Sunday, March 29, 2026

34 - Αναταράξεις

Για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων οι μέρες της δουλειάς κυλούνε στην μονοτονία της καθημερινότητας· η μια διαδεχόταν την άλλη, σε δέσμες εβδομάδων και μηνών, με λίγες αποχρώσεις και συγκινήσεις, λιγοστές ανάμεσα τους αξιοσημείωτες, και ελάχιστες αντάξιες κάποιας αναδρομής στην περίληψη της ζωής.    

Η περίοδος των πρώτων μηνών ομαλότητας, σχετικής γαλήνης και ισορροπίας, με  τη μικρής ατομική «ικανοποίηση» από την επίγνωση ότι δημιουργούσα κάτι τις αξίας μέσω της εργασίας ακόμη να φωτίζει τις μέρες μου στο εργοστάσιο, εκείνη η περίοδος, ενός μικρού και σύντομου εργασιακού ειδυλλίου θα έλεγε κανείς, διακόπηκε την άνοιξη του 1995 πριν από την δημοσίευση των αποτελεσμάτων του προηγούμενου οικονομικού έτους. Φήμες κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας ότι τα πράγματα (από άποψη κερδοφορίας πάντα) δεν πήγαιναν καλά: είμαστε ζημιογόνοι για την αγορά και του ιδιοκτήτες! Το βλέπαμε στα συνοφρυωμένα πρόσωπα του Steve F και του Brian, στα ανεβοκατεβάσματα του Steve από το γραφείο του Γενικού στον πάνω όροφο, στην αχαρακτήριστη ολιγολογία του, στο αραίωμα των επισκέψεων του Γενικού Διευθυντή από τα μέρη μας στο ισόγειο, στο στέρεμα της δουλειάς που μας ανατίθετο, την ησυχία από τις φωνές και τα γέλια των εργατών στο shop-floor, από όπου μόνον η μουσική από το ράδιο αντηχούσε ακατάπαυστη.

Ένα πρωϊνό, ο Γενικός Διευθυντής μάζεψε τον κόσμο της εταιρίας στην καντίνα, όπως έκανε κάθε φορά στο τέλος του οικονομικού έτους, για να εξηγήσει απέναντι στη σκυθρωπή σιωπή του πληρώματος, πάντα με τον γλαφυρό και ψύχραιμο τόνο που τον διέκρινε, ότι η επιχείρηση αιμορραγούσε ρευστότητα, έχανε λεφτά· ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή από περικοπές εξόδων για να ισορροπήσουν τα βιβλία, με μια λέξη, απολύσεις. Δυστυχώς, άλλος τρόπος δεν υπήρχε για να ανατραπεί η καθοδική πορεία κα επιβιώσει η επιχείρησή μας. Ένιωσα την αμηχανία του πρωτάρη απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις, κρίσεις, αλλά περιέργως δεν ένιωσα την αγωνία μη χάσω τη δουλειά μου, που ίσως κυρίευε άλλους. Θυμήθηκα μιαν προηγούμενη παρόμοια εμπειρία, της απόλυση ενός φουκαρά φωτογράφου και της πρόωρης συνταξιοδότησης μιας χούφτας άλλων στο τμήμα του πανεπιστήμιου που δούλευα, αλλά εκείνο το γεγονός πέρασε ξώφαλτσα και ανεπαίσθητα. Εδώ τα πράγματα δεν φαίνονταν «παίξε-γέλασε»: θα επηρέαζαν σημαντικά τις ζωές πολλών και των οικογενειών τους.    

Το πρωϊνό μετά την ανακοίνωση πέρασε με ελάχιστη όρεξη για δουλειά. Η ησυχία τάφου στο γραφείου έκρυβε ανησυχίες. Νωρίς το απόγευμα, ο Steve F κάλεσε εμπιστευτικά εμένα και την Karen στο γραφείο του. Είχα προετοιμαστεί ψυχικά για το χειρότερο σενάριο, ως συνηθίζω σε τέτοιες περιστάσεις, αλλά ο ρυθμός των χτύπων της καρδιάς αυξήθηκε με την πρόσκληση του Steve F για μια εμπιστευτική κουβέντα.  Στο meeting των τριών μας στο γραφείο του που ακολούθησε την δραματική ανακοίνωση του Γενικού μας Διευθυντή στην καντίνα και έσπειρε την ανησυχία σε πολλές ψυχές, ο Steve F αφού έκλεισε την πόρτα, στον ψιθυριστό εμπιστευτικό τόνο που επιστράτευε σε τέτοιες περιπτώσεις, με λίγα λόγια μας είπε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε για τις δουλειές μας. Θεώρησε φυσικό, η Karen και εγώ, να ανησυχούμε, ίσως και να αγωνιούμε, για το μέλλον των δουλειών μας στο εργοστάσιο, καθώς το διάστημα απασχόλησης μας από την εταιρία. Από αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια τον άκουσα ανέκφραστα  και δεν ομολόγησα καμιά ανησυχία.  Είχε μόνο μια μικρή δόση αλήθειας: ήταν σαν την φευγαλέα, και εν πολλοίς αβάσιμη, ανησυχία, που ένιωσα από έντονες αναταράξεις σε μια πτήση.  H ομάδα, μας εκμυστηρεύτηκε, θα έχανε δύο μέλη. «Δυστυχώς… αλλά δεν υπήρχε τρόπος να τους κρατήσω, όσο κι αν προσπάθησα», είπε με ύφος απογοήτευσης για τις εξελίξεις, και έκδηλης συμπάθειας για τα δύο θύματα της ομάδας από αυτόν τον γύρο απολύσεων. Ο ένας, όπως αναμενόταν, θα ήταν  Peter, ο ράθυμος, περιθωριακός, και χωρίς όρεξη για δουλειά. Για τον Peter η απόλυση ίσως να ήταν και ευλογία. Ο δεύτερος ήταν ο  γεροδεμένος Ασιάτης της ομάδας, ο Ashok, ο αμαρτωλός επιβήτορα της receptionist, από τους παλιότερους στην ομάδα. Ο Peter είχε εξαφανιστεί απαρατήρητος και χωρίς να πει τίποτε σε κανέναν από την προηγούμενο απόγεμα, ο Ashok, που μόλις προ δυο ημερών είχε επιστρέψει από μια αποστολή «εγκατάστασης» διατάξεων σε έναν πελάτη του εξωτερικό, το ίδιο βράδυ πριν φύγει για τελευταία φορά από το γραφείο μου είπε με δόσεις πίκρας και θυμού: ‘I was expecting them to fire the last-inLast-in, first out… Ι thought that’s how it normally works.’ Εμένα και την Karen εννοούσε.

Την κύρια μάζα των απολυμένων αποτέλεσαν εργάτες: ανώνυμοι δουλευτές του shop-floor, από το οποίο μπορεί μεν να μας χώριζαν δέκα βήματα, αλλά από τους εργαζόμενους σε αυτό μια μικρή αλλά ευδιάκριτη ταξική διαφορά. Τα νέα στους υπό απόλυση εργάτες τα ανακοίνωσε, χωρίς δισταγμούς και συναισθηματισμούς, ο Brendan, o κοντόχοντρος, άξεστος Ιρλανδός επιστάτης – επιτηρητής της δουλειάς και της εντατικής εκμετάλλευσης ανθρώπινων ψυχών του shop-floor. Το είχε ξανακάνει: μια άχαρη δουλειά, μέρος του πακέτου των καθηκόντων του. Όπως είχε ο Stalin για τον αρχι-εκτελεστή Vassily Blokhin, το κόμμα (και βέβαια κάθε οργανισμός) χρειάζεται τέτοιους ανθρώπους για την chernaya rabota, τις βρώμικες δουλειές.

 Ήταν το βάπτισμα και εμπειρία με μια σκοτεινή πλευρά της καπιταλιστικής παραγωγής, της ταραγμένης ζωής της δουλειάς στο εργοστάσιο, συνήθως αποκρυμμένης από τον έξω κόσμο, του υποταγμένου εργάτη πίσω από φράκτες και τέσσερις τοίχους του, σκυμμένου στην δουλειά του κάτω από τον τεχνητό φωτισμό, και την μουσική από το ραδιόφωνο να παίζει και προσπαθεί να σπάει τη μονοτονία του οκτάωρου της βάρδιας.  

Saturday, March 28, 2026

33 - Για το Χρήμα, Κυρίως

H εκτίμηση και η συμπάθεια που είχα κερδίσει από τον Steve, τον Brian, και όπως φαινόταν και από τον Γενικό Διευθυντή, που στα λίγα συναπαντήματα μας σε διαδρόμους ήταν πρόσχαρος και φιλικός και περιστασιακά κολακευτικός, μεταφράστηκαν σε μισθολογική ανέλιξη. Στα λίγα ομόλογα που είχα αγοράσει με τις ελάχιστες αποταμιεύσεις από τη δουλειά μου στο Birmingham, τις τιμές των οποίων παρακολουθούσα σχεδόν καθημερινά, περισσότερο για να εμπεδώσω τα περί bonds, yields, P/E, AΕR, annuities, κτλ. από τα μαθήματα Finance που είχα παρακολουθήσει, προσέθετα σιγά-σιγά και άλλα ‘κεφάλαια’: οι αποταμιεύσεις και δειλές επενδύσεις μου άρχισαν να παίρνουν την ανιούσα, αν και με χλωμές αποδόσεις σε μια περίοδο στασιμότητας στην Αγγλία. Ωστόσο τις παρακολουθούσα στενά και εκτιμούσα τακτικά. Γινόμουν παραδόπιστος ή φιλοχρήματος, εγκαταλείποντας απομακρυνόμενος από τους αγνούς επιστημονικούς στόχους και φιλοδοξίες μιας νεότερης ηλικίας. Για το φετίχ του χρήματος είχε γράψει ο  Marx, η έκσταση του έγινε τραγούδι από τον Ennio Morricone, ενώ οι αρχαίοι μας έλεγαν ότι την «δόξα πολύ εμίσησαν, αλλά το χρήμα ουδείς».  Άραγε, κι εγώ ως κοινός θνητός άρχισα να ψάχνω και βρίσκω αναγνώριση και δικαίωση των γνώσεων και προσπαθειών στον πλουτισμό;  Ή απλά επρόκειτο για προσωρινή αντίδραση στην εγγενή και χρόνια ανασφάλεια που κληρονόμησα; Ερωτήματα για την ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά, το χρήμα, την προσωπική και οικογενειακή ευτυχία, την διεύρυνση της ελευθερίας και των ατομικών οριζόντων, που συν τοις άλλοις έχουν υλιστικά θεμέλια, προς τη διαμόρφωσης της ύπαρξης στον κόσμο και την ανακάλυψη του νοήματος στη ζωή, τέτοιας λογής ερωτήματα δεν έχουν εύκολη απάντηση και οποιαδήποτε απάντηση έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Αλλά εκείνη την περίοδο, τα πρώτα χρόνια της ένταξής μου στο παραγωγικό προτσές, λίγο με απασχολούσαν. Ωστόσο, έβρισκα, όπως και άλλοι συνάδερφοι, μικρή χαρά και ικανοποίηση στην πίστωση του λογαριασμού μου με το μηνιάτικο, τη μονεταριστική μονοτονική αύξηση της περιουσίας, και δεν κόπαζα να θέτω ερωτήματα και να αναζητώ εξηγήσεις σε υπαρξιακές απορίες. Είχα ακόμα δρόμο μέχρι την ακμή της ωριμότητας.

Οι πρώτοι μήνες στη νέα μου δουλειά, ως από τα πλέον καταρτισμένα και μορφωμένα πρωτοπαλίκαρο του Steve F στο μικρό μας γραφείο, πέρασαν όντας αρκούμενος στην ικανοποίηση που πρόσφεραν δύο απλά πράγματα: από τη μια μεριά, η αίσθηση δημιουργίας κάποιας απειροστής αξίας μέσα από την εργασία και η αποκρυστάλλωση της σε ένα προϊόν που θα έβρισκε θέση στον ματεριαλιστικό μας κόσμο, θα γινόταν ένα πετραδάκι στο κοινωνικό κεφάλαιο και βελτίωνε τις ζωές μας-και από την άλλη μεριά βέβαια η χρηματική αμοιβή για την εργασιακή ισχύ, διανοητική και σωματική, που ανάλωνα έναντι. Δημιουργούσαμε, άνθρωποι-συνεργάτες κάτω από μια στέγη, αξία και υπεραξία, και κέρδη για τους ιδιοκτήτες. Έτσι με είχαν διδάξει τα μαρξιστικά διαβάσματα της πρότερης νιότης και έτσι το εμπέδωνα καθημερινά στο εργοστάσιο. Ας ήταν· αυτό απαιτούσε το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα όπου ενταχθήκαμε και βιώναμε. Τι άλλο να κάνουμε, από το να ποντάρουμε με όσο γίνεται χαμηλότερο ρίσκο και να επωφελούμαστε στο μέγιστο δυνατό, ανάλογα με τις ικανότητες και την ιδιοσυγκρασία μας, από το σύστημα, όντας γεννημένοι και εγκλωβισμένοι σε αυτό, όταν οι προοπτικές μετασχηματισμού του στην διάρκεια της ζωής μας είναι μηδενικές; Καιρός για το κυνήγι ουτοπικών οραμάτων δεν υπάρχει.  

