτου της αιωνιότητας από κάποιο συνδυασμό γονιδίων δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα που αποκαλείται τύχη: ό,τι συμβαίνει γύρω μας ή μέσα μας, είτε ευχάριστο και «καλό» και θετικό, είτε δυσάρεστο και «κακό» και αρνητικό, δεν παρουσιάζεται τυχαία αλλά ως το αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων και δυνάμεων που δρουν προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, που πολλές φορές αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, και που η συνισταμένη δράση τους οδηγεί στο γεγονός, στο φαινόμενο, στην κατάσταση. Εξαιτίας της αδυναμίας μας τις περισσότερες φορές να συλλάβουμε και απαριθμήσουμε τις αιτίες και τους πράκτορες, εξωγενείς και ενδογενείς, και τη σχετική τους επίπτωση στο τελικό αποτέλεσμα (σε ένα περιστατικό ή μια ψυχολογική κατάσταση), καταφεύγουμε στην κοινή επίκληση της «τύχης», συχνά την εγκαλούμε για κάτι δυσάρεστο ή την ευλογούμε για κάτι ευχάριστο· την βλέπουμε όπως την περιέγραψε ο Δον Κιχώτης: μια μεθυσμένη και ιδιότροπη κυρία, προπαντός τυφλή.

Να προσθέσουμε και το άλλο: αν και δεν είναι σωστό το ότι ο καθένας, από μόνος φτιάχνει την «τύχη» του, ωστόσο του καθενός οι επιλογές ανά πάσα στιγμή, η ατομική βούληση και πράξη προς μια από τις μετρημένες κατευθύνσεις που το περιβάλλον προσφέρει, είναι μερικοί από τους παράγοντες, σε πολλά θέματα οι κύριοι, που συντελούν σε κάποια «τύχη» ή «ατυχία» στην ζωή. Ή, θέτοντάς το διαφορετικά, κάθε λίγη ώρα και στιγμή στην πορεία της ζωής, ο καθένας φτάνει μπροστά σε ένα σταυροδρόμι όπου οφείλει να πάρει μια απόφαση, μικρή ή μεγάλη, και να επιλέξει το δρόμο του για την συνέχεια, έναν δρόμο που μετά από λίγο θα οδηγήσει εκ νέου σε ένα άλλο σταυροδρόμι. Και αυτό μέχρι το πλήρες αδιέξοδο του θανάτου. Οι επιλογές του καθενός σε κάθε καμπή και κόμβο μπορούν να αλλάξουν δραματικά και απρόβλεπτα το υπόλοιπο της ζωής, του ίδιου και άλλων κοντινών του ανθρώπων. Μετά από μια αλυσίδα αποφάσεων στιγμής, φαινομενικά ασήμαντων κάθε φορά που τις παίρνουμε, καμιά φορά ασυνείδητα, και κατόπιν πράττουμε ανάλογα, όταν τις θωρούμε από τη χρονική απόσταση της ώριμης ηλικίας αναρωτιόμαστε πόσο διαφορετικός θα ήταν ο δρόμος που θα παίρναμε αν αποφασίζαμε και ενεργούσαμε διαφορετικά ή ακόμα κι αν παρεκκλίναμε απειροελάχιστα. Και οι δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις τέτοιων μικρών αποφάσεων στην συνέχεια της ζωής μας γεμίζουν με δέος και τρόμο, με λύπη ή χαρά, με ματαίωση ή δικαίωση.

Τα παραπάνω, περί «τύχης», περί επιλογών και αποφάσεων στην ζωή, και για το αν και κατά πόσο μπορεί ο καθένας να τη διαμορφώσει, ακόμα και δημιουργήσει ex nihilis, δεν τα είχα σκεφτεί εκείνη την Παρασκευή της 14ης Φεβρουαρίου του 1986, που το μουντό της απόγευμα διαδέχτηκε το σαλονικιώτικο ψιλοβρόχι, από αυτά που αγαλλιάζουν τις ψυχές εσωστρεφών. Ούτε περνούσε από το μυαλό μου ότι το βράδι και την νύχτα εκείνης της Παρασκευής, μετά από μήνες αισθηματικής και ερωτικής ξηρασίας, η ζωή θα έβρισκε μιαν δροσιά. Κι όμως, εκείνο το βράδι και μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης μέρας ένα ρυάκι σχηματίστηκε από το τίποτε και κύλησε κρυστάλλινο και δροσερό σε μιαν κοιλάδα ευτυχίας παρακάμπτοντας την συνείδηση και την λογική. Σαν μιαν «τύχη» -που δεν πιστεύω, να εμφανίστηκε από το πουθενά και να μου χαμογέλασε.

