Monday, June 23, 2025

88ε - 'Ενας Φαντάρος: Βρυσικά Διδυμότειχου ('Εφυγα!)

Περίμενα καρτερικά τη δεύτερη μετάθεση, μετρώντας τις μέρες στο ημερολόγιο μου, σκοτώνοντας ημέρες, κομμάτια χρόνου από την, υποτίθεται, ακμή της ζωής. Όταν τα χρόνια και δεκαετίες πέρασαν αυτό φαινόταν έγκλημα απέναντι στον εαυτό μου και η αίσθηση αυτή, του χαμένου χρόνου, μιας ζωής υπόγειας και σκοτεινής, όταν βλέπαμε την πραγματική ζωή, την κοινωνία, και τον κόσμο, τον ουρανό από το βάθος ενός πηγαδιού, με πλήγωνε.

Ο νομοταγής Πατέρας είχε από μήνες δρομολογήσει τη «νόμιμη» διαφυγή από τα Βρυσικά με αιτήσεις επί αιτήσεων για απασχόληση το τελευταία εξάμηνο σε Πανεπιστήμιο, δήθεν ως καλά σπουδαγμένος, «διακεκριμένος επιστήμων». Είχα εμπεδώσει από την μέχρι τότε εμπειρία μου, ότι αυτός ο δρόμος οδηγούσε σε αδιέξοδο και η ελπίδα μιας τέτοιας «επιστημονικής» μετάθεσης ήταν μηδενική, αλλά ο Πατέρας είχε μια ανεξήγητη πίστη στις διαδικασίες του ελληνικού κράτους και μια απίστευτη προσήλωση σε νόμιμες οδούς, όταν όλοι γύρω τις παράκαμπταν και αφού πετύχαιναν τον σκοπό τους, γελούσαν, όπως λένε, κάτω από τα μουστάκια τους. Αλλά τον άφησα στο έλεος της ματαιοπονίας του και συνεισέφερε στον ελάχιστο βαθμό που η διαδικασία απαιτούσε, μη έχοντας και πολλά άλλα πράγματα να με απασχολούν στο στρατώνα. Η έγκριση μιας τέτοιας αίτησης απαιτούσε τη συγκατάθεση κάθε βαθμού στην ιεραρχία του στρατεύματος: από τον υπολοχαγό και διοικητή του τάγματος, που θα προωθούσε την αίτηση στην ταξιαρχία, την μεραρχία, μέχρι τα ανώτερα κλιμάκια της ηγεσία του ΓΕΣ και τελικά το Υπουργείο Άμυνας. Ναι, κάποιος στην ηγεσία του Υπουργείου θα είχε τον τελευταίο λόγο! Όλα αυτά σήμαιναν, με γνώμονα τους «άνευ γρηγορόσημου» ρυθμούς της γραφειοκρατίας, ότι ήταν μαθηματικά αδύνατο να εγκριθεί στο περιθώριο των μηνών του υπολοίπου της θητείας μου. Ας ήταν. Βρήκα το θάρρος και το κουράγιο και συζήτησα την αίτηση με τον υπολοχαγό και το Διοικητή, που δώσαν χωρίς αντιρρήσεις την έγκρισή του και προώθησαν τον «φάκελο» με τα υπόλοιπα έγγραφα που είχε προετοιμάσει με επιμέλεια και εσωκλείσει ο Πατέρας στη Μεραρχία. Ο υπολοχαγός δεν απέφυγε να μου χαμογελάσει για την ματαιότητα του εγχειρήματος.

Ήταν περασμένος Νοέμβρης και η πιθανότητα να περάσω και εκείνα τα Χριστούγεννα στα Βρυσικά άγγιζαν πλέον τα όρια της βεβαιότητας. Μια μικρή παρηγοριά ήταν η άφιξη στο Τάγμα, με την επόμενη σειρά, ενός ακόμα κάτοχου διδακτορικού, «διακεκριμένου» επιστήμονα τουλάχιστον στα μάτια του ίδιου και, φυσικά, του πατέρα του. Ο Φ με ξεπερνούσε στα χρόνια, στην κακομοιριά και τη μιζέρια. Ούτε ο ίδιος είχε καταλάβει πως βρέθηκε σε κείνο το βαθύ πηγάδι, από το Λονδίνο και  Λίβερπουλ όπου ήταν ερευνητής με σημαντικό κατά τα φαινόμενα δημοσιευμένο έργο στο όνομά του, επιστημονικές περγαμηνές, και ανάλογες επαγγελματικές φιλοδοξίες. Αργότερα, μετά από μια επίσκεψη στο διαμέρισμά του στη Θεσσαλονίκη όπου ζούσε με τον συνταξιούχο υπάλληλο πατέρα του μετά την επιστροφή του από την Αγγλία, κατάλαβα ότι επηρεασμένος από αυτόν, με το ίδιο σλόγκαν που χρησιμοποιούσαν και άλλοι πλανεμένοι γονείς για το holy grail της ακαδημαϊκής θέσης στην Ελλάδα, που φάνταζε σε μάτια επιστημόνων της γενιάς μας και της προηγούμενης, ως παράδεισος επαγγελματικής αποκατάστασης, εγκατέλειψε μια σχετικά παραγωγική και δημιουργική καριέρα, ώστε να ικανοποιήσει τέτοιου είδους φιλοδοξίες. Δυστυχώς,  για πολλούς χωρίς διασυνδέσεις και διαπλοκή σε ένα ήδη κορεσμένο από προσωπικό, αποκομμένο από την σχεδόν ανύπαρκτη ελληνική παραγωγική πραγματικότητα πανεπιστημιακό «σύστημα», αποδεικνύονταν φρούδες.

Ο Φ μετά από καιρό, μετά από αναρίθμητες αιτήσεις για κάποια θέση σε ελληνικό πανεπιστήμιο, μετά από απορρίψεις, διαμαρτυρίες, υπομνήματα, του ίδιου του Φ και εμού στο μεσοδιάστημα από το τέλος της θητείας μέχρι την επαγγελματική και προσωπική ωρίμανση, έπεσα σε μια ιστοσελίδα που είχε δημιουργήσει όπου κατάγγειλε με δεκάδες σελίδες γενικά ασυνάρτητου κειμένου, φωτοτυπίες αλληλογραφιών, και άλλα ντοκουμέντα, τη διαφθορά και νεποτισμό που επικρατούσε στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η αγανάκτηση του Φ είχε βάση. Διέτρεξα παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον μου μετά την αποστράτευση, αλλά οι ενέργειές του Φ ομολογουμένως υποδήλωναν μια προσωπική διαταραχή. Διαταραχή, όμως, που σε πολλές περιπτώσεις μπορούσε να αναπτυχθεί από έναν δυσμενή και εχθρική κοινωνικό κλοιό, την αδυναμία θέλησης και πράξης να επηρεάσουν τα γινόμενα, και ως αποτέλεσμα φθείρουν ψυχικά τους φύσει αδύνατους και εύθραυστους χαρακτήρες ανάμεσά μας. Η εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα ν

Ένα μεσημέρι από εκείνα τα πανομοιότυπα των τελευταίων μηνών, πριν πάρω τον δρόμο από το γραφείο στο εστιατόριο, το μυαλό κενό από σκέψεις ή σχέδια για το υπόλοιπό της μέρας, πόσο μάλλον του εγγύς μέλλοντος, ήρθε το σήμα από ΓΕΣ: Μετάθεση στην Θεσσαλονίκη! Στο Γ΄ Σώμα Στρατού! Λίγες στάσεις λεωφορείου από το πατρικό σπίτι! Το «μέσο» της θείας Αλίκης στο Επιτελείο, η οποία, όπως αποδείχτηκε, ήξερε που πατούσε και τι έκανε περισσότερο από τον Πατέρα και δεν ξέχασε την υπόσχεση που μου είχε δώσει στην επίσκεψη της στο Κέντρο του Ναυπλίου, έκανε τη δουλειά του. Δεν ήταν τίποτε, μου είπε η θεία, όταν τηλεφώνησα να την ευχαριστήσω: αρκούσε ένας ψίθυρος, ένα σημείωμα με το ονοματεπώνυμό μου, ένα χτύπημα στην πλάτη από έναν αξιωματικό σε ένα φαντάρο-υπάλληλο μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή, μου είπε η θεία. Για μένα ήταν η επανάκτηση ενός μέρους μιας χαμένης ελευθερίας, μια επανεκκίνηση στην ζωή: να σταθώ στα πόδια μου και να την περπατήσω. Η χαρά από τέτοια συμβάντα υπερβαίνει τα συνηθισμένα όρια της καθημερινότητας. 

Saturday, June 21, 2025

88δ - 'Ενας Φαντάρος: Βρυσικά Διδυμότειχου (Διδυμότειχο Blues)

Οι έξοδοι στα Βρυσικά (αν λίγα βήματα από την πύλη θεωρείται έξοδος για έναν φαντάρο) και παραπέρα στο Διδυμότειχο στερούνταν χάρης, δεν έφεραν χαρές. Ένα γυμνό ισόγειο σε μια από τις μισοτελειωμένες αγροτικές μονοκατοικίες του χωριού είχε μετατραπεί από τον ιδιοκτήτη του, με δυο τραπέζια, μερικές πλαστικές καρέκλες, ένα ραδιοκασετόφωνο με CD player, ένα πάγκο με μισοτελειωμένα μπουκάλια ουίσκι και ένα ψυγείο με αναψυκτικά, σε ένα είδος καφετέριας και mini-disco για την ψυχαγωγία των φαντάρων του τάγματος και των μετρημένων στα δάκτυλα του ενός χεριού έφηβων μαθητών του χωριού. Τη μια και μοναδική φορά που το επισκέφτηκα ήταν με έναν συνάδερφο «ροκά» του διπλανού κρεβατιού στο θάλαμο, μαζί με άλλους ξεχασμένους. Τον «ροκά» όμως τον θυμάμαι. Ήταν ένα καλοπροαίρετο παιδί, ξερακιανό, αδιάφορος στις διακρίσεις ανάμεσα σε «παλιούς» και «νέους», στωικός με τις σκοπιές και τα περίπολα που αναλάμβανε αγόγγυστα να κάνει. Τις ώρες της απογευματινής ραστώνης τον ευχαριστούσε να ξαπλώνει ανάσκελα με τις παλάμες πίσω από το κεφάλι, απερίσπαστος από τα σούρτα-φέρτα των ποντικιών γύρω του, και να ακούει heavy metal rock: Deep Purple και σχετικές μπάντες. Αναφερόταν με ιδιαίτερο θαυμασμό στον αγαπημένο του Ian Gillan, η φωνή του οποίου, όπως μας έλεγε, σάρωνε 4-5 οκτάβες, και για του λόγου το αληθές μας καλούσε να ακούσουμε το Child in Time. Από κείνον άκουσα ξανά δείγματα heavy metal rock μουσικής, χρόνια μετά από τότε που ο παιδικός φίλος μου B με εισήγαγε σε αυτό το είδος με ένα άλμπουμ των Led Zeppelin, ή τα τραγούδια των Deep Purple που, εν αγνοία μου αυτής καθαυτής μπάντας, είχα ηχογραφήσει σε μια κασέτα και έπαιζα μέσω τηλεφώνου στην Βίκυ -τον κρυφό έρωτα της γειτονιά της πρωτο-εφηβείας, για να την εντυπωσιάσω. Ο «ροκάς», με CD και κασέτες rock, πήγαινε σε κείνη την άθλια καφετέρια του χωριού, όπου αναλάμβανε το ρόλο του DJ, για τη μουσική διαπαιδαγώγηση των λίγων θλιβερών και αδαών θαμώνων. Η παλιά λαϊκή μουσική φαίνεται είχε εξαντληθεί πολιτιστικά για τη νεολαία της Ελλάδας και προσπεραστεί, ενώ εξακολουθούσε να συγκινεί κάποιους ξενιτεμένους σαν και μένα. Ήταν όμως τέτοια η μελαγχολία και φτήνια που εκείνη η αυτοσχέδια «καφετέρια» απέπνεε, που δεν ξαναπέρασα, παρόλο που η μουσική του συναδέρφου μου είχε κάνει εντύπωση.

