Το «Μπαλκονάκι» γέμιζε γρήγορα και, πολύ πριν παιχτεί
η πρώτη πενιά, άρχισε να βουίζει από κόσμο, συντρόφους και άλλους δημοκρατικούς.
Δυο τραπέζια παραδίπλα του δικού μας καθόταν μια παρέα κοριτσιών. Η μοναδική από
τις φυσιογνωμίες που αναγνώρισα ανάμεσα τους ήταν της Άννας, μιας υπερ-ενθουσιώδους,
φανατικής κατ’ εμέ, συντρόφισσας. Ήταν κοκαλιάρα, απεριποίητη στο ντύσιμο και τα
μαλλιά και χωρίς μέικ-απ (τυπικά για συντρόφισσα), με μόνιμους μαύρους κύκλους
γύρω από βαθουλωτά, αλλά έξυπνα και γελαστά μαύρα μάτια. Για την Άννα το «καπνίζει
σαν φουγάρο» μάλλον απείχε από την δεινή πραγματικότητα που εκφράζει. Παρά τη
ζωηράδα και το χαρμόσυνο των τρόπων και της συμπεριφοράς της, πέρα και έξω από
την ατημέλεια στην εμφάνιση, η χλωμάδα, οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια, οι
βαθιές κόγχες ετοιμοθάνατου, η βραχνάδα στη φωνή της, ο βήχας μετά από κάθε
προσπάθεια έντονου διαλόγου, η σωματική αδυναμία και ασθενικότητα του όλου παρουσιαστικού
της, όλα αυτά μου φαίνονταν ότι οφείλονταν στο κάπνισμα. Και όποτε την έβλεπα
σε γραφεία και εκδηλώσεις αναρωτιόμουν πόσα υγιή χρόνια της έμεναν να ζήσει με
τέτοιο μανιώδες κάπνισμα.
Με την Άννα ανφάς απέναντι μου και μια
γεματούτσικη άγνωστη φίλη, εξίσου απεριποίητη, δίπλα της, χωρίς να ψάξω τα άλλα
μέλη της παρέας της που μου είχαν γυρισμένη την πλάτη, συμπέρανα, βιαστικά όπως
θα αποδεικνυόταν αργότερα, ότι δεν διαφαινόταν τίποτε ιδιαίτερα ελκυστικό, θηλυκού
γένους βέβαια, που θα δικαιολογούσε την προσοχή μου-από αυτή τη μεριά του
μαγαζιού τουλάχιστον. Στην πέρα μεριά κυριαρχούσε το αρρενωπό στοιχείο,
απαρτιζόμενο κυρίως είτε από βλοσυρά στελέχη -μερικά με τους σταθερούς δεσμούς τους
δίπλα, είτε από κείνη την κατηγορία συντρόφων που, μετά από μερικά ποτήρια
ρετσίνας, αυθυποβαλλόμενοι από κάποιους πραγματικούς ή φανταστικούς καημούς και
σεκλέτια, επιδίδονταν σε ναρκισσιστικές ζεϊμπεκιές, ενώ, προς το τέλος του κυρίως
προγράμματος, αν οι πολιτικές και αγωνιστικές περιστάσεις συνάδαν, με αριστερές
γροθιές υψωμένες και το ποτήρι ρετσίνας ή το τσιγάρο στο δεξί, όλοι εν χορώ θα τραγουδούσαν
αντάρτικα άσματα -παραγγελιά και αυτά στο μαγαζί από την κύρια πελατεία του.
Τέτοιες εκφάνσεις ομαδικής ψυχολογίας η φλόγα της επανάστασης τις χρειαζόταν ώστε
να εξακολουθεί αναμμένη μέσα μας, ιδιαίτερα κάτω από τις τότε αντίξοες πολιτικοϊδεολογικές
συνθήκες και τα πλήγματα στο κυρίαρχο δόγμα που είχε καταφέρει ο Γκορμπατσώφ. Τέλος
πάντων, είχα ξεπεράσει κατά πολύ το στάδιο που κάτι τέτοια θα με συγκινούσαν,
και κείνο τον τελευταίο καιρό στο κόμμα, όλα αυτά τα «επαναστατικά» τα
αντιμετώπιζα με κυνική αδιαφορία, αν δεν τα έβλεπα και απωθητικά.
