Tuesday, August 6, 2024

32 - Ο Μεγάλος Έρωτας: Με την Πρώτη Ματιά

Η κατανάλωση ποτών συνεχίστηκε απρόσκοπτα κατά το διάλειμμα της ορχήστρας, όταν οι περισσότεροι μαζεύτηκαν και πάλι γύρω από το τραπέζι μας, ξαναμμένοι από τον χορό και το τραγούδι, να πάρουν μια ανάσα, να ηρεμήσουν από το μουσικό ντελίριο και τον κοινωνικό παροξυσμό. Κόντευαν μεσάνυχτα. Πολλά δεν λέγονται σε τέτοιες μουσικές ανάπαυλες· είναι συνήθως χρόνος αντανάκλασης και συλλογισμού, κυρίως καλμαρίσματος τεντωμένων νεύρων από την υπερένταση. Το ίδιο σκηνικό, του τραπεζιού να αδειάζει και ξαναγεμίζει με κάποια τυχαία πιθανοτική κατανομή, η κινητικότητα συνδαιτημόνων στον χώρο, από το τραπέζι μας σε άλλα ή την πίστα και πίσω σε αυτό, συνεχίστηκε όταν η κομπανία ξανάρχισε το πρόγραμμά της μετά τα μεσάνυχτα. Το γλέντι σε λίγο θα κορυφωνόταν.

Στην επιστροφή από μιαν πολλοστή επίσκεψη στην τουαλέτα, βρήκα τον Β να καπνίζει στη γνωστή του πόζα σε μιαν ακριανή καρέκλα, με το βλέμμα προς το πάλκο και την πίστα.  Έκατσα διαγώνια απέναντί του με το βραχίονα αραγμένο στην καρέκλα δίπλα μου για να συνεχίσω αμίλητος την ατομική μπυροκατάνυξη. Με ένα νόημα του δείκτη του και σκύβοντας με εχέμυθο τρόπο το πρόσωπο του προς τη μεριά μου, είπε: «Μου είπαν ότι μια κοπέλα από το τραπέζι πίσω μας θέλει πολύ να σε γνωρίσει. Να πας να συστηθείς. Έφυγες!»  Το τραπέζι που υπέδειξε ο Β ήταν κατειλημμένο αποκλειστικά από φοιτήτριες και το μόνο πρόσωπο στραμμένο προς τη μεριά μας ήταν αυτό της συντρόφισσας Άννας. Αλλά δεν ήταν η Άννα στην οποία αναφερόταν ο Β. Καθισμένη σε μιαν καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού, ακουμπώντας την πλάτη της στο τοίχο, λοξά γυρισμένη προς μιαν κατεύθυνση ανάμεσα στην πίστα και την μεριά μας, εν προκειμένω η θέα της κρυμμένη πίσω από τον μεγάλο όγκο του Β, βρισκόταν μια άλλη κοπέλα. Έγειρα για να δω περί τίνος επρόκειτο αυτό το πρόσωπο που με έκοβε και περιεργαζόταν χωρίς να το καταλάβω, πιθανόν στις επιστροφές μου από τις τουαλέτες, και με «γούσταρε». Είχε ένα λαμπερό, αλαβάστρινο προφίλ με ροδοκόκκινα μάγουλα. Στράφηκε προς τη μεριά μας και για μερικά δευτερόλεπτα με κοίταξε με κάτι ανοιχτόχρωμα αστραφτερά μάτια. Το ακριβές χρώμα δεν διακρινόταν στον χαμηλό φωτισμό που επέβαλλαν οι μεταμεσονύχτιες, δυνητικά ρομαντικές, περιστάσεις στην ταβέρνα, αλλά έδινε την εντύπωση κάτι σπάνιου και μαγικού. Ένα στόμα με χείλια λεπτά του ίδιου χρώματος με τα ροδοκόκκινα μάγουλα, χαμογέλασε προς την μεριά μου με ένα λοξό, αινιγματικό χαμόγελο. Το βλέμμα και το χαμόγελο δεν άφηναν περιθώρια αμφιβολίας: αυτή ήταν η «κοπέλα» περί ου έκανε λόγο ο Β. Από τις ομορφότερες παρουσίες εκείνη τη στιγμή στην ταβέρνα, είχε διαφύγει τις επιπόλαιες εποπτείες που είχα κάνει του ανθρώπινου περιβάλλοντος. Ανταπόδωσα το χαμόγελο. Οι χτύποι της καρδιάς επιταχύνθηκαν και εντάθηκαν· η επίδραση του αλκοόλ αντιστράφηκε από ένα κύμα αδρεναλίνης. Χαμήλωσα ενστικτωδώς το βλέμμα και ήπια μερικές γουλιές από το ποτήρι που βρισκόταν μπροστά μου. Αν και στα πρόθυρα της μέθης από το πιοτό, μηχανικά και αυτόματα επέστρεφα σε αυτό. Έπρεπε να αντλήσω ό,τι μπορούσα από τα όχι και μεγάλα αποθέματα θάρρους που διέθετα. Η εμπειρία μου από τέτοιες αυθόρμητες γνωριμίες ήταν μηδαμινές. Τέτοια μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία έπρεπε να την αδράξω χωρίς δισταγμούς, σκέφτηκα. Με μια βαθιά αναπνοή και μιαν φλόγα που, συνήθως, καίει τα σωθικά στιγμιαία στο ξεκίνημα κάθε μεγάλης περιπέτειας, ξεπέρασα το φράγμα των δισταγμών και της δειλίας: μια πανίσχυρη θέληση υπερίσχυσε.