Το Διδυμότειχο αποτελούσε, δέκα χιλιόμετρα μακριά από τα απερίγραπτα Βρυσικά, την πλησιέστερη εναλλακτική λύση, λόγω μεγέθους και μόνον, καθώς ήταν η έδρα μεραρχίας. Πρόσφερε μερικές κοσμικότερες ή, έστω, λιγότερο καταθλιπτικές διεξόδους -για να ξεσκάσουμε,  κατ’ ευφημισμό ψυχαγωγηθούμε, περισσότερο να αποτινάξουμε τους καημούς και τις στενοχώριες που τρώνε το σαράκι φαντάρων σε μιαν άκρη όπως εκείνη· φαντάρων μοναχικών, χωρίς προσδοκίες, με το μέλλον σκεπασμένο από πυκνή ομίχλη. Καμιά φορά ξεκινούσαμε Σάββατο πρωί να το επισκεφτούμε με λίγους συναδέρφους, μετρημένους στο τάγμα με έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή εμπειριών και ενδιαφερόντων (παραδείγματος χάριν: καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη ή τα περίχωρά της, σπουδές, απουσία γυναικείας συντροφιάς στις ζωές μας, και τέλος πάντων την κακή μοίρα που μας έστειλε εκεί), περιμένοντας στη διασταύρωση, πολλές φορές ώρες ολόκληρες, την εμφάνιση του τοπικού λεωφορείου. Τα μαγαζιά του Διδυμότειχου πρόσφεραν καφέ, εφημερίδες, σουβλάκια, βραδινές ώρες ποτά –τα πιο πολλά νοθευμένα, ειδικά για φαντάρους.

Ένα βράδι μετά από σουβλάκια, καταλήξαμε σε μια ντισκοτέκ, λείψανο από προηγούμενες δεκαετίες δόξας. Άδεια από κόσμο, μερικοί φαντάροι, δυο-τρεις νεαροί αγρότες από τα γύρω χωριά, που ο επαρχιωτισμός προδιδόταν από την επισημότητα και κακογουστιά του ντυσίματος τους, και δυο κοπέλες ανάμεσά τους, που αφού λικνίστηκαν στην πίστα μπροστά μας κάτω από φωτορυθμικά και μπαγιάτικους ήχους άλλων εποχών, αποσύρθηκαν με τους συνοδούς τους στο βάθος του μαγαζιού. Μετά από ένα γύρο «μπόμπες» φύγαμε απογοητευμένοι για το στρατόπεδο. Η καθιερωμένη τσόντα των σαββατόβραδων στο ΚΨΜ με την ανοχή του αξιωματικού υπηρεσίας, τα κουτάκια ζεστής μπύρας πρόβαλλαν, αν όχι καλύτερη, τουλάχιστον ολιγοέξοδη προοπτική για ισοδύναμη δόση ψυχαγωγίας.

Την μιαν ακόμα φορά που θυμάμαι, αφού περπατήσαμε άσκοπα πάνω-κάτω στον κεντρικό δρόμο για κάποια όαση διασκέδασης, αφού απορρίψαμε ασυζητητί τα λίγα μαγαζιά με κονσομασιόν και άλλα ύποπτα ή φτηνά κέντρα στα δρομάκια της κωμόπολης, των οποίων την πελατεία συνέθεταν αγρότες και πεζικάριοι φαντάροι της μεραρχίας -λαϊκότερων στρωμάτων από τα δικά μας, καταλήξαμε στο ίσως μοναδικό disco-bar που ξεπερνούσε, επιφανειακά τουλάχιστον, ένα μίνιμουμ προϋποθέσεων, δηλαδή παρουσίαζε κάποιο ελάχιστο γούστο: σε αυτό σύχναζαν νέοι αξιωματικοί, έφεδροι και πρόσφατοι απόφοιτοι από της Σχολής Ευέλπιδων και, ας πούμε, διακινδυνεύοντας τον χαρακτηρισμό του ελιτιστή, φαντάροι κάποιου επιπέδου. Οι  προκαταλήψεις και συντηρητικές αντιλήψεις, η γενική οπισθοδρόμηση της ελληνικής επαρχίας, η υπανάπτυξη και το πολιτιστικά ασφυκτικό κλίμα της και όχι μόνον, έθεταν φραγμούς στο σουλατσάρισμα νεαρών κοριτσιών σε μια κωμόπολη γεμάτη από σεξουαλικά πεινασμένους φαντάρους και άξεστους αγρότες. Ευκαιρίες γνωριμίας με κορίτσια της κωμόπολης επιδεινωνόταν από την υπερπροσφορά, από την ίδια την κοινωνία της, κακόφημων κέντρων και «σπιτιών» για την ψυχαγωγία των προαναφερθέντων ομάδων. Υπήρχε βέβαια και μια ολόκληρη μεραρχία αρρένων στην περιοχή που επηρέαζε δραματικά την τοπική δημογραφία και αρνητικά την αναλογία γυναικών προς άνδρες. Ως αποτέλεσμα, ελάχιστες νεαρές κοπέλες διασκέδαζαν ανάμεσα στους θαμώνες του disco-bar και αυτές φαίνονταν δεσμευμένες, καθώς, όπως λένε, το μάτια τους δεν έπαιζαν. H αντίθεση με τον σχετικό κοσμοπολιτισμό και γούστα του Ναυπλίου ή του Λουτρακίου ήταν ευδιάκριτη. Το περιβάλλον διασκέδασης δεν επέτρεπε τίποτε περισσότερο από το να αλληλο-κοιταζόμαστε ανέκφραστοι, να περιεργαζόμαστε φάτσες ανάμεσα στο πλήθους, σχολιάζοντας κακεντρεχώς, καθώς τα αποθέματα ευπρέπειας είχαν προ πολλού εξαντληθεί, να πίνουμε, και να ακούμε μουσική κάπως πλησιέστερη στα γούστα μας.

Ο DJ ενάλλασσε παλιές ξένες επιτυχίες, γνωστές ακόμα και σε μουσικά απαίδευτους επαρχιώτες και τον υποφαινόμενο, με σχετικά πρόσφατα «μοντέρνα» ελληνικά τραγούδια. Στο τέλος του προγράμματος έπαιξε, «αφιερωμένο στους φαντάρους του μαγαζιού», το «Διδυμότειχο Blues» του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Πρώτη φορά άκουγα το τραγούδι και ήταν εκεί, στο Διδυμότειχο: Διδυμότειχο Blues // τ’ όνομά του είναι αιτία // Διδυμότειχο Blues τρύπα στη γεωγραφία // Διδυμότειχο Blues αδειανή φωτογραφία // του παράλογου η θητεία, αγχωμένη μαλακία. Κάτι περισσότερο από παράπονο και στενοχώρια· ένας παροξυσμός θλίψης με κυρίευσε, ο απόλυτος ψυχικός συντονισμός. Το αλκοόλ στο κεφάλι συνεισέφερε και με κατάβαλλε συναισθηματικά. Βούρκωσα· για την κατάντια, για το αδιέξοδο, αυτό που ήμουν τότε και τον ανύπαρκτο ρόλο που έπαιζα στη ζωή, χωρίς κανένα να με αγαπάει και περιμένει, ελάχιστους να με σκέφτονται και νοιάζονται. Οι συνάδερφοι γύρω που πιθανόν έβραζαν στο ίδιο καζάνι, συνόδευαν τη φωνή του Νταλάρα από τα ηχεία, και δεν αντιλήφθηκαν τα δάκρυα μου. Δεν έπρεπε. Θα έδειχνε λιγοψυχία, αν και ίσως σε πολλούς κατανοητή. Θα μπορούσαν να είναι από το πιοτό, που είχε καταλάβει το μυαλό, ή την καπνίλα από τα τσιγάρα. Επιστρέψαμε μεθυσμένοι στο στρατόπεδο. Καθ’ οδόν χρειάστηκε να σταματήσουμε το ταξί για να ξεράσουμε σε μιαν άκρη του δρόμου. Τέτοια σενάρια μέθης ήταν συχνά ανάμεσα σε φαντάρους και τους ταξιτζήδες τους–τίποτε απαράδεκτο εδώ. Το στρατόπεδο με εξαίρεση το νυσταγμένο φρουρό της πύλης που άκουγε το τρανζιστοράκι του αραγμένος σε μια καρέκλα και δεν μας έδωσε σημασία, κοιμόταν βαθιά κάτω από το φθινοπωρινό πούσι. Στην τύφλα μας προσπεράσαμε αδιάφοροι τον σκύλο, που είχε βγει καραούλι για ποντίκια.   

Θα ήταν η τελευταία βραδινή μου έξοδος στο Διδυμότειχο. Δεν συνεισέφεραν τελικά υπαρξιακά τίποτε θετικό εκείνη την περίοδο. Κάποια πρωινά Σαββάτου ή Κυριακής κατέβαινα για εφημερίδα και καφέ, που ήταν καλύτερος από το νεροζούμι των εστιατορίων και προσφερόταν σε φλυτζάνι, και τσάρκα στα παλιά δρομάκια του Διδυμότειχου κάτω από τα τείχη. Αν ήμουν τυχερός και με πετύχαινε ο υπολοχαγός ή κάποιος άλλος αξιωματικός υπηρεσίας να περιμένω το λεωφορείο στη διασταύρωση με έπαιρνε μαζί του. Στην αρχή της θητείας τέτοιες μικρές χαρές, σαν την απόλαυση ενός καφέ με το διάβασμα της κυριακάτικης εφημερίδας, μεγεθύνονταν δυσανάλογα, τις στιγμές τους τις αδράχναμε και απολαμβάναμε -όπως κάτι φτωχά κορίτσια χαίρονται faux bijoux και φτηνό make-up, όπως ο πεινασμένος αποφάγια από ένα τραπέζι. Τώρα έγιναν τετριμμένες ασημαντότητες, επιλογές ανάμεσα στο κακό και το δυσδιάκριτο χειρότερο. 