Καμιά προοπτική, καμιά τύχη, αναλογίστηκα. Το
βραδινό θα προδιαγραφόταν όχι και πολύ διαφορετικό από προηγούμενες επιδρομές
στο «Μπαλκονάκι». Αφοσιώθηκα στις μπύρες μου, οι υπόλοιποι της παρέας στη ρετσίνα,
και τα διάφορα «βιομηχανικά» πιάτα από ψητά και σαλάτες που οι σερβιτόροι άπλωναν
μπροστά μας. Όταν άρχισε το μουσικό πρόγραμμα ήμουν ήδη αρκετά ζαλισμένος από
τις μπύρες. Σε παρόμοιο στάδιο ζάλης και ευθυμίας θα βρίσκονταν και οι
περισσότεροι γύρω μου, αλλά, σε αντίθεση με μένα, είχαν πάντα τα τσιγάρα τους, μερικοί
τις κοπελιές τους, θα είχαν σε λίγο τραγούδια και χορούς για να τους ανασύρουν κάπως
από τα καταγώγια της μέθης.
Με το ξεκίνημα του λαϊκού προγράμματος το
τραπέζι μας και τα άλλα γύρω άρχισαν σιγά-σιγά να αραιώνουν από συνδαιτημόνες.
Οι ανέκαθεν πρόθυμοι για χορό σηκώθηκαν και έστησαν καρσιλαμάδες στους στενούς
διαδρόμους ανάμεσα στα τραπέζια με τις παρέες. Αργότερα, όταν η μουσική άρχισε
να βαραίνει, πολλοί κατευθύνθηκαν προς την μικρή πίστα μπροστά από το πάλκο. Εκεί
οι connoisseur του είδους θα έκαναν τις σβούρες τους στο ρυθμό κάποιου ζεϊμπέκικου, ενώ
φίλοι τους, παραταγμένοι γονατιστοί σε κύκλο γύρω από τον κεντρικό χορευτή, για
ηθική στήριξη και να συμμεριστούν τους όποιους καημούς τον βασάνιζαν για κάποια
γυναίκα, πραγματική ή συμβολική, και τους οποίους είχαν μπολιάσει τα τραγούδια
στην ψυχή, θα χτυπούσαν παλαμάκια με σποραδικά επιφωνήματα επιδοκιμασίας (παραδείγματος
χάριν, «Έλα, ρε μεγάλε, με τους νταλκάδες σου!») Φυσικός και άνετος χορευτής
τέτοιων χορών σε δημόσιους χώρους δεν ήμουν, ποτέ δεν υπήρξα: πέρα από την
αυτογνωσία της έλλειψης χάρης σε χορευτικές κινήσεις, κουβαλούσα μαζί μου,
παντού και πάντα, το βάρος μιας έμφυτης ντροπής, μολονότι το αλκοόλ σε μεγάλο
βαθμό είχε ελαφρυντική επίδραση σε τέτοιες καταστάσεις. Ούτε διάθεση είχα να
σιγοντάρω στην πίστα τις φιγούρες του Ν, του Α, και άλλων. Θεωρούσα το
ζεϊμπέκικο έναν εκκεντρικό χορό, τους προσωρινά και κατά φαντασία «μάγκες» και
«ρεμπέτες» που τον χόρευαν εγωκεντρικούς χαρακτήρες που κύριος σκοπός τους ήταν
να προσελκύσουν τα μάτια, την προσοχή και τον θαυμασμό του κόσμου. Ο Β ήταν κι
αυτός ένας απρόθυμος χορευτής (αυτοχαρακτηριζόταν ως «οπτικοακουστικός τύπος»)
και προτιμούσε από τη γωνιά του τραπεζιού και ένα τσιγάρο στα δάκτυλα, το δεξί
πόδι πάνω στο αριστερό, να απολαμβάνει με ένα χαμόγελο τους χορευτές φίλους του
και να πετάει που-και-που προς την γενική κατεύθυνσή τους κανένα αστείο, που
παρά τη βροντερή φωνή του λίγοι άκουγαν και ανταποκρίνονταν. Αλλά ο Β ήταν παρασάγγες
κοινωνικότερος μου, και γνώριζε πολλούς από την ομήγυρη, που ήταν σκορπισμένοι
στο μήκος και το πλάτος του μαγαζιού. Έτσι, κάθε λίγο θα βρισκόταν καθισμένος,
στην ίδια στάση, με ένα ακόμα τσιγάρο και την ίδια ευρεία γκάμα καλαμπουριών,
σε κάποιο άλλο τραπέζι να συγχρωτίζεται και κουβεντιάζει με την εκεί παρέα.