Εκείνο τον καιρό οι περισσότερες ώρες της μέρας περνούσαν στο πανεπιστήμιο: από το πρωί μέχρι και αργά το βράδι, μετά και την τελευταία ώρα διδασκαλίας· είτε στο δήθεν εργαστήριο, μπροστά στο ένα και μοναδικό PC του τομέα που μοιραζόμουν με τον Η, είτε στο γραφείο του Δ μέχρι αργά το μεσημέρι. Λίγο πριν από το μεσημεριανό φαγητό συνάδερφοι και σύντροφοι συγκλίναμε στο κυλικείο που βούιζε όπως πάντα από κόσμο, για ψιλοκουβέντες και πηγαδάκια. Στο επίκεντρο των συζητήσεων ήταν τα πλάνα για το υπόλοιπο της πάντα σπουδαίας στις ζωές Παρασκευής: «του που θα φάμε, ρε!», τα περί απογεματινής και βραδινής ψυχαγωγίας και, εν τέλει, νυχτερινής διασκέδασης. Ήταν συνήθως ο Α που κατάστρωνε και επέβαλλε τέτοια σχέδια, τουλάχιστον τα σαββατοκύριακα που κάποια «αμόρε» δεν θα απορροφούσε την ενέργεια και το χρόνο του: ο Α με τα ηγετικά προσόντα, ο  αδιαμφισβήτητος διοργανωτής εκδηλώσεων της παρέας και του άπλετου ελεύθερου χρόνου στην διάθεση των περισσότερων, χρόνου αφιερωμένου κυρίως στην τέρψη του ίδιου αλλά και των μελών της παρέας που θα επέλεγαν να τον ακολουθήσουν. Και ο Α, εκείνη την περίοδο, ασυνήθιστο για τα δεδομένα του, δεν είχε «γυναίκα» δίπλα του. Ήταν Παρασκευή, μέρα τουλάχιστον για εργαζόμενους (που ακόμα δεν είμαστε) συνώνυμη με ξέσκασμα ή ξέδομα στο τέλος μιας κουραστικής βδομάδας, αλλά κατ’ επέκταση συμβολικό ορόσημο της βδομάδας και για άεργους φοιτητές. Ταυτόχρονα είχαμε και κάποια επίγνωση της σημασίας που είχε η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, για τις δυνατότητες που πρόσφερε στα νιάτα, ελεύθερα ή και δεσμευμένα ή κουρασμένα από μιαν ανιαρή σχέση και που είχαν τα μάτια ανοιχτά για κάποια αλλαγή. Η αγγλοσαξονική συνήθεια την μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, να γιορτάζονται υπαρκτοί ή δυνητικοί ή φανταστικοί έρωτες, τόσο από παλικάρια, όσο και από κοπέλες, είχε ήδη εισαχθεί από την Δύση και κερδίσει σημαντικό έδαφος στις ρομαντικές ζωές των νεότερων Ελλήνων.

Ο Α πρότεινε κάτι προφανές για την βραδινή διασκέδαση, μάλλον προβλέψιμο από όσους τον ήξεραν: το «Μπαλκονάκι». Ήταν μια ταβέρνα με ζωντανή μουσική από μιαν ικανή λαϊκή ορχήστρα που έπαιζε μέχρι τα ξημερώματα στο πάνω πάτωμα ενός διώροφου παλιού κτιρίου κρυμμένου πίσω από ένα βενζινάδικο στη στροφή της Τριανδρίας. Ο Α την σύχναζε σχεδόν καθημερινά, ιδιαίτερα σε περιόδους που η γυναικεία συντροφιά απουσίαζε από τη ζωή του. Τελευταία όχι τόσο για το λαϊκό ρεπερτόριο του γούστου μας (με τα τραγούδια του Καζαντζίδη, του Διονυσίου, του Ζαγοραίου, του Ζαμπέτα, παλιών ρεμπέτικων, κτλ.), όσο περισσότερο για τη μελιστάλαχτη φωνή και το χαμόγελο της τραγουδίστριας, με την οποία είχε σχηματίσει μετά από τακτικές επισκέψεις στο μαγαζί, ακόμα και μόνος του, μια πλατωνική σχέση: ανάμεσα σε έναν φλογερό θαυμαστή και ένα καλλιτεχνικό αστέρι (αν και μικρής ακόμα λάμψης), παρόμοια με αυτές που βλέπαμε σε μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες εποχής να εκτυλίσσονται σε κέντρα με μουσική ανάμεσα σε τραγουδιστές και τους πελάτες-θαυμαστές τους. Και ο Α ως κατ’ εξοχήν τακτικός θαμώνας της ταβέρνας είχε κατακτήσει gratis το δικαίωμα σε αποκλειστικό τραπέζι σε στρατηγική γωνιά του μαγαζιού, όπως και το ελεύθερο να παραγγέλνει τραγούδια της αρεσκείας του, που πρόθυμα για χάρη του η λαϊκή κομπανία θα έπαιζε και το αντικείμενο του θαυμασμού του θα τραγουδούσε.