Friday, June 20, 2025

88γ - 'Ενας Φαντάρος: Βρυσικά Διδυμότειχου (Προαγωγή σε Γραφιά)

Λίγο καιρό μετά την άφιξη και τα πρώτα καψόνια, μάλλον με πρωτοβουλία του διοικητή-αντισυνταγματάρχη, τοποθετήθηκα γραφιάς στο πρώτο γραφείο το Α1, από όπου περνούσε ο κύριος όγκος της χαρτούρας που αφορούσε το τάγμα και τους ανθρώπους του. Ο διοικητής μας ήταν ένας ήπιος άνθρωπος, διαφορετικής πάστας από τον βάναυσου αγριάνθρωπο στη διοίκηση του Κέντρου στο Ναύπλιο, χαμηλού αναστήματος και ανάλογων τόνων· φαλακρό ανθρωπάκι, που χωρίς της στολή και τα αστέρια, το παρουσιαστικό και εμφάνιση του θα σύναδε περισσότερο με υπαλλήλου παρά με αυτό διοικητού παραμεθόριας μονάδας. Στις σχέσεις μου με τους ανώτερους εκεί, συχνά επανερχόταν στο νου μου η σκέψη (ή, μάλλον, μια βεβαιότητα) ότι ο καθένας τους βρέθηκε σε κείνο το ξεχασμένο από το θεό μέρος, παρά τη θέληση και επιθυμίες, λόγω απουσίας ισχυρών διασυνδέσεων («μέσων») στα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας που θα επηρέαζαν μεταθέσεις και προαγωγές, εν ολίγοις, την επαγγελματική τους μεταχείριση και εν τέλει θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή. Η δουλειά του γραφιά ήταν ομολογουμένως ανιαρή, και ενέπλεκε κυρίως την χειρόγραφη αντιγραφή από έγγραφα που έρχονταν στο τεράστιο βιβλίο πρακτικών της μονάδας και τανάπαλι, αρχειοθέτηση, μέτρημα, γράψιμο ή σβήσιμο αδειών και τιμωριών. Η μηχανογράφηση και η τεχνολογία δεν είχε αγγίξει ακόμα εκείνο τον πυλώνα της εθνικής άμυνας.

Αλλά, καθώς πλησίαζε ο βόρειος χειμώνας, το γραφείο δίπλα στου διοικητή είχε ζεστασιά και θέα από το παράθυρο στις κινήσεις στην πλατεία που απλωνόταν από κάτω. Κυρίως, απέφευγα τις  άχαρες και επί το πλείστον άσκοπες αγγαρείες εδώ και εκεί στο στρατόπεδο ή έξω από αυτό, όπως και ατέλειωτες ώρες απραξίας στους θαλάμους τα απογέματα, όπου όταν δεν ξαπλώναμε ονειροπολώντας ή ακούγαμε μουσική ή διαβάζαμε περιοδικά, βλέπαμε τα πήγαινε-έλα των ποντικιών που, έχοντας δραπετεύσει από τα καμένα αλώνια της περιοχής, είχαν βρει καταφύγιο στο στρατόπεδο και καταλάβει κάθε γωνιά του. Παλιότεροι εξοικειωμένοι με το θέαμα επαρχιώτες τα κλωτσούσαν, πετούσαν άρβυλα προς την κατεύθυνση, μερικοί όπως ο Λοχίας τα κυνηγούσαν με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα και τα έλιωναν στο πάτωμα σαν κατσαρίδες με τα άρβυλά τους. Για καλοαναθρεμμένα «βουτυρόπαιδα», σαν και μένα, στα άκρα του φάσματος των προσωπικοτήτων του τάγματος, προκαλούσαν αηδία. Ως αποτέλεσμα αυτής της απέχθειας, ο ύπνος στο φυλάκιο της πύλης σε ρόλο υπαξιωματικού υπηρεσίας, διαταρασσόταν από την αίσθηση της αεικίνητης παρουσίας τους: κάτω από το ντιβάνι, μέσα και έξω από την πόρτα, σε κάθε γωνιά, στην χειρότερη περίπτωση πάνω στο στρώμα. Ακόμα και η χαλάρωση στο ΚΨΜ μπροστά στην τηλεόραση διακοπτόταν από κάποιο ποντίκι που σκαρφάλωνε τα καλώδια και τις συσκευές ψυχαγωγίας. Οι λιγοστοί «φυσικοί» τους εχθροί στον χώρο του στρατοπέδου ήταν οι εξοικειωμένοι λόγω καταγωγής από την παρουσία τους, οι άξεστοι ή γενναίοι φαντάροι, όπως ο λοχίας, που διασκέδαζαν να τα κυνηγούν και σκοτώνουν εν ψυχρώ, ή ο σκύλος του στρατοπέδου ο οποίος τα βράδια γύρω από την πλατεία, με αξιοθαύμαστη δεξιότητα για σκύλο, αφού τα ζάλιζε με ένα χτύπημα της πατούσας του τα έτρωγε. 

88β - 'Ενας Φαντάρος: Βρυσικά Διδυμότειχου (Δύσκολες Πρώτες Μέρες)

Με άφησαν μπροστά στην πύλη λίγο μετά την αυγή, πριν το εγερτήριο. Ο Πατέρας παρά τη «σκυλίσια» αντοχή που διατυμπάνιζε χρειαζόταν λίγη ξεκούραση και θα την έβρισκε σε μια γωνιά της αγροτικής ερημιάς κάτω από ένα δέντρο· δεν ήταν δύσκολο. Το στρατόπεδο άρχιζε να ξυπνάει, κάποιες σκιές να κινούνταν πίσω από το φυλάκιο της πύλης. Ένας καταγάλανος ουρανός απλώθηκε πάνω από την πεδιάδα, αλλά έκανε ψύχρα. Με το «λουκάνικο» στον ώμο βάδισα προς το στρατώνα που μου έδειξε το παλικάρι στην πύλη, περιεργαζόμενος την καινούργια μου φυλακή: ένα παλιό διοικητήριο με παστέλ αποχρώσεις του καφέ με την γαλανόλευκη να κυματίζει στον ιστό σε μια γωνιά, υπερυψωμένο μπροστά από την κεντρική πλατεία όπου ένα αποδεκατισμένο τάγμα μερικών δεκάδων κολασμένων άρχιζε να μαζεύεται αγουροξυπνημένο για την πρωινή αναφορά. Σε μια γωνιά κάτω από ένα υπόστεγο ένα παμπάλαιο τανκ, μάλλον παροπλισμένο. Το ΚΨΜ και το εστιατόρια στο βάθος της πλατείας πίσω από ένα ψηλό, μοναχικό γέρικο πεύκο, ανάμεσα σε δυο στρατώνες: ο ένας άσπρος και νεόκτιστος, ο δεύτερος σε ένα παλιότερο κτίριο. Δύο μόνο λόχοι, και αυτοί κουτσουρουμένοι! Κανείς δεν ήθελε να βρεθεί εδώ, αναρωτήθηκα. Θυμήθηκα που μας έλεγαν ότι φαντάροι στις παραμεθόριες περιοχές απολαμβάνουν καλύτερες συνθήκες διαμονής, θέρμανση, πλύσιμο και φαγητό, από αυτούς των κέντρων εκπαίδευσης ή των μετόπισθεν. Ο  στρατός προνοούσε να διατηρεί το ηθικό των φαντάρων σε τόπους μοναχικούς και καταθλιπτικούς.

Η μάζωξη για την αναφορά κράτησε μερικά λεπτά και οι φαντάροι του τάγματος, με φωνές και βρισιές και χωρατά ετοιμάζονταν για την ημερήσια ρουτίνα. Ο σκυθρωπός θαλαμάρχης στο νεόκτιστο στρατώνα συστήθηκε και μου έδειξε βαριεστημένα προς τα διαθέσιμα διθέσια κρεβάτια. Διάλεξε! Οι θάλαμοι ήταν μισοάδειοι. Έβαλα τα πράγματά μου δίπλα σε ένα από από τα κάτω  κρεβάτια. Σε λίγο ήρθε ένας έφεδρος λοχίας, σωματώδης, με φάτσα ψυχρή και αγέλαστη, με χαρακτηριστικά σκληραγωγημένου και ψημένου από τη ζωή ανθρώπου, έφεδρος όπως κι εγώ αλλά νεότερός μου, συνοδεία με έναν κακομοίρη κοντοστούπη φαντάρο, που φορούσε το ύφος του «παλιού» και χωριάτικη προφορά. Ήθελαν, ως συνηθίζεται με «νέους και ανεκπαίδευτους», να με περάσουν από κάποιο ανόητο καψόνι, να με «ψαρώσουν». Ο λοχίας μου ζήτησε να «αναφερθώ», του απάντησα ευθαρσώς, χωρίς τις τυπικότητες του Κέντρου, με το μικρό όνομα πρώτα και το επίθετό μετά. Μετά από μερικές ασυναρτησίες σε έντονο ύφος, που δεν κατάφεραν να με πτοήσουν, μου άδειασαν το «λουκάνικο» στο πάτωμα, και πέταξαν τις αρβύλες έξω από το παράθυρο στο προαύλιο. Λίγο-πολύ αυτά τα περίμενα. Δεν πήγα να τις μαζέψω· δεν φοβόμουν, ούτε «μασούσα», όπως λένε. «Τι κατάλαβες με αυτό; Και τι έγινε τώρα;», του είπα, και συνέχισα λέγοντας ότι δεν πρόκειται να πάω να τις μαζέψω, θα περιμένω με τις κάλτσες στο θάλαμο τον υπολοχαγό. Αν κάποιοι με αναζητήσουν στην αναφορά και με τιμωρήσουν για την απουσία μου, με κράτηση, φυλάκιση, ή ο,τιδήποτε, θα εξηγήσω, έστω εκ των υστέρων, τι συνέβη που με εμπόδισε να παρουσιαστώ στην αναφορά. Αγριοκοιταχτήκαμε αμίλητοι για μερικά δευτερόλεπτα. Κατά βάθος ήξερα ότι όσο καλές σχέσεις και να είχε με αξιωματικούς του στρατοπέδου δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν κάποια δραματική ιστορία. Μέσα μου βέβαια έβραζα από θυμό και τα νεύρα μου είχαν τεντώσει. Είχε ανάστημα ο λοχίας, φάτσα ανθρώπου της πιάτσας, ύφος και σώμα που εύκολα θα φόβιζε κάποιον νεανία, αλλά τελικά βγήκε με τον κολαούζο από το θάλαμο. Μετά από λίγη ώρα, και καθώς πλησίαζε η ώρα της αναφοράς του τάγματος, ένα άγνωστο χέρι πέταξε τα άρβυλά μου πίσω στο θάλαμο από το ανοιχτό παράθυρο. Κανένας από τους λίγους άξεστους «παλιούς» δεν με ενόχλησε ξανά: ίσως τελικά αντιμετώπισαν με σεβασμό τη μόρφωση, ίσως να επαλήθευσαν την ηλικία μου, αρκετά πάνω από τον μέσο όρο του τάγματος: ξεχώριζα ανάμεσα σε νεαρά κατά κανόνα χωριατόπαιδα από τα οποία έβριθε. Και στο κάτω-κάτω της γραφής ήμασταν όλοι θύματα μιας εκτροπής στη ζωή, πεταμένοι σε μια άκρη, αδέρφια στη μιζέρια.    