Γέμισα ένα ποτήρι με «Δεμέστιχα» και με αυτό στο χέρι πήγα και κάθισα στην καρέκλα δίπλα της, αφημένη κενή, μάλλον εσκεμμένα: για μένα! Η Άννα που καθόταν απέναντι έφυγε διακριτικά. Συστηθήκαμε, την έλεγαν Ε. Επιβεβαίωσα το πράσινο χρώμα των δυο μαγευτικών, μελιστάλακτων ματιών της, που με κοίταζαν γλυκά και περιεργαζόταν τα δικά μου και τα τραβούσαν στο μεγάλο βάθος τους. Τα πόδι μου άγγιξε ελαφρά το δικό της, οι ώμοι μας καθώς έσκυβα να την ακούσω ήρθαν σε επαφή. Τέτοια μικρά αγγίγματα αξίζουν όσο χίλιες λέξεις. Το τι συζητήσαμε τα λίγα λεπτά καθισμένοι δίπλα-δίπλα σβήστηκε από τη μνήμη μου. (Κατ’ αρχήν, εσωστρεφείς άνθρωποι δύσκολα αντεπεξέρχονται σε «ψιλοκουβέντες» για τετριμμένα θέματα με αγνώστους, κουβέντες χωρίς ξεκίνημα, αόριστη διαδρομή και άγνωστη κατάληξη και, το κυριότερο, χωρίς ουσία. Κάτω από τις νορμάλ συνθήκες της καθημερινότητας την αποφεύγουν και όταν αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να εμπλακούν σε τέτοιες κουβέντες συνήθως κουράζονται εύκολα. Υπό την επήρεια αλκοόλ, όμως, δεν χρειάζονται τετριμμένες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων ως εισαγωγή σε ρομαντικές καταστάσεις ή προσπερνιούνται εύκολα.) Κάτι συνηθισμένο και ουδέτερο, για καταγωγή, για σπουδές, για κοινές γνωριμίες, κτλ. θα συζητήσαμε, χωρίς την αίσθηση του ανθρώπινου περιβάλλοντος γύρω μας. Ό,τι και να ήταν δεν καταχωρήθηκε. Η μουσική ήταν δυνατή, και το μυαλό μου, συνεπαρμένο από τα μάτια και την ομορφιά της Ε και ζαλισμένο από το πιοτό, περιπλανιόταν κάπου μακριά στη σφαίρα της φαντασίας και των ονείρων. Της πρότεινα να φεύγαμε. Η ατμόσφαιρα γινόταν κουραστική, η μουσική και το περιβάλλον εμπόδιζε την στενή επικοινωνία και επαφή που και οι δύο επιζητούσαμε. Πολλά, υπέθεσα, βλέμματα επάνω μας θα ήταν στραμμένα αδιάκριτα προς την γωνιά που καθόμαστε. Όχι ότι με ένοιαξε· στον έρωτα τέτοιες έγνοιες δεν επιβιώνουν. Θα μπορούσα να την πήγαινα σπίτι της με το αυτοκίνητο. Δέχτηκε και φύγαμε αμέσως, χωρίς να δώσουμε λογαριασμό στις παρέες μας. Θετικό σημείο στο νου της, σαφές πλεονέκτημα προς όφελός μου, το γεγονός ότι ως φοιτητής διέθετα αυτοκίνητο. Μια μικρή υλική βάση τέτοιας λογής πάντα βοηθάει σε έναν έρωτα εν τη γενέσει του.  

Έμενε στη Συγγρού προς το ύψος της Ολύμπου, μου είπε. Συμφωνήσαμε, αντί να οδηγούσα κατευθείαν σπίτι της, να κάναμε μια γύρα με το αυτοκίνητο προς παραλία μεριά. Στο «Μπαλκονάκι», κάτω από πιθανότατα αδιάκριτα βλέμματα, είχα διατηρήσει παρά τη ζάλη μου, τα προσχήματα. Η ταβέρνα δεν πρόσφερε ευκαιρίες για μιαν αισθησιακή επαφή, για φιλιά και αγκαλιές, όροι προσέγγισης δύο ανθρώπων που ελκύσθηκαν και, για τους οποίους, μάλιστα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα, με την πρώτη ματιά. Ό,τι και να ήταν, ήταν άνευ προηγουμένου. Κατεβήκαμε την παραλιακή, παίρνοντας την Αγίου Δημητρίου και την 3ης Σεπτεμβρίου, ερημωμένες από αυτοκίνητα και ανθρώπους και, την Μεγάλου Αλεξάνδρου μπροστά από το 1ο Λύκειο, το θλιβερό λυόμενο σχολείο των τελευταίων μαθητικών μου χρόνων μετά τον σεισμό. Το έδειξα, θέλοντας να υπονοήσω μιαν σχετικά ταπεινή καταγωγή: ότι δεν ήμουν κανένα πλουσιόπαιδο ή μαμμόθρεφτο, αλλά άντρας αρκετά «ψημένος» που ζούσα μιαν σχετικά λιτή ζωή και όχι τόσο πλουσιοπάροχη -παρά την πολυτέλεια να κατέχω ως φοιτητής το δικό μου αμάξι· ήθελα να καταργήσω τους ταξικούς φραγμούς ανάμεσα σε μένα και την Ε.   

Πάρκαρα το Yugo σε ένα από τα στενά που έτεμναν την παραλιακή, πίσω από το σχολείο, ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Ήταν περασμένη νύχτα και τα λίγα φώτα από τις κολώνες της ΔΕΗ στη γωνιά του δρόμου και τις εξώπορτες των πολυκατοικιών που μας περιτριγύριζαν αντανακλούσαν την υγρασία που η χειμωνιάτικη καταχνιά της Σαλονίκης άπλωσε στο οδόστρωμα. Με το κύμα αδρεναλίνης της τελευταίας ώρας είχα σχεδόν συνέρθει από τη μέθη, και επανακτούσα την συγκρότηση και τη λογική. Η αρχική συναισθηματική αναστάτωση άρχισε να υποχωρεί, και άρχισε να αντικαθίσταται, όχι από απογοήτευση, αλλά αντίθετα από την γαλήνια ευδαιμονία, που νιώθει κάποιος όταν μετά από καιρό βρίσκει και βυθίζεται στις πρώτες χαρές του έρωτα. Τα πρώτα κρίσιμα βήματα ανάμεσα μας είχαν γίνει. Είμαστε μόνοι, αθέατοι, ανάμεσα σε σκοτεινούς όγκους πολυκατοικιών. Εκεί έγειρα στο κάθισμα δίπλα μου και τη φίλησα στο στόμα. Το φιλί το υποδέχτηκε σα να είχε σχεδιαστεί στο νου της από ώρα και το περίμενε. Οι γλώσσες μας μπερδεύτηκαν. Ένιωσα την γνώριμη φλόγα να ανάβει και φουντώνει στο υπογάστριο μου. Το φιλί κράτησε αρκετά δευτερόλεπτα· το διαδέχτηκε κι άλλο, κι ακόμα ένα, ενώ στη διάρκεια τους έφερα το αριστερό μου χέρι στο αριστερό της στήθος, που το χάιδεψα και ελαφρώς χούφτωσα πάνω από μάλλινο πουλόβερ της, ενώ ένιωσα το απαλό χέρι της με λεπτά όμορφα δάκτυλα στο λαιμό, κάτω από το πουκάμισό μου. Κάπου εκεί, σκέφτηκα, έπρεπε να σταματήσουμε. Δεν ήταν ούτε η ώρα, ούτε ο τόπος. Και δεν έπρεπε να έδινα την εντύπωση κάποιου στερημένου.

Έχοντας ανακτήσει σχεδόν πλήρως την συνείδησή μου, την οδήγησα στην πολυκατοικία της στη Συγγρού. Πριν από ένα τελευταίο φιλί, κάτω από το μπαλκόνι της, συμφωνήσαμε να βρισκόμασταν ξανά την άλλη μέρα, το απόγευμα. Η πρόσκληση στο διαμέρισμα της είχαμε και οι δυο πλήρη επίγνωση του τι υπονοούσε και τι θα συνεπαγόταν. Είδα τη σιλουέτα της για πρώτη φορά από πίσω, όταν βγήκε από το αυτοκίνητο και περπάτησε τα λίγα βήματα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας. Διέκρινα τις δυο θεσπέσιες, στρογγυλές καμπύλες των γλουτών της πάνω από μια λεπτή μέση: σημάδι, τις περισσότερες φορές, ενός όμορφου κορμιού. Διέκρινα και το ανάλαφρο, θηλυπρεπές, βάδισμα του λυγερού κορμιού, με τα πόδια να βαδίζουν με την χάρη μπαλαρίνας σχηματίζοντας μια σχεδόν ορθή γωνία. Θυμήθηκα στις λίγες ψιλοκουβέντες που ανταλλάξαμε ότι ήταν μέλος ενός ομίλου παραδοσιακών χορών. Οδηγώντας σπίτι, ένιωσα ερωτευμένος, μοναδικά ερωτευμένος. Ο ύπνος ήταν γλυκός· περίμενε με ανυπομονησία το Σαββατιάτικο πρωινό.   

No comments:

Post a Comment