Πολλές φορές συνόδευα τον Α και άλλους στενούς φίλους, όπως ο Β, στα ξενύχτια τους στο «Μπαλκονάκι». Όμως υπήρχαν λόγοι που με ανάγκασαν, προς το τέλος της φοιτητικής ζωής, να αραιώσω τις επισκέψεις μου στο «Μπαλκονάκι». Από την μια μεριά λόγοι αντικειμενικοί, όπως η επαναληπτικότητα του ρεπερτορίου και των πενιών της ορχήστρας, που είχαμε πλέον αποστηθίσει· η γενικά ερωτικά ατελέσφορη ατμόσφαιρα που επικρατούσε τις περισσότερες μέρες και, κυρίως, μεταμεσονύχτιες ώρες, όταν το πλήθος των θαμώνων αραίωνε σε λίγες σκόρπιες παρέες από μοναχικές, βαρεμένες, πιωμένες, και επιτηδευμένα ή γνήσια σεκλετισμένες άρρενες ψυχές, κατά κύριο λόγο σύντροφοι της οργάνωσης. Εν ολίγοις, πολλοί μας το είχαν βαρεθεί. Από την άλλη μεριά λόγοι οικογενειακοί, όπως η καταπίεση, κύρια ψυχική, ο φόβος της γρίνιας στην οποία πιθανόν θα υποβαλλόμουν ή των φωνών και θυμού του Πατέρα, που πολλές φορές παράμενε άγρυπνος αργά στις μεταμεσονύχτιες ώρες μέχρι να ακούσει την κλειδαριά στην πόρτα. Φραγμούς, περισσότερο υποκειμενικούς, έθετε και μια έμφυτη υπευθυνότητα και ευσυνειδησία στο ξόδεμα του εβδομαδιαίου χαρτζιλικιού των μερικών χιλιάδων δραχμών από τον Πατέρα, που καμιά φορά η χορήγηση του διακοπτόταν μετά από καυγάδες που ακολουθούσαν ακολουθίες των λόγω καταχρήσεων. Ήταν τελικά και η σχετικά μικρή αντοχή μου σε διαδοχικά ξενύχτια με το υποχρεωτικό φτηνό αλκοόλ, που μείωναν την παραγωγικότητα στη μελέτη και απόδοση στις σπουδές. Και κείνο τον καιρό, ενόψει της τελικής ευθείας πριν το πτυχία είχα, ως όφειλα, εντατικοποιήσει την πανεπιστημιακή δουλειά. Ένα ξενύχτι με πιοτό στο «Μπαλκονάκι» συνήθως στοίχιζε σε διάβασμα ολάκερη την επομένη μέρα.     