Η εισαγωγή στη ζωή του στρατοπέδου ήταν δύσκολη, αλλά την υπέφερα με στωικότητα. Τον πρώτο καιρό, υπάκουος στις διαταγές του υπολοχαγού καθάριζα και τακτοποιούσε το υλικό σε κάτι αποθήκες γεμάτες σκόνη και σαβούρα, κλειδαμπαρωμένες για χρόνια, υπό την επιτήρηση «παλιών» δημίων, που φαίνεται αντλούσαν χαρά να βλέπουν τον κοσμοπολίτη «παππού» από τη συμπρωτεύουσα και την Αμερική να καθαρίζει την «κόπρο του Αυγείου». Την ίδια ευχαρίστηση διέκρινα και στον υπολοχαγό, με τον οποίο ο λοχίας και άλλοι «παλιοί» του λόχου που επιχείρησαν να με «ψαρώσουν», είχαν φιλικές σχέσεις. Την ευχαρίστηση του την έκρυβε πίσω από μιαν επίφαση αντικειμενικότητας, από το φαινομενικό κύρος και σεβασμό που η θέση απαιτούσε να επιβάλει στο σύνολο των φαντάρων του λόχου του, και όχι μόνον στην αυλή από τσιράκια που κάθε αξιωματικός δημιουργεί γύρω του, που κύριος ρόλος τους είναι να μεταφέρουν διαταγές για αγγαρείες σε ανθρώπους που από κάθε άποψη -εμπειρίες, γνώση και παιδεία- βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα, και από τον αξιωματικό, και τους αυλικούς του.

Σε μια δήθεν αναβάθμιση του ρόλου μου στο λόχο, ο ίδιος υπολοχαγός μου ανέθεσε τα εστιατόρια, δηλαδή μου «χρέωσε» τα λογιστικά των πιάτων και μαχαιροπήρουνων και των κουζινικών. Ο κακομοίρης κολαούζος του λοχία στα νέα της ανάθεσης γύρισε με έκδηλη χαιρεκακία να μου πει: «Α, ρε δεκανέα, τι σου έμελλε να πάθεις!» Δεν χρειάστηκα πολύ να καταλάβω τι εννοούσε: τα σερβίτσια του εστιατορίου εξαφανίζονταν με γρήγορους ρυθμούς και η «χρέωση» τους σε μένα από τον υπολοχαγό σήμαινε ότι αναλάμβανα, έχοντας μάλιστα υπογράψει και ένα έγγραφο απογραφής κατά την ανάθεση, το κόστος αναπλήρωσής μου όταν θα έφευγα. Θα το επεβίωνα. Κάτι τέτοια με απασχολούσαν σε κείνο το σταυροδρόμι της ζωής λιγότερο από τον κακομοίρη φαντάρο.

Thursday, June 19, 2025

88α - 'Ενας Φαντάρος: Βρυσικά Διδυμότειχου (Στο Δρόμο για το Πουθενά)

Άφησα το Λουτράκι με βαριά καρδιά, μεταμελημένος για μικρό-αποφάσεις που δεν πήρα, για πράγματα που δεν έκανα, απηυδισμένος με τον εαυτό μου για έλλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους απέναντι στις περιστάσεις και τις ευκαιρίες που δόθηκαν -για ανεκπλήρωτες αγάπες. Η μόνη αχτίδα φωτός και νότα αισιοδοξίας ερχόταν από το κύλισμα του χρόνου (κάτι που δεκαετίες μετά δημιουργεί μόνο μελαγχολία και θλίψη) και το ξεπέρασμα ενός ορόσημου σε μια τραχεία πορεία, που ακόμα όμως δεν ήξερα που τελικά θα με οδηγούσε.

Ο επόμενος σταθμός, που τον πλησίαζα με το ίδιο και μεγαλύτερο βάρος στην ψυχή, όπως και τη μέρα της κατάταξης ήταν τα Βρυσικά. Μια ασήμαντη κουκίδα στο χάρτη στη μέση του πουθενά, στα σύνορα που ο ελληνικός μετρούσε το ανάστημά του απέναντι στον Τούρκο-εχθρό· εκεί που πολλοί έλεγαν ότι θα «καταλάβουμε εστί θητεία». Οι παλιοί που τα πέρασαν τέτοια μέρη μιλούσαν χαιρεκακία και κυνισμό· άλλοι της σειράς μου με ευνοϊκότερες μεταθέσεις που τα απέφυγαν δύσκολα έκρυβαν μιαν ανακούφιση και χαρά· τα καλοπροαίρετα βύσματα που είχα γνωρίσει έδειχναν μιαν σιωπηρή συγκαταβατικότητα και συμπάθεια προς τους άτυχους και δύστυχους σαν και μένα, μαζί, βέβαια, με την εμφανή ικανοποίηση για τη δική τους κατασκευασμένη εύνοια της τύχης. Με λίγα λόγια, δεν κρυβόταν ότι η μετάθεση στα Βρυσικά του Διδυμότειχου ήταν από τις χειρότερες μεταθέσεις που επεφύλασσαν οι γενικά μεροληπτικές και άδικες μηχανορραφίες του μηχανογραφικού του ΓΕΣ και των μοχλών που το κινούν σε «μηχανικάριους» σαν και μένα. Έτσι, για πρώτη φορά, άκουσα και έμαθα για τα Βρυσικά. Η διδασκαλία της γεωγραφίας του Νομού Έβρου προσπερνούσε περιοχές σαν αυτήν του Διδυμότειχου της πλησιέστερης κωμόπολης, παραμεθόριας δίπλα στο ποτάμι, δέκα χιλιόμετρα από την οπισθοφυλακή που κρατούσε το τάγμα μου. Οι μέρες μου στο χωριό Βρυσικά θα γινόταν ένας ακόμα μικρός Γολγοθάς που θα ανέβαινα στην διάρκεια της παράλογη δεκαοκτάμηνης δοκιμασίας.

Ο Πατέρας, πάντα πρόθυμος για κάτι τέτοια παρά την προχωρημένη μέση του ηλικία, προσφέρθηκε να με οδηγήσει και φέρει ως την είσοδο του στρατοπέδου το φθινοπωρινό πρωινό που όφειλα να παρουσιαστώ: να με βοηθήσει με τα πράγματα και ξεπροβοδίσει -όπως είχε γίνει και με την κάθοδο στο Ναύπλιο. Τον χαροποιούσαν τέτοιου είδους συνεισφορές που υποτίθεται ότι θα προήγαγαν (μακροπρόθεσμα) το «ευ ζην» των παιδιών του. Πίστευε ότι εξυπηρετήσεις σαν και αυτήν συνιστούσαν μικροβελτιώσεις στις συνθήκες της στρατιωτικής θητείας μου και θα διατηρούσαν την ψυχική μας συγκρότηση για τη ζωή που θα ακολουθούσε. Το απολυτήριο από τον στρατό ήταν εξ αρχής το «εκ των ων ουκ άνευ» για το μέλλον που είχε προδιαγράψει στο μυαλό του για μένα και τον Αδερφό. Η Μάνα, καθώς με έβλεπε τις λίγες μέρες άδειας στην Θεσσαλονίκη, αποστασιοποιημένο και στεναχωρημένο, μουτρωμένο και αμίλητο, δεν παρέμβαινε σε συζητήσεις και κρατούσε διακριτικές αποστάσεις από τα δρώμενα, με μια εξεζητημένα καλοσυνάτη διάθεση και επιτηδευμένες φροντίδες: «Τι φαγητό θέλεις να σου μαγειρέψω πριν φύγεις;» Είχα πεισθεί ότι και η ίδια ένιωθε μιαν εσώτερη ικανοποίηση που τελικά «προσαρμόστηκα» στην πραγματικότητα (που θεωρούσαν ότι τραγικοποιούσα) και σήκωνα τον σταυρό μου, χωρίς γογγυσμούς, στην πεπατημένη δοκιμασία, που στο τέλος της θα ανταμειβόμουν με μια θέση στο ελληνικό δημόσιο. «Μπόρα είναι και θα περάσει…Κουράγιο…» Αρκετές φορές είχα ήδη ακούσει κάτι τέτοιο για να μου ανορθώσει το ηθικό.

Η Μητέρα ούτε μάλλον ήθελε, ίσως ούτε και μπορούσε «να πιάσει», χωρίς την συγκατάθεση του Πατέρα, κάποιον στρατιωτικό ή πολιτικό παράγοντα (όπως φέρ’ ειπείν τον πολιτευτή κουμπάρο μας) που θα έκαμε την θητεία ανεκτότερη· «μέσα», αντίθετα, που είχαν προτείνει να χρησιμοποιήσουν στα πρώιμα σχολικά χρόνια προς όφελος της κατάκτησης της «αριστείας». Η  μυθική ακεραιότητα και εντιμότητά του Πατέρα δεν του επέτρεπε να ζητήσει χάρες από φίλους και γνωστούς που θεωρούσε θέσει και φύσει υποδεέστερους του. Ωστόσο έχοντας μερικώς διαπιστώσει ότι η μετάθεση με ωθούσε σε ακόμα βαθύτερα στο τέλμα μιας στείρας από δημιουργικότητα και χωρίς προοπτικές κατάστασης, μετά το τέλος του ταξιδιού μας για τον Έβρο, έβαλε μπρος -με εξαιρετικό ζήλο και μέθοδο- να αξιοποιήσει ένα ευκαιριακό, μικρής διάρκειας παραθυράκι του τότε στρατιωτικού νόμου, από τα λεγόμενα «φωτογραφικά», τα ως συνήθως κομμένα και ραμμένα στα μέτρα μερικών γόνων της πολιτικής ελίτ· ένα παραθυράκι που το τελευταία εξάμηνο της θητείας θα μπορούσε να με αποσπάσει σε κάποιο Πανεπιστήμιο. Από τη μεριά μου η ιδέα και διαδικασία με εξόργιζε, αλλά επί το πλείστον κρατούσα το θυμό μου και άλλα παρεμφερή συναισθήματα αγανάκτησης καταπιεσμένα. Εξοργιζόμουν απέναντι στο στρατό, τους αξιωματικούς και τα «βύσματά» του, την υποκρισία, την αδικία προς μεγάλη μερίδα νέων που τον υπηρετούσαν σηκώνοντας ανισόμετρα αχρείαστα βάρη στην ακμή της ζωής τους, και παραπέρα: την ελληνική κοινωνία που η νοοτροπία και οι εγγενής αδυναμίες της καθρεφτιζόταν πιστές και απαράλλαχτες στο στράτευμά της και τους υπαλλήλους του, τους γονείς που δεν κατανοούσαν το μέγεθος εκείνης της δοκιμασίας, το πολιτικό σύστημα. Τελικά, η μόνη ελπίδα διαφυγής, από κάτι που προοιωνιζόταν ως μια επί γης κόλαση, ως ισοπέδωση ανθρώπινων ενστίκτων, ως ψαλίδισμα της ατομικής θέλησης, ως νάρκωση μέχρι και ακύρωση κάθε φιλοδοξίας, ήταν η υπόσχεση της θείας Αλίκης από την Αθήνα, όταν με επισκέφτηκε στο Ναύπλιο με δώρο λίγα γλυκά και ένα τρανζιστοράκι που ακόμα έχω στο συρτάρι μου, η μοναδική από τον κύκλων συγγενών, φίλων και ερωμένων – η υπόσχεση ότι θα μιλήσει σε έναν γνωστό της γείτονα του ΓΕΣ για να με φέρουν στη Θεσσαλονίκη. «Ας πάει εκεί λίγους μήνες και βλέπουμε…» ήταν η αρχική απόκριση του υψηλόβαθμου αξιωματικού, αλλά η θεία Αλίκη δεν ξέχασε το «βλέπουμε» και επέμεινε.

Ένα βράδυ ξεκινήσαμε με το Honda Civic του Πατέρα και έναν χάρτη της παραμεθόριας terra incognita. H Μάνα στη θέση του συνοδηγού, εγώ κατάκοπος και μισοκοιμισμένος, ξαπλωμένος όπως-όπως στο πίσω κάθισμα. Στις αντιρρήσεις μου να με οδηγήσουν μέχρι και την πύλη του στρατοπέδου, αντέτασσαν την ευκαιρία που θα τους δινόταν να πάρουν μια γεύση από μια γωνιά της Ελλάδας που δεν είχε τύχει να επισκεφτούν στο παρελθόν. Κοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα έναν ύπνο επιφανειακό, χωρίς όνειρα. Στα αυτιά βούιζε η μηχανή του αυτοκινήτου και οι αλλαγές της ταχύτητας και των θορύβων που φέρνει, κάποια παραίνεση της Μάνας για ένα διάλειμμα ξεκούρασης, η απάντηση του πατέρα ότι το «σκυλί», όπως εκείνος, «δεν έχει ανάγκη από ξεκούραση». Ξύπνησα όταν φτάσαμε στο Διδυμότειχο. Ξημέρωνε και ο κύριος δρόμος μέσα από μελαγχολική πόλη ήταν έρημος. Σύμφωνα με το χάρτη που συμβουλεύτηκε ο Πατέρας, δεν είμαστε μακριά. Δέκα χιλιόμετρα το πολύ στο τέλος ενός επαρχιακού, αλλά ασφαλτοστρωμένου δρόμου, που διέσχιζε μια πεδιάδα από χωράφια δημητριακών, τα πιο πολλά μαυρισμένα από το κάψιμο των καλαμιών μετά το αλώνισμα, έτοιμα για την επόμενη σπορά. Η αδρεναλίνη στα ύψη κατέστησε τον πρωινό καφέ αχρείαστο. Έτσι ή αλλιώς, τέτοιες ώρες στο πουθενά δεν σερβίρεται καφές.       

Ο στρατώνας βρισκόταν μετά από μια διασταύρωση και ένα ερειπωμένο πέτρινο υπόστεγο που θα χρησίμευε ως στάση λεωφορείου, πριν ακόμα αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια του χωριού. Και πέρα από την πύλη που την προσπεράσαμε για μια πρώτη γνωριμία με το μέρος, δεν ήταν πολλά τα σπίτια· το τελευταίο φαινόταν στο τέλος του μικρού δρόμου που περνούσε μέσα από το χωριό -ο δρόμος τέλειωνε με αυτό. Κάτι μαγαζιά, ένα σαν μπακάλικο, άλλο σαν ταβέρνα κάτω από ένα υπόστεγο, και ένα ακόμα σαν καφενείο, ήταν κλειδωμένα λίγο πιο πέρα από την πύλη. Μοναδική ζωντανή ψυχή ο φαντάρος σκοπός της πύλης, που δεν μας έδωσε σημασία. Επαρχία και φανταριλίκι: ξένος τόπος μακρινός και άλλος καιρός από αυτούς που γεννήθηκα και μεγάλωσα και έμαθα.

Thursday, June 12, 2025

87γ - 'Ενας Φαντάρος: Λουτράκι (Ανεκπλήρωτος Έρωτας)

Η θητεία στο Λουτράκι, μαζί με ένα καλοκαιράκι χωρίς πολλές έγνοιες και τους κόπους και πόνους που υπέστην στο Ναύπλιο, πλησίαζε προς το τέλος της, μαζί με το μισό της θητείας. Το προτελευταίο βράδυ ξεχυθήκαμε για μια τελευταία φορά με έναν συνάδερφο στη βραδινή ζωή της πόλης που κορυφωνόταν. Καταλήξαμε σε ένα ακόμα disco-bar, καθισμένοι με τον αγκώνα στο μπαρ του, τα κορμιά γερμένα στους αγκώνες, αμίλητοι και βλοσυροί, όπως ταιριάζει σε φαντάρους καταμεσής της θητείας, με τη θλιβερή προοπτική μιας συνέχειας στα σύνορα του Έβρου να βαραίνει την ψυχή, περισσότερο με την κάθε μέρα που περνούσε εκεί.

Δίπλα στην πίστα, όπου νωρίς τα βράδια καταλαμβάνεται από κοπέλες που χορεύουν μόνες, και αδέσμευτα παλικάρια να τις χαζεύουν, άλλοι από συνήθεια, άλλοι από παραίτηση και γιατί δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο να κάνουν, άλλοι από πόθο για κάτι που τους λείπει και τις κρυφές ελπίδες από ένα χαμόγελο ή μια ματιά προς το μέρος τους φέρνει. Όσον αφορούσε στον εαυτό μου, ο κύκλος του Λουτρακίου φαινόταν να είχε κλείσει, χωρίς να έχει λυθεί το πρόβλημα της αισθηματικής μοναξιάς. Ήταν πλέον αργά για τέτοιου είδους γνωριμίες, αλλά ακόμα και σε ώρες που δυνατότητες και ελπίδες μηδενίζονται, ένα αδιευκρίνιστο ένστικτο μέσα μας εγείρει ερωτηματικά για το «αν» και το «πως» και το «τι» θα μπορούσε να γίνει σε κάθε ώρα, σε κάθε χώρο με άλλους· σαν τον ανίατο ασθενή που προσδοκά την θαυματουργή θεραπεία να τον σώσει.

Η μια από τις δυο κοπέλες που έριχναν κλεφτές ματιές προς τη μεριά μου στο μπαρ δίπλα στην πίστα, γύρισε στη συγχορεύτρια της και της είπε: «Ωραίος, αυτός εκεί...» Το διάβασα στα χείλη της. Εννοούσε εμένα! Η συγχορεύτρια, αφού μου έριξε ακόμα μια κλεφτή ματιά, της έγνεψε συγκαταβατικά, πριν απορροφηθούν ξανά από τη μουσική και το χορό τους. Ο συνάδερφος δίπλα μου, με ένα πονηρό χαμόγελο, επαλήθευσε τα λόγια της: «Αυτή εκεί είπε ότι είσαι ωραίος. Σε γουστάρει, ρε!» και με σκούντησε ελαφρά με τον αγκώνα του. Κούνησα το κεφάλι με την μετριοφροσύνη που με διακρίνει σε κοινωνικές σχέσεις. «Ε, και τι έγινε; Τι μπορεί να συμβεί; Τι μπορώ να κάνω;», σκεφτόμουν. Αλλά τέτοια σχόλια από κοπέλες, οποιεσδήποτε κοπέλες, προάγουν την αυτοπεποίθηση, αναστηλώνουν μερικά το λανθάνον λίμπιντο.

Η καταραμένη θητεία θα κέρδιζε ακόμα μια μάχη εις βάρος της ζωής μου, και της απόλαυσής της. Η αδιάφορη ματιά μου εκείνο το βράδυ της παραίτησης στη μοίρα, που για την ώρα καθοδηγούνταν αποκλειστικά από τις υποχρεώσεις της στρατιωτικής ζωής στο επερχόμενο καθαρτήριο του Έβρου, στράφηκε προς τα τραπεζάκια στο μέρος του μαγαζιού πριν από την πίστα. Σε ένα από αυτά ήταν καθισμένη μόνη της, πιθανόν με κάποια φίλη ή φίλες που θα είχαν σηκωθεί και αυτές για χορό, μια χαριτωμένη, μικροκαμωμένη ύπαρξη, με ξανθό, κοντό και φουντωτό, αλλά περιποιημένο μαλλί, μάτια ανοιχτόχρωμα, που με μιαν απέραντη γλυκύτητα και βάθος και ακατανίκητη έλξη, κοίταζαν επίμονα κατά την μεριά μου. Ένας ανεπαίσθητος αλληθωρισμός τα προσέδιδε πρόσθετη γοητεία. Όταν εστίασα το βλέμμα μου προς την κατεύθυνση της, για να γευτώ λίγο περισσότερο τη γλύκα τους, μου χαμογέλασε, με τα μάτια να χαμογελούν και να εξακολουθούν καρφωμένα πάνω μου. Το νόημα και η γοητεία του χαμόγελου ξεπερνούσε και αυτά των ματιών, που το φως τους άγγιζαν τα βάθη της ψυχής μου. Αυτό που ένιωσα, το συναίσθημα που ξαφνικά με διαπέρασε, θα χαρακτηριζόταν κοινότοπα (αλλά, ας είναι…) «κεραυνοβόλος έρωτας» ή «έρωτας με την πρώτη ματιά», όπως και σε κείνο το μακρινό βράδι στο Μπαλκονάκι με την Ε. Οι στίχοι από το τραγούδι του Σινάτρα “Something in your eyes was so inviting // Something in your smile was so exciting” είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις στη διάρκεια μιας ζωής που ανασύρονται αβίαστα από τη μνήμη. Ανταπόδωσα τις γλυκές ματιές και τα χαμόγελα, συνειδητοποιώντας πλήρως ότι πράγματι ερωτοτροπούσαμε. Όταν, με την επιστροφή μιας φίλης από την παρέα της, σηκώθηκε και άφησε το τραπέζι και οι ματιές μας ξεκλείδωσαν, βρήκα ευκαιρία να περιεργαστώ τη φιγούρα της: στρογγυλά καμπυλωτά οπίσθια, κάτω από μια λεπτή μέση, μέσα από το ανοιχτόχρωμο, λουλουδάτο φόρεμα.

Με τον συνάδερφο και φίλο για εκείνη τη βραδιά, με την τελευταία μπύρα από τις πολλές εκείνων των ημερών, αφήσαμε το μπαρ και την πίστα μπροστά του και αποσυρθήκαμε σε ένα τραπέζι κοντά στην είσοδο. Η πίστα άδειαζε από κοπέλες. Η αναλογία γυναικών σε τέτοια μέρη και τέτοιες εποχές μειωνόταν δραματικά με το πέρασμα της ώρας, ώστε στο τέλος να ξεμένουν μερικοί μοναχικοί και απελπισμένοι, ανέραστοι και φαντάροι. Διάλεξα την καρέκλα με θέα προς την κατεύθυνση της. Όταν επέστρεψε, βλέποντας τα άδεια σκαμπό στο μπαρ όπου καθόμαστε, με μια ματιά γύρω της, με εντόπισε και έστρεψε ελαφρώς την καρέκλα της προς το μέρος μου. Μας χώριζε ένα και μοναδικό τραπέζι, τα σώματά μας όχι περισσότερο από δυο-τρία μέτρα. Η ανταλλαγή γλυκών ματιών και χαμόγελων συνεχίστηκε, χωρίς ο συνάδερφος δίπλα μου να έχει πάρει είδηση. Έπρεπε να την πλησίαζα, να της μιλούσα το συντομότερο δυνατό, να μας έδινα μιαν στερνή ευκαιρία να ανθίσει κάτι τις από την εμφανέστατα ακατανίκητη αμοιβαία έλξη, που διέχεαν ματιές και χαμόγελα, να έκλεινα ένα ραντεβού για την επομένη, να έπαιρνα έστω ένα όνομα και ένα τηλέφωνο. Διαισθανόμουν ότι η ώρα με το κάλεσμα του συναδέρφου για επιστροφή στο στρατώνα δεν θα αργούσε.

Τα λεπτά κυλούσαν, το μαγαζί άδειαζε. Ολιγώρησα. Λιγοψύχησα. Δικαιολογήθηκα φτηνά στον εαυτό μου: και αν κουβεντιάζαμε, και αν φιλιόμαστε, και αν αγαπιόμαστε τι μέλλον θα υπήρχε, όταν σε λιγότερο από δυο μέρες θα έφευγα μακριά από εκείνα τα μέρη στην άλλη άκρη της Ελλάδας με πλώρη για την αβεβαιότητα, μιαν άβυσσο; Αψυχολόγητα άδειασα την μπύρα μου, είπα στο συνάδελφό μου ένα «Άντε, αρχηγέ, να την κάνουμε…», σηκωθήκαμε, είδα το χαμόγελό της να σβήνει, στα λαμπερά της μάτια της η λύπη να διαδέχεται την έκπληξη, και φύγαμε.

Την άλλη μέρα στην τελευταία μου έξοδο στο Λουτράκι, ξαναέψαξα τα μάτια και το χαμόγελό της στο ίδιο στέκι, στο δίπλα και παραδίπλα, και στα πλήθη του κόσμου που με προσπερνούσε στο δρόμο μπροστά από την παραλία. Μάταια. Ήταν βαριές οι δυο τελευταίες μέρες στο Λουτράκι από την επερχόμενη μετάθεση και την απουσία παρηγοριάς για την μοναξιά μου. Η ψυχή σκοτείνιασε από την ολιγωρία και τον δισταγμό που έδειξα, και τις συστολές που με κυρίευσαν ενώπιον της λάμψης δυο ματιών που για λίγα λεπτά ερωτεύτηκα και με ερωτεύτηκαν. Η εικόνα του προσώπου της παρέμεινε αποτυπωμένη και φρέσκια να το μυαλό να την φωτογράφησε χτες, για πολλά χρόνια μετά από την αναχώρηση μου από το Λουτράκι. Κάθε φορά που την ανέσυρα, το απαίσιο συναίσθημα θλίψης, μεταμέλειας, κατηγόριας και οργής στην παλαίστρα της ψυχής με μόνον αντίπαλο τον εαυτό μου με βασάνιζε. Θα μπορούσε η ζωή να ήταν διαφορετική, ρόδινη, μια αγάπη να με σκέφτεται, να με περιμένει -το πόσο μακριά δεν θα είχε σημασία. Και τι έκανα; Τι έκανα στον εαυτό, θεέ μου; Σηκώθηκα και απερίσκεπτα, αψυχολόγητα, και αλαζονικά στα μάτια της χαριτωμένης κοπελίτσας έφυγα! Τι ύβρις αυτή σε μιαν κοπέλα που μου άρεσε, τι ύβρις στην ζωή!

Wednesday, June 11, 2025

87β - 'Ενας Φαντάρος: Λουτράκι (Ποθητή Ζωίτσα)

Το Λουτράκι, ως παραδοσιακά παραθαλάσσιο παραθεριστικό θέρετρο των Αθηναίων, εύκολα προσβάσιμο οδικά, σφύζει το Καλοκαίρι από ζωή και νιάτα. Με το δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό με τη γενική ραθυμία στο κέντρο εκπαίδευσης (μιας εκπαίδευσης που στη χάση και τη φέξη κατά το δίμηνο της παραμονής εκεί μας δίδαξε πως θα φτιάχνουμε γέφυρες και άλλα τέτοιες ανώφελες επιδεξιότητες που η μνήμη σύντομα θα απέρριπτε), δεν μου έμενε παρά να απολαύσω στο μέγιστο δυνατό την ανεμελιά μιας ρευστής κατάστασης και του περιβάλλοντος διακοπών για τους πολλούς προς μέγιστη προσωπική τέρψη. Με ευκαιριακές παρέες που σχηματίζονταν στο θάλαμο πριν από κάποια μαζική και άναρχη έξοδο, παίρναμε το μακρύ επαρχιακό δρόμο μέσα από χωράφια και μετά τον κεντρικό, μέχρι την είσοδο στη μικρή πόλη, και κατεβαίναμε στην παραλία για μια βόλτα κατά μήκος της, πριν καταλήξουμε σε ένα από τα καφέ και μπαρ με θέα τον Κορινθιακό: για να χαζεύουμε αμίλητοι τα παιχνίδια που έπαιζαν οι κιτρινοκόκκινες ακτίδες του ηλιοβασιλέματος με τα ασπρογάλαζα κύματα, που έσπαζαν στα βότσαλα δέκα βήματα από εκεί που πίναμε τον καφέ μας. Κατά το σούρουπο, μετά το μπάνιο στη θάλασσα και τον καθιερωμένο απογευματινό ύπνο, τα πλήθη των παραθεριστών έκαμαν τη βόλτα τους μπροστά στον πεζόδρομο μπροστά μας, και τελικά κατέκλυζαν κάθε γωνιά της προκυμαίας, κάθε τραπεζάκι, κάθε καφέ και εστιατορίου.

Ο χρόνος για όλους, παραθεριστές και φαντάρους, φαινόταν άφθονος για να σπαταληθεί· σε ρεμβασμό, χάζεμα, ονειροπόληση. O κύριος περιορισμός, για τους φαντάρους ιδιαίτερα, δεν ήταν πλέον ο διαθέσιμος ελεύθερος χρόνος, που το Κέντρο στο Ναύπλιο τσιγκουνευόταν και είχε συρρικνώσει καταπιεστικά, αλλά το χρήμα. Πολλές φορές θυσιάζαμε το ρεμβασμό με το ηλιοβασίλεμα για να φάμε στο στρατόπεδο πριν την έξοδο. Αλλιώς καταφεύγαμε για μιαν πρώτη μπύρα και μια μπουκιά στο στόμα σε κάποιο ήσυχο απόμερο σουβλατζίδικο ή σνακ μπαρ μακριά από την τουριστική οχλαγωγία της προκυμαίας. Κάτι που σπάνια θυσιάζαμε είχε γίνει κύριος λόγος της εξόδου μας ήταν η μεσονύχτια και μεταμεσονύχτια διασκέδαση στα εκκωφαντικά disco-bars και beach-bars εκτόνωσης της νεολαίας, οι μπύρες και οι βότκες (ποτό που είχα πλέον επίσημα υιοθετήσει, μέχρι λίγα χρόνια αφού έγινα στουπί με ένα μπουκάλι), το λίκνισμα στους ήχους της εποχής από τους REM, Nirvana, Madonna, The KLF, και άλλους -μουσική και καλλιτέχνες που ελάχιστα αναγνώριζα τότε, λόγω μιας αυστηρά περιορισμένης μουσικής παιδείας που στα φοιτητικά και μετέπειτα χρόνια είχε εξαντληθεί, για διάφορους λόγους, στην λαϊκή μουσική.   

Σε ένα από εκείνα τα υπαίθρια disco-bar, στην άκρη της ακρογιαλιάς, πηγμένο από κόσμο, γνώρισα τη Ζωή, μια μικροκαμωμένη και χαριτωμένη κοπελίτσα, με μαύρα ίσια μαλλιά που μόλις έκρυβαν έναν κύκνειο λαιμό, με λεπτό, λαχταριστό σώμα τέλειων αναλογιών, όπως διαγράφονταν πίσω από ένα αμάνικο, άσπρο λινό ξώπλατο μίνι-φόρεμα, που φορούσε πάνω από το λείο δέρμα της ιδανικά τονισμένο από τον ήλιο, και από κάτω τίποτε περισσότερο από το G-string εσώρουχο (όπως δεν απέφυγα να παρατηρήσω). Στεκόταν δίπλα μου, με το σώμα της σχεδόν εφαπτόμενο του δικού μου, χωρίς όμως να το αγγίζει. Το μαγαζί ήταν φίσκα από νιάτα. Ένας ηλεκτρισμός και μια ανεπαίσθητη διαφορά στη θερμοκρασία, που μόνο ένας στερημένος φαντάρος μπορεί να νιώσει και να μετρήσει από τον αντίκτυπο που έχει στο στον ρυθμό της καρδιάς, το υπογάστριο και παρακάτω. Στεκόταν βλοσυρή, με ένα απλανές βλέμμα προς μιαν κατεύθυνση, προς κάποιον, προς κάτι, μέσα από την αδιάκριτη μάζα του πλήθους. Λικνιζόταν ανάλαφρα στους ρυθμούς του DJ, χωρίς ποτό στο χέρι. Της πρόσφερα το σκαμπό μου και να κεράσω ποτό. Δέχτηκε χωρίς να χαμογελάσει. Ζήτησε ένα Vodka Kahlua Drambuie, ένα κοκτέιλ που, αν και δεν το είχα ακούσει ποτέ μέχρι τότε, κατάφερα να παραγγείλω με προσπάθεια, υπομονή και σπρωξίματα μέσα από το πλήθος και κάτω από τους εκκωφαντικούς ήχους της μουσικής, και να της το φέρω. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Μου χαμογέλασε με ένα φευγαλέο, ασήμαντο χαμόγελο, ψυχρό ίσως, χωρίς να ευχαριστήσει, και έστρεψε το βλέμμα της ξανά προς το ίδιο αδιευκρίνιστο σημείο μέσα στο πλήθος. Ήταν δυνατόν μια τέτοια κοπέλα να έχει έρθει ασυνόδευτη;  

Η ένταση της μουσικής δεν προσέφερε πολλές δυνατότητες κουβέντας -ποιος πάει, άλλωστε, σε τέτοια μαγαζιά για «κουβεντούλα», αλλά υπό την πίεση ασυνάρτητων ερωτήσεων μου στο αυτί της για το ποτό που δεν ήξερα, μου έδωσε λίγο να δοκιμάσω. Μετά από λίγο πρόσφερα και ένα δεύτερο, που επίσης το δέχτηκε. Τα σώματα ζεστάθηκαν, ήρθαν πιο κοντά, άγγιζαν πλέον το ένα το άλλο. Έβαλα το χέρι μου γύρω από τη μέση της, όπως καθόταν στο σκαμπό που της παραχώρησα, ένιωσα το υπέροχο ensellure, την διεγερτική κοιλότητα της λεκάνης μεταξύ πλάτης και γλουτών, και, ξεδιάντροπα, τον σπάγκο που αποτελούσε το εσώρουχό της. Σε αυτές τις χειρονομίες, ενός που μόνον ο εαυτός μου ήξερε ως πεινασμένου, δεν πρόβαλλε αντίσταση, μάλλον τις ενθάρρυνε. Τη φίλησα στο λαιμό κάτω από αυτί και δεν τραβήχτηκε, μάλλον το καλοδέχτηκε. Ήθελε να δείξει τίποτε σε κάποιον; Να τον κάνει να ζηλέψει; Οι στιγμές, όμως, με είχαν συνεπάρει για αναλύσεις.   

Ήταν οι μικρές ώρες πριν από την αυγή, τρεις ή τέσσερις το πρωί. Κανείς βέβαια δεν συμβουλεύεται την ώρα σε τέτοιο περιβάλλον και τέτοιες περιστάσεις. Το μαγαζί σχολούσε, η μουσική μετά από μερικά τελευταία καταπραϋντικά και ρομαντικά κομμάτια σταμάτησε, αφήνοντας στα αυτιά μας την ανακούφιση του αχού από φωνές των θαμώνων, που το μπουλούκι τους αργά κινούταν προς την έξοδο. Ακολουθήσαμε το ρεύμα κρατώντας το χέρι της -να μην την χάσω. Στην έξοδο αναφώνησε προς την κατεύθυνση κάποιου τύπου μπροστά μας, με φωνή αντιληπτή από το παρακείμενο πλήθος, και με τρόπο που δεν κατάλαβα αν επρόκειτο για ερώτηση ή απλή δήλωση: «Θέλεις να γαμήσεις κώλο;!» Ξαφνιάστηκα από το απροσδόκητο της κραυγής και του περιεχομένου της που έκρυβαν ματαίωση, ως ο αυτο-αναγορευμένος και εκούσιος σύνοδος της Ζωής. Δεν υπήρξαν αντιδράσεις, και το προσπέρασα χωρίς σχόλια.

Αποσπαστήκαμε από τον κόσμο που ξεχυνόταν στον δρόμο και κατευθυνθήκαμε, αγκαλιάζοντας την πλέον από τη θελκτική της μέση, στη βοτσαλωτή παραλία που απλωνόταν από τις καλαμιές που έφραζαν το κέντρο μέχρι τα πρώτα φώτα του Λουτρακίου. Ήταν έρημη από κόσμο, κι αν υπήρχαν ζευγάρια σαν και μας, ερωτοτροπούσαν στην ρομαντική ιδιαιτερότητά τους κατά μήκος της παραλίας. Ξάπλωσε ανάσκελα στα βότσαλα. Σε μιαν αξιέπαινη «ιπποτική» χειρονομία εκ μέρους μου, έβγαλα και την σκέπασα με το πουκάμισό μου, χωρίς να μου το είχε ζητήσει. Η νύχτα ήταν απαλή χωρίς φεγγάρι, η θάλασσα γαλήνια, και από η θερμότητα του αλκοόλ μια ευχάριστη ζεστασιά να με έχει περιτριγυρίσει και απλωνόταν στα σωθικά μου. Μου εξήγησε, με τον τρόπο ενός απλού κοριτσιού του λαού, ότι η κραυγή της κατά την έξοδο από το μαγαζί απευθυνόταν στον πρώην φίλο της, μπάτσο στο επάγγελμα, που βρέθηκε στο ίδιο μαγαζί μαζί με το καινούργιο του αμόρε. Είχε πρόσφατα χωρίσει! Υπήρχε ένα μορφωτικό ίσως και ταξικό χάσμα ανάμεσά μας, που όμως αντί να με αποθαρρύνει με διέγειρε περισσότερο. Περιορίστηκα σε χωρίς φαντασία κοινοτοπίες, χάδια στα βελούδινα πόδια κάτω από το φόρεμα, φιλιά στο στόμα και το λαιμό. Αυτά τα φιλιά τα δεχόταν, και σε μικρότερο βαθμό ανταπόδιδε, αμίλητη, αγέλαστη, με μια παθητική ευχαρίστηση, που όμως την θεώρησα ιδανική κάτω από τις περιστάσεις της γνωριμίας μας.

Η ώρα πέρασε πιο γρήγορα από όσο θα το ήθελα και τη συνόδεψα, μέσα από έρημα στενά δρομάκια, προς το σπίτι της κοντά σε μια εκκλησία στο πάνω μέρος της πόλης. Αποχαιρετιστήκαμε και συμφωνήσαμε να βρισκόμαστε το επόμενο απόγευμα: θα πήγαινε για καφέ στο στέκι της, σε μια από τις παραλιακές καφετέριες που το όνομα της μου έδωσε. Θα καθόταν στην αυλή της με θέα στον παραλιακό δρόμο. Δεν ζήτησα να μου διευκρινίσει αν θα πήγαινε εκεί μόνη της, με παρέα και τι είδους παρέα – κάτι όμως που για την συνεσταλμένη μου ιδιοσυγκρασία έχει πάντα αποφασιστική σημασία.

Την επόμενη, μέρα Κυριακή ήταν, έχοντας ξεκουραστεί αρκετά από το ξενύχτι της προηγούμενης άφησα το στρατόπεδο από νωρίς το απόγευμα. Στον γεμάτο από εντυπώσεις νου στροβίλιζαν τα όσα αναπάντεχα της προηγούμενης νύχτα, το πως μου αφέθηκε η Ζωή στα βότσαλα της παραλίας, τα φιλιά και τα χάδια, η θρασύς και ασύστολη κραυγή προς τον πρώην φίλο της για όλους να την ακούσουν. Η καρδιά μου από χτυπούσε δυνατά από την υπερδιέγερση της προσδοκίας. Ήπια έναν φραπέ κάπου μακριά από θέα περαστικών και φαντάρων, και άρχισα να περπατάω κατά μήκος του παραλιακού δρόμου, από τη μεριά της θάλασσα, προς την καφετέρια όπου μου είχε πει ότι θα βρισκόταν. Μετά από δυο-τρεις βόλτες μπροστά, διακριτικά και επιφυλακτικά, σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων από την είσοδο του προαυλίου χώρου, την διέκρινα σε ένα τραπέζι στη μέση της αυλής του να συζητάει και πίνει καφέ με ένα ζευγάρι φίλων που καθόταν απέναντί της. Δεν ήταν μόνη της όπως περίμενα και ήλπιζα, ούτε καν με μια κάποια φίλη, δυο περιπτώσεις που θα έβρισκα το κουράγιο να αντιμετωπίσω. Η παρουσία όμως του άγνωστου ζευγαριού, και συγκεκριμένα του άντρα της παρέας, μου ήταν πρόβλημα, μεγάλο πρόβλημα! Σήκωσε μέσα στον γνώριμο εαυτό μου ένα φράγμα αναστολών, που, τότε, χωρίς τα δεκανίκια του αλκοόλ, εκτίμησα ότι θα γινόταν αξεπέραστο από τον χαρακτήρα μου υπό τις συνθήκες.

Περπάτησα άλλες δυο-τρεις φορές, στην ίδια απόσταση μπροστά από την είσοδο του μαγαζιού. Στάθηκα με το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος όπου καθόταν η Ζωή, με την ελπίδα να με προσέξει, να με αναγνωρίσει, να βγει έξω από τα μαγαζί -μόνη της- να μου μιλήσει, να με καλέσει. Έγνεψα δειλά προς το μέρος της. Στη διάρκεια αυτών των πήγαινε-έλα και των αξιολύπητων νευμάτων από απόσταση, η Ζωή και οι φίλοι της έστρεψαν αρκετές φορές το πρόσωπό τους μπρος τη μεριά μου, προς τη μεριά της θάλασσας, πριν συνεχίσουν με χαμόγελα το καφέ και τις συζητήσεις τους. Τι συμπέρασμα να έβγαζε ο ουδέτερος παρατηρητής, τι να σκεφτόταν η Ζωή; Είχε αναγνωρίσει στον μοναχικό φαντάρο που στεκόταν με φόντο τη θάλασσα τον νεαρό άντρα των ερωτοτροπιών της προηγούμενης νύχτας; Αν ναι, γιατί δεν έβγαινε να με συναντήσει, να μου μιλήσει, πιάσει από το χέρι και να με προσκαλέσει στην παρέα της; Μήπως περίμενε να αποδείξω τον θάρρος και τον ανδρισμό μου (κάτι που, προφανώς, διέθετε σε κλίμακες θράσους ο μπάτσος, πρώην φίλος της) και χωρίς ενδοιασμούς να μπω στο μαγαζί, να αυτοσυστηθώ, να καθίσω δίπλα της και να της μιλήσω σταράτα παρουσία δύο αγνώστων; Ή μήπως δεν με αναγνώρισε, είχε ήδη απορρίψει το επεισόδιο της προηγούμενης νύχτας ως κάτι επιπόλαιο στο οποίο η συμμετοχή της ήταν αδιάφορη, ενώ οι σκέψεις της ήταν στραμμένες αλλού; Ίσως, πάλι, να με είχε αναγνωρίσει, και είχε δεύτερες σκέψεις για τις πράξεις της και απλώς είχε ανέχτηκε ερωτικές περιπτύξεις από κάποιον απελπισμένο φαντάρο, περαστικό από τα μέρη της -κάτι που, εν μέρει τουλάχιστον, θα εξηγούσε την παρουσία του ζευγαριού στο τραπέζι της και το ότι δεν μου έγνεψε ή βγήκε έξω να με συναντήσει.

Η όλη διαδικασία και τακτικές που ακολούθησα για να κεντρίσω την προσοχή της θα μπορούσε από κάποιο τρίτο (αλλά και τη Ζωή και την παρέα της) να χαρακτηριζόταν παράξενη και εξευτελιστική ή, τουλάχιστον, να υποδηλώνει σαφή αδυναμία και έλλειψη θάρρους και ανδρισμού, φοβία απόρριψης, ένα σωρό από άλλες φοβίες, πέρα από έμφυτες συστολές και αναστολές. Και με τις σκέψεις αυτές, ότι με τέτοια στάση και συμπεριφορά μειώνω περαιτέρω, μέχρις κι εξευτελίζω τον εαυτό μου για μια κοπέλα μάλιστα η οποία, με όλα τα δεδομένα και παρά την χάρη της, προερχόμαστε από ασύμβατες κουλτούρες και παρελθόντα, γύρισα απογοητευμένος στο στρατόπεδο.

Η σκέψη της, η θύμηση εκείνης της νύχτας, θα  παρέμεναν ζωντανές για αρκετές μέρες ακόμα. Στις εξόδους που ακολούθησαν πέρασα πολλές φορές από την καφετέρια που την είχα δει να κάθεται. Θα με θυμόταν και περίμενε, άραγε, για μια δεύτερη ευκαιρία, όπου θα έβρισκα τα κότσια να της μιλήσω ανεξάρτητα από τις συνθήκες; Άλλες φορές θα ανέβαινα τα δρομάκια κατά την πάνω πόλη, προς την εκκλησία όπου την άφησα με ένα φιλί στο στόμα εκείνη την νύχτα και φρούδες υποσχέσεις για σχέση. Γύρεψα παντού τη φυσιογνωμία και το κορμί της στα πλήθη που έκαναν τη βόλτα τους στην προκυμαία. Η σκέψη της και η ελπίδα να την ξαναδώ, να ξαναζήσω μερικές από τις στιγμές της γνωριμίας μας στο night-club, και από εκεί ποιος ξέρει τι ήθελε προκύψει, εξασθένισαν με το πέρασμα των ημερών. Τελικά παραιτήθηκα, λίγες μέρες πριν την αναχώρησή μου από το Λουτράκι, με τις γλυκόπικρες αναμνήσεις του στιγμιαίου πάθους και της τελικής ματαίωσης. Οι απορίες απέναντι στον εαυτό μου αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στο: «Τι είχα μέχρι τότε και έχασα;»,  που όσο με καθησύχαζε, άλλο τόσο με μελαγχολούσε, και στο «Τι θα κέρδιζα αν έκανα το ψυχικό άλμα κι έμπαινα στο μαγαζί για να την ζητήσω και να μιλήσουμε;» που ενέτεινε το συναίσθημα της ματαίωσης και έφερνε στενοχώρια.

87α - 'Ενας Φαντάρος: Λουτράκι (Μια Ακόμα Απώλεια)

Στο Λουτράκι, στο παραθεριστικό κέντρο μεσοαστών της παλιάς Αθήνας, στο ελληνικό καλοκαιράκι του 1991, η θητεία μου φανέρωσε ένα κάπως περισσότερο ανθρώπινο πρόσωπο. Οι αξιωματικοί πιο χαλαροί, εξαιτίας, κυρίως, του τόπου και εποχής διακοπών, μέχρι και αδιάφοροι. Το ίδιο και οι «παλιοί», συνήθως βύσματα με ευνοϊκή μετάθεση στο τελευταίο στάδιο της θητείας τους. Και οι υπηρεσίες λιγότερες, που κι αυτές τις λίγες που μας ανάθεταν, μετά από συνεννοήσεις μεταξύ μας τις παραμελούσαμε ή αλλάζαμε. Η εκπαίδευση σε πλωτά μέσα και γέφυρες, αν γινόταν για να κερδηθεί ένας μελλοντικός πόλεμος, θα φαινόταν στους εχθρούς μας αστεία. Πάντως, θα μπορούσε να συμπυκνωθεί σε δυο βδομάδες αντί για δυο μήνες. Ο χρόνος για εξόδους και άδειες, πολλές χαρισμένες από την «σημαία», ο μόνος χρόνος με κάποια αξία για τον φαντάρο, ήταν άπλετος.

Το Χριστινάκι που γνώρισα στο σοφιστικέ μπαρ του Ναυπλίου, που μαζί κολυμπήσαμε στα κρύα νερά της θάλασσας του Ιούνη με τα μισόγυμνα κορμιά μας να αγγίζουν, την ένιωσα από την πρώτη γνωριμία μας σαν έναν άνθρωπο που μπροστά του η ζωή όφειλε να κοντοσταθεί, όχι μόνο γιατί χωρίς αυτή θα έπεφτα πίσω σε ένα αισθηματικό κενό. Λίγες μέρες μετά από την άφιξη μου στο Λουτράκι, την τηλεφώνησα για να βρεθούμε. Μπορούσα να κατεβώ στην πόλη της· δεν ήταν μακριά. Χάρηκε που με άκουσε· χάρηκε που τις ζήτησα να συναντιόμασταν το ερχόμενο Σάββατο. Mε «πονηρές» σκέψεις στο μυαλό, φαντασιώσεις και ερωτικά σχέδια, που αναπόφευκτα ελλοχεύουν και σχηματίζονται στο νου του στερημένου φαντάρου, έκλεισα ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο του Ναυπλίου για το σαββατόβραδο. Βρεθήκαμε στο Ναύπλιο αργά το απόγευμα. Ήπιαμε φραπέ, φάγαμε, και με ένα ταξί πήγαμε στο κοντινό Άργος, σε ένα από τα στέκια που σύχναζε, με μουσική και ντεκόρ σχετικά ψηλών προδιαγραφών, και με ανθρώπους που στους τρόπους και εμφάνιση τους υπέρβαιναν το επαρχιακό και αγροτικό κλίμα της άσχημης πόλης. Ήταν καλοκαίρι και νέοι, σπουδαστές και σπουδαγμένοι, ντόπιοι και Αθηναίοι, και ανάμεσα τους καλλιεργημένοι φαντάροι, κατέκλυζαν τα πλέον καλαίσθητα κέντρα διασκέδασης του Ναυπλίου, του Λουτρακίου και των γύρω περιοχών. Η μισή παλιά Ελλάδα προέρχεται από την Πελοπόννησο και την Ρούμελη.  

Ήπιαμε αρκετά ποτά και εκείνο το βράδυ. Η Χριστίνα, ήταν πιο λιγομίλητη από τις δυο προηγούμενες φορές, λιγότερο διαχυτική, περισσότερη σκεπτική, συγκρατημένη σε χειρονομίες, μουδιασμένη στα αγγίγματα και τα φιλιά της, σαν κάτι να την βασάνιζε. Είχε άρρωστο πατέρα, αλλά είχα καταλάβει ότι συλλογιζόταν συνάμα και το πρόσφατο τέλος μιας προηγούμενης αγάπης· και σαν ασυνείδητα να την έψαχνε κάποιον ανάμεσα στο πλήθος. Γιατί άραγε ήθελε να ερχόμασταν στο συγκεκριμένο μαγαζί στο Άργος;  Μέχρι τότε τα βιβλία της ζωής μας, των παρελθόντων μας, τα είχαμε ανοίξει ο ένας στο άλλον στο μέγιστο δυνατό στις δυο-τρεις που περάσαμε μαζί, όχι όμως σχέδια και προθέσεις για το μέλλον, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι εφικτό στην περίπτωση ενός φαντάρου χαμένου στον χώρο και τον χρόνο, και μιας δασκαλίτσας που πρόσφατα είχε αποφοιτήσει από την Παιδαγωγική και κάπως τα έβγαζε βόλτα με ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδάκια.

Γυρίσαμε ζαλισμένοι στο Ναύπλιο και δέχτηκε να ανεβεί μαζί μου στο δωμάτιο. Σαν να το είχε προσχεδιάσει και η ίδια. Ξέραμε φυσικά και οι δυο μας τι θα συνέβαινε. Και όντως συνέβη: κάναμε έρωτα που διήρκεσε λίγα δευτερόλεπτα. Τέλειωσα αμέσως μόλις την γύρισα πάνω μου –στην προσπάθεια να παρατείνω τη διάρκεια κάτι πολύτιμου μετά από τους μήνες χειμέριας νάρκης. «Δεν έπρεπε να με φέρεις από πάνω σου…» μου ψιθύρισε γλυκά. Απογοητεύτηκα με τον εαυτό μου με μιαν ακόμα «μισοδουλειά» και μάλιστα την πρώτη φορά με κάποια γυναίκα, που ειδικά σε τέτοιου είδους περιστασιακές επαφές μετράει. Τι να περνούσε από το μυαλό της ερωτικής συντρόφου στο μικρό δωμάτιο, τι είδους συγκρίσεις να έκανε στο μυαλό της; Περιθώρια για άμεσες διορθώσεις δεν υπήρχαν όπως στο παρελθόν με την Ε ή την Tina… Τέτοιες σκέψεις με διέτρεχαν και επανάφεραν τις εξακριβωμένες πλέον προσωπικές μου ανασφάλειες. Της ζήτησα να κοιμόταν μαζί μου το βράδυ (ξεκούραστος και ξεμέθυστος το πρωινό, ίσως, η πράξη να αναβαθμιζόταν), αλλά «έπρεπε να βρισκόταν το πρωί στο πατρικό της, ο πατέρας ήταν άρρωστος».

Κατάκοπος, η κούραση και υπνηλία να με βαραίνουν ασήκωτες, κορεσμένος σεξουαλικά, δεν επέμενα και παραιτήθηκα στην μοναξιά μου για το υπόλοιπο της νύχτας. Φιληθήκαμε στην πόρτα· χαιρετηθήκαμε αμήχανα. Είδα ότι τα σχέδια μιας βραδιάς έρωτα, ίσως και πάθους, στα οποία είχα επενδύσει το πρωί με ένα κορίτσι που μου άρεσε και είχε προσελκύσει, φυσικά και συναισθηματικά, είχαν αποτύχει. Δεν θα το ξανάβλεπα το Χριστινάκι. Στις επόμενες δυο κουβέντες μας στο τηλέφωνο διέκρινα μιαν αδιάψευστη απροθυμία και ψυχρότητα. Την τρίτη φορά, μια κοπέλα το απάντησε, και με προσποιητό τόνο στη φωνή της μου είπε ότι η Χριστίνα δεν βρισκόταν εκεί: «Ποιος τη ζητάει; Θέλετε να της πω τίποτε;» Κατάλαβα τη ματαιότητα της επιμονής και εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια.

Όταν ένα από το μικρά μονοπάτια που διαλέγει και ακολουθεί κάποιος, από αυτά που παρουσιάζονται στις διακλαδώσεις καθ’ οδόν μιας κύριας πