Sunday, May 28, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 6 - Τιμές, μισθοί και κέρδη (Γ)

ΜΙΣΘΟΙ, ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ & ΚΕΡΔΗ

Όπως ήδη επισημάνθηκε, από τα λειτουργικά κέρδη του κεφαλαίου ένα μέρος συσσωρεύεται (αποταμιεύεται ως κεφάλαιο) με τη δυνατότητα μελλοντικής επένδυσης στην ίδια ή άλλες επιχειρήσεις μέσω acquisitions, ένα δεύτερο μέρος κατακρατείται ως φόρος από το κράτος, ένα τρίτο συνιστά τοκοχρεολύσια, που είναι ουσιαστικά επιστροφή μέρους της υπεραξίας και των κερδών έναντι συμμετοχής χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων στην επένδυση, και το τελευταίο αποτελεί εισόδημα προς τους μετόχους-ιδιοκτήτες ως τακτικό μέρισμα. Από την παραγωγική και μη δραστηριότητα μιας κοινωνίας προκύπτουν οι παρακάτω κατηγορίες (χρηματικών) εισοδημάτων:
(α) Μισθοί εργαζομένων που υπάγονται σε κερδοσκοπικό κεφάλαιο κάποιας μορφής ακόμα και κρατικό. Σε αυτήν την κατηγορία συμπεριλαμβάνω και εργαζόμενους στο χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό τομέα της οικονομίας, παρόλο που τα εισοδήματά τους προέρχονται κυρίως από συσσωρευμένες ή αποταμιευμένες κεφαλαιακές αποδόσεις, εν συντομία μέρους της υπεραξίας που παράγεται στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας, ή αποταμιεύσεις εν γένει εργαζομένων σε τράπεζες ή ασφαλιστικά ταμεία. Σε αυτήν την κατηγορία συμπεριλαμβάνω και εισοδήματα εργαζόμενων που απασχολούνται περιοδικά ή μερικά από το κεφάλαιο.
(β) Εισοδήματα κατόχων κεφαλαίου, είτε με τη μορφή μερισμάτων, είτε με την επιστροφή συσσωρευμένων σε χρηματική μορφή κερδών από τις επενδύσεις των κεφαλαίων.
(γ) Μισθοί εργαζομένων που δεν εντάσσονται στην εργασιακή δύναμη που χρησιμοποιεί κάποιο κεφάλαιο (π.χ. δημόσιοι και κρατικοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί, κτλ.). Οι μισθοί τους προέρχονται από τους φόρους στα κεφαλαιακά κέρδη και τα εισοδήματα (α).

(δ) Εισοδήματα αυτοαπασχολουμένων, που το κύριο εισόδημά τους προέρχεται από την ανταλλαγή του προϊόντος ή υπηρεσίας της δικής τους ατομικής επιχείρησης (π.χ., ιδιώτες γιατροί, δικηγόροι, υδραυλικοί, αγρότες, κτλ.). Αυτό προέρχεται από τα εισοδήματα των (α)-(γ).

(ε) Συνταξιούχοι και άνεργοι, που το εισόδημα τους κατά κανόνα προέρχεται από κρατήσεις στη διάρκεια της εργασίας τους από τους ίδιους και τον εργοδότη τους και από τη φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών και των εισοδημάτων (α)-(δ).
  
Είναι προφανές από την καθημερινή εμπειρία ότι το εισόδημα του πολίτη μιας κοινωνίας δύναται να προέρχεται από περισσότερες της μιας εκ των παραπάνω κατηγοριών, αλλά σε κάθε περίπτωση υπάρχει για τον κάθε πολίτη μια κύρια πηγή εισοδήματος που μπορεί να  χρησιμοποιηθεί στην ταξική κατηγοριοποίηση του. Ανεξαρτήτως της προέλευσης του κυρίου και των συμπληρωματικών ατομικών εσόδων, κάθε κοινωνία εμφανίζει μια στατιστική κατανομή εισοδημάτων, όπου στις απλούστερες της μορφές ο κάθε πολίτης ανήκει (ανάλογα με το ατομικό ή οικογενειακό εισόδημά του) σε κάποιο, για παράδειγμα, quantile από πέντε ίσο-πληθυσμιακά κομμάτια της κοινωνίας. [Σημείωση: η τυπική απόκλιση αυτής της κατανομής των εισοδημάτων, μαζί με την κατανομή του συσσωρευμένου πλούτου (των πάγιων και ρευστών κεφαλαίων εντός μιας χώρας) συνιστούν μετρήσεις των οικονομικών ανισοτήτων εντός της κοινωνίας, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μου.]

Ένα μέρος του εισοδήματος ξοδεύεται σε καταναλωτικά αγαθά, δηλαδή χρήμα ανταλλάσσεται με αγαθά προς κατανάλωση άμεσα ή εντός ενός μικρού ή μεγάλου διάστημα από τη στιγμή της αγοράς, ένα άλλο αποταμιεύεται σε τράπεζες για μελλοντική χρήση (π.χ., αναπλήρωση αγαθών μεγάλης αξίας και διαρκείας) ή για τις «βροχερές μέρες» που συνήθως χαρακτηρίζονται από υψηλά ποσοστά ανεργίας και πτώση των πραγματικών μέσων εισοδημάτων. Σε κάθε περίπτωση, το εισόδημα γενικά προσδιορίζει αυτό που λέμε αγοραστική δύναμη της κοινωνίας. Το μέρος του εισοδήματος που προορίζεται σε κάθε στιγμή για την αγορά καταναλωτικών αγαθών αντιπροσωπεύει ένα μέρος του συνολικού χρήματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία μαζί με αυτό που επιχειρήσεις χρησιμοποιούν για την αγορά κεφαλαιακών αγαθών (μέσων παραγωγής) και πρώτων υλών.

Εν πάση περιπτώσει, το μέρος του ατομικού εισοδήματος που προορίζεται για κατανάλωση έρχεται αντιμέτωπο με ένα σύνολο αγαθών (ντόπια παραγομένων ή εισαγμένων) με διαφοροποιήσεις ως προς την αναγκαιότητά ή πολυτέλειά τους, την ποιότητα ή την ανταλλακτική τους αξία. Το τι είναι απολύτως αναγκαίο, απλώς αναγκαίο ή είδος πολυτελείας, προσδιορίζεται από την στάθμη ανάπτυξης μιας κοινωνίας, ωστόσο η ζήτηση των ποικίλων κατηγοριών του φάσματος των καταναλωτικών αγαθών διαφέρει ανάμεσα στα εισοδηματικά στρώματα της κοινωνίας. Είναι προφανές ότι η κύρια ζήτηση πολυτελών αυτοκινήτων προέρχεται κατά κανόνα από τα πλουσιότερα εισοδηματικά στρώματα, ενώ η ζήτηση αστικών συγκοινωνιών πηγάζει κυρίως από τα φτωχότερα. 