Ήταν όμως Παρασκευή βράδυ, και η μοναξιά τέτοια βράδια που οι χώροι του πανεπιστήμιου ερήμωναν έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις. Κατά τον Α, «η μισή Θεσσαλονίκη, τέτοια βράδια, γ***ει, ρε!», ενώ εμείς «γεμίζουμε άλλον έναν κουβά». Η κνίτικη παρέα, αλλά και όσους από την οργάνωση της σχολής έτρωγε κάποια «καψούρα», κανόνισαν να ανεβούν ομοθυμαδόν στο «Μπαλκονάκι» για μια αρκετά υποσχόμενη βραδιά. Στην πρόχειρη συμφαγία στο «Ζάππειο» το μεσημέρι και τον συνήθη απογευματινό καφέ με μπουρλότο στο υπόγειο στέκι του Σιντριβανιού, με την φανατική για το παιχνίδι τετράδα των ΒΛΑΝ, συχνά πλαισιωμένη από άλλους από έναν κορβανά φίλων και συναδέρφων, στα έθιμα ρουτίνας που συνήθως προηγούνταν βραδινών εξόδων δεν συμμετείχα. Πήγα σπίτι, για το φαγητό της Μάνας και απογευματινή ξεκούραση ενόψει της νεαρής νύχτας που μας περίμενε. Ιδιαίτερα εξημμένος και πρόθυμος για τη βραδιά που πλησίαζε είναι αλήθεια δεν ήμουν· την προδιάγραφα ως μιαν ακόμα άπληστη και έκλυτη νύχτα, που στο τέλος της θα με έφερνε να κατηφορίζω κουρασμένος και ζαλισμένος τα στενά της Κάτω Τούμπας, να περπατώ σκυφτός και μοναχικός το μήκος της Παπάφη, κουβαλώντας στο μυαλό τους ήχους και τους καημούς από χιλιοακουσμένα, χιλιοτραγουδισμένα άσματα από την λαϊκή κομπανία και τη ντίβα του Α. Σε μια σχετικά ήρεμη ψυχολογική κατάσταση, με τις ήπιες και καλοήθεις έγνοιες που οι τελευταίες αποστροφές της φοιτητικής ζωής έφερναν, κοιμήθηκα έναν αναζωογονητικό απογευματινό ύπνο.

Έφτασα από τους πρώτους στο τραπέζι που ο Α είχε κλείσει για τους «κολλητούς», έναν κύκλο «κολλητών» στον οποίο, ανάλογα με την περίσταση, άλλοτε συμπεριλαμβανόμουν, άλλοτε όχι· και τούτο εξαιτίας κυρίως του αντικοινωνικού χαρακτήρα και εκάστοτε προσωπικών επιλογών, καμιά φορά από αντίδραση και πείσμα. Πάντα θα ήμουν o outsider της παρέας και ήταν πλέον αργά αυτό να αλλάξει. Σύντομα εμφανίστηκε ο ίδιος ο οργανωτής, ο Α, συνοδευόμενος από τον τότε συγκάτοικό του Β· ο τελευταίος με μιαν αξιοζήλευτη άνεση και επιβλητικότητα που το μούσι, το σωματικό βάρος, και ένα μόνιμο τσιγάρο στο χέρι του πρόσδιδαν. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν: ο Χ, ο προξενητής στην άδοξη σχέση με την Ε του περασμένου καλοκαιριού, ο Γιώργος ο Α, ο χιουμορίστας από το Κιλκίς με την βραχνή φωνή, ο Γιώργος ο Λ από το Πολύκαστρο, καλό δασκαλοπαίδι και Αρειανός, πρώην συμμαθητής στο Λύκειο, και φυσικά ο Ν, πρώην αντίζηλος σε ερωτικά θέματα, νυν ανταγωνιστής σε επιστημονικά, πάντα sore loser στο μπουρλότο. Ο Λ, από τους σχετικά φτωχότερους της παρέας εμφανιζόταν, για λόγους εξοικονόμησης πόρων, προς το τέλος της βραδιάς όταν το φαγητό είχε ήδη παραγγελθεί και καταναλωθεί: για να δει τι γίνεται, για μοιραστεί καλαμπούρια με συντρόφους, να πειράξει συντρόφισσες, και λίγο κρασί. Η κρητική περηφάνια δεν του επέτρεπε να δεχτεί κεράσματα πέρα από το λίγο κρασί στα μισογεμάτα μπουκάλια και ήταν ρεφενές από την παρέα, και το επιδόρπιο που πρόσφερε δωρεάν το μαγαζί.  

Και κάθισα στην γωνιά του γωνιακού τραπεζιού με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Να τσιμπάω και να πίνω και να ακούω μουσική. Χωρίς πολύ κουβέντα, χωρίς πολλές ματιές γύρω μου, χωρίς να ψάχνω τίποτε, χωρίς προσδοκίες. «Ένα ακόμα βράδι στο «Μπαλκονάκι» με πιοτό και μουσική…» σκέφτηκα, «από τα πολλά που είχα ήδη λησμονήσει.» Ας είναι.

No comments:

Post a Comment