32 - Τα αφεντικά

 O Jun, o Κινέζος, ήταν για δυο χρόνια πρωτοπαλίκαρο του Steve F του μάνατζερ της τεχνικής ομάδας. Προοριζόμουν ως αντάξιος αντικαταστάτης του, ενώ ο Steve F, ως το κέντρο αποφάσεων κάθε τεχνικής δραστηριότητας, έγινε σημείο αναφοράς στη διάρκεια της απασχόλησής μου σε κείνο το εργοστάσιο του Rochester· με μια έννοια καθοδηγητής και μέντορας. Με είχε εντυπωσιάσει τη μέρα της συνέντευξής με την ευφυΐα, ευστροφία και τον πλούτο των τεχνικών γνώσεων (που θα ζήλευαν πολλοί καθηγητές στις προηγούμενες και μελλοντικές ζωές μου), και το κύρος και επιβολή -σωματική και πνευματική στους ανθρώπους γύρω του. Βοηθούσε πάντα η και η αμερικάνικη προφορά, που από τα χρόνια μου στην Αμερική είχα ταυτίσει με τον επαγγελματισμό και μιαν πλήρη αφοσίωση στον αντικείμενο της δουλειάς. Πληρούσε ο Steve F όλες τις προδιαγραφές ενός ικανού, αρεστού και κυρίως σεβαστό στους υφιστάμενούς του «αφεντικό»· ήταν τεχνικός διευθυντής με την πλήρη  σημασία του όρου. Το μέτριο ανάστημα του αντισταθμιζόταν (προσθέτοντας μάλιστα επιπλέον κύρος και gravitas στην ήδη επιβλητική προσωπικότητα) από τη μεγάλη περίμετρο της μέσης και μιαν ελαφρώς προεξέχουσα κοιλιά. Με καταγωγή από το Brooklyn, όπως μου είπε σε μια φιλική και θερμή κουβέντα την πρώτη μέρα της δουλειάς, η οικογένεια του ήταν απόγονοι Ιταλών μεταναστών. Επομένως, η προφορά ως αναμενόταν από την ιστορία του, χαρακτηριστική νεοϋορκέζικη, αν και περισσότερο εκλεπτυσμένη από αυτήν που ακούγαμε σε ταινίες. Το πως βρέθηκε από το μητροπολιτικό κέντρο του δυτικού κόσμου σε κείνη την άκρη της Αγγλίας έμεινε αδιευκρίνιστο. Μαζί με το λεπτό και γκρίζο μουστάκι, τα γκρίζα ίσια μαλλιά, τραβηγμένα προς τα πίσω από το πλατύ μέτωπο, πονηρά και αστραφτερά, αμυγδαλωτά μελιά μάτια, που όταν του μιλούσα με κοίταζαν αφ’ υψηλού και λοξά, με επιφύλαξη και σχεδόν  καχυποψία, αν ο ίδιος δεν ήταν μηχανικός εξ επαγγέλματος και προϊστάμενος μιας ομάδας μηχανικών, θα μπορούσε να έπαιζε κάποιο ρόλο σε ταινίες για την Cosa Nostra.

Του Steve F του άρεσε να μιλάει, να «παρλάρει» που λένε, όπως πολλοί Ιταλοί που γνώρισα, και να διηγείται με χαρακτηριστική ιταλοαμερικανική γραφικότητα και προφορά Brooklyn που πάντα έβρισκα γλαφυρή και ευχάριστη στο αυτί, και το μόνιμο ανεπαίσθητο χαμόγελο αυταρέσκειας και ακλόνητης αυτοπεποίθησης κάτω από το μουστάκι του, για τις επαγγελματικές εμπειρίες και τα τεχνικά επιτεύγματά του παρελθόντος. Όταν αναφερόταν σε τρίτους πάνω από τον ίδιο στην ιεραρχία, που δεν έχαιραν υψηλής εκτίμησης και δεν έπρεπε να έχουν λόγο και επιβάλλουν την θέληση τους σε τεχνικά θέματα, χαμήλωνε τους τόνους πριν τους χαρακτηρίσει υποτιμητικά. Με λίγα λόγια,  ήταν αδύνατο κάποιος να του αντιπαρατεθεί σε τεχνικά ζητήματα, τουλάχιστον από την ομάδα του των μηχανικών, αλλά παρόλα αυτά τον ακούγαμε ευχάριστα και ακολουθούσαμε τις εντολές και οδηγίες του χωρίς αντίλογο· κάθε πρωί που με γρήγορο και βαρύ βήμα, αγέρωχος με ψηλά το κεφάλι, έμπαινε στο χώρο με τα γραφεία μας ή στο εργαστήριο πίσω από τα τζάμια, για να εξηγήσει την δουλειά και καθήκοντα της μέρας. Αυτός ήξερε.

Από την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε ένας αμοιβαίος σεβασμός. Στην συνέντευξη δεν χρειάστηκε να πω πολλά γιατί ο Steve F κυριάρχησε στο διάλογο μας, επιδεικνύοντας τις τεχνικές του γνώσεις και κατορθώματα και έναν σωρό από τεχνολογικές ιδέες που είχε για το μέλλον, ενώ διέκρινα από εκείνη την πρώτη στη στιγμή και τις πρώτες μέρες στην εταιρία, εκτίμηση και σεβασμό -για τις γνώσεις, την αξιοπιστία και την εργατικότητά και εργασιακό ήθος μου, που πάντα πίστευα ότι διέθετα σε ικανοποιητικούς βαθμούς. Και, από όσο κατάλαβα, με συμπάθησε κι εμπιστεύθηκε γρήγορα με τις ευθύνες της δουλειάς, μολονότι, χωρίς ο ίδιος να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια αλλά περισσότερο χάριν της φυσιογνωμίας, της παρουσίας και του λόγου του, κατάφερνε και διατηρούσε την απόσταση σεβασμού που κάθε αφεντικό οφείλει να κρατάει από τους υφισταμένους -για την πειθαρχία στην εκπλήρωση στόχων και το καλό της επιχείρησης.

Εκεί που δούλευα δίπλα έναν από τους πάγκους του μικρού εργαστηρίου ή στο θάλαμο των μετρήσεων, εμφανιζόταν, συχνά αίφνης και απροειδοποίητα, για να δει τι κάνω και τι σκέφτομαι και αν είχα ανησυχίες ή προτάσεις ή ανεκπλήρωτες επιθυμίας περί τα τεχνικά θέματα, και καμιά φορά ψιθύριζε την κριτική προς τα μεγαλύτερα αφεντικά, πάνω από αυτόν στην ιεραρχία, κυρίως τον Γενικό Διευθυντή της εταιρίας. Πάνω από το κεφάλι του είχε τον Brian, έναν ήπιο και συγκαταβατικό Εγγλέζο, κατά τα φαινόμενα πανεθνικά καταξιωμένο στην μικρή κοινότητα της ειδικότητας μας, αν και κάποιας παλιάς σχολής, με τον οποίο είχε συχνά διαφωνίες, και κατάλαβα ότι αντιμετώπιζε ανταγωνιστικά. O Steve F, γνωρίζοντας ότι έχαιρα εξίσου σημαντικής εκτίμησης και στα μάτια του Brian, τον καλούσε συχνά εκεί που δούλευα σε κάποιο project, ώστε να τον ενημερώσω από πρώτο χέρι και του εξηγήσω, εγώ, τι και πως προσπαθούμε να φτιάξουμε. Αυτό, γενικά και προσωρινά, αφόπλιζε τον Brian από σημαντικές αντιρρήσεις και διέλυε αμφιβολίες· καθώς, ο μεν Steve F διέθετε την επιχειρηματική και επιστημονική τόλμη και με το ανοικτό αμερικάνικο μυαλό του έπαιρνε ρίσκα, οι προσεγγίσεις του επιφυλακτικού πάντα Brian ήταν συντηρητικές και μετρημένες.

Τη μεγαλύτερη κριτική και, κατά περίσταση, μένος ο Steve F την κρατούσε για τον Γενικό Διευθυντή, έναν ψηλό και γεροδεμένο εξηντάρη, φαλακρό με αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο και χοντρά γυαλιά, που σε πολλούς, η επιβλητική παρουσία του και μόνον στον χώρο τους ασκούσε δέος ίσως και φόβο. Η δουλειά και επομένως το βιός πολλών, όπως σε κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, εξαρτιόταν από τους υπολογισμούς, την κρίση και αποφάσεις του, εξαιτίας του επιτακτικού και ρυθμιστικού ρόλου που έπαιζε στο σύστημα: να δείχνει κερδοφορία και αύξηση εισοδημάτων στα πραγματικά ανώνυμα αφεντικά όλων μας, ιδιοκτήτες και μεγαλομετόχους, στους οποίους η εργασία μας ήταν υποταγμένη, όπως συνήθως μας υπενθυμιζόταν. O Steve F τον θεωρούσε κυκλοθυμικό, όσο και χαρισματικό (χαρίσματα που διαφαινόταν, πράγματι, στις κουβέντες και ομιλίες του).

Στις καλές μέρες, όταν το κλείσιμο ενός συμβολαίου ή κάποια σημαντική εισροή χρημάτων του έφκιανε τη διάθεση, σκορπούσε χαμόγελα και κομπλιμέντα και με χάρη και μερικά ‘taps on some shoulders’ παρακινούσε εργάτες και προσωπικό για ένα νέο ‘άλμα προς τα μπρος’. Τις γκρίζες μέρες, όταν κάποια πώληση δεν έκλεισε, όταν κάποια παραγγελία ακυρώθηκε, όταν τα έξοδα λειτουργίας  από εδώ ή από εκεί ξέφευγαν από τα προϋπολογισμένα, όταν κάποια προθεσμία χανόταν, γινόταν ο οργισμένος Ζευς, που έριχνε στα συμβούλια των μάνατζερ αστραπές και κεραυνούς. Μετά από τέτοιες θυελλώδες συνεδριάσεις, ο Steve κατέβαινε, αναψοκοκκινισμένος και αυτός, συννεφιασμένος χωρίς το κατατεθέν χαμόγελο, μέχρις κι εμφανώς συγχυσμένος, ώστε να ανακοινώσει πεπραγμένα, μαζί με την προσωπική του άποψη και να υπογραμμίσει το πιστεύω και διαφωνίες του όσον αφορά την λειτουργία της επιχείρησης. Τέτοιες εντάσεις έκλειναν συνήθως με το παρακάτω: ‘You can’t have an army captain managing an engineering company! They dont understand our work.’ Ο Γενικός Διευθυντής μας ήταν απόστρατος αξιωματικός και, πράγματι, πολλοί ένιωθαν ότι διοικούσε την εταιρία ως στρατιωτικό σύνταγμα, ενώ από την μεριά του ο Steve F πίστευε ότι ο ίδιος θα έκανε καλύτερη δουλειά στη θέση του στην κορυφή· δεν είχε όμως άλλη επιλογή από το να υπακούει στα προστάγματα του Γενικού Διευθυντή και να τα εκτελεί. Και μείς με τη σειρά μας, αδιαμαρτύρητα, να ακολουθούμε τις οδηγίες του Steve F -πρόθυμα ή απρόθυμα δεν είχε σημασία. Οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις δεν λειτουργούν δημοκρατικά. Δεν λειτουργούν καν στην βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού όπως τον είχα εμπεδώσει κατά την θητεία μου στο κόμμα.

Friday, March 13, 2026

31 - Οι Καλοί μου Συνάδερφοι

Έγινα απλό μέλος, στον τίτλο senior, μιας ομάδας μηχανικών και από την σκοπιά εταιρικών διαβαθμίσεων, ίσως και κοινωνικού status,  βρισκόμουν λίγο παραπάνω από την βάση της παραγωγικής πυραμίδας. Ωστόσο, η ομάδα, παρά το ότι τα μέλη της συνέδεαν συναφείς ειδικότητες και πακέτα γνώσεων και δεξιοτήτων, και για έναν εξωτερικό παρατηρητή φαίνονταν στρατιώτες της ίδιας διμοιρίας, κάθε άλλο παρά ομοιόμορφη ήταν· τουλάχιστον έτσι την αντιλήφθηκα εκ των έσω.

Σε μιαν σχετικά ευήλια και ευάερη αίθουσα που μοιραζόμαστε στο ισόγειο του κτιρίου, μακριά από το θόρυβο και το ανθυγιεινό περιβάλλον του shop-floor των εργατών, στο γραφείο απέναντι μου και κατάφατσα καθόταν ο Steven. Είχε σημάδια από κάποια νεανική ακμή στο ανοιχτόχρωμο πρόσωπό του κάτω από ένα πάντα άψογα κτενισμένο ξανθωπό μαλλί. Ήταν, όπως θα ήθελα από συνάδερφο δίπλα μου, ήπιων και ευγενικών τρόπων και είχε το χάρισμα λίγων λέξεων πίσω από ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Παλιάς σχολής μηχανικός καθώς ήταν, ερχόταν στο γραφείο πάντα με ένα καθαρό, άσπρο πουκάμισο σφιγμένο επιμελώς με γραβάτα κάτω από ένα αμάνικο πουλόβερ, τις μέρες του χειμώνα. Στη γωνιά απέναντι μου, δίπλα στο παράθυρο καθόταν ο Ian, ο βετεράνος της ομάδα στην εταιρία από την ίδρυσή της: φαλακρός και μικρόσωμος, προχειρότερα ντυμένος από τον Steven και, αντίθετα με εκείνον, γενικά πολυλογάς περί τα τρέχοντα τεχνικά ζητήματα, τις συνεισφορές του σε επιτυχημένα projects του παρελθόντος, και τις διάφορες πατέντες του. Όλα αυτά του άρεσε να συζητάει σε ώρες νηφαλιότητας στο γραφείο, με την ελαφρώς τσεβδή προφορά του κι ένα ευχάριστο, αν και κάπως πατερναλιστικό ύφος στις αφηγήσεις του. Συχνά κατέβαζε τον τόνο της φωνής σε επίπεδα ψιθύρου, ώστε να μην ακουστεί ενδεχόμενα από αφεντικά, όταν επρόκειτο για τρέχοντα εταιρικά και τεχνικά ζητήματα και προκλήσεις της δουλειάς, για τις διαφωνίες που είχε με προϊστάμενους, για φήμες και κουτσομπολιά. Στο διπλανό μου γραφείο καθόταν μια  διαμετρικά αντίθετη από τους Ιan και Steven, παράταιρη προσωπικότητα, ο Peter: μουσάτος, με ατημέλητα πλούσια σγουρά μαλλιά και φθαρμένα ρούχα, σχεδόν περιθωριακός ή «χίπης» στην εμφάνιση. Συνήθως καθόταν με γυρισμένη την πλάτη στο γραφείο και τον υπολογιστή του, και με το ένα πόδι πάνω στο άλλο παρακολουθούσε, χωρίς να μιλάει, τις αφηγήσεις του Ian και των άλλων περαστικών από την αίθουσα με νυσταγμένα μάτια, πίσω από παχιά γυαλιά μυωπίας και ένα σταθερό ειρωνικό χαμόγελο. Με λίγα λόγια, ήταν ένας εξοργιστικά βαρύς και ασήκωτος τύπος o Peter, αλλά παρόλα αυτά συμπαθής για την παντελή έλλειψη άγχους, την χαλαρότητα και ηρεμία που απέπνεε. Ένα μεγάλο μέρος της εργάσιμης μέρας το  περνούσε να στρίβει τσιγάρα με καπνό (εκτός δουλειάς πιθανότατα αναμιγμένο με κάνναβη), στα Rizla που ποτέ δεν του έλειπαν, και να το κρατάει στο στόμα του, μέχρι την πρώτη ευκαιρία που θα έβγαινε έξω απαρατήρητος για να τα καπνίσει αν δεν βρισκόταν το αφεντικό μας εκεί γύρω να τον τσιγκλήσει για κάποια δουλειά. Με την αδράνεια και ραθυμία, αλλά και με χαρακτηριστική επιπολαιότητα έναντι ζήλου και αφοσίωσης, όποτε αναλάμβανε (ή μάλλον του ανατίθετο με το στανιό) κάποια δουλειά εξόργιζε συχνά το κοινό μας αφεντικό. Δεν του καιγόταν καρφί, όπως λέμε. Ήταν ένας αντισυστημικός που χλεύαζε το σύστημα. Η ζωή, αν όχι η επιχείρηση, τους χρειάζεται και αυτούς.