Στην καπιταλιστική κοινωνία, τα εισοδήματα (α)-(ε) αυξομειώνονται, όπως μεταβάλλεται και η καμπύλη της εισοδηματικής κατανομής, ο μέσος όρος, το median και η τυπική της απόκλιση. Κατά συνέπεια, δυναμικά μεταβάλλεται και η ζήτηση κατηγοριών καταναλωτικών αγαθών σε βάρος άλλων, με αντίστοιχη δυναμική επίδραση στις σχετικές τιμές τους. Αγνοώντας τις αυξομειώσεις στην προσφορά χρήματος που βρίσκεται στην κυκλοφορία και τον πληθωρισμό-αποπληθωρισμό (που τείνουν να επηρεάζουν ομοιόμορφα τις τιμές εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της τιμής της εργασιακής ισχύος), σε γενικές γραμμές μπορεί να γραφεί ότι καθολική αύξηση των μισθών των εργαζομένων (απασχολούμενων παραγωγικά ή όχι) θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζήτησης καταναλωτικών αγαθών. Aν αυτή δεν είναι βαθμιαία, αλλά κλιμακωτή, θα επιφέρει αυξήσεις τιμών, συνήθως παροδική. Η διεύρυνση και επέκταση της παραγωγής που πιθανόν θα επακολουθήσει την ενισχυμένη ζήτηση θα οδηγήσει σε αύξηση του όγκου των καταναλωτικών αγαθών που παράγονται και θα εξισορροπήσει τη ζήτηση και οι τιμές θα τείνουν να συγκλίνουν στους μέσους όρους (στην ανταλλακτική τους αξία). Υπό ομαλές συνθήκες και κατά τη διάρκεια μιας σχετικής ισορροπίας του συστήματος, οι μισθοί και η εισοδηματική κατανομή παραμένουν σχετικά σταθερές, η δε συναθροιστική αγοραστική δύναμη εργαζομένων και εισοδηματιών εν γένει, συμβαδίζει με την επέκταση της παραγωγής και του όγκου του παραγόμενων αγαθών. Το κεφάλαιο, από τη μεριά του, δεν έχει πλήρη εικόνα της εξέλιξης αυτής της αγοραστικής δύναμης, ούτε και πως οι καταναλωτικές προτιμήσεις (η απεικόνιση του φάσματος και του όγκου των καταναλωτικών αγαθών στην εισοδηματικής καμπύλη) διαμορφώνονται. Αν μη τι άλλο, κάνει ό,τι περνά από το χέρι του ώστε να περιορίσει το κόστος εργασίας (είτε εξαιτίας του ανταγωνισμού, είτε απρόβλεπτων επιβαρύνσεων του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας, κτλ., είτε από το δέλεαρ και προσδοκίες υψηλών ρυθμών ανάπτυξης) στο βαθμό που αυτό διατηρεί ή αυξάνει τα ποσοστά κέρδους. Σημαντική απόκλιση των ρυθμών αύξησης ή η στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης της κοινωνίας από το ρυθμό επέκτασης της παραγωγής λαμβάνει χώρα, με άλλα λόγια υπερπροσφορά αγαθών ως προς τη δυνατότητα της κοινωνίας να τα απορροφήσει (υπερπαραγωγή απέναντι σε υποκατανάλωση): επιβράδυνση και τελικά μείωση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, που επεκτείνεται και στους τομείς των κεφαλαιακών αγαθών και πρώτων υλών, πτώση της κερδοφορίας, που είναι τόσο οξύτερη, όσο ταχύτερη και ευρύτερη ήταν η επέκταση της παραγωγικής χωρητικότητας που έλαβε χώρα και η απόκλιση μεταξύ παραγωγικής επέκτασης και αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού· ύφεση.

(Σημείωση: Στις εποχές που ακολούθησαν τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και τη ραγδαία ανάπτυξη της μηχανοποιημένης μανυφακτούρας οι περίοδοι μεταξύ υφέσεων προσέγγιζε τον μέσο χρόνο απόσβεσης των μέσων παραγωγής, των μηχανημάτων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή. Η πρόταση αυτή, που παρά την παγκοσμιοποίηση και τη σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ τομέων παραγωγής και το ευρύτατο φάσμα των καταναλωτικών αγαθών, την εμπορευματοποίηση νέων κλάδων της οικονομίας, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών, ισχύει (κατά προσέγγιση πάντα) ακόμα και σήμερα. Στη φάση της επέκτασης της παραγωγής, το κεφάλαιο επενδύει σε μέσα παραγωγής, διευρύνοντας τη χωρητικότητα, κάτι που σειριακά τροφοδοτεί την ανάπτυξη του τομέα των κεφαλαιακών αγαθών. Όταν η ζήτηση μέσων παραγωγής πλέον επιβραδυνθεί, αυτό με τη σειρά του επηρεάζει την κερδοφορία και τα εισοδήματα των εργαζομένων σε αυτόν τομέα. Επιβράδυνση της αθροιστικής αγοραστικής δύναμης και υποκατανάλωση λαμβάνει χώρα, που οδηγεί αργά η γρήγορα και την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών σε στασιμότητα και ύφεση. Όταν τα κεφάλαια του δεύτερου τομέα αρχίζουν να επενδύουν σε αναπλήρωση, ολική ή μερική των πεπαλαιωμένων πλέον μέσων παραγωγής τους, ένας νέος κύκλος παραγωγής ξεκινά.)

Από τα παραπάνω, καταλήγω σε μερικά λογικά συμπεράσματα που αφορούν στην καθημερινότητα του καπιταλισμού:

  • Οι μισθοί των εργαζομένων, ως μέρος του κόστους παραγωγής, βρίσκονται σε αντίφαση με το κεφαλαιακό κέρδος. Για την ίδια τιμή αγοράς του αγαθού που παράγεται, αύξηση του ενός σημαίνει αυτόματη μείωση του άλλου. 
  • Οι μισθοί των εργαζομένων αντικατοπτρίζουν την αγοραστική τους δύναμη. Tο κεφάλαιο αντιμετωπίζει τους μισθούς ως κόστος παραγωγής. Η αθροιστική αγοραστική δύναμη της κοινωνίας δεν υπεισέρχεται στις επιχειρηματικές αποφάσεις που αφορούν στο μέγεθος παραγωγής και την κερδοφορία της ατομικής επιχείρησης.
  • Το κόστος παραγωγής στον καθένα τομέα και το σύνολο της παραγωγής που συνδέεται που τους μισθούς των εργαζομένων εντός ή εκτός της παραγωγικής διαδικασίας, χάριν της προηγουμένης πρότασης, και το κόστος της ενέργειας και πρώτων υλών συνδέεται και επηρεάζει την προσφορά και ζήτηση καταναλωτικών αγαθών.
  • Αυξομείωση της προσφοράς και ζήτησης καταναλωτικών αγαθών επηρεάζει, ενδεχόμενα με κάποια υστέρηση, την προσφορά και ζήτηση στους τομείς των πρώτων υλών, ενέργειας, και κεφαλαιακών αγαθών.
  • Η επέκταση της χωρητικότητας της παραγωγής και της επένδυσης για αυτήν γίνεται σε μικροοικονομικό επίπεδο και με γνώμονα προσδοκίες ζήτησης του αγαθού από την κοινωνία, βασισμένες σε ατελή γνώση της αγοράς και των τάσεων που αναπτύσσονται εντός της. 
Ο μισθός της εργασίας και το κόστος παραγωγής που επηρεάζει βρίσκονται σε μια δυναμική σχέση με το κέρδος του κεφαλαίου, από τη μια μεριά, και την κατανάλωση των αγαθών που παράγονται στον καπιταλισμό, από την άλλη. Οι συγκρούσεις δυνάμεων που ενεργούν προς αντίθετες κατευθύνσεις: (α) η αντίθεση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο (του μισθού με το κέρδος), (β) η χωρική και χρονική απόσταση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση, (γ) αφενός η κοινωνικοποίηση της εργασία διαμέσου του καταμερισμού και της εξειδίκευσης της , και αφετέρου η ιδιοποίηση και ιδιωτική διαχείριση αγαθών από αυτόνομα κεφάλαια -με ατελή γνώση μια στην ουσία παγκοσμιοποιημένης, χαοτικής αγοράς, των αναρίθμητων ανταλλαγών που λαμβάνουν χώρα και ανάλογου αριθμού μικρο-δυνάμεων που εξασκούνται προς διάφορες κατευθύνσεις, αυτές οι συγκρούσεις αναπτύσσουν περιοδικά ισχυρές οικονομικές τάσεις και πολώσεις που ωθούν το σύστημα σε αστάθεια, υφέσεις και κρίσεις.

Friday, May 26, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ - 6 Τιμές, μισθοί και κέρδη (Β)

ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΙΣΧΥΣ & ΜΙΣΘΟΣ
Οι μισθοί (ή το «εργασιακό κόστος» για το κεφάλαιο ή, αλλιώς, το οργανικό κόστος της παραγωγής) είναι το μέρος της τιμής του αγαθού (ή της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος) που επιστρέφεται στους εργαζόμενους της επιχείρησης, όχι απαραίτητα κατ’ αναλογία ή ισόμετρα με την εργασιακή ενέργεια («ένταση» ή ισχύς επί τον χρόνο) που κατέβαλλαν για τη δημιουργία της αξίας. Ο εργαζόμενος στον καπιταλισμό λαμβάνει μόνον ένα μερίδιο αυτής της αξίας που η εργασία ενσωματώνει στο εμπόρευμα και στου οποίου την παραγωγή συμμετέχει. Το υπόλοιπο, η υπεραξία, που μονεταριστική της έκφραση συνιστά το «ακαθάριστο κέρδος» για το κεφάλαιο, διαχέεται στους διάφορους μετόχους της επιχείρησης ως χρηματικό μέρισμα ή συσσωρευμένο κέρδος που δεν επανεπενδύεται, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που συμμετέχει με πίστωση ως τοκοχρεολύσια, σε κτηματικά κεφάλαιο με τη μορφή ενοίκιου, σε εμπορικά κεφάλαια με τη μορφή εμπορικού κέρδους, σε φόρους προς το κράτος, και άλλα έξοδα όπως bonus, ασφάλειες, hedging, κτλ. Ο εργαζόμενος ανταλλάσσει την εργασιακή ισχύ (labour power), δηλαδή την ικανότητα του προς πνευματική ή και σωματική εργασία, με χρήμα. Αυτό το χρήμα είναι η αμοιβή του από το κεφάλαιο που τον απασχολεί, για την αξία που δημιουργεί, ο μισθός του.

Αυτή η εργασιακή ισχύς αναδεικνύεται στον καπιταλισμό σε εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία και τιμή, όπως κάθε άλλο υλικό ή άϋλο αγαθό και εμπόρευμα. Και η τιμή αυτής της εργασιακής ισχύος είναι ο μισθός. Όπως το κέρδος μετά από φόρους είναι γενικά εισόδημα στους κατόχους του κεφαλαίου, τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης, έτσι και ο μισθός είναι εισόδημα για τον εργαζόμενο. Η ανταλλακτική αξία της εργατικής ισχύος είναι συνάρτηση των ικανοτήτων, επιδεξιοτήτων, της εκπαίδευσης, κτλ. που εμπεριέχει ή προαπαιτείται για την προσφορά συγκεκριμένου έργου. Ισοδυναμεί με την αξία των υλικών αγαθών που χρειάζονται για τη συντήρηση της (απαραίτητα υλικά στοιχεία διαβίωσης) και υπηρεσιών που ο βαθμός τεχνολογικής ανάπτυξης μιας κοινωνίας παρέχει για να καταστήσει αυτήν την εργασία παραγωγική (μόρφωση, εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, ψυχαγωγία και διακοπές, κτλ.) -να ενισχύσει την απόδοση αυτής της εργασιακής ισχύος στο σύστημα παραγωγής και στην αύξηση της επιχειρηματικής παραγωγικότητας, και, επιπλέον, με την αξία αγαθών και υπηρεσιών παρεμφερών προς την εργασία (μετακίνηση, επικοινωνία, εργασιακά βοηθήματα, κτλ.) και βέβαια την αναπλήρωση και αναπαραγωγή αυτής της ισχύος (συντήρηση της οικογένειας του εργαζόμενου) για τη διαιώνιση της παραγωγικής διαδικασίας.

Η ανταλλακτική αξία κάθε ειδικότητας στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας προσδιορίζεται, όπως και με κάθε εμπόρευμα, από την αγορά, μέσα από το πλήθος των συμβολαίων που συνάπτονται μεταξύ εργοδοτών (κεφαλαίων) και εργαζομένων, ενώ η τιμή της (ο μισθός της εργασίας) υπόκειται σε παρόμοιες διακυμάνσεις με αυτές κάθε εμπορεύματος, εξαιτίας κυρίως αντίστοιχων αυξομειώσεων στην προσφορά και ζήτηση των διαφόρων ειδικοτήτων, αλλά ταλαντώνεται με σημείο ιδανικής ισορροπίας την αξία της.  Άλλοι παράγοντες, όπως η αυξομείωση της τιμής των αξιών που συνθέτουν την αξία της εργασιακή ισχύος, κρατικές παρεμβάσεις (φόροι, εισφορές, κατώτατος μισθός, κτλ.), δημογραφικές μεταβολές και ανακατατάξεις, μετανάστευση, κτλ., που συνδέονται άμεσα ή όχι με την προσφορά και ζήτηση εργασίας, επηρεάζουν επίσης το μισθό της εργασιακής ισχύος. 

Η τεχνολογική ανάπτυξη προωθεί την αύξηση της παραγωγικότητας και σε διαλεκτική σχέση με το σύστημα παραγωγής ενθαρρύνεται από αυτό χάριν στην επίδραση που έχει στο ποσοστό κέρδους, ενώ παράλληλα δημιουργεί ανακατατάξεις στη σύνθεση του κοινωνικού προϊόντος και κατ’ αντιστοιχία στον καταμερισμό εργασίας, ωθώντας κατηγορίες ειδικοτήτων σε απαξίωση διά μείωσης της ζήτησής τους από το κεφάλαιο μέχρι την τελική κατάργησή τους. Σε κοινωνίες που έχουν κατακτήσει υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας (μεγαλύτερο σε αξία -πραγματική και ονομαστική, μονεταριστική - κοινωνικό προϊόν με το ίδιο ή μικρότερο κόστος παραγωγής) έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν στους εργαζόμενους ένα σχετικά μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της παραγόμενης αξίας, δίχως παράλληλα να επηρεάζονται αρνητικά τα μέσα ποσοστά κέρδους. Γεωγραφικές περιοχές και κοινωνίες και έθνη με υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας χαρακτηρίζονται γενικά από υψηλότερους μέσους μισθούς εργαζομένων ή, καλύτερα, αγοραστική δύναμη. Επιπλέον, η τεχνολογική πρόοδος σημαίνει όχι μόνον διεύρυνση των αναγκών του ανθρώπου και αύξηση της μέσης στάθμης του βιοτικού επιπέδου, αλλά και αυξημένες ανάγκη από το κεφάλαιο για περαιτέρω εξειδίκευση και διανοητικές ικανότητες των απασχολούμενων, και κατά συνέπεια της αξίας την εργασιακής ισχύος μέσω της εκπαίδευσης που αυτή η ισχύς με τη σειρά της χρειάζεται να ενσωματώνει. Άρα, υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στο μέσο μισθό μιας κοινωνίας και τη στάθμη της τεχνολογικής ανάπτυξης και παραγωγικότητάς της, και δεν είναι παράδοξο μια κοινωνία με υψηλότερο κόστος εργασίας (μισθών) και κατά συνέπεια κόστος παραγωγής να προσφέρει ισοδύναμα ή υψηλότερα ποσοστά κέρδους στο κεφάλαιο.
 