Υπήρχαν, λοιπόν, διαστήματα που έμενα μόνος
στο τραπέζι, χωρίς κανέναν δίπλα μου να ανταλλάξω κουβέντες. Αυτό, ειδικά κάτω
από την επήρεια μερικών ποτηριών μπύρας, λίγο με ενοχλούσε. Συνέβη πολλές φορές
σε παρόμοιες εκδηλώσεις στο παρελθόν· το αλκοόλ, ως γνωστόν, αμβλύνει ή και
μηδενίζει την αυτοεπίγνωση μιας αντικειμενικά στενάχωρης κατάστασης και,
συνεπώς, την αμηχανία που αυτή μπορεί να προκαλέσει. Ένας μεθυσμένος εαυτός
τείνει να αγνοεί το ανθρώπινο περιβάλλον, να μη νοιάζεται για τα σχόλια στα
οποία ενδεχόμενα θα έδινε αφορμή η εικόνα ενός μοναχικού σκυμμένου στην μπύρα
του τύπου, ανάμεσα σε κόσμο που διασκεδάζει έξαλλα γύρω του.
Από την άλλη μεριά, τα ολοένα και συχνότερα πήγαινε-έλα στην τουαλέτα, πάλι χάριν στην ικανή κατανάλωση μπύρας, μου έδιναν την ευκαιρία όχι μόνον να ξεκουράσω τα αυτιά μου και να πάρω λίγο αέρα, αλλά και την ευκαιρία να εξερευνήσω καλύτερα το ανθρώπινο περιβάλλον από σκοπιά διαφορετική από την καρέκλα μου στην γωνιά. (Οι τουαλέτες στο μπαλκονάκι βρισκόταν έξω και κάτω από τον κύριο χώρο διασκέδασης, σε ένα γειτονικό παράπηγμα και η ψύχρα της νύχτας του Φλεβάρη αναζωογονητική, το ψιλοβρόχι τονωτικό στο ηθικό.) Στην επιστροφή στα ενδότερα του μαγαζιού, στο τραπέζι μας, θα συνέχιζα να έπινα τις μπύρες μου, ίσως με ταχύτερους ρυθμούς από το κανονικό, και με τα χείλη μου θα κρυφομουρμούριζα ένα από τα χιλιοπαιγμένα, όσο και πολυαγαπημένα τραγούδια των φοιτητικών μου χρόνων. Άλλη μια από τις θετικές επιδράσεις του αλκοόλ, σκέφτηκα: να αφήνει τη μουσική και το τραγούδι να σκαλίζει και να βυθίζεται ενδόμυχα στην ψυχή, να ανακαλεί αναμνήσεις του παρελθόντος, να αγγίζει συναισθηματικές χορδές. Χρησιμότατο όργανο το αλκοόλ στην ψυχική ενδοσκόπηση ενός εσωστρεφούς!
No comments:
Post a Comment