Στην άλλη άκρη της αίθουσας καθόταν ο Paul, ο νεαρός, με τα ξανθά σγουρά μαλλιά και αστραφτερά, γαλανά μάτια, που αν δεν τον διέκρινε ένας μικρός προγναθισμός, η φυσιογνωμία και τρόποι του θα πρόσφεραν δυνατότητες καριέρας σταρ. Ως εμπειρικός μηχανικός, κάτι μεταξύ τεχνίτη και μηχανικού, προκειμένου να συμπληρώσει το πενιχρό σχετικά μισθό, και να στηρίξει μια οικογένεια με γυναίκα και δύο παιδιά, πόζαρε ως γυμνό μοντέλο σε σχολές καλών τεχνών, συμμετείχε σε μικρούς ρόλους σε διαφημιστικά σποτ της τηλεόρασης, και οργάνωνε disco σε πάρτη και δεξιώσεις. Για την πρώτη εκτός του κυρίου επαγγέλματος δραστηριότητα, που απαιτούσε να τσιτσιδωθεί  μπροστά σε επίδοξους καλλιτέχνες, γινόταν δέκτης περιπαιχτικών και μειωτικών σχολίων από το γείτονα του στη άκρη εκείνη της αίθουσας: έναν Ινδικής καταγωγής άντρα, σαράντα και παραπάνω χρονών, μελαμψό, με ψηλό και γεροδεμένο κορμί. Ο Ashok εμφανιζόταν στο γραφείο μας στη χάση και τη φέξη, καθώς η διεύθυνση τον έστελνε για μακρόχρονα διαστήματα σε διάφορες γωνιές της χώρας και της βρετανικής κοινοπολιτείας για επί τόπου τεχνική υποστήριξη των πελατών, ταξίδια και επισκέψεις τα αντάμειβε ανάλογα με μερικές μέρες άδειες ξεκούρασης, ενώ είχε επιπληχθεί, όπως ακούγαμε, για καταχρήσεις σε νόμιμες και παράνομες απολαύσεις με έξοδα της εταιρίας σε αυτές τις αποστολές. Για τον Ashok, που μάλλον ήταν διαζευγμένος, κυκλοφορούσε η φήμη (που μου εκμυστηρεύθηκε ο Paul) ότι σε μιαν από τις μικρές, σκοτεινές αποθήκες γύρω από το shop-floor ευκαιριακά «πηδούσε» την επίσης κάποιας ώριμης ηλικίας ρεσεψιονίστ του εργοστασίου. Και το έλεγε ο Paul με ύφος αποστροφής, όχι τόσο γι’ αυτήν καθαυτή την πράξη, όσο για το ότι το έκανε με μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα και μάλιστα σε χώρο εργασίας, ξεδιάντροπα, και εν γνώσει λίγο-πολύ των περισσοτέρων. Η φήμη ήταν ήδη ευρέως διαδομένη πριν την παρουσία μου εκεί και δεν υπήρχαν λόγοι να αμφισβητηθεί. Από την μεριά του ο Ashok περιπαιχτικά μου έλεγε πόσο αποκρουστικές θεωρούσε τα ξεγυμνώματα του Paul μπροστά σε καλλιτέχνες· ήταν κάτι που δεν αρμόζει σε πραγματικούς άντρες.   

Λίγο καιρό μετά την πρόσληψη μου εμφανίστηκε και πρόσφερε χάρη και ομορφιά στη γενικά πληκτική ομάδα και το εργοστάσιο, όπου το αρσενικό φύλο κυριαρχούσε, η Karen.  Ήταν μια πρόσφατη πτυχιούχος, ουσιαστικά μαθητευόμενη, με ένα γλυκό παιδικό πρόσωπο με φακίδες, παιχνιδιάρικα καστανά μάτια, και ξανθοκόκκινα ίσια μαλλιά που έφταναν στους ώμους.  Κατ’ εξοχήν συνεσταλμένη, σε κουβέντες στο γραφείο επί προσωπικών ή γενικότερων θεμάτων αντιδρούσε πάντα, αντί για κάποιο σχόλια, με ένα πλατύ χαριτωμένο χαμόγελο, όπου η άκρη της γλώσσας της διακρινόταν ανάμεσα στα όμορφα ρόδινα χείλη της. Είχαμε προσληφθεί ταυτόχρονα, ως συνδυασμός, ως μίγμα του νεανικού ενθουσιασμού μια πρόσφατης πτυχιούχου που είχε, υποτίθεται, δίψα για γνώση και εξέλιξη (της Karen) -επιπλέον της χάρης και της ομορφιάς, και της εμπειρίας και εύρους γνώσεων του υποφαινόμενου. Το λεπτό και μικροκαμωμένο κορμί της Karen διέθετε πλούσια στήθη, που ξεχώριζαν σαν μεγάλα στρογγυλά λεμόνια πίσω από τα εφαρμοστά ντεκολτέ μπλουζάκια, που φορούσε στην αθωότητά της και απειρία της από ένα περιβάλλον τεστοστερόνης, ώστε καθιστούσαν αδύνατη την διατήρηση του βλέμματος στο ύψος των ματιών, χωρίς εκδρομές προς τη μεριά του στήθους της.

Η Karen, τα στήθη και το πρόσωπό της, δικαιολογημένα τραβούσαν την προσοχή, όχι μόνο την δική μου ως τον μοναδικό «εργένη» της ομάδας των μηχανικών, αλλά και του Bob, του εξαιρετικά επιδέξιου αρχιτεχνίτη του μηχανουργείου, αρκετά μεγαλύτερου σε ηλικία από μένα, και πολύ μεγαλύτερου της Karen. O Bob, με το ποιοτικό εγγλέζικο χιούμορ που διέθετα, μοίραζε απλόχερα πειράγματα στον κάθε ένα που μπαινόβγαινε στο μηχανουργείο του, και ιδιαίτερα κολακευτικά πειράγματα στην Karen, που πάντα απαντούσε βέβαια απαντούσε με χαμόγελο. Εξαιτίας της διαφοράς ηλικίας μεταξύ τους, της οικογενειακής κατάστασης του Bob, που από όσο είχα καταλάβει ότι είχε σπίτι, γυναίκα και παιδιά, εξαιτίας του συνεσταλμένου χαρακτήρα της Karen, εξεπλάγην όταν δυο τρεις φορές μετά τη δουλειά τους είδα να φεύγουν μαζί με το αυτοκίνητο του Bob, πιθανόν για ένα παιχνίδι squash ή badminton.Oi προθέσεις και o σκοπός των προσεγγίσεων του Bob δεν χωρούσαν πολλές αμφιβολίες, όπως και η διαθεσιμότητα της Karen που όπως φαινόταν (ή όπως μου είχε εκμυστηρευτεί ο Bob) δεν είχε boyfriend.

Η αλήθεια είναι ότι για ένα μεγάλο διάστημα της διαδρομής μου στο Rochester, με τη J μακριά και τη σχέση μας να τσαλαβουτάει λιμνάζοντα ύδατα και χωρίς σημαντικές προοπτικές, είδα μερικά φεγγάρια στην Karen μιαν «υποψήφια» φιλενάδα και συντροφιά στις μοναξιές μου μετά τη δουλειά. Σπάνια μιλούσαμε στο γραφείο, αλλά τα χαμόγελά της κάθε φορά που έστρεφε το πρόσωπο προς την μεριά της, για τον Α η Β επαγγελματικό λόγο, ήταν αχτίδες φωτός και ελπίδας. Να την πλησιάσω και να της πω κάτι που θα την γοήτευε ή θα την έκανε να γελάσει, αποδείχτηκε δύσκολο εγχείρημα. Είχα τις ανυπέρβλητες συστολές μου, όπως πάντα, και αυτοσυνείδηση του στίγματος ως ο μοναδικός «ξένος» στο εργοστάσιο, μετά την αποχώρηση του Jun, και αυτό στην περίπτωση της Karen πίστευα ότι λειτουργούσε εις βάρος μου. Ρατσιστικές προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλους μας, και φυσικά σε μια κατά τα φαινόμενα καθαρόαιμη Αγγλίδα μιας μικρής πόλης, μιας επαρχιακής κομητείας της middle England, όπως το Kent, που δεν διαθέτει τον κοσμοπολιτισμό των μεγαλουπόλεων.

Στις δυο φορές που βρεθήκαμε οι δυο μας, μόνοι μας, σε μια καμπάνια μετρήσεων μακριά από το εργοστάσιο. Εγώ ως οδηγός του παλιού Land Rover, γενικός υπεύθυνος επί της διαδικασίας και επιβαρυμένος με τα πλέον επίπονα και πολύπλοκα καθήκοντα. Η Karen θα ήταν ο σιωπηλός και πάντα χαμογελαστός συμπαραστάτης μου που θα βοηθούσε με μικροδουλειές ή θα καλούσε σε βοήθεια σε περίπτωση ατυχήματος. Σε μια από αυτές τις εξόδους, θα μπορούσα να αδράξω την ευκαιρία και να την ζητούσα να βγαίναμε για ένα ποτό! Αλλά όπως πολλές φορές στο παρελθόν κόλλησα. Δεν διέθετα, χωρίς αλκοόλ ή, τέλος πάντων, κάποια άλλη χαλαρωτική χημική ουσία, το χάρισμα του λόγου, πόσο μάλλον καθώς προερχόμουν από διαφορετική κουλτούρα και με αλλότριο χιούμορ. Δεν ήμουν Bob, ο οποίος αν και δεν διέθετε φυσική γοητεία, ωστόσο μπορούσε να προσελκύσει μια γυναίκα, με την ετοιμολογία και τα ευφυολογήματά του, να την κάνει να γελάσει και νιώσει άνετα και ζεστά στην παρουσία του. Οι εγγενείς αδυναμίες μου αυτές οξύνονταν, όπως ήταν φυσικό, όταν είχα απέναντι μου ένα εξίσου συνεσταλμένο άνθρωπο, και ιδιαίτερα μια χαριτωμένη και από ό,τι φαινόταν διαθέσιμη κοπέλα (εφόσον παραγνώριζα τη μυστήρια σχέση της με τον Bob). Οι δύο έξοδοι μου με την Karen εκτός εργοστασίου για μετρήσεις αποδείχτηκαν οι στενότερες αλλά και άκαρπες επαφές με την Karen. Έμεινα εκεί να την κοιτάζω λοξά με ένα αίσθημα ματαίωσης, που κουβάλησε μέχρι τις τελευταίες μέρες μου στο εργοστάσιο.

Τις πρώτες μέρες, σε εκείνη την δουλειά όπου είχα τόσα πολλά να μάθω και να βρω το βηματισμό μου, με βοήθησε ένας συμπαθητικό παιδί-μηχανικός από την Κίνα, και κάποιο μεταπτυχιακό στην Βρετανία, ο Jun· με γνώσεις και  εμπειρία μερικών χρόνων στην δουλειά, εργασιακό ήθος, επιμονή και υπομονή,  μετριοπάθεια και μετριοφροσύνη, χαρακτηριστικά που διέκριναν τους λίγους Κινέζους που συναναστράφηκα. Δυστυχώς, ο Jun, από τους πλέον καταρτισμένους, συγκροτημένους και μορφωμένους της τεχνικής ομάδας, σύντομα θα εγκατέλειπε την εταιρία, προς απογοήτευση της ιεραρχίας της, αν όχι και των συναδέρφων μηχανικών που αντιμετωπίζουν «ξένους» ομόλογους τους ανταγωνιστικά και με καχυποψία. Αντιλήφθηκα από την πρώτη μέρα μου εκεί ότι είχα προσληφθεί ως αντικαταστάτης του. Το γεγονός ότι σύντομα θα έχανα ένα έμπειρο στήριγμα σε μια δουλειά που με δειλά βήματα προσπαθούσα να αποκτήσω την εμπειρία της, και μάλιστα από τον μοναδικό σύντροφο «αλλοδαπό» της εταιρίας, πέρα από την δικαιολογημένη απογοήτευση έσπειρε και τις πρώτες αμφιβολίες για την ποιότητα της δουλειάς μας στο εργοστάσιο, το σχετικό επίπεδο των αμοιβών στον κλάδο, την ικανοποίηση που θα πρόσφερε σε κάποιον με γνώσεις και πτυχία, τις προοπτικές εξέλιξης, όπως και για το μέλλον της επιχείρησης στο δυναμικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον της καπιταλιστικής αγοράς. Σκεφτόμουν ότι κάποιος, ειδικά αλλοδαπός, χωρίς πολλά ερείσματα στην βρετανική κοινωνία και λίγα χρόνια εξοικείωσης με την κουλτούρα και τον τρόπο ζωής των Βρετανών, δύσκολα αφήνει την δουλειά του σε μια επιχείρηση μετά από κανα δυο χρόνια, αν δεν συντρέχουν μερικοί από τους παραπάνω λόγους. Και ο Jun φαινόταν συνετός και αναλυτικός άνθρωπος.

Το απόγευμα πριν την αναχώρηση του Jun, που δύσκολα έκρυβε την χαρά του, η ομάδα των μηχανικών, πολλοί εργάτες και το προσωπικό των γραφείων της διεύθυνσης στον πάνω όροφο, μαζευτήκαμε στην καντίνα του εργοστασίου στο ισόγειο, εκεί που συνήθως μαζεύονταν οι εργάτες για το lunch break, για να τον αποχαιρετήσουμε. Ένα δώρο από το αφεντικό μας, μια κάρτα με ευχές για το μέλλον υπογραμμένη από όσους συνεργάστηκαν μαζί του, χειραψίες. Πριν διαβεί την πόρτα του εργοστασίου για τελευταία φορά, όφειλε να σταθεί όρθιος και να πει κάτι μπροστά στο μικρό πλήθος της καντίνας και ει δυνατόν κάποιο αστείο ή παραλειπόμενο από τον καιρό του εκεί ως συνηθίζεται, σε εμφανώς κινέζικη προφορά του, την οποία είμαι βέβαιος ότι είχε αυτο-συναίσθηση, όντας ξένος ανάμεσα σε ένα σύνολο ανθρώπων που (με εξαίρεση εμένα) είχε τα αγγλικά ως μητρική γλώσσα. Πίστευα, ίσως λαθεμένα, ότι αυτοί που τον άκουγαν θα διύλιζαν και σχολίαζαν με κρυμμένα ή φανερά χαμόγελα κάθε λεκτικό στραβοπάτημα, κάθε συντακτικό λάθος, κάθε στερεότυπο ομιλίας αγγλικών από Κινέζους, συχνά αντικείμενο σάτιρας, ενώ οι λίγοι καλοπροαίρετοι θα κατέβαλαν προσπάθεια να βγάλουν νόημα μέσα από μιαν δυσνόητη προφορά. Ήταν μια κατάσταση, που αν βρισκόμουν ενώπιον της θα μου τέντωνε τα νεύρα, ίσως και να με πανικόβαλε. Αλλά η συμπεριφορά μπροστά σε πλήθος κόσμου τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται καθαρά προσωπικό πρόβλημα. Ο Jun αντιμετώπισε τον ρόλο που κλήθηκε να παίξει με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Γερμένος μπροστά με τις παλάμες να ακουμπούν ένα από τα τραπέζια της μπροστινής σειράς, άνοιξε τη σύντομη ομιλία του (για το πόσο αξιόλογη και συμπαθητική ομάδα συναδέρφων ήταν τυχερός να έχει γύρω του να τον συμπαραστέκεται, και τα λοιπά) απολογητικά και κάπως έτσι: ‘As you know, guys, English is not my mother language, so dont expect a good and long speech…’ Πολλοί χαμογέλασαν. Εξαιρετικός τρόπος, σκέφτηκα, για να προϊδεάσει το κοινό στο μικρό εργοστάσιο μιας επαρχιακής πόλης της Αγγλίας, απαρτιζόμενο από  καλοπροαίρετους και κακοπροαίρετους με διάφορες προκαταλήψεις απέναντι σε μετανάστες -ανταγωνιστές στην αγορά εργασίας και στην μοιρασιά του πλούτου της χώρας του. Μια τέτοια εισαγωγή θα ήταν χρήσιμη και σε μένα όταν βρεθώ σε  παρόμοια κατάσταση και δεν την ξέχασα!

Thursday, March 5, 2026

30 - To Εργοστάσιο

Η δουλειά στο εργοστάσιο ήταν μια καινούργια πραγματικότητα, αλλά (τι άλλο μπορούσα να κάνω κάτω από τις περιστάσεις;) προσαρμόστηκα, μάλλον αξιοσημείωτα με το δεδομένο παρελθόν.  στους διαφορετικούς ρυθμούς και περιβάλλον και τη νοοτροπία των ανθρώπων του εργοστασίου: των απλών ανθρώπων της δουλειάς, προσγειωμένων, με τα πόδια στέρεα στο έδαφος, χωρίς τον στόμφο και αυταρέσκεια των ακαδημαϊκών· ανθρώπων που όμοιους δεν είχα συναντήσει στις προηγούμενες στροφές της ζωής. Φκιάναμε πράγματα. Σχεδιάζαμε και κατασκευάζαμε χειροπιαστά προϊόντα, με αξία και χρηματικό αντίκρισμα στην αγορά, μιαν αγορά τότε και όπως πάντα ανήλεα ανταγωνιστική. Απώτερος σκοπός ήταν η εξασφάλιση της κερδοφορίας και μεγέθυνση της αξίας της επιχείρησης (για του ιδιοκτήτες της) -όροι επιβίωσης στον καπιταλισμό. Δεν υπήρχε αμφιβολία, ούτε αμφισβήτηση. Μας λέγανε ότι και η δική μας ευημερία, προσωπική και οικογενειακή, είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το κέρδος της, η μοίρα μας στον κόσμο της εργασίας με την μοίρα της επιχείρησης.

Τα σχεδιάζαμε, εκείνα τα προϊόντα, στο τεχνικό τμήμα όπου εντάχθηκα εξαρχής, φκιάναμε πρωτότυπα, τα μετρούσαμε και τεστάραμε, διορθώναμε και βελτιώναμε, τελειοποιούσαμε· οι εργάτες δίπλα τα αναπαρήγαγαν σε ποσότητες, σκυμμένοι πάνω από τους πάγκους τους στο λεγόμενο ‘shop-floor’, έναν ψηλοτάβανο απλωμένο χώρο με εργαλεία και μηχανήματα. Για τους βιομηχανικούς πελάτες της επιχείρησης που κατάφεραν να δελεάσουν οι πωλητές.

Ο χρόνος μας μέσα στο εργοστάσιο, μετρημένος σε ώρες και λεπτά, και κάθε ώρα και λεπτό μεταφραζόταν σε χρήμα, μετριόταν από χρήμα, ενώ ο καθένας ένιωθε ότι πρόσθετε ένα μικρό κομμάτι στο τελικό προϊόν και αξία του, με νου και χέρια. Ένα μέρος εκείνης της «ανταλλακτικής αξίας» των προϊόντων γυρνούσε σε μας, και η τελευταία Παρασκευή του μήνα, που ο μάνατζερ μοίραζε με το χαμόγελο δικαίωσης ενός μήνα κόπων τα σημειώματα αποδοχών, ήταν ημέρα χαράς. «Τη δόξα πολύ εμίσησαν, το χρήμα ουδείς», έλεγε ο Δημήτρης. Δεν υπήρχε κάποια ατομική δόξα πέρα και έξω από τα όρια της εταιρίας, είμαστε σταγόνες στον ωκεανό του κοινωνικού προτσές πέρα και υπεράνω του οποίου είχαμε μόνο μια νεφελώδη αντίληψη, αλλά τουλάχιστον προσπάθεια και δεξιότητες αποτυπώνονταν μονεταριστικά στην άκρη του ‘payslip’. Ήταν κάποια αναγνώριση. Είχα πλήρη επίγνωση ότι η παραγωγική εργασία ήταν υποταγμένη σε ένα απρόσωπο κεφάλαιο που επένδυσε σε μηχανήματα και υποδομές και την ζωντανή εργασία από μια ομάδα ανθρώπων με διαφορετικές δεξιότητες που τους έφερε κάτω από μια κοινή στέγη να συνεργαστούν προς έναν κοινό σκοπό. Ήταν το εργοστάσιο μια μικρογραφία του καπιταλισμού, που είχα ανακαλύψει όταν διάβαζα και άνοιγα τα μάτια μου την κριτική θεώρηση του Μαρξ στο Das Kapital ως κομμουνιστής φοιτητής. Ξεδιπλωνόταν στην καθημερινή πράξη, ως κάποιο τελετουργικό που ακολουθούσε ένα άγραφο, αλλά αυστηρό πρωτόκολλο, μέσα στους άχαρους, απρόσωπους χώρους του εργοστασίου.

Θέμα αγώνων και επανάστασης δεν υπήρχε: είμαστε όλοι παραγωγικοί εργάτες, ενταγμένοι στην παραγωγική διαδικασία, υποταγμένοι στο κεφάλαιο που αντάμειβε, καλώς ή κακώς, τη δουλειά μας. Αλλά έγινα μέλος της μικρής ζωντανής κοινωνία της δουλειάς με μια διακριτή συντροφικότητα που πήγαζε από τη συνεργασία προς τον κοινό παραγωγικό σκοπό και τις ώρες που μοιραζόμαστε καθημερινά κάτω από την ίδια στέγη, μια επαγγελματική συντροφικότητα που δεν διέκρινα σε κανένα από τα πανεπιστήμια του παρελθόντος· μια συντροφικότητα κτισμένη στα θεμέλια του καταμερισμού και της συνεργασίας, στα όρια του χρόνου και του χώρου της δουλειάς, τουλάχιστον στις περιόδους όπου τα πράγματα πήγαιναν καλά και η επιχείρηση ευημερούσε. Υπήρχε παρά την άκαμπτη και αδιαμφισβήτητη ιεραρχία και διοικητική αλυσίδα που επέβαλε προτεραιότητες, έπαιρνε τις σημαντικές εταιρικές αποφάσεις, μετέφερε και μοίραζε μη αμφισβητήσιμες εντολές προς τα κάτω. Ήμουν κι εγώ αναγκαστικά ενταγμένος σε αυτήν την ιεραρχία, ένα κρίκος στην αλυσίδα παραγωγής και ένιωθα όταν πρόσθετα τον μικρό οβολό μου στην αξία που θα αποκτούσε το τελικό προϊόν στην αγορά -μια μικρή παρηγοριά ή δικαιολογία ύπαρξης, κάθε πρωί και βράδι που διέσχιζα τον Medway.

29 - Άφιξη στο Rochester

 Στη μικρή πόλη του Rochester, στην κομητεία του Kent, του «κήπου της Αγγλίας», έφτασα ένα κρύο, αλλά ηλιόλουστο φθινοπωρινό απόγευμα, με το ASTRA φορτωμένο με δυο βαλίτσες  ρούχα, και ένα αίσθημα ενθουσιασμού, προσδοκίας και ενδιαφέροντος για το καινούργιο και το άγνωστο. Η μέρα της συνέντευξης μερικές βδομάδες πριν ήταν τόσο φορτισμένη, ώστε οι εντυπώσεις από ανθρώπους, τον χώρο και παραστάσεις από το περιβάλλον, παρά την στιγμιαία ένταση τους, δεν είχαν δεόντως αποτυπωθεί.

Τα πρώτα βράδια εγκαταστάθηκα σε ένα B&B κοντά στη βιομηχανική ζώνη όπου βρισκόταν το εργοστάσιο όπου θα δούλευα ως μηχανικός-σχεδιαστής. Πρώτη μου δουλειά ήταν να νοίκιαζα ένα διαμέρισμα. Το βρήκα σχετικά εύκολα μέσω ενός μεσίτη σε μια φτωχογειτονιά του εργατικού και εμφανώς παρακατιανού Chatham, της δίδυμης πόλης από την άλλη μεριά της γέφυρας του ποταμού Medway. Ήταν μια γκαρσονιέρα με έναν κύριο χώρο, καθιστικό και για ύπνο, το διαμέρισμα, γυμνό από έπιπλα, στον πρώτο όροφο ενός μικρού κτιρίου, σχετικά μοντέρνου, στη γωνιά ενός δρόμου από μια σειρά από ενωμένα, προπολεμικά κτίρια και γενικά παραμελημένες προσόψεις. Στη γωνιά απέναντι ένα ‘Turkish Delight Kebab Shop’ πλημμύριζε από νωρίς το βράδι  τη γειτονιά γύρω του με τις μυρωδιές του ψητού κρέατος και των μπαχαρικών, και αργότερα, μετά το σχόλασμα των pubs ο παράδρομος αντηχούσε από φωνές πιωμένων νεαρών που συνωστίζονταν για το kebab που γιάτρευε μέθη και hungover. Η φασαρία και η μυρωδιά διαπερνούσαν την μπαλκονόπορτά, λίγα βήματα παραπέρα, πάνω από το τη θέση parking του αυτοκίνητού μου. Δεν απογοητεύτηκα· η ζωή αργά ή γρήγορα θα άλλαζε, προς το καλύτερο. «Είμαι  νέος, τριάντα και κάτι. Έχω χρόνο μπροστά, »  έλεγα στον εαυτό μου.

Ελλείψει κρεβατιού, τα πρώτα βράδια κοιμήθηκα στη μοκέτα του γυμνού δωματίου, σε ένα sleeping bag. Σε λίγες μέρες, το πρώτο σαββατοκύριακο στο Rochester, κατάφερα να εξασφαλίσω μια στοιχειώδη επίπλωση και τα απαραίτητα εκ του μηδενός: ένα μονό ντιβάνι, ένα φτηνό σετ από μπαμπού με καναπέ, πολυθρόνα και τραπεζάκι του καφέ, μια μικρή βιβλιοθήκη για τα βιβλία που συναρμολόγησα, τηλέφωνο, CD player, μια μικρή τηλεόραση, και βέβαια έναν βραστήρα για τον πρωϊνό καφέ. Υλιστικές μικρο-επενδύσεις στην καθημερινότητα μου δεν θα με απασχολούσαν ξανά για αρκετό καιρό στο μέλλον.

Η καθημερινή ρουτίνα ενός εργαζόμενου υπάλληλου ξεκινούσε κάθε πρωί και για εκατοντάδες πρωϊνά, αμίλητου στις σκέψεις του, να ακούει μουσική, ειδήσεις και τον καιρό της μέρας από το ράδιο, μέσα στις μακριές και αργόσυρτες  ουρές των αυτοκινήτων, που διέσχιζαν την στενή γέφυρα για τις δουλειές τους. Χρόνος ανάξιος θύμησης, ένα ακόμα σημάδι ασημαντότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Wednesday, March 4, 2026

28 - Αχνό Φως στην Άκρη του Τούνελ

Προς τέλος εκείνου του καλοκαιριού του 1994 μια θαμπή αχτίδα φωτός φάνηκε στο τέλος του μοναχικού μονοπατιού που παραπατούσα. Μετά από τέσσερις απορρίψεις από ισάριθμα «ακαδημαϊκά» κέντρα, τελικά  μου προσφέρθηκε μια δουλειά! Από μια μικρή εταιρία με εργοστάσιο παραγωγής της στο Rochester του Kent. Η προσφορά με χαροποίησε, παρά το χαμηλό της προφίλ. Τη δέχτηκα πάραυτα, χωρίς δεύτερη σκέψη σαν μια σανίδα σωτηρίας, παρά το ότι σήμαινε την ακύρωση ή έστω αναβολή και περιθωριοποίηση φιλοδοξιών, επιστημονικών και επαγγελματικών, μέσα από διακρίσεις στον ακαδημαϊκό στίβο. H ανάγκη να επιπλεύσω σε ένα μη φιλικό και ξένο περιβάλλον έβαλε στην άκρη, για την ώρα, τέτοιες φιλοδοξίες. Ήθελα να μείνω Αγγλία, ήθελα την οικονομική μου ανεξαρτησία, έπρεπε να επιβίωνα χωρίς οικογενειακά στηρίγματα. Στην Ελλάδα το μέλλον θα ήταν εξίσου αβέβαιο και η ζωή καθόλου ρόδινη.

Οι αντιδράσεις από συναδέρφους στο πανεπιστήμιο, όταν ανακοίνωσα την απόφασή να παραιτηθώ και να φύγω, διέφεραν. Ο Δρ. Κ εκφράστηκε αδιάφορα: «Μας φεύγεις, βρε;», χωρίς να ρωτήσει για τη νέα μου δουλειά. Ο Mike με συνεχάρη χαμογελαστός και φάνηκε ανακουφισμένος· από τη μια, απαλειφόταν οι έγνοιες του να με συντηρήσει οικονομικά στο εργαστήριο από ένα πρόγραμμα εξαντλημένων πόρων, χωρίς πολλές προοπτικές παράτασης για πάνω από λίγους μήνες, από την άλλη, γιατί στάθηκα στα πόδια μετά την απόφαση του πανεπιστημίου, που πιθανόν συνυπόγραψε, να με απορρίψει. O καθηγητής PH, ο κύριος συντελεστής από εκείνες τις αποφάσεις, στο νέα της επικείμενης παραίτησης ήρθε λαχανιασμένος ένα πρωϊνό στο εργαστήρι να μου αναλύσει μια καινοτόμο «επιστημονική ιδέα» του με πιθανότητες χρηματοδότησης από εθνικές επιτροπές έρευνας, όπου είχε διασυνδέσεις. Του απάντησα ότι θα την σκεφτώ, αλλά ήξερα (όπως, ίσως, και ο ίδιος) ότι ήταν αργά για αλλαγή απόφασης. Ο Γιώργος ο Μπ., ευθύς και κατηγορηματικός, με έκανε να νιώσω καλύτερα από άλλους: «Να πας! Να φύγεις! Και εγώ στη θέση σου θα έφευγα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Εδώ αυτό που θέλουν είναι να σε ξεζουμίσουν για δυο-τρία χρόνια χωρίς να τους νοιάζει πολύ για το τι θα κάνεις μετά και τι θα απογίνεις.» Ο ίδιος είχε πάρει ήδη τον δρόμο του γυρισμού, αλλά με τη ζωή πίσω στην πατρίδα να τον περιμένει στρωμένη.  

H J στενοχωρήθηκε. Το είδα στον τρόπο που κάπνισε τα τσιγάρα της, στο άπλανο, θλιμμένο βλέμμα που κοιτούσε έξω από το παράθυρο, όταν ανακοίνωσα την απόφαση να φύγω από το Birmingham. Δεν είπε πολλά· ίσως, και να έκλαψε στα κρυφά. Της εξήγησα ότι οι επιλογές μου είχαν εξαντληθεί (αλλά που να ήξερε από αυτές!) και η μόνη εναλλακτική διέξοδος, εκτός της μετακίνησης από την πόλη που μας έφερε κοντά, θα ήταν μια άπαξ δια παντός επιστροφή στην πατρίδα. Την παρηγόρησα με την υπόσχεση ότι θα παραμέναμε μαζί στη ζωή· ότι θα ανέβαινα Σαββατοκύριακα στο Birmingham· ότι θα μπορούσε να ερχόταν και κείνη συχνά. Μακροπρόθεσμα ίσως να μετακομίζαμε κάτω από την ίδια στέγη με τα παιδιά. Διακαής της πάντα επιθυμία ήταν να έφευγε από το Rednal, να δραπέτευε από εκείνην την άχαρη συνοικία, έναν τόπο που είχε παρακμάσει, και τις δυσάρεστες αναμνήσεις από την προηγούμενή της ζωή.

Thursday, February 26, 2026

27 - Αγώνας για Ανάταση

H επιστροφή στο Birmingham σήμανε επιστροφή στον αγώνα για δουλειά, για την αναστήλωση μιας ύπαρξης, για το μέλλον. Και υπήρχε αρκετό μέλλον μπροστά. Κοιμόμουν στης J, με κάποιο νοίκι, αλλά ένιωθα μετέωρος σε έναν κόσμο και μια κοινωνία με τις περισσότερες πόρτες κλειστές. Την αποτυχία στο πανεπιστήμιο που κόστισε στο ηθικό, ακολούθησε και μια δεύτερη, σε ένα άλλο ίδρυμα που γρήγορα μαθεύτηκε από συναδέρφους στο Birmingham. Ήταν ένα ακόμα πλήγμα στα υπολείμματα του κύρους μου.

Από την άλλη μεριά, η συμπεριφορά και συνήθειες της J κινούνταν στο ίδιο γνώριμο μοτίβο. Η οριστική πλέον διάσταση από τον σύζυγο σα να την απελευθέρωσε από κάποια φυλάκιση, την καταδίκη μιας νέας γυναίκας σε έναν πρόωρο και αψυχολόγητο γάμο και ανάληψη μητρικών καθηκόντων πριν την ώρα τους. Το νοίκι που της πλήρωνα, τα κυβερνητικά επιδόματα, τη στέγη που το τοπικό συμβούλιο δωρεάν παρείχε, της εξασφάλισαν μια σχετικά μικρή οικονομική άνεση, και εκείνο το  περίσσιο χαρτζιλίκι δεν θα μπορούσε παρά να διοχετεύεται σε νυχτερινές «διασκεδάσεις» διαποτισμένες πάντα με αλκοόλ. Το babysitting ήταν και αυτό εξασφαλισμένο και αυτονόητο: από μένα, δωρεάν.

Μια νέγρα φίλη της από την γειτονιά, ονόματι Jess, που από την προφορά, τον τόνο της φωνής και το εξεζητημένο ύφος εύκολα κανείς διέκρινε πονηρές και ιδιοτελείς προθέσεις στη φιλία που έκτισε με την J, έγινε εκείνο το διάστημα η μόνιμη συνοδός της στις εξόδους στα night clubs της πόλης. Κάθε μεσοβδόμαδη ‘ladys night’ προσέλκυε το ζευγάρι σε κάποιο club του κέντρου της πόλης ή και πέρα από αυτό, στα απόμακρα προάστια της μεγαλούπολης, όπου γενικά φυσούσε ο άνεμος της καλοπέρασης και περιπέτειας. Μια νύχτα, μετά από εκείνα τα «ξενύχτια» ρουτίνας πλέον, η εν λόγω Jess ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα που κοιμόμουν, με την J κάτω στο living-room να ακούει πιθανόν ημιαναίσθητη από την κούραση και αλκοόλ, άνοιξε την πόρτα και μου έδωσε με τα σαρκώδη χείλη της ένα φιλί στο στόμα. Ήταν παράξενο και αναπάντεχο και σίγουρα εν αγνοία της J. Μιαν άλλη νύχτα, όταν ένας ήρεμος ύπνος και ξεκούραση μου ήταν απαραίτητα ενόψει μιας πρωινής συνέντευξης μετά από αίτηση δουλειάς σε ένα ερευνητικό ινστιτούτο στην οποία είχα επενδύσει πολλές ελπίδες και προετοιμασία, διαταράχτηκε ανήκεστα λίγες ώρες πριν ξυπνήσω: από τη δυνατή μουσική και τα γέλια των δύο τους από το living-room κάτω από την κρεβατοκάμαρα. Με την ψυχή να βράζει από ματαίωση και θυμό και βαρύ κεφάλι, το θολό από την αϋπνία μυαλό απέτυχε να ανταποκριθεί επαρκώς στις ερωτήσεις της επιτροπής, βυθίζοντας μια ακόμα βάρκα ελπίδας.

Στην τελευταία «έξοδο» της J με την Jess., ξύπνησα ξημερώματα από έντονες ομιλίες στο προαύλιο, τη μηχανή ενός αυτοκινήτου στη νυχτερινή ησυχία, και το επίμονο και δυνατό  χτύπημα της J στην πόρτα. Χρειαζόταν χρήματα για να πληρώσει το ταξί. Αφού πέταξε ένα χαρτονόμισμα που της έδωσα στον ταξιτζή από το κατώφλι της πόρτας, με έναν αψυχολόγητο εκνευρισμό, τρεκλίζοντας, κλαίγοντας, συγκεχυμένη στο μυαλό και την ομιλία, κατάρρευσε, ημιαναίσθητη και πάλι, στον καναπέ. Την επόμενη μου εξήγησε ότι είχε χάσει, εκτός από την Jess. με το πλήθος στο σχόλασμα του night-club, το πορτοφόλι, την κάρτα της, και ένα χαρτάκι με το PIN στο ίδιο πορτοφόλι σε περίπτωση που το ξεχνούσε, και όπως έμαθε την επόμενη, το μέγιστο ποσό ανάληψης από τον λογαριασμό της. Ήταν μάλλον αυταπόδεικτο ότι η συγκεκριμένη Jess. κρυβόταν πίσω από αυτές τις απώλειες. Δεν την ξαναείδαμε στη ζωή μας.

Με τέτοιες προστριβές και καμώματα πολλές φορές αναρωτήθηκα τι στο διάολο κάνω εκεί που βρίσκομαι, γιατί το κάνω και κατά που βαδίζω, σε τι στοχεύω· για το αν εκεί στην γωνιά που είχε στριμωχτεί η ζωή είχα οδηγηθεί, περισσότερο εκ των πραγμάτων και μια ροή γεγονότων, που δεν είχα τις δυνάμεις να επηρεάσω, παρά από προσωπικές επιλογές. Έκρυβε η κατάσταση, που δοκίμαζε την υπομονή, τις ανοχές και αντοχές μου, κάτι λανθάνον που άξιζε και τελικά θα αντάμειβε τον αγώνα και θα αντιστάθμιζε την ταλαιπωρία και τις στιγμές στενοχώριας και δυστυχίας που πλήθαιναν; Υπήρχαν βέβαια οι σταγόνες ευτυχίες που πρόσφεραν τα βράδια εκτόνωσης με μπύρες στις pubs και τις νύχτες έρωτα που ακολουθούσαν. Ποτέ, όμως, και για κανέναν άνθρωπο με τον χαρακτήρα μου δεν θα ήταν αρκετές για να κάμουν μια τέτοια υποβόσκουσα κατάσταση ανεκτή και βιώσιμη και να ξεδιψάσουν την δίψα για πρόοδο. Δεν ήταν εκείνες οι στιγμές ήταν τίποτε περισσότερα από δραπέτευση και φυγή από το βάρος της όχι και τόσο ευχάριστης πραγματικότητας. Η ελπίδα ότι δεν θα αργούσε η μέρα που θα τα μάζευα και θα έφευγα μακριά από το Birmingham για καλύτερη ζωή δεν είχε ωστόσο σβήσει ακόμα. Δούλευα και έψαχνα για δουλειές εντατικά μέχρι να δω κάποιο φως.


26 - Κασσάνδρα, 1994

 Οι διακοπές του Ιούλη του 1994, οι πρώτες μαζί στην Κασσάνδρα, τροφοδοτημένες αφειδώς από άπλετο ήλιο και την αισθησιογόνο ζέστη καλοκαιρινών απογευμάτων, και γαλόνια μπύρας που η ηλικία ακόμα όχι μόνο τα σήκωνε, αλλά και τα τραβούσε, αποδείχτηκαν χρόνος λαμπρός, που η J, incognito φιλοξενούμενη μου, θα ξεδίπλωνε ξανά μερικές από τις καλύτερες και χειρότερες πλευρές του εαυτού της: από την μια, την αισθησιακή δίψα της για έρωτα με έναν άντρα που ονομαστικά τουλάχιστον αγαπούσε, από την άλλη, τη διολίσθησή της, τυφλωμένη από αλκοόλ και δεν ξέρω τι είδους ανασφάλειες ή ανεξιχνίαστα ψυχικά προβλήματα, σε άγονες αλλά ψυχοφθόρες ερωτοτροπίες με τον κάθε τυχαίο που άνοιγε κουβέντα μαζί της. Όλα ήταν και θα έπρεπε να ήταν προβλέψιμα και αναμενόμενα.

Πρωϊνά και απογέματα, τα τελευταία ζαλισμένοι από την μπύρα, την εκ των ων ουκ άνευ απόλαυση μετά από κολύμπι στη θάλασσα και την αφυδάτωση από τον καυτό ήλιο, ήταν γεμάτα έρωτα, επαναληπτικό, έντονο, χωρίς χρονικά όρια: στο μικρό ασφυκτικό διαμέρισμα, με τα παράθυρα και τις πόρτες του ερμητικά κλεισμένα, ώστε οι γείτονες του διπλανού, ο παππάς και η παπαδιά απέναντι, όλοι τους γνωστοί και σε συχνή επαφή με Μάνα και Πατέρα, να μην ακούν τους ανεξέλεγκτους σε ένταση αναστεναγμούς, που συχνά για να μειώσω την έντασή τους αναγκαζόμουν και της έκλεινα το στόμα, στον άβολο καναπέ που μόλις άνοιγε σε πλάτος ενάμιση κρεβατιού, λουσμένοι στον ιδρώτα, που ανατροφοδοτούσε με κάποιο τρόπο το πάθος.

Το βράδι, μετά το καθιερωμένο γεύμα, και κάθε βράδι από τα λίγα που μείναμε στη Χαλκιδική, μας οδηγούσα σε ένα μουσικό μπαρ απέναντι από τον όγκο του Pallini, για ακόμα περισσότερες μπύρες που κατέληγαν αργότερα σε σφηνάκια, προσφορές του γενναιόδωρου μαγαζιού. Το φτηνά και πρόχειρα εγκαταστημένο bar λεγόταν Bubbles. Έγινε ένα μικρό ορόσημο και ξεχώρισε ανάμεσα στους σωρούς από αναμνήσεις χρόνων ζωής με τη J. Είχε στηθεί στο προαύλιο ενός διώροφου σπιτιού και περιφραχθεί με καλαμιές, αλλά είχε την πρόσοψη του ανοιχτή στον κυρίως δρόμο που κάνει τον γύρο του ποδιού. Το μεγάλο ελλειψοειδές μπαρ του το «έτρεχε» με αξιοσημείωτη σβελτάδα και επαγγελματισμό ένας πρόσχαρος, ψιλόλιγνος Ολλανδός μπάρμαν, που μιλούσε τόσο καλά τα Ελληνικά, όσο και τα Αγγλικά. Βρισκόταν εκεί, μας είπε, τα δύο τελευταία καλοκαίρια, όπου συνδύαζε διακοπές με δουλειά. Ετοίμαζε και σέρβιρε τη μπύρα, και άλλα κοκτέιλ, με αξιοπρόσεκτη ταχύτητα και άψογους συνδυασμούς γεύσης, χρωμάτων, θερμοκρασίας, εμφάνισης. Ήταν ο πρώτος, προς τον οποίο έστρεψε τη θελκτικά γαλάζια ματιά της η J και με τον οποίο, μετά από λίγο, με ένα ποτήρι πάντα στο χέρι, θα επιχειρούσε να ανοίξει κουβέντα. Ο Ολλανδός ευτυχώς παράμενε επί το πλείστον προσηλωμένος στην δουλειά του, απασχολημένος με πελάτες που γέμιζαν το μπαρ και τους χώρους του μαγαζιού από τη δύση του ηλίου μέχρι τις πρωινές ώρες, από τα τερατώδη  ξενοδοχεία από την άλλη μεριά του δρόμου.

Πέρα από την κρύα και γευστική μπύρα, που τα νιάτα επέτρεπαν να καταχραστώ την απόλαυση της χωρίς έγνοιες και τον επιδέξιο μπάρμαν, η άλλη ατραξιόν του Bubbles ήταν ο DJ και η μουσική που διάλεγε: σύγχρονα pop hits, «κλασική» pop, rock, reggae, club –ένα βήμα μπροστά ακόμα και από τα ακούσματα των pubs και clubs της Αγγλίας που συχνάζαμε. Ήταν ένα κοντοστούπικο, αεικίνητο πλάσμα σε μια γωνιά του εσωτερικού χώρου, που το κεφάλι του, ανάμεσα σε δύο τεράστια ακουστικά, μόλις ξεχώριζε πίσω από τον πάγκο της δουλειάς του. Πίσω και πλάι του βρισκόταν ράφια γεμάτα με εκατοντάδες CD και δίσκους, από τα οποία επέλεγε τα κομμάτια που θα παιζόταν ανάμεσα, με καλά προετοιμασμένο ρεπερτόριο αξιοθαύμαστου γούστο, τουλάχιστον για τις προσωπικές μου ακουστικές γεύσεις στην ξένη μουσική, ομολογουμένως ακόμα πρωτόγονες παρά τα δύο χρόνια μου στην Αγγλία.    

Μετά από μερικές μπύρες στο μπαρ, όταν αυτό περικυκλωνόταν από τουρίστες των γύρω ξενοδοχείων και νοικιαζόμενων, συνήθως την άραζα σε έναν σκαμπό δίπλα στον DJ να παρατηρώ στη δουλειά του. Σε λίγη ώρα το μπαρ βούιζε από κόσμο, καμιά φορά ανάμεσα σε ποτά ερχόταν δίπλα μου η J, έχοντας εγκαταλείψει τις προσπάθειες για κουβέντα με τον ψηλό Ολλανδό μπάρμαν ή όποιον τύχαινε να βρεθεί στο μπαρ δίπλα της, για να ακούσουμε τα εκλεκτικά τραγούδια του DJ, να λικνιστούμε σε αυτά σε μια μικρή πίστα στο εσωτερικό του μαγαζιού, να τον επαινέσουμε και ευφρανθούμε από τις μουσικές του ταχυδακτυλουργίες, να προσδοκήσουμε, και καμιά φορά να ζητήσουμε το επόμενο κομμάτι. Χάριν σε κείνον, τον DJ του Bubbles, μια σειρά από τραγούδια συνδέθηκαν με την μνήμη μου, από εκείνη την πρώτη φάση της σχέσης με την J. Όπως και με τα αρώματα που εσαεί κρατάει η μνήμη και μας συνδέουν με ένα πρόσωπο, έτσι και με τραγούδια, όταν μετά από χρόνια και δεκαετίες τα ξανάκουγα, θύμιζαν, με συγκίνηση και καμιά φορά και νοσταλγία είναι αλήθεια, εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια στο Bubbles: το Always των Erasure, το Shine των Aswad, και άλλα, καλοκαιρινά και αγαπητά της J, σαν παραγγελιές της, που τα άκουγε με κλεισμένα τα μεγάλα της μάτια, λικνίζοντας την λεπτή μέση πάνω από τα ωραία πόδια, το ποτήρι με το αλκοόλ στο ένα χέρι, το τσιγάρο στο άλλο. Την έβλεπα και νόμισα ότι άρχισα να την αγαπώ, σα γυναίκα και όχι απλά σαν ερωμένη, πριν και τελικά παρά τις θλιβερές σκηνές στις οποίες συχνά κατέληγαν εκείνες οι πιωμένες νύχτες.

 Ήταν η εποχή που πλήθη Βρετανών και τουριστών του εύπορου ευρωπαϊκού βορρά έκαναν ακόμα διακοπές στις ακτές της Κασσάνδρας. Συνιστούσαν τον κύριο όγκο της πελατείας του Bubbles. Έρχονταν ως ζευγάρια ή ως παρέες νέων γυναικών, και έτσι δεν αποτελούσαν σημαντικό δέλεαρ για τη J για ατέρμονες κουβέντες και ιδιαίτερα για φλερτ. Οι ψιλοκουβέντες μαζί τους, ιδιαίτερα με γυναίκες που έπιναν ήσυχα τα ποτά τους στο μπαρ και συζητούσαν περί των διακοπών τους στη Χαλκιδική ή της καταγωγής και ζωής σε κάποια καταθλιπτική, βροχερή και ανεμοδαρμένη πόλη του βρετανικού βορρά, συζητήσεις που ως ακοινώνητος σπάνια συμμετείχα, προσέλκυαν λίγο ενδιαφέρον εκ μέρους της J. Αλλά μετά από κάποια ώρα αργά το βράδι, όταν ο μέσος βορειοευρωπαίος τουρίστας, συνηθισμένος σε διαφορετικούς ρυθμούς και με άλλο βιολογικό ρολόι , θα αποχωρούσε καταβεβλημένος στο δωμάτιο του, μετά από μια μέρα στον ήλιο και τη ζέστη,  τη θάλασσα και το αλκοόλ, το μέρος άρχισε να γεμίζει από Έλληνες: ντόπιους Χαλκιδικιώτες μορφονιούς, βλοσυρούς Θεσσαλονικιούς, νέους φοιτητές ή χαραμοφάηδες με τα μάτια ακόμα γουρλωμένα από το ξενύχτι της προηγούμενης μέρας,  που ο βραδινός φραπές μόλις κατάφερε να αναστυλώσει.  Και οι περισσότεροι τους μαζεύονταν στο Bubbles, για το πρώτο ποτό και το «ψάρεμα» μιας νύχτας στη νιότη της και  είχε, για αυτούς, μακρύ δρόμο ακόμα. Ήταν πολλά τα «καμάκια», λιγοστοί όμως οι εναπομένοντες στόχοι.

Η J, συν τοις άλλοις, δύσκολα ξεκολλούσε από τέτοια μέρη. Η απόσπαση της από νυχτερινά κέντρα διασκέδασης για επιστροφή το σπίτι αποτελούσε ανδραγάθημα, ειδικά μετά από γενναία κατανάλωση αλκοόλ, και απορροφημένη καθώς ήταν από ένα χαοτικό κοκτέιλ μουσικής, πιοτών και του ετερόκλητου πλήθους ανθρώπους που διασκέδαζε (ή προσποιούταν ότι διασκεδάζει). Συχνά το ενδεχόμενο της επιστροφής θα το σκεφτόταν αφού και ο τελευταίος (άρρην και εμφανίσιμος) θαμώνας αποχωρούσε και το μαγαζί έδειχνε τις προθέσεις στους λίγους αξιολύπητους και ξενέρωτους που απέμειναν ότι σε λίγη ώρα θα έκλεινε. Με το ξανθό μαλλί και γαλανά μάτια, το καλλίγραμμο κορμί πίσω από maxi εφαρμοστά φορέματα, τα ανύπαρκτα εμπόδια που έθετε σε άντρες και κάθε καρυδιάς καρύδι να ανοίξουν κουβέντα μαζί της, με την εντύπωση που έδινε ότι ήταν ελεύθερη αι «διαθέσιμη» παρά την ξεχασμένη παρουσία μου σε μια γωνιά, σε τέτοια μαγαζιά γινόταν ο προφανής στόχος.

Αυτή η προβλέψιμη ρουτίνα επαναλήφθηκε και τα τρία βράδια που αποφασίσαμε να διασκεδάσουμε στο Bubbles, παρά τους δισταγμούς. Στο πρώτο, ίσως από το φόβο του πρωτόγνωρου, ίσως από την κούραση της μέρας, φύγαμε κάποια εύλογη ώρα. Το δεύτερο, παρά την κούραση, στάθηκα στο μεγαλύτερο μέρος υπομονετικά δίπλα της, συμμετείχα σε λίγες κουβέντες με τον Ολλανδό που μας θυμόταν από το προηγούμενο βράδι, απόλαυσα την μουσική του κοντοστούπη DJ και το ποτό, και κατάφερα, με μεγάλη προσπάθεια όπως πάντα, να την εφέλκυση της από εκείνο περιβάλλον λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Το τρίτο βράδι, μια κουβέντα με έναν ελλαδίτη νεαρό σε μια γωνιά του μπαρ, στον οποίο η J, βέβαια, δεν είχε κάνει καν νύξη της παρουσίας μου, λίγο πιο πέρα στην γωνιά του πάγκο του DJ, κράτησε μέχρι αργά μετά τα μεσάνυχτα, όταν ο κόσμος του μαγαζιού άρχισε να αραιώνει και η μουσική και τα φώτα να χαμηλώνει. Δυο-τρία νεύματα μου από κάποια απόσταση, ότι είναι πλέον ώρα να φύγουμε, αν και πρέπει να τα είδε, τα αγνόησε. Με ένα τελευταίο ποτό βγήκα στο πεζοδρόμιο απέναντι και τον θυμό να φουντώνει μέσα μου και περίμενα άπραγος: με σκέψεις να με ζώνουν γύρω από το ερώτημα «τι κάνω εδώ πέρα με αυτή τη γυναίκα», κατάκοπος, ιδρωμένος από τη ζέστη, ζαλισμένος από το πιοτό. Όταν η J τελικά ξεμύτησε για να με ψάξει στα έρημα από κόσμο πεζοδρόμια απέναντι από το Pallini, και μου έγνεψε σα να μη συνέβαινε τίποτε, ενώ πρόσφερε τη τυπική δικαιολογία (‘I was just having a chat, L! Whats so wrong with that?’). Αλλά θυμός μου είχε ξεχειλίσει σε δυνατές φωνές, αρκετά δυνατές για να ακουστούν τουλάχιστον από τον κόλακα και επίδοξο εραστή της, που μας παρακολουθούσε καθισμένος στο μπαρ. Από την αγανάκτηση πέταξα και έσπασα το άδειο ποτήρι μου στο πεζοδρόμιο και μας οδήγησα αμίλητος πίσω στο Πολύχρονο.

Το τελευταίο και αποχαιρετιστήριο βράδι στο Bubbles ξεκίνησε ευχάριστα, όπως λίγο-πολύ και τα δύο προηγούμενα: με κρύα μπύρα και την ωραία και ταιριαστή στο καλοκαιράκι μουσική του κοντοστούπη DJ. Προς το τέλος του βραδινού, άραξα δίπλα στον πάγκο του, να παρατηρώ τη δεξιοτεχνία, τον ζήλο και την αγάπη για αυτό που έκανε, για να βγάζει το ψωμί του, και να απολαμβάνω τις μουσικές επιλογές του. H J σε μια από τις βόλτες της στο μπαρ -για ένα ακόμα ποτό, από τα πολλά που αφελώς προσφέρονταν από μένα, το μαγαζί ή και τρίτους γενναιόδωρα, σκάλωσε πάλι κάπου: σε μια από τις συνήθεις ατέρμονες κουβέντες, ένας θεός ξέρει περί τίνος, με έναν από τους αχαρακτήριστους τύπους, με τους οποίους έβρισκε σημεία επαφής και κοινά ενδιαφέροντα, παρά τα γενικά φτωχά αγγλικά τους. Και πάλι εκνευριστικά αδιαφόρησε στα νεύματα μου, όπως και τελικά στην ρητή προειδοποίηση, παρουσία του τύπου, ότι θα έφευγα για το διαμέρισμα χωρίς αυτήν. Αυτή τη φορά το εννοούσα και το έπραξα και οδήγησα μόνος στο Πολύχρονο, δεκαπέντε λεπτά μακριά, έχοντας εγκαταλείψει την J στο Bubbles. Έπεσα στο κρεβάτι ζαλισμένος, σχεδόν μεθυσμένος από το πιοτό, εξαντλημένος και συναισθηματικά μουδιασμένος. Και αποκοιμήθηκα στην βαριά και μουχλιασμένη ατμόσφαιρα του διαμερίσματος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν περίπου τρεις η ώρα το πρωί και η J δεν είχε εμφανιστεί. Σκέφτηκα το πιο πιθανό ενδεχόμενο: δεν ήξερε το δρόμο πίσω στο διαμέρισμα να τον εξηγήσει σε κάποιον καλοπροαίρετο να την βοηθήσει και φοβήθηκα για κάτι κακό που θα μπορούσε να συμβεί σε τέτοια μέρη, τέτοιες ώρες. Αναστατώθηκα υπό το βάρος μιας ευθύνης που είχα αναλάβει, απέναντι στα παιδιά και την οικογένεια της, ευθύνη για τη σωματική της ακεραιότητα, αίσθημα που πήγαζε πάντα από έναν σχετικό υπεύθυνο και ακέραιο χαρακτήρα. Οδήγησα πίσω στο Bubbles, όπου βρήκα την J να κάθεται στο κράσπεδο, οι χρυσές ανταύγειες των μαλλιών της διακρίνονταν από μακριά, το κεφάλι της ανάμεσα στα γόνατά της και έναν τύπο όρθιο πίσω της, με το χέρι παρηγορητικά γύρω από τους ώμους της. Μόλις με είδε, την άφησε μόνη και απομακρύνθηκε προς το εσωτερικό του μαγαζιού – με δυο-τρεις άλλους η νύχτα θα συνεχιζόταν.

Γυρίσαμε αμίλητοι στο διαμέρισμα. Με ένα μίγμα θυμού και ματαίωσης την έφερα από το χέρι στο δωμάτιο πάνω και κάναμε έρωτα, κυνικό, χωρίς αίσθημα και παρά φύση, στην άκρη του κρεβατιού. Τον υπόμεινε αθόρυβα, αλλά όταν τέλειωσα, κουλουριασμένη στο κρεβάτι, έβαλε το πρόσωπο της ανάμεσα στις παλάμες της κι έκλαψε. Τα λόγια της: “I want to go home… I want to go back to my kids…Στεναχωρήθηκα κι εγώ -μέχρι δακρύων. Η καρδιά μου ράγισε, ένιωσα ενοχές, λιγότερο για που την άφησα απελπισμένη στα χέρια αγνώστων στο μπαρ, περισσότερο για τον εκδικητικό κυνισμό και την ερωτική ωμότητα που έδειξα και το εξευτελιστικό τρόπο που την μεταχειρίστηκα. Ήμουν εκτός εαυτού, ήταν εκτός χαρακτήρα. Με παρηγορούσε το ότι είχα κάνει ότι μπορούσα ώστε να ευχαριστηθεί και περάσει καλά στις πρώτες διακοπές της, ικανοποιώντας παράλληλα και δικές μου επιθυμίες, αδράχνοντας το μερτικό μου στις καλοκαιρινές αισθησιακές απολαύσεις που η παρέα της μου πρόσφερε. Θα σήμανε εκείνο το νυχτερινό επεισόδιο το τέλος μας;

Το μεθεπόμενο βράδι μιας Κυριακής θα επέστρεφε μόνη της για το Birmingham, λίγες μέρες πριν από τη δική μου επιστροφή. Με την προοπτική του γυρισμού, τη λαχτάρα των κοριτσιών που της έλειπαν και την περίμεναν, οι σχέσεις μας μετά από εκείνο το θλιβερό και επεισοδιακό βράδι άρχισαν να εξομαλύνονται, η συμπεριφορά μας να κανονικοποιείται. Την τελευταία μέρα μείναμε μακριά από το πιοτό. Με το αυτοκίνητο κάναμε το γύρο της Θεσσαλονίκης, περπατήσαμε για λίγο στους έρημους δρόμους του κέντρου, στην αφόρητη ζέστη του απογέματος. Μετά από φαγητό στην Pizza di Spagna της Σοφούλη πήραμε το δρόμο για το αεροδρόμιο. Βράδιαζε, αλλά η πτήση της ήταν από τις τελευταίες της μέρας, και είχαμε πολύ χρόνο να σκοτώσουμε. Χωρίς πολλές ιδέες στο μυαλό για να γεμίσουμε τις ώρες, της πρότεινα δειλά και πονηρά, να πηγαίναμε σε ένα από τα drive-in, που υπήρχαν στην περιοχή του αεροδρομίου. Δέχτηκε εύκολα με χαμόγελο: θα ήταν μια καινούργια εμπειρία για την ίδια και κέντρισε την περιέργεια της. Το hard-core porn, που  καλώς ή κακώς ταινίες του παρακολουθούσα από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας και, αργότερα, για διαστήματα που δεν είχα κάποια σχέση, ήταν ακόμα παράνομο στην Αγγλία. Ο πειρασμός του εξακολουθούσε να με έλκει, όπως ένας πρώην καπνιστής που έχει κόψει το τσιγάρο προσελκύεται από την περιστασιακή δόση νικοτίνης όταν αυτή του προσφέρεται.  Στην κλεισούρα του αυτοκινήτου επικράτησε σιωπή και αμηχανία απέναντι σε αυτό που εκτυλίσσονταν στην οθόνη. Και δεν αντέξαμε πολύ σε εκείνο το θλιβερό χώρο, όπως θα είχα κάνει μόνος σε ένα μακρινό πλέον και ντροπιαστικό παρελθόν. Πάντως, επιστρέψαμε στο αεροδρόμιο σε σχετικά καλή διάθεση, εγώ αναπόφευκτα διεγερμένος από τις σκηνές σεξ και τις ερωτικές αναμνήσεις από την Χαλκιδική. Τα είχαμε ξαναβρεί, είχαμε μονοιάσει, μέχρι που φιληθήκαμε στο στόμα, κάτι σπάνιο στη ερωτική διαδρομή μου με τη J όπου η σαρκική επαφή ήταν το κύριο ζητούμενο και δεδομένο. Καθισμένοι στο αυτοκίνητο σε μια σκοτεινή γωνιά του πάρκινγκ έξω από το αεροδρόμιο, έχοντας διαισθανθεί ή και παρατηρήσει την διέγερση κάτω από το παντελόνι, μου έκανε στοματικό έρωτα – αυθόρμητα, σχεδόν απολογητικά. Θα ξαναβρισκόμαστε σύντομα πίσω στο Birmingham για να συνεχίσουμε το μακρινό, ιδιότυπο ερωτικό ταξίδι με τις πολλές του αναταράξεις. Τα χειρότερα και τα καλύτερα βρίσκονταν ακόμα μπροστά μας.

Tuesday, February 24, 2026

25 - Μετέωρα Βήματα

Ένα ηλιόλουστο και ζεστό κυριακάτικο μεσημέρι του Μάη, συναντηθήκαμε με την J στο κέντρο του Birmingham· στην άδεια από κόσμο Centenary Square, μπροστά από το Repertory Theatre και το bar του. Θα μιλούσαμε για τη ζωή, τα σχέδια μου, θα απολαμβάναμε την σπάνια λιακάδα με μπύρες. Εμφανίστηκε με «καυτά» τζιν σορτς και πέδιλα με σχετικά ψηλά τακούνια. Τα μακριά, λεπτά πόδια της διακρίνονταν από μακριά καθώς διέσχιζε με τα ελαφρό της βηματισμό την πλατεία. Στη θέα της αντανακλάστηκαν στο νου στοιχεία από την ανατροφή μου στην Ελλάδα. Αισθάνθηκα άβολα στην παρουσία δίπλα μου, αλλά δεν σχολίασα το ντύσιμο της για την περίσταση. Πέρασε, όμως, από το μυαλό, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις: «τι να σκέφτεται ή να σχολιάζει ο κόσμος;» ή «πως μας βλέπει και κρίνει ο κόσμος;». Δεδομένης μιας διακριτής διαφοράς ηλικίας, μήπως έδινε την εντύπωση δίπλα μου κάποιας που «νοίκιασα» για να με συνοδέψει επί πληρωμή ή ότι βρισκόταν εκεί για τα λεφτά μου ή, έστω, ότι κάποια απελπιστική κατάσταση μας έφερε, ένα ετερόκλητο ζευγάρι όπως φαινόμαστε, μαζί; Ευτυχώς, ο κόσμος και όποιες αδιάκριτες ματιές ανάμεσά του ήταν ελάχιστες εκείνη την Κυριακή στο κέντρο, ενώ το μπαρ του θεάτρου είχε με την καλοκαιρία, βγάλει μερικά τραπέζια έξω. Θα μπορούσαμε να κάτσουμε εκεί, ώστε ούτε ο μπάρμαν θα μας έβλεπε και σχολίαζε.

Μετά από δυο μπύρες χαλάρωσα και ξέχασα τα περί χάσματος πολιτιστικών επιπέδων και διαφοράς κουλτούρας, όπως και ηλικίας. Σκέφτηκα ότι ως νέα κοπέλα με ωραία, μακριά πόδια σε ένα όμορφο και τεμπέλικο ανοιξιάτικο απόγευμα όπως εκείνο, είχε κάθε δικαίωμα να φοράει καυτά σορτς: υπήρχε κάποια λογική πίσω από την επιλογή εμφάνισης, όσο κακόγουστη και να φαινόταν και ξένιζε -σε μένα τον σπουδαγμένο και μορφωμένο. Μάλιστα, μετά από τρεις μπύρες τα λεία γυμνά πόδια άρχισαν να με διεγείρουν!

Συζητήσαμε για τις ζωές μας, για την κατάστασή που βρισκόμουν μετά από την αποτυχία να βρω «μόνιμη» δουλειά στο Birmingham που στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε δεν είχε πολλές στην επιστημονική περιοχή μου, στην αναχώρηση του Α που με άφησε ουσιαστικά άστεγο, την επιστροφή στην Ελλάδα του κοντινότερου και μοναδικού γνήσιου φίλου μου, του Γιώργου , τις διανυκτερεύσεις στο μηχανοστάσιο με τον Alan, τις αυξημένες πιθανότητες να αναγκαστώ να φύγω από το Birmingham στο εγγύς μέλλον με τη λήξη του συμβολαίου, ίσως εν τέλει και από την ίδια την χώρα. Το τελευταίο προκάλεσε μια αναστάτωση στην J, και μάλλον την στενοχώρησε, παρά τις συναισθηματικές επιδράσεις του αλκοόλ.  Ίσως σήμαινε ότι μέσα της και ανάμεσά μας γεννιόταν και κάτι τις άλλο, πέρα και παρά τον ερωτικό πόθο και την αδιαμφισβήτητη ερωτική έλξη και αρμονία. Βρισκόμαστε, άραγε, κοντά στο τέλος του ειδυλλίου μας;

Από την μεριά της, είπε ότι η ρήξη της με τον σύζυγο ήταν οριστική και αμετάκλητη, είχε ξεκινήσει η διαδικασία διαζυγίου, ενώ ο ίδιος φαινόταν να το είχε πάρει απόφαση: η συμπεριφορά του απέναντι στην ίδια και τα παιδιά τον τελευταίο καιρό ήταν νορμάλ και λελογισμένη. Τελικά, με προσκάλεσε να έμενα μαζί της για το επόμενο διάστημα, έως ότου τα σύννεφα του επαγγελματικού μου μέλλοντος σκορπιστούν και μετά βλέπουμε -«ό,τι ήθελε προκύψει». Δέχτηκα, είπα το ΟΚ. Θα της πρόσφερα και κάποιο γενναιόδωρο νοίκι, καλοδεχούμενο εν προκειμένω. Η συγκατοίκηση εκείνη, ως πρόσκαιρη λύση ενόψει κρίσιμων αποφάσεων για την ζωή μπροστά μου, ήταν μια από τις προσωρινές δικλείδες ασφάλειας στις οποίες είχα κρυφά ποντάρει, αλλά, πάλι λόγω χαρακτήρα, ποτέ δεν θα τολμούσα να ζητήσω ευθέως. Το ίδιο απόγεμα πήγαμε στο σπίτι της στο Rednal. Τα παιδιά ήταν με τον σύζυγο ενόψει της Bank Holiday Δευτέρας. Ζαλισμένοι από την μπύρα και διεγερμένοι από τον ήλιο, κάναμε αυτό που μάθαμε να κάνουμε καλά από τα πρώτα βράδια της γνωριμίας μας.

Τους τελευταίους μήνες της παραμονής και απασχόλησης μου στο Birmingham, λοιπόν, έχοντας αφήσει το θλιβερό μηχανοστάσιο και την παρέα τον Alan, κοιμόμουν λοιπό υπό ανθρώπινες στο σπίτι της J, στη Shepley Road του Rednal, ενώ ενέτεινα το ψάξιμο δουλειάς. H διευκόλυνση που μου πρόσφερε τότε ήταν ένα σωσίβιο σωτηρίας, με δεδομένες τις σχεδόν απελπιστικές συνθήκες στις οποίες είχε περιέλθει η ζωή. Την αντάμειψα, πέρα από το μηνιαίο ποσό έναντι ενοικίου που φυσικά δεχόταν με χαρά, και με ένα σύντομο καλοκαιρινό ταξίδι στην Ελλάδα για λίγες μέρες «διακοπών» στη Χαλκιδική στο εξοχικό διαμέρισμα των γονιών μου. Είχε κατενθουσιαστεί, με την προοπτική του παράδεισου, όπως οι καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα και αλλού στον ευρωπαϊκό νότο φαντάζονται για πολλούς Εγγλέζους και για λίγες μέρες συμπεριφερόταν σαν μικρό παιδί που του είχαν υποσχεθεί ένα ταξίδι στην Disneyland ή κάποιο άλλο μέρος μαγικό.  Ήταν το πρώτο ταξίδι της στο εξωτερικό της Αγγλίας, το πρώτο με αεροπλάνο.

Η μεταβλητότητα και μη προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς της J, η συναισθηματική αστάθεια και, τελικά, μια ανεξήγητη ψυχική συσκότιση που καταλάμβανε τον εσωτερικό της κόσμο, ιδιαίτερα μετά από ισχυρή κατανάλωση αλκοόλ, συμπεριφορές που θα μπορούσαν να ενταχτούν εντός των ευρύτερων ορίων κάποιας «τρέλας», εξακολουθούσαν να επηρεάζουν αρνητικά τη σχέση μας και, εν προκειμένω, την πρόσκαιρη συμβίωσή μας στο Rednal. Παρατήρησα με τον καιρό μαζί της ότι τέτοιες «εκτός εαυτού», εκστατικές συμπεριφορές οξύνονταν και άγγιζαν ακραίους και ενίοτε επικίνδυνους βαθμούς, τις μέρες πριν την περίοδο της· έμαθα και εμπέδωσα, λοιπόν, το PMT μιας γυναίκας και την επίδραση στη συμπεριφορά, που στην περίπτωση της J αποκτούσε μορφές, χωρίς προηγούμενο στις δυο σχέσεις του παρελθόντος κάποιας διάρκειας. Όπως άρχισα να συνειδητοποιώ ότι πολλές από κείνες τις συμπεριφορές ήταν συνυφασμένες με έναν ιδιότυπο ψυχισμό: να τις δεχτώ, όπως λέμε, ως απόρροια φυσικών «ελαττωμάτων» που απαιτούσαν επέκταση των ορίων της υπομονής και ανοχής – κατ’ αρχήν στενών στην περίπτωσή μου, να τις ανεχτώ και να ζήσω το κατά δύναμιν με αυτές.

Σε τελική ανάλυση, όλων ο χαρακτήρας κουβαλάει κάθε λογής ελαττώματα. Στην περίπτωση της, η ίδια δεν τα αντιλαμβανόταν, είτε λόγω οριακής αυτογνωσίας χάριν του νεαρού της ηλικίας και των λιγοστών εμπειριών στη ζωή, είτε εξαιτίας της παραμόρφωσης στη λογική που η επίδραση του αλκοόλ και άλλες βιοχημικές αντιδράσεις επιφέρουν. Καμιά φορά μεταξύ-σοβαρού και αστείου, αλληθώριζε τα μάτια της, συνοφρυωνόταν, έβγαζε στραβά προς τα έξω τη γλώσσα της, για να αυτοσαρκαστεί ως μισότρελη· περισσότερο, όμως, για να απαλύνει τις κακές εντυπώσεις, λιγότερο για να κοροϊδέψει τους επικριτές της για τις φασαρίες που προκαλούσε. Ποτέ όμως δεν αναγνώρισε αυτά τα ελαττώματα της ως τέτοια, με τις δηλητηριώδεις επιπτώσεις που είχαν στις σχέσεις της, ώστε να τα αντιμετωπίσει και μετριάσει -στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατόν. Και ως εκ τούτου ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να ζητήσει κατανόηση και συγχώρεση για τις φασαρίες και καμιά φορά τα μακελειά που εκδηλώσεις τέτοιων ελαττωμάτων προκαλούσαν. Αλλά εδώ που τα λέμε, δεν γνώρισα πολλούς που καταφέρνουν κάτι τέτοιο, ειδικά στην πρώην πατρίδα μου.

Tuesday, February 17, 2026

24 - Και Άλλα Σύννεφα στον Ορίζοντα

Θα ακολουθήσουν και άλλες αναποδιές τους μήνες που ακολούθησαν την επαγγελματική «απόρριψη». H ζωή και η ποιότητά της θα κάνουν και άλλα βήματα πίσω. Ο Α μου ανακοίνωσε αναπάντεχα, από τον Απρίλη του 1994 κιόλας και εν μέσω της αγωνίας μου για την δουλειά, ότι προκειμένου να περικόψει δαπάνες (το δέκα χιλιάρικα που του έδωσε ο πατέρας του για ένα ακόμα «μαστεράκι» σώνονταν) θα μετακόμιζε άμεσα, και για το υπόλοιπο της φοιτητικής χρονιάς, στο Bristol -να μένει με την καλή του. Σε τρείς μήνες το συμβόλαιο μου έληγε, με αβέβαιο το επαγγελματικό μέλλον, και οι επιλογές διαμονής με τέτοια βραχυπρόθεσμη προοπτική σχεδόν ανύπαρκτες. Η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν μια έσχατη επιλογή γιατί πίστευα ότι θα εμφάνιζε νέα αδιέξοδα προς κάθε κατεύθυνση και θα με βύθιζε ξανά σε μιαν μίζερη κατάσταση και κακομοιριά, όχι πολύ καλύτερη από του στρατού. Ο Γιώργος σύντομα θα αναχωρούσε και αυτός για την καταραμένη θητεία του, αλλά είχε και αυτός το αμόρε του -στην Ελλάδα. Ο Dr. Κ παρέμενε απόμακρος· είχε την θεσούλα του και μια πολύτιμη καριέρα να χτίσει, ενώ με την άφιξη του νέου καθηγητή που θα αναλάμβανε τα ηνία του τομέα, οι δημόσιες και επαγγελματικές του σχέσεις τον είχαν απορροφήσει. Έπρεπε, ο Dr. Κ, να δώσει τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις στο νέο αφεντικό.

Ένιωθα αποξενωμένος και σχεδόν αποτυχημένος, ξανά, με δυο ανθρώπους να έχουν απομείνει κοντά μου να διατηρώ μια στοιχειώδη προσωπική επαφή και να κουβεντιάζω τις ανησυχίες μου, δια την δουλειά και την ζωή: η J, που βγαίναμε ως ερωμένοι για να απολαμβάνουμε το πάθος του έρωτα μετά από πιοτό, και, περιέργως, o Alan, το φάντασμα της σχολής.

To κρησφύγετο του τελευταίου πίσω από τους πάγκους ενός από τα εργαστήρια, όπου διανυκτέρευε, παρά τις χαλαρές προφυλάξεις που λάμβανε, είχε ανακαλυφθεί από τα ψηλότερα κλιμάκια του τμήματος. Ήταν, άλλωστε, θέμα χρόνου. Ο Dr. M εξοργισμένος, παρά τον φλεγματικό του χαρακτήρα, ίσως και αναγκασμένος από κάποιο νέο καθεστώς τάξης που επέβαλλε ο καθηγητής PΗ, ως νέος διευθυντής του γκρουπ, ζήτησε από τον Alan να μαζέψει όλα του τα υπάρχοντά του από τους χώρους των εργαστηρίων: τα κουρέλια για το ντύσιμο και τον ύπνο του, το ψυγείο και το στέρεό του, μαζί με κάθε ηλεκτρονικό όργανο και εξάρτημα που είχε φέρει, που ο Alan πίστευε ότι, με την κάποια αξία και ωφέλεια τους, θα προίκιζαν και εξαγόραζαν την παραμονή και παρουσία του στο εργαστήριο επ’ αόριστον. Μετά από δυο βράδια διανυκτέρευσης στο FORD van, εξοστρακισμένος από το κτίριο, αν όχι και από τις σπουδές του στη σχολή (αυτό απαιτούσε το ξεπέρασμα γραφειοκρατικών θεμάτων), ο Alan, απερίσπαστος και, όπως πάντα, με ικανό βαθμό αναισθησίας και παχυδερμισμού απέναντι σε τέτοιου είδους καθαιρέσεις και εξευτελισμούς, έστησε, απαρατήρητος, το σπιτικό του στο μηχανοστάσιο του ασανσέρ, στην κορυφή του κτιρίου.

Στο μεταξύ, η ιδιότυπη φιλία μας είχε ανέβει τα δικά της σκαλιά. Με μια έννοια γίναμε σύντροφοι απέναντι στις αντιξοότητες που η ζωή έριχνε μπροστά μας, αν όχι και από την συνάφεια δύο δυστυχισμένων (και κατ’ ουσία άστεγων) υπάρξεων. Αν υπήρχε δυστυχία δεν το δείχναμε, ούτε στον εαυτό μας.

Πολλοί φιλικοί δεσμοί στη Βρετανία στεριώνουν μέσα από κατανάλωση μπύρας, και ο Alan ένα Σαββατόβραδο με κάλεσε να τον συνοδεύσω στο XL, ένα night-club που σύχναζε. Απευθυνόταν αποκλειστικά στην κλειστή και ιδιόρρυθμη, αλλά κατά τα φαινόμενα ευμεγέθη, heavy-metal ροκ κοινότητα του Birmingham. Ένιωθε ότι ανήκε εξ αγχιστείας σε αυτήν, χωρίς να έχει υιοθετήσει πλήρως την κουλτούρα της: διατηρούσε την προσωπική του ταυτότητα του στην κόμη, στο ντύσιμο, στους τρόπους, στην εμφάνιση. Δέχτηκα την πρόσκληση χωρίς δισταγμό, καθώς η εκείνη η μουσική σκηνή ήταν κομμάτι της παράδοσης της πόλης. Κέντριζε την περιέργεια και ασκούσε μια μυστικιστική έλξη που ήθελα να εξερευνήσω. Ξεκινήσαμε ντυμένοι στα καθημερινά μας ρούχα, εγώ σε ένα ζευγάρι τζιν και ένα παλιό γαλάζιο πουκάμισο, ο Alan μέσα σε ό,τι ρούχα φορούσε πάντα: ένα αμάνικο φανελάκι παρά την ψύχρα και το ξεθωριασμένο κολλητό τζιν με μια μαύρη ζώνη με κρίκους. Τα λίγα αραιά μαλλιά του τα είχε μαζέψει σε μια μικρή κοτσίδα δεμένη με ένα λάστιχο, πίσω από την καράφλα του μετώπου και την αραιωμένη από μαλλιά κορυφή του κεφαλιού του.

Στην εξωτερική είσοδο του night club στεκόταν ένας σωματώδης bouncer, με πλούσια μακριά γένια,  τύπος που συναντάει κανείς σε μηχανόβιους της ομοταξίας των Hells Angels. Στον προθάλαμο, οι τοίχοι, ο πάγκος του ταμείου, και η πόρτα που οδηγούσε στα ενδότερα του club,  ήταν όλα βαμμένα στα μαύρα και ο φωτισμός χαμηλός. Ο Alan πέρασε χωρίς διατυπώσεις και κάτω από αδιάφορα βλέμματα στην ουρά μπροστά από ταμείο, ώστε να πληρώσει για την είσοδο και να προωθηθεί στο εσωτερικό του club. Όσον αφορά εμένα, ο εκφοβιστικός bouncer, αφού με έκοψε από την κορυφή μέχρι τα νύχια, αρχικά με ένα βλέμμα έκπληξης -ως κάποιο παρείσακτο που αργότερα συννέφιασε ενώπιο του καθήκοντος αυστηρής επιλογής της πελατείας του club που του είχε ανατεθεί, σήκωσε την χοντρή του παλάμη και με σταμάτησε πριν προχωρήσω στο ταμείο. Stop! Γύρισε προς τον συνάδερφο του που στεκόταν στην εσωτερική πόρτα, με έδειξε με το δείκτη και μια ερωτηματική περιστροφή του χεριού: «Τι να κάνουμε με αυτόν τον τύπο;» Προφανώς, ξυρισμένος και με τέτοιο ντύσιμο στο περιβάλλον του heavy-metal club, θα ήμουν σαν την μύγα μέσα στο γάλο, ένα καλόπαιδο στην κόλαση. Ο δεύτερος bouncer απλά ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα: «Κάνε ό,τι νομίζεις…» Ο Alan ήδη βρισκόταν στα πρόθυρα του εσωτερικού του club, αλλά πρόλαβα να τον καλέσω από το τέλος της ουράς, καθώς είχα προσπεραστεί από κανονικούς και εκλεκτούς του μαγαζιού ροκάδες. Με νεύματα προσπάθησα να του δείξω ότι φαινόταν να μου είχε απαγορευτεί η είσοδος, από την άλλη, να επιστήσω την προσοχή του bouncer ότι δεν ήμουν μόνος, συνόδευα κάποιον πρότυπο ροκά, κατάλληλα ενδεδυμένο για το club· ήμουν μάλιστα προσκεκλημένος του. Και ο Alan ήταν ‘regular’· γνωστός στο περιβάλλον και το προσωπικό του. Τελικά, ο bouncer, έχοντας δει τον Alan να με έχει αναγνωρίσει και να μου γνέφει προς το μέρος του, παραμέρισε το κορμί-ντουλάπα του, που μπλόκαρε την πρόσβαση στο ταμείο, και μου επέτρεψε να εισέλθω στα ενδότερα με ένα κούνημα του κεφαλιού, που έλεγε “Go Ahead!” και το ίδιο βλοσυρό και εκφοβιστικό ύφος.

To club, η μουσική και οι άνθρωποι που το σύχναζαν και το γενικό κλίμα που επικρατούσε, δεν ήταν τόσο τρομακτικό όσο η διαδικασία επιλογής των πελατών του, που υπέθεσα ότι γινόταν με κριτήριο την εμφάνιση και τις γνωριμίες. Η μουσική ήταν δυνατή και βαριά, κυριαρχούσε η παρατεταμένη ένταση χορδών ηλεκτρικής κιθάρας. Οι θαμώνες, άντρες και γυναίκες, στην πλειοψηφία τους, ντυμένοι σε μαύρα κολλημένα ρούχα, denim ή πέτσινα, φανελάκια αμάνικα ή Τ-shirt με εικόνες απεικονίσεις γοτθικών συμβόλων, και συνήθως ελεύθερα, πλούσια μαλλιά ριγμένα στους ώμους, πολλές φορές παρακάτω. Οι χορευτικές κινήσεις στην πίστα, στον μπάσο και αργό χτύπο των ντραμς, όπως ακριβώς και με το μοναχικό τύπο που μου είχε κάνει εντύπωση πριν καιρό στο Bridge, ήταν οικονομικές στον χώρο και περιλάμβαναν τις παλινδρομικές κινήσεις του σώματος από τη μέση και πάνω, με το κεφάλι σχετικά ακίνητο, και το πόδια καρφωμένα στο πάτωμα. Τα μακριά μαλλιά  ακολουθούσαν, άτακτα και με την καθυστέρηση που προκαλεί η αδράνεια, τις κινήσεις του πάνω μέρους του κορμού, δημιουργώντας μια ευρύχωρη ζώνη γύρω από κάθε σόλο χορευτή, που κανείς παραβίαζε. Δεν θα μπορούσα να συμμετάσχω ενεργά σε εκείνη τη μορφή διασκέδασης, ούτε θα τολμούσα στα ρούχα που ήμουν ντυμένος, και αποσύρθηκα διακριτικά σε μια γωνιά να πίνω μπύρες, και να κουνάω κι εγώ ελαφριά το κεφάλι μου πέρα-δώθε. Τα μαλλιά μου ήταν κοντοκουρεμένα και εγώ καμουφλαρισμένος πίσω από ένα pint μπύρας, ώστε να προσελκύσω ματιές προς τη μεριά μου.  

Το ίδιο βράδυ και μερικά από τα ερχόμενα βράδια διανυκτέρευσα σε μια γωνιά του ίδιο μηχανοστασίου στην κορυφή του κτιρίου της Σχολής, παρέα με τον Alan, που κοιμόταν σε ένα στρώμα καλά κρυμμένο σε μιαν γωνιά απέναντι από την σιδερένια πόρτα, πίσω από κάτι ράφια και του τη μηχανή ανέλκυσης. Ο παλιόφιλος Α είχε μετακομίσει άρον-άρον, έχοντας τουλάχιστον καταφέρει διπλωματικά να τερματίσει το συμβόλαιο ενοικίασης χωρίς παρακράτηση της προκαταβολής. Είχα μοιράσει τα λίγα κιβώτια και βαλίτσες με τα υπάρχοντά μου ανάμεσα στο χώρο εκείνο και το πατάρι της J, που μάλλον απρόθυμα τα δέχτηκε. Ο Alan ευγενικά μου παραχώρησε ένα από τα στρώματα του. Παρά την λίγδα ήταν ότι μια πρόσκαιρη λύση. Δεν χρειαζόταν να τα μαζεύαμε το πρωινά και να τα ξαναστρώνουμε τα βράδια. Με διαβεβαίωσε ότι από την εμπειρία του τόσων ημερών σε εκείνο το κρησφύγετο δεν έμπαινε κανείς. Να μην φοβόμουν τίποτε. Έξω από το μηχανοστάσιο, σε μια σκεπασμένη γωνιά της ταράτσας, μου έδειξε που ξαπέστειλαν την M_ina να κάνει την προσευχή της. Παρόλα αυτά, o ήχος από τον κινητήρα και τους διακόπτες του ασανσέρ, ιδιαίτερα αν κάποιος τον χρησιμοποιούσε αργά το βράδυ, με αναστάτωνε και γέμιζε φόβο. Ο Alan με καθησύχασε και, τελικά κουτσά-στραβά- ο ύπνος με έπαιρνε.   

Νωρίς το πρωί, με τον πρώτο που θα έμπαινε στη σχολή, ο ήχος από τον κινητήρα με ξυπνούσε από τον ταραγμένο και άβολο ύπνο. Σήμαινε η ώρα να σηκωθώ, να βρω κάποιες απόμερες τουαλέτες να πλυθώ, να ξεκινήσω τη δουλειά στο εργαστήριο. Αναλογιζόμουν συχνά εκείνες τις μέρες την κατάσταση στην οποία είχα περιέλθει, χωρίς στέγη δικιά μου, χωρίς άμεση προοπτική για το μέλλον, και οι σκέψεις εκείνες με γέμιζαν με θλίψη. Η αυτοεκτίμηση είχε κατέβει σε χαμηλότατα επίπεδα, ωστόσο η καθημερινή δουλειά και οι μικρές κουβέντες με ανίδεους για την ύπαρξή μου συναδέρφους κάπως αποσπούσε τη συνείδηση μου από ανησυχίες κι αγωνίες για το μέλλον. Κατέληγα σε ρητορικά ερωτήματα και τα ρητορικά και ανώφελα αποφθέγματα του κοινού νου: «Πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα;». Οι απαντήσεις  στον εαυτό μου ήταν κλισέ, γνωστές εκ των προτέρων, δεν υπήρχαν πολλές: «Τελικά, θα επιζήσω με κάποιον τρόπο, κάπου. Υπήρχαν πάντα έσχατες λύσεις: το δίχτυ της πατρίδας, της οικογένειας, αν κάθε άλλο σχέδιο αποτύχαινε…»  Στο κάτω-κάτω της γραφής είχα τον μποέμη φίλο μου Alan ως σημείο αναφοράς, υπήρχε ακόμη η J στη ζωή μου -όσο μικρή παρηγοριά και να μου πρόσφερε, λίγες αποταμιεύσεις, και επιμονή και θέληση να βρω δουλειά. Και κάποιες στοιχειώδεις ικανότητες. Έπαιρνα κουράγιο από τέτοιες σκέψεις, ενώ ο δυνατός πρωινός καφές και οι χημικές αντιδράσεις που προκαλεί, ανασήκωναν την ψυχή και τις πρόσφεραν κάθε πρωί καλοδεχούμενες δόσεις αισιοδοξίας.