(Ως υποσημείωση αναφέρω ότι ορισμένοι εργαζόμενοι ή πολίτες μιας κοινωνίας, στη βάση της μοναδικότητας ή εξαιρετικότητας του ταλέντου ή της ιδιοφυίας τους μπορεί να απολαμβάνουν αποδοχές και εισοδήματα δυσανάλογα υψηλότερα και με μεγάλη απόκλιση από τους κοινωνικούς μέσους όρους. Η αξία της εργασιακής τους ισχύος, εξαιτίας αυτής της μοναδικότητας, μπορεί να παραλληλιστεί με αυτήν ενός αριστουργήματος τέχνης ή ενός παλαιωμένου κρασιού. Αυτές οι εξαιρετικές περιπτώσεις δεν αλλοιώνουν τη ματεριαλιστική βάση της εξήγησης και μέτρησης της ανταλλακτικής αξίας της εργατικής ισχύος.)

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ - 6 Τιμές, μισθοί και κέρδη (Α)

Οι εξισώσεις λειτουργίας μιας μεμονωμένης επιχείρησης και της μικροοικονομίας της είναι σχετικά απλές. Οι τιμές των αγαθών που παράγει και προσφέρει στην αγορά των ατομικών καταναλωτών ή άλλων επιχειρήσεων περιέχουν τα αθροιστικά κόστη παραγωγής του (πρώτων υλών και ενέργειας, απόσβεσης μηχανημάτων, μισθωτής εργασίας) και το ακαθάριστο καπιταλιστικό κέρδος. Το κέρδος που προκύπτει από την παραγόμενη από την εργασία υπεραξία από τη μεριά του διασπάται ως εξής: (α) σε κεφάλαιο που συσσωρεύεται και προσωρινά αποταμιεύεται σε χρηματική μορφή προτού δυνάμει επανεπενδυθεί στη διεύρυνση της παραγωγής και την επέκταση της παραγωγικής χωρητικότητας ή επιστραφεί ως χρήμα στους μετόχους-ιδιοκτήτες της επιχείρησης· (β) σε τακτικό μέρισμα προς τους μετόχους-ιδιοκτήτες· (γ) σε τόκους – ως επιστροφή μέρους των κερδών (και της υπεραξίας) στο χρηματοπιστωτικό-τραπεζικό κεφάλαιο που συμμετέχει στην επιχείρηση·(δ) σε φόρους προς το κράτος. Σημειώνεται ότι ένα μέρος της υπεραξίας που δεν εμφανίζεται ως ΄κέρδος’ (EBIT, EBITDA, operating income, κτλ.) στα λογιστικά κιτάπια των επιχειρήσεων διανέμεται ως «ενοίκιο» στα κεφάλαια-ιδιοκτήτες κτιρίων, γης, κτλ., σε άλλα μη παραγωγικά έξοδα (για παράδειγμα, ασφάλεια από ατυχήματα), ως (συχνά υπέρογκα) bonus στη διοίκηση και, ενίοτε, καθολικά ή επιλεκτικά στους εργαζομένους ως πρασαυξήσεις των κανονικών μισθών τους. Συχνά, οι τιμές πώλησης σε μεσάζουσες εταιρίες και εταιρίες διανομής εκπίπτουν των τελικών τιμών που ο καταναλωτής πληρώνει για τα αγαθά. Ένα μέρος της συνολικής υπεραξίας που παράγεται στο πρώτο στάδιο της παραγωγής μετατρέπεται από το παραγωγικό και γίνεται κέρδος για το εμπορικό από κεφάλαιο. Με άλλα λόγια ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται εντός της παραγωγικής επιχείρησης διανέμεται ως κέρδος σε «συμβεβλημένα» χρηματοπιστωτικά, εμπορικά και κτηματικά κεφάλαια. 

ΤΙΜΕΣ ΑΓΑΘΩΝ (ΠΡΟΣΦΟΡΑ & ΖΗΤΗΣΗ, ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ) 
 
Η τιμή, λοιπόν, ενός αγαθού είναι η μονεταριστική έκφραση της ανταλλακτικής αξίας του. Η διαφορά της τιμής από την αξία δεν έγκειται μόνο στη διαφορά του «ονομαστικού» από το ουσιαστικό και «πραγματικό», ενός ελαστικού κελύφους από τον σκληρό πυρήνα, αλλά και στην κινητικότητα και ταλαντώσεις της τιμής γύρω από το σημείο αναφοράς και σύγκλισης της, του ιδανικού σημείου ισορροπίας της, που είναι η αξία και η ενσωματωμένη, αποκρυσταλλωμένη στο αγαθό εργασία. Με μια έννοια, η τιμή είναι η μέτρηση της ανταλλακτικής αξίας του αγαθού από μια ντόπια ή εθνική ή παγκόσμια αγορά που εσωκλείει τους ατομικούς ή ανώνυμους παραγωγούς αγαθών και τους ατομικούς ή ανώνυμους καταναλωτές αυτών των αγαθών, και είναι η σύνθεση και κολλεκτίβα τους. Αλλά τους υπερβαίνει, στέκεται υπεράνω τους ως «αόρατο χέρι». 

Με δεδομένη τη σχετική απορρύθμιση και αναρχία (ή χάος) και γενική αδυναμία πρόγνωσης αυτής της καπιταλιστικής αγοράς περά από έναν σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μιας αγοράς που καθίσταται τέτοια εξαιτίας του γεωγραφικό εύρους αναρίθμητων συναλλαγών, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη χρονική στιγμή της παραγωγής ενός αγαθού με κόστος παραγωγής C μέχρι τη χρονική  στιγμή πώλησής του σε τιμή Μ, διαμέσου συχνά διαφόρων μεταπρατικών σταδίων διανομής στον τελικό καταναλωτή, η ατέλεια της γνώσης και πληροφορίας για την αγορά από παραγωγούς, εμπόρους και καταναλωτές, η  τυχαιότητα φυσικών, κοινωνικών και πολιτικών  φαινομένων (καιρικών και κλιματικών, δημογραφικών μεταβολών, εθνικές συγκρούσεις), οι αυξομειώσεις της αγοραστικής δύναμης των εισοδηματικών στρωμάτων που καταναλώνουν τα διαφορετικά τμήματα του φάσματος των προϊόντων και υπηρεσιών, κτλ., η ακατάπαυστη κίνηση της προσφοράς και της ζήτησης, που η σχέση τους ανά πάσα στιγμή καθορίζει στιγμιαία τις τιμές των αγαθών, οι τιμές βρίσκονται και αυτές σε ταλάντωση πάνω και κάτω από την υποβόσκουσα αξία τους, τον μέσο όρο ή σημείο σύγκλισή τους, η αξία και η τιμή ταυτίζονται περιστασιακά και συμπτωματικά: “the price of a commodity constantly stands above or below the value of the commodity, and the value of the commodity itself exists only in this up-and-down movement of commodity price.”

Η παραπάνω διαπίστωση δεν αναιρεί την εργασιακή ουσία στην ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος. Ανομοιόμορφες μεταβολές στην προσφορά και τη ζήτηση ενός αγαθούς εις βάρος άλλων και κατ’ επέκταση στις σχετικές τιμές αγαθών (στους λόγους των τιμών τους) ιδιαίτερα εμφανείς στις αρχικές φάσεις μετά το λανσάρισμα τους, συνήθως επακόλουθα μιας τεχνολογικής ανακάλυψης ή καινοτομίας, μπορεί να είναι σημαντικές. Ένα νέο προϊόν G1 που φέρεται να ικανοποιεί ανάγκες μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού και προστάζει ζήτηση (εις βάρος της ζήτησης άλλων προϊόντων G2-G3 για την ίδια αγοραστική δύναμη του πληθυσμού) δύναται να προσφέρεται σε τιμές πολύ υψηλότερες από το κόστος παραγωγής και ποσοστά κέρδους μεγαλύτερα από τον χρονικά και γεωγραφικά μέσο όρο. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός επέρχεται και μεταφέρει κεφάλαια από την παραγωγή προϊόντων G2-G3 που η ζήτηση τους και κατ’ επέκταση οι τιμές και τα ποσοστά κέρδους επηρεάστηκαν αρνητικά, στην παραγωγή του αγαθού G1 που παρουσιάζει αυξημένη ζήτηση και ποσοστά κέρδους, μέχρις ότου η προσφορά των G1 & G2-G3 εξισορροπηθεί από την αντίστοιχη ζήτηση, οι αντίστοιχες τιμές συγκλίνουν προς τις πραγματικές ανταλλακτικές αξίες και τα αντίστοιχα ποσοστά κέρδους ισοσταθμιστούν. Αντίστροφα, αν η χαμηλή ζήτηση ενός αγαθού ωθήσει την τιμή του σε επίπεδα που δεν υπερβαίνουν το κόστος παραγωγής του, που δεν αποφέρει κεφαλαιακό κέρδος, η παραγωγή του παύει και το αρχικό κεφάλαιο είτε αποσύρεται πιθανόν απαξιωμένο από τη ζημιά, είτε επενδύεται σε διαφορετικό τομέα.

Ανάλογες τάσεις αναπτύσσονται και στις σχετικές τιμές αγαθών από (συνήθως τυχαίες, βηματικές)  αυξήσεις στην παραγωγικότητα του ενός σε σχέση με άλλα, όπως αναλύθηκε παραπάνω. Μια τεχνολογική καινοτομία ή νέα μέθοδος παραγωγής που αυξάνει την παραγωγικότητα (την αύξηση μονάδων του προϊόντος ανά περίοδο παραγωγής με το ίδιο κόστος ή, ισοδύναμα, παραγωγή των ίδιων μονάδων του προϊόντος σε μικρότερο χρονικό διάστημα και χαμηλότερο κόστος παραγωγής) σε έναν τομέα επιτρέπει σε μιαν επιχείρηση είτε να διαθέσει το προϊόν της στην ίδια ποσότητα και την υφιστάμενη τιμή αγοράς με αυξημένο ποσοστό κέρδους, είτε σε αυξημένη ποσότητα (υπερ-προσφορά για σταθερή ζήτηση) σε χαμηλότερη τιμή από τους ανταγωνιστές, με το ίδιο ή και πάλι αυξημένο ποσοστό κέρδους της, με σκοπό την κυριαρχία της στο σχετικό τομέα. Ο ανταγωνισμός θα παρακινήσει κεφάλαια εντός του ίδιου τομέα είτε σε ανάλογες αυξήσεις της παραγωγικότητας μέχρι τα ποσοστά κέρδους να εξισορροπηθούν για την ίδια ζήτηση, είτε θα τα οδηγήσει σε πτώχευση. Η αύξηση της παραγωγικότητας σε έναν τομέα παραγωγής συνοδεύεται από αύξηση των ποσοστών κέρδους στο συγκεκριμένο τομέα για την ίδια τιμή και σταθερή ζήτηση μονάδων εμπορεύματος. Οι αυξημένες αποδόσεις θα προσελκύσουν κεφάλαια έξωθεν, που θα διεκδικήσουν μερίδιο στην παραγωγή του συγκεκριμένου αγαθού από ήδη ενεργά κεφάλαια, με αποτέλεσμα την μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους και τάσεις προς σύγκλιση σε μιαν κατάσταση ισορροπίας.

Tuesday, May 23, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ - 5 Παραγωγικότητα

Είναι σαφές ότι η μεγιστοποίηση της απόδοσης του κεφαλαίου με πρωτοβουλία του ίδιου του κεφάλαιου επιτυγχάνεται είτε με την αύξηση της τιμής του αγαθού, είτε με μείωση του κόστους παραγωγής, είτε και με τα δύο ταυτόχρονα. Η τιμή του αγαθού, για την οποία θα γίνει περισσότερος λόγος αργότερα, σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού προσδιορίζεται από την αγορά, ενώ σε συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης αντικατοπτρίζει την ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος, την ενσωματωμένη σε αυτό κοινωνική εργασία, αν και σύγκλιση της τιμής στην πραγματική αξία προϋποθέτει αρκετούς κύκλους παραγωγής του ίδιου αγαθού, σημαντικό αριθμό ανταλλαγών και μικρές αποκλίσεις της προσφοράς από τη ζήτηση. Σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις, σε συνθήκες σημαντικών εξωτερικών παρεμβάσεων (κυρίως καρατικών), σε απρόβλεπτες διαταράξεις στην προσφορά και τη ζήτηση η τιμή μπορεί να αποκλίνει σημαντικά από την ουσιαστική, πραγματική αξία, με εκτροπές συχνά απρόβλεπτες και ακαριαίες, με ευρύτερο κοινωνικό αντίκτυπο, ιδιαίτερα αν πρόκειται για τιμές βασικών αγαθών (ενέργεια, διατροφή, κατοικία, κτλ.) Κατά την πραγματοποίηση αυτής της αξίας, κατά τη μετάβαση Ν(G) > M(T2) στον στοιχειώδη παραγωγικό κύκλο, το κεφάλαιο έρχεται αντιμέτωπο με την αγορά, προσκρούει σε μιαν κατάστασή και δυνάμεις που σε μεγάλο βαθμό το ξεπερνούν. Εξαίρεση ίσως αποτελούν μονοπώλια και ολιγοπώλια της αγοράς ή μεγάλα κρατικά κεφάλαια. Πάντως, η τιμή που επιτυγχάνεται στην παραπάνω μετάβαση και ανταλλαγή του προϊόντος με χρήμα και τη συνέχιση του παραγωγικού κύκλου σε μέγιστο βαθμό προσδιορίζεται από την κοινωνική, παγκόσμια πλέον αγορά και τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της.

Από την άλλη μεριά, το κόστος παραγωγής, όπως επίσης αυτή καθαυτή η βασική περίοδος κι ο αριθμός των κύκλων παραγωγής στη διάρκεια μιας επένδυσης, είναι παράμετροι που το συγκεκριμένο κεφάλαιο δύναται και πασχίζει να επηρεάσει ώστε να μεγιστοποιήσει το ποσοστό του ακαθάριστου κέρδους και τη μέση απόδοσή του στο χρόνο, σε απόλυτους αριθμούς και σε σχέση με άλλα κεφάλαια. Η αύξηση της παραγωγικότητας της καπιταλιστικής επιχείρησης εξ ορισμού τείνει είτε να αυξάνει τις μονάδες εμπορεύματος Ν(G) που παράγονται σε μια σταθερή περίοδο ΔΤ, είτε, ισοδύναμα, να μειώνει τη διάρκεια του κύκλου ΔΤ για την παραγωγή της ίδιας ποσότητας N(G), και στις δύο περιπτώσεις με το ίδιο ή μικρότερο κόστος παραγωγής (απόσβεσης των μέσων παραγωγής και του κόστους εργασίας). Θεωρώντας σταθερή την ποσότητα και το κόστος των πρώτων υλών που κάθε μονάδα εμπορεύματος περιέχει, αυτό επιτυγχάνεται: είτε στην απλούστερη, ακατέργαστη εκδοχή- με αύξηση της έντασης της εργασίας στη διάρκεια ΔΤ για το ίδιο μισθολογικό κόστος, δηλαδή την εντατικοποίηση της, κάτι που αποκτά ιδιαίτερο νόημα για labor intensive δραστηριότητες· είτε με την αυτοματοποίηση και εφαρμογή τεχνικών ή μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής που μειώνουν το μέρος (W+O) του συνολικού κόστους ή μόνον ή κυρίως του W (του χρόνου ζωντανής εργασίας για την παραγωγή των Ν(G))· είτε με οικονομίες κλίμακας που μειώνουν την απόσβεση του σταθερού μέρους του κεφαλαίου και του λειτουργικού κόστους (Ο+ο+w) ανά μονάδα εμπορεύματος. 

Εν κατακλείδι, αύξηση της παραγωγικότητας σημαίνει μεγένθυνση του όγκου της παραγωγής με το ίδιο κόστος ή μείωση του κόστους ανά μονάδα αγαθού για το ίδιο μέγεθος παραγωγής, κάτι που δυνητικά  ελαχιστοποιεί τον λόγο C/M(T2) και επομένως μεγιστοποιεί το ποσοστού κέρδους [1-C/M(T2)]. Στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγικών σχέσεων η παραγωγικότητα είναι μετρήσιμη και τυπικά μπορεί να εκφραστεί από το λόγο του αριθμού των αγαθών που παράγονται (Ν(G) προς το κόστος παραγωγής τους, συμπεριλαμβανομένων πάντα των μισθών των εργαζομένων –του κόστους εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του ποσοστού κέρδους θεωρεί κατ’ αρχήν (ή και προϋποθέτει)σταθερή  και δεδομένη τη διατίμηση από την αγορά της ίδιας ποσότητας Ν(G) εμπορευμάτων.

Η αύξηση της παραγωγικότητας σε μια μεμονωμένη επιχείρηση (X) ενός συγκεκριμένου τομέα παραγωγής, που παρακινείται αποκλειστικά και μόνο από τον ανταγωνισμό σε συνδυασμό με το κίνητρο της διατήρησης και αύξησης του ποσοστού κέρδους, εκμεταλλεύεται με εναλλακτικούς τρόπους από το αντίστοιχο κεφάλαιο και επιφέρει απτά αποτελέσματα εντός του τομέα παραγωγής στο οποίο δρα: (α) άμεση αύξηση της κερδοφορίας με δεδομένη σταθερή ζήτηση των αγαθών και μερίδιο αγοράς· (β) μείωση της τιμής προσφοράς του προϊόντος ως προς την επικρατούσα τιμή αγοράς με την προσδοκία αύξησης του μεριδίου αγοράς στον ιδιαίτερο τομέα και την αύξηση των μονάδων του αγαθού που η εταιρία θα διαθέτει εις βάρος των ανταγωνιστών της· (γ) συνήθως μέσω κάποιου λογιστικού συμβιβασμού μεταξύ μείωσης της τιμής προσφοράς και αύξηση της κέρδοφορίας, στη βάση και πάλι προσδοκιών ως προς την εξέλιξη της αγοράς και του ανταγωνισμού. Για τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις (Y,Z,...) οι επιλογές είναι δύο: είτε (α) να ισοφαρίσουν την αύξηση της παραγωγικότητας της πρωτοπόρας επιχείρησης (Χ), είτε (β) να παραχωρήσουν αναγκαστικά μερίδιο της αγοράς στην παραγωγικότερη επιχείρηση. Σε κάθε σενάριο επιλογών, τόσο οι τιμές των αγαθών, όσο και τα ποσοστά κέρδη των ανταγωνιζόμενων επιχειρήσεων μεταβάλλονται  με το χρόνο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα επιπτώσεων της αύξησης της παραγωγικότητας και της συνοδευόμενης μείωσης του κόστους παραγωγής, στις μεταβολές ποσοστών κερδών και τιμών αγαθών, και της δυναμικής («διαλεκτικής») σχέσης τους εντός του ίδιου τομέα ή των ανταλλακτικών αξιών μεταξύ αγαθών και ποσοστών κερδών παρεμφερών ή διαφορετικών τομέων μπορούν εύκολα να αντληθούν από την πρόσφατη ιστορία, καθώς και σύγχρονες εξελίξεις [εξόρυξη μετάλλων για βιομηχανική και καταναλωτική χρήση, πηγές ενέργειας (υδρογονάνθρακες, ανανεώσιμες, κτλ.), τηλεπικοινωνίες (ασύρματες, ενσύρματες, κινητές, κτλ.), διάδοση πληροφορίας, κτλ.]

Η δυναμική του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, σε συνδυασμό πάντα με τη ροπή των ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων προς μεγιστοποίηση, απόλυτη και σχετική, των ποσοστών κερδών τους, είτε θα δημιουργήσει τάσεις εξισορρόπησης της παραγωγικότητας (και του κόστους παραγωγής ανά μονάδα αγαθού) μεταξύ μερικών ή όλων από τις επιχειρήσεις που δρουν στο συγκεκριμένο τομέα, είτε θα οδηγήσει τελικά στην επιβίωση και κυριάρχηση στην αγορά των πλέον παραγωγικών κεφαλαίων. Στην περίπτωση του πρώτου σεναρίου, θεωρώντας σταθερή τη συνολική ζήτηση μονάδων των αγαθών που ο εν λόγω τομέας παράγει, ο ανταγωνισμός αποκαθίσταται σε νέο επίπεδο, έστω και προσωρινό, με ανυψωμένα ποσοστά κερδών στη συγκεκριμένη παραγωγική κατηγορία. Στην δεύτερη περίπτωση,  η παραγωγικότερη επιχείρηση χάρη στο αρχικό παραγωγικό της προβάδισμα τελικά θα κυριαρχήσει στην αγορά του συγκεκριμένου αγαθού.

Αφενός, η ανισόμετρη αύξηση της παραγωγικότητας μεταξύ τομέων της παραγωγής, εξαιτίας της τυχαιότητας στο χρόνο τεχνολογικών ανακαλύψεων ή καινοτόμων μεθόδων παραγωγής, που συντελούν με διαφορετικούς βαθμούς στην βελτίωσή της ανά τομέα, αφετέρου, γεωγραφικές  ασυμμετρίες (διαφορετικά επίπεδα απορρόφησης νέων τεχνολογιών από χώρα σε χώρα, καθυστερήσεις για ιστορικούς λόγους στην ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών, διαφορές στο κόστος ζωής και τα επίπεδα μισθών, κτλ.) εντός του ίδιου ή διαφορετικών τομέων παραγωγής, οφειλόμενες κυρίως σε ιστορικούς λόγους, οδηγεί σε διαφορετικά ποσοστά κέρδους και απόδοσης κεφαλαίων από τομέα σε τομέα και από χώρα σε χώρα (εντός του ίδιου ή διαφορετικών τομέων παραγωγής). Επιπροσθέτως αναφέρω ότι όχι μόνον το επίπεδο αλλά και οι ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας διαφέρουν από τόπο σε τόπο κι από τομέα σε τομέα, στα πλαίσια κάτε εθνικού και διεθνούς καταμερισμού της παραγωγής, με το ιστορικό αποτέλεσμα της αύξησης του οικονομικού χάσματος μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών. Τέτοιες αποκλίσεις μόνον με ισχυρές δυνάμεις αναστρέφονται (developmental state, central planning, capitalist integration). 

Προφανώς, το κεφάλαιο προσελκύεται από υψηλότερα ποσοστά απόδοσης. Εκμεταλλεύεται αυτές τις γεωγραφικές ή τομεακές διαφορές στους δείκτες παραγωγικότητας και τις αντίστοιχες αποδόσεις όταν επενδύει. Ως αποτέλεσμα βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση που ξεπερνά τα σύνορα κρατών και τα όρια μεταξύ κατηγοριών αγαθών. Τα κεφάλαια εντός μιας κοινωνίας ή της παγκόσμιας οικονομίας βρίσκονται σε μια διαρκή εγρήγορση, σε μιαν αδιάκοπη κίνηση για την ικανοποίηση του reason dettre τους (της κερδοφορίας τους) και της τελικής επιβίωσης και κυριαρχίας τους στην αγορά. Μεταφορά κεφαλαίων από έναν τομέα (Α) σε έναν άλλον (Β) υπό την προσδοκία (ή το δέλεαρ) υψηλότερων αποδόσεων στον (Β) δύναται να οδηγήσει μείωση της προσφοράς αγαθών στον Α έναντι αύξησή της στον Β και αντίστροφα, για δεδομένη, σταθερή ζήτησε, αύξηση της τιμής των Α και μείωση της τιμής των Β, έως ότου τα ποσοστά κέρδους εξισορροπηθούν. Παρόμοιες τάσεις δύναται να αναπτυχθούν κατά την κίνηση κεφαλαίων από μια γεωγραφική περιοχή Χ σε μιαν άλλη Υ εντός του ίδιου τομέα παραγωγής, όταν η περιοχή Υ προσφέρει χαμηλότερο κόστος παραγωγής (λόγω χαμηλότερων μισθών ή άλλων συντελεστών που αυξάνουν το ποσοστό του καθαρού κέρδους, όπως οι συντελεστές φόρων ή επιτόκια δανεισμού ή κρατικά κίνητρα). Παραδείγματος χάριν, η αυξημένη ζήτηση εργατικής δύναμης στη χώρα Υ θα τείνει σε βάθος χρόνου να αυξάνει τιμή της εργατικής δύναμης και το μισθολογικό κόστος έως ότου αρχίσουν να συγκλίνουν των ποσοστών κέρδους. Ο κρατικός παρεμβατισμός επίσης συμβάλλει σημαντικά στη συντήρηση ή ενίσχυση τέτοιου είδους ασσυμετριών. Ασφαλώς, τα αποτελέσμετα  τέτοιων ανακατατάξεων κεφαλαίων πέρα και πάνω από εθνικά σύνορα ή όρια παγιωμένων τομέων παραγωγής απαιτούν χρόνο για να γίνουν αισθητά και μετρήσιμα.

Συμπερασματικά, το κεφάλαιο σε συνθήκες ανταγωνισμού επιδιώκει ακατάπαυστα την αύξηση της παραγωγικότητας και τη συνεπαγόμενη μείωση του κόστους παραγωγής προσβλέποντας στην ενίσχυση των αποδόσεων, καταρχήν εντός του παραγωγικού μικρόκοσμου και της μικροοικονομίας του. Επακόλουθα,  με την ιστορική εξέλιξή του καπιταλισμού και τη διάχυση της τεχνολογίας αυτή η μονοτονική αύξηση εξαπλώνεται σε συγγενείς ή ετερόκλητους τομείς παραγωγής και διάφορες περιοχές του πλανήτη.  Η ανισομετρία της παραγωγικότητας και των ρυθμών αύξησή της δημιουργεί σημαντικές αποκλίσεις των ποσοστών κέρδους από έναν καθολικό, παγκόσμιο μέσο όρο, που θέτουν το κεφάλαιο σε κίνηση, τοπική (κυριαρχία σε βάρος άλλων εντός της ίδιας κατηγορίας, που δυνητικά καταλήγει σε μονοπωλιακές/ολιγοπωλιακές καταστάσεις και τελικά ακύρωση αυτού καθαυτού του ανταγωνισμού) ή και τη διάσχιση ορίων (χωρών ή τομέων παραγωγής). Η κίνηση αυτή δημιουργεί με τη σειρά της τάσεις και ασυμμετρίες στο χώρο και χρόνο, που εκδηλώνονται σε μεταβολές των τιμών κάθε αγαθού, του κόστους παραγωγής και των μισθών σε έναν παραγωγικό τομέα ή χώρα, και τελικά των ποσοστών κέρδους κάθε κεφαλαίου, και αντίστροφες δευτερογενείς δυνάμεις που τείνουν να επιφέρουν ισορροπία και σύκλιση (της τιμής στην πραγματική ανταλλακτική αξία του αγαθού, του ποσοστού κέρδους σε ένα μέσο ποσοστό που χαρακτηρίζει την κάθε φάση του καπιταλισμού). Ενίοτε αυτή η κίνηση κεφαλαίων έχει απότομο ή βίαιο χαρακτήρα (ως προς το μέγεθος των κεφαλαίων και την ταχύτητά της) με σημαντικές οικονομικές συνέπειες για εργαζομένους, κοινωνίες και έθνη. 

Monday, May 15, 2017

Το Καπιταλιστικό Ρίσκο και η "Ανταμοιβή" του

Αλλά πως και με τι κριτήρια αποφασίζεται η αρχική επένδυση Μ(0)? Οι κύριοι κάτοχοι του αρχικού κεφαλαίου, είτε μέσω συμβούλων, είτε με δική τους πρωτοβουλία: (α) κάθονται και αναλύουν προσεκτικά τα επιμέρους στοιχεία του συνολικού κόστους παραγωγής Ν ποσότητας αγαθού G σε χρόνο Τ, κάτι που είναι δυνατό να προσδιοριστεί με μια σχετική ακρίβεια, δεδομένων των υφιστάμενων τιμών πρώτων υλών, μέσων παραγωγής, εργατικής δύναμης για κάθε επιδεξιότητα που χρειάζεται, κτλ., αν και διακυμάνσεις πολλές φορές έντονες και απρόβλεπτες μπορούν να επηρεάσουν αυτό το κόστος σημαντικά κατά τη διάρκεια της επένδυσης· (β) προβλέπουν και υπολογίζουν προσεγγιστικά (στη βάση διάφορων σεναρίων εξέλιξης της παραγωγής, του κόστους της και της προσδοκώμενης κατανάλωσης) τη μελλοντική προσοδοφορία ή χρηματικές εισροές από (πάντα πιθανά) μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης. Από το (α) και (β) προκύπτει, συνήθως με προσομοιώσεις, η μέση απόδοση της επένδυσης για το κεφάλαιο. Η τιμή προσφοράς και η αναμενόμενη πραγματοποίηση της αξίας του αγαθού πρέπει να είναι τέτοια ώστε να υπερκεράζει το κόστος παραγωγής, σε βάθος χρόνου τουλάχιστον, και να επιτυγχάνει ένα ελάχιστο προαπαιτούμενο από το κεφάλαιο ποσοστό κέρδους, σε σχέση με άλλα στον ίδιο τομέα ή εντός της ίδιας γεωγραφίας ή της καπιταλιστικής παραγωγής εν γένει.

Φυσικά, τα (α) και (β) ενέχουν σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας καθώς η γνώση της αγοράς, του ανταγωνισμού, της έγκαιρης διαθεσιμότητας πρώτων υλών και της εργατικής δύναμης σε σχετικά σταθερές τιμές, της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, της ζήτησης που θα απαιτήσει το αγαθό σε σχέση με άλλα ομοειδή (market share), ενδεχόμενα εις βάρος άλλων από ετερογενείς κατηγορίες ή και την ίδια επιχείρηση, η εξέλιξη άλλων μακροοικομικών συντελεστών (πληθωρισμός, προσφορά χρήματος, κτλ.) είναι ελλιπής. Η εξωτερική καπιταλιστική αγορά, στο τεράστιο γεωγραφικό και μονεταριστικό μέγεθός και την ποικιλομορφία της παραγωγή (με νέα αγαθά να πρωτο-εμφανίζονται και άλλα να εξαφανίζονται ως απαρχαιωμένα συνεχώς) και τη φαινομενική «αναρχία της» είναι για το ατομικό κεφάλαιο σε μεγάλο βαθμό terra incognita. Αναρίθμητοι παράγοντες εκτός ελέγχου του δρουν σε τυχαίες χρονικές στιγμές από το σημείο μηδέν μπορούν να επηρεάσουν στη μια ή την άλλη κατεύθυνση το κόστος παραγωγής και την τιμή ζήτησης. Ο πολιτικός παράγοντας που μπορεί να δράσει έμμεσα είναι επίσης απρόβλεπτος. Μακροοικονομικές δυνάμεις και τάσεις που αναπτύσσονται και παρουσιάζονται ενίοτε ισχυρότατες δεν προεκτείνονται αξιόπιστα σε μεγάλο βάθος χρόνου και οι επιπτώσεις τους σε μια ατομική επιχείρηση είναι μόνον στοχαστικά και κατά προσέγγιση προβλέψιμες. Όπως ο καιρός, πέρα από μερικές ώρες ή ημερονύκτια από το σήμερα. Είπε χαρακτηριστικά ο Niels Bohr: “Prediction is notoriously difficult, especially about the future.”

Καμιά αμφιβολία, λοιπόν, ότι κάθε νέα επένδυση ενέχει ρίσκο, μια έννοια που αφορά αποκλειστικά στην αβεβαιότητα πραγματοποίησης στο μέλλον της αρχικά αναμενόμενης απόδοσης και με δεδομένη την αδυναμία ακριβών προβλέψεων σε μια καπιταλιστική κοινωνία εξαιτίας του πλήθους των δυνάμεων με διαφορετικές επιπτώσεις που ενεργούν. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Αυτή η αβεβαιότητα εκδηλώνεται στην πράξη από τις σημαντικές ταλαντώσεις και μεταβλητότητα των κερδών και προσαρμογών κόστους και τιμής προσφοράς στα αρχικά στάδια, μέχρι την τελική «απορρόφηση» του αγαθού από την αγορά, την ωρίμανσή του στην παραγωγή και κατανάλωση, την εξισορρόπηση ή εξουδετέρωση των  ανταγωνιστικών δυνάμεων, την καθιέρωση ενός μεριδίου στην αγορά ανάμεσα σε ομόλογα αγαθά, τη σύγκλιση του κέρδους  στο μέσο όρο του τομέα παραγωγής ή κάποιου εθνικού ή παγκόσμιου μέσου όρου. Φυσικά, τέτοιου είδους συγκλίσεις είναι ασυμπτωτικές και διακυμάνσεις στα τρία βασικά μεγέθη της παραγωγής (κόστος, κέρδος, τιμή) συμβαίνουν πάντα στη διάρκεια της ζωής του αγαθού που η αρχική επένδυση έθεσε ως σκοπό να παράγει. Όπως είναι καθόλα πιθανή και η αρνητική αντίδραση της αγοράς, η ανυπαρξία ζήτησης, ζημιές και αρνητική απόδοση για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οπότε το απαξιωμένο από τις ζημιές κεφάλαιο αποσύρεται και αναζητεί την τύχη του αλλού. 

Ενώ από τη μια μεριά η επιτυχία μιας επένδυσης μόνον στοχαστικά και με μικρή προσέγγιση μπορεί να προδιαγραφεί, το ρίσκο που αναλαμβάνουν κατ’ αρχήν οι κάτοχοι του κεφαλαίου του είναι ένας υποκειμενικός, ψυχολογικός παράγων που δεν ποσοτικοποιείται. Υποκειμενικός διότι κάθε άνθρωπος, και εν προκειμένω ο φυσικός κάτοχος του κεφαλαίου, έχει διαφορετική ροπή ή αποστροφή προς το ρίσκο. (Κάτι ανάλογο ισχύει με τις προτιμήσεις των καταναλωτών προς μια υπηρεσία ή ένα προϊόν Α σε σχέση με το Β). Όταν όμως η ανάλυσή τέτοιων υποκειμενικών (και ψυχολογικών) ροπών μετατοπιστεί από το ατομικό σε ένα ευρύτερο κοινωνικό (ή μακροοικονομικό) επίπεδο με τη χρήση στατιστικών εργαλείων, τότε μέσα από τις διαφορετικές υποκειμενικές, ατομικές τάσεις είναι δύναται να διαγραφούν και προκύψουν ομοιόμορφα πρότυπα και μέσοι όροι (στη μέση απόδοση των κεφαλαίων ή στις καταναλωτικές συνήθειες) που να διατηρούνται αμετάβλητοι για σχετικά μεγάλα χρονικά διαστήματα. 

Σε καμιά περίπτωση, βέβαια, αυτό καθαυτό το ρίσκο, αυτός ο μη ποσοτικοποιήσιμος, ψυχολογικός παράγων που αναλαμβάνει ο κεφαλαιοκράτης δεν εξηγεί πως και από που προκύπτει το κέρδος, αυτό το μετρήσιμο μέσο κέρδος στην πραγματική, καθημερινή παραγωγή αγαθών. Ακόμα και αν συνδέαμε το ρίσκο με την αβεβαιότητα στη μελλοντική απόδοση μιας επένδυσης με μιαν, ας υποθέσουμε, προσδιορίσιμη διακριτή πιθανότητα ή συνάρτηση πυκνότητας πιθανότητας, δηλαδή αν μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η απόδοση θα είναι μεταξύ α+δα με πιθανότητα δP - πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, τότε μια προσδοκώμενη απόδοση των διαφόρων κεφαλαίων που θα επενδύσουν με βάση αυτήν την στοχαστική κατανομή θα ήταν δυνάμει προσδιορίσιμη. Ωστόσο, το αν η τελική πραγματική μέση απόδοση ταυτίζεται με την προσδοκώμενη εξαρτάται από την ακρίβεια του μοντέλου του ‘ρίσκου’ που χρησιμοποιήθηκε, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα είναι ελλιπές, καθώς βασίζεται σε ατελή μέχρι τούδε γνώση και πληροφορία. Το βέβαιο είναι ότι από τα κεφάλαια που επενδύθηκαν με βάση αυτό το ίδιο το μοντέλο ρίσκου, άλλα θα επιτύχουν μικρότερες και άλλα μεγαλύτερες αποδόσεις, άλλα θα αποκομίσουν ενδεχομένως τεράστια κέρδη και άλλα τεράστιες ζημιές και θα απαξιωθούν εντελώς. 

Μακροπρόθεσμα και σε τελική ανάλυση, το μέσο ποσοστό κέρδους θα συγκλίνει προς έναν κοινωνικό μέσο όρο ανεξάρτητα του αρχικού ‘ρίσκου’.  Και αυτό παρόλο που οι κάτοχοι των συγκεκριμένων κεφαλαίων έχουν ακριβώς την ίδια ροπή προς το ρίσκο, καθώς χρησιμοποιούν την ίδια μέτρηση του ρίσκου, το ίδιο μοντέλο για το ρίσκο. Συνεπώς, το ρίσκο όχι μόνον δεν εξηγεί στον καπιταλισμό από που πηγάζει το κέρδος (που είναι η υπεραξία που παράγεται από τους εργαζόμενους για το κεφάλαιο), αλλά ούτε και μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμοιβή προς το κεφάλαιο. Και η τελευταία δήλωση μπορεί να εξακριβωθεί με αναρίθμητα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή κεφαλαίων που αποκομίζουν κέρδη, καμιά φορά σημαντικά, ενώ ο κοινός νους χαρακτηρίζει το ρίσκο που αναλαμβάνουν από μηδενικό, έως δυσανάλογα μικρό προς την απόδοση που απολαμβάνουν.