Saturday, August 10, 2024

33 - Ο Μεγάλος Έρωτας: Σε Έβδομους Ουρανούς

Το απόγεμα της επόμενης έγινε αυτό που η πρόσκληση στο άδειo από την συγκάτοικο και ξαδέλφη της Ε διαμέρισμα υπονοούσε και με σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα θα ακολουθούσε· τo ένιωθα από το πρωί στα σωθικά μου. Ήταν μεσημέρι όταν κτύπησα το κουδούνι της. Κατέβηκε και φάγαμε σμυρναίικα με ένα καραφάκι κρασί σε ένα σεμνό μαγειρείο της Συγγρού, λίγα βήματα παρακάτω από την πολυκατοικία της. Επιστρέψαμε στο διαμέρισμα, με την όμορφη ζάλη που το μπρούσκο χαρίζει σε ηλιόλουστα χειμωνιάτικα μεσημέρια για αυτό που από την προηγούμενη νύχτα είχε αρχίσει να ζωντανεύει και ζωηρεύει στο νου μας μέσα από έναν αμοιβαίο, διακαή πόθο. Έκαμε ψύχρα έξω, αλλά η σόμπα στο δωμάτιο το ζέστανε γρήγορα. Ξάπλωσα εγκάρσια στο στρώμα το κολλημένο στον τοίχο στη γωνιά του δωματίου, που ήταν και το κρεβάτι της, όπως σε πολλά φτωχικά φοιτητικά δωμάτια.

Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ πολύ τι έμελλε (ή τι όφειλα) να κάνω· δεν πρόκαναν να υψωθούν μπροστά μου οι ψυχολογικοί φραγμοί και δισταγμοί σαν εκείνους που με είχαν κυριεύσει μήνες πριν ένα απόγευμα στο δωμάτιο της Γ. Η Ε το έκανε εύκολο για μένα, για μας. Με οδήγησε νοητά  και αυθόρμητα στο προφανές, κάτι που και η ίδια ήθελε, ώστε να το αντιμετωπίσω ως κάτι τετελεσμένο χωρίς περιθώρια δισταγμών και αμφιταλαντεύσεων. Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στο μπάνιο, μπήκε στο ζεσταμένο δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα πίσω της και άρχισε αυθόρμητα, πίσω από το ανεπαίσθητο, λοξό και λίγο πονηρό χαμόγελό που την χαρακτήριζε, να γδύνεται χωρίς ενδοιασμούς όρθια μπροστά στον ξαπλωμένο ντυμένο εαυτό μου. Δυο όμορφα, γεμάτα στήθια, που αποκτούσαν ένα ιδιότυπο σχήμα λεμονιού καθώς έσκυψε, και τη θέα τους ποτέ δεν χόρτασα όσο είμαστε μαζί, ξεπρόβαλλαν από το σουτιέν που αφαίρεσε. Και κάτω από αυτά η λεπτή, ευλύγιστη μέση της χορεύτριας δημοτικών χορών, η καμπύλη της σε αρμονική αναλογία με την λεκάνη και τα πόδια. Με το μαύρο κιλοτάκι που θα άφηνε σε μένα να κατεβάσω, ξάπλωσε δίπλα μου, ζεστή και τρυφερή, και χωρίς κουβέντες αρχίσαμε με πάθος, ίσως και την αδεξιότητα δυο εραστών που ανακάλυπταν ο ένας το κορμί του άλλου, ένα σύντομο ερωτικό προοίμιο. Βρισκόμουν ήδη από το προηγούμενο βράδι σε υπερδιέγερση κι αφέθηκα στο ένστικτο να με παρασύρει. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις -κάτι που χρειάστηκε καιρό να εμπεδώσω, λόγω της κούρασης από την υπερένταση της προηγούμενης νύχτας, λόγω μιας παρατεταμένης διέγερσης που ξεκίνησε με το πρωϊνό ξύπνημα, η όλη διαδικασία διάρκεσε μερικά δευτερόλεπτα, χωρίς πλήρη στύση, χωρίς καν ο ερωτικός μου σύντροφος να αντιληφθεί την αρχή και το τέλος της. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από απογοητευτική μέχρι και, με κάποια αυστηρότητα κάτω από τις περιστάσεις, ίσως και φιάσκο. Δεν είχα αντίληψη του αντίκτυπου που θα μπορούσε να είχε στην Ε, των σκέψεων και αισθημάτων της από το περιπόθητο και πολυπόθητο «μη συμβάν», που είχαν σχεδιάσει τα μυαλά μας. Ένιωσα ικανοποιημένος κι ευχαριστημένος. Ίσως, κάτι περισσότερο: ήμουν ευτυχισμένος που η όμορφη κοπέλα στην αγκαλιά μου, ίσως ιδανική για τα κριτήρια κα την «μπογιά» μου, με ερωτεύτηκε -όπως πίστευα, πρόθυμα και αυθόρμητα, με ένταση και διάρκεια· ευτυχισμένος και για το αισθηματικό μέλλον που διαγραφόταν μπροστά με την Ε, για τα όνειρα που το μυαλό άρχισε να πλάθει από το προηγούμενο βράδι, και που μεγάλωναν και πλήθαιναν μετά από εκείνο το απόγεμα.

Η Ε από την μεριά της αδημονούσε να με ξαναδεί και ξανανιώσει δίπλα της και μέσα της. (Υπήρχαν ερωτηματικά μέσα της που αδημονούσαν απάντηση.)  Ξαναβρεθήκαμε τη μεθεπόμενη, μετά από μια έξοδο για ποτό σε ένα από τα φοιτητικά μπαράκια της Κορομηλά. Η ξαδέρφη είχε στο μεταξύ επιστρέψει από ένα Σαββατοκύριακο στα Γιαννιτσά, πατρίδα δική της και της Ε, αλλά μετά από λίγες βιαστικές συστάσεις, με την ίδια και το συνονόματο μου φίλο της, έναν βαρύ, λιγομίλητο, και αγέλαστο Λαρισαίο με βαριά θεσσαλική προφορά και μόνο χάρισμα ένα ψηλό ανάστημα, καταφύγαμε και πάλι στο δωμάτιο και το στρώμα του. Εκείνη τη νύχτα ο πόθος βρισκόταν υπό καλύτερο έλεγχο· άδραξα τα ηνία του έρωτα και τα διατήρησα μέχρι τέλους. Οι αναστεναγμοί της Ε, παρά το ότι με το δωμάτιο της ξαδέρφης και του φίλου το χώριζε ένας τοίχος από τούβλα, ήταν ούριος άνεμος στο καράβι του έρωτα που ήμουν καπετάνιος. Δεν κράτησε πολύ ούτε και αυτή τη φορά, αλλά είχε τον επιθυμητό αντίκτυπο. «Με πέθανες!» μου είπε στο τέλος, που ικανοποίησε το αντρικό εγώ, με γέμισε με ένα αίσθημα αυτοεπιβεβαίωσης, μεγέθυνε την αγάπη μου. Για να προσθέσει, όταν πια είχε χαλαρώσει στην αγκαλιά μου, ότι το άλλο απόγεμα δεν με είχε «νιώσει» και αρχίσει να σχηματίζει αρνητικές υποθέσεις για τις ικανότητες και δυνάμεις μου, για το ταίριασμα μας στον έρωτα. Τι κρίμα σκέφτηκα αν οι υποθέσεις της επαληθευόταν. Συμφωνούσαμε χωρίς να το εκφράσουμε: η ερωτική ζωή και η αρμονία σε αυτήν βρίσκεται στον πυρήνα της ευτυχίας ενός ζευγαριού. Υποσυνείδητα μια ακόμα αίσθηση ανασφάλειας ρίζωσε μέσα μου, που κατά καιρούς θα έβγαινε στην επιφάνεια.    

Ερωτεύτηκα, λοιπόν, με τέτοιο πάθος και ένταση όσο ποτέ στο σύντομο αισθηματικό μου παρελθόν. Εκείνες τις λίγες πρώτες μέρες ήμουν σχεδόν πεπεισμένος, αφελώς ίσως, ότι ποτέ δεν θα ερωτευόμουν ξανά και στον ίδιο βαθμό στα νιάτα μου, πέρα από την Ε. Δεν θα υπήρχε «πέρα» και «μετά». Το ίδιο πίστευε και η Ε και μου το υπενθύμιζε περιοδικά με λέξεις, επιφωνήματα και ψιθύρους στο αυτί τις ώρες τους έρωτα. Είχαμε βρει, κατά τα φαινόμενα, στον άλλον την συντροφιά αγάπης και έρωτα που μέχρι τότε ψάχναμε. Οι βδομάδες, που θα οδηγούσαν στην σημαντική καμπή στην ζωή που φέρνει το τέλος της φοιτητικών μου χρόνων τον Ιούλη του ίδιου χρόνου, πέρασαν τυλιγμένες από εκείνο το γλυκό αίσθημα αγάπης, που η έκσταση των ερωτικών στιγμών στο μικρό δωμάτιο το έκανε γλυκύτερο. Τα απογέματα της Κυριακής, που γυρνούσε από την επίσκεψη στη μάνα και αδερφή της στα Γιαννιτσά, με ανυπομονησία και πόθο την περίμενα στο σταθμό του ΚΤΕΛ στη Μοναστηρίου, για να την φέρω σπίτι της και να περάσουμε το απόγευμα και μέχρι αργά το βράδυ κλεισμένοι στο δωμάτιο –ώρες έρωτα με το φως του απογέματος, ή τη λάμπα σε μια γωνιά τα βράδια, αγκαλιασμένοι στο στρώμα, στο πάτωμα, καθισμένοι στην καρέκλα, όρθιοι. Καμιά φορά, όταν αργά χορτασμένος έφευγα για το σπίτι (το βάρος της προβληματικής σχέσης μου με τους γονείς ακόμα ζύγιζε βαριά στη συνείδησή μου) με ξεπροβόδιζε ως την πόρτα της. Με την Ε μισόγυμνη, ακουμπισμένη στον τοίχο, φιλιόμασταν αγκαλιασμένοι χωρίς τελειωμό, ψιθυρίζοντας γλυκόλογα, βρομόλογα, «άσεμνες» προτάσεις, μέχρι που ο πειρασμός γινόταν ανυπέρβλητος, συντρίβοντας κάθε εσωτερική αντίσταση, και από το χέρι με τραβούσε στο δωμάτιο για περισσότερο πάθος και ηδονές και πόνους. 

Ο καιρός, όπως τον αισθανόμαστε ατομικά, κοντοστέκεται σε τέτοιες στιγμές και καταστάσεις, όταν τα συναισθήματα συγκλίνουν και κορυφώνονται, αποκτά ουσία και βαρύτητα. Ο χρόνος, έξω από εμάς, ο «χυδαίος» παγκόσμιος χρόνος που τα ρολόγια μετρούν, εξακολουθεί να κυλάει απρόσκοπτα, από λεπτό σε λεπτό, από ώρα σε ώρα, από μέρα σε μέρα. Οι πέντε-έξι μήνες από την Παρασκευή το βράδυ του Αγίου Βαλεντίνου, στο «Μπαλκονάκι», τα μεσάνυχτα του κεραυνοβόλου έρωτα, μέχρι την αποφοίτηση μου στο τέλος του Ιούνη, πέρασαν χωρίς πολύ-πολύ να το έχουμε καταλάβει, καθώς αρμενίζαμε στα πελάγη του πόθου, του πάθους και της ευτυχίας μας· δεν τον μετρούσαμε με ρολόγια, ημερολόγια και προθεσμίες, ούτε υπολογίζαμε το πέρασμά του.

Τα σχέδια για ξενιτεμό και τα επιστημονικά μεγαλεία που φιλοδοξούσα τα είχαμε συζητήσει από τις πρώτες μέρες. Δεν θα σήμαινε κάποιο οριστικό τέλος. Ήμαστε νέοι ακόμα. Όση στεναχώρια και λύπη να έφερνε η στιγμή του αποχωρισμού, όσο τρόμο η αναπόφευκτη στιγμή του να σκόρπιζε στην καρδιά μου, μας παρηγορούσε και τους δύο το ότι εκείνος ο χωρισμός θα γινόταν μια αφετηρία για κάτι άλλο, μεγαλύτερο, ανώτερο, συναρπαστικότερο ανάμεσά μας. Αγαπιόμασταν και η αγάπη είχε στεριώσει για τα καλά -πιστεύαμε. Λογοδοθήκαμε: υποσχεθήκαμε ότι μετά από λίγο καιρό στη διαδρομή μου στην ξενιτιά της Αμερικής θα ερχόταν να με δει και, μετά ακόμα λίγο καιρό, θα χτίζαμε μια ζωή εκεί ή σε όποιο άλλο λιμάνι θα μας έφερνε το καράβι της ζωής –ένα καράβι που θα μπαρκάραμε μαζί. Όλα αυτά τα σχέδια και όνειρα φώτιζαν με διαπεραστικές αχτίδες τις σκοτεινές γωνιές στην ψυχή από τον αποχωρισμό που πλησίαζε.

No comments:

Post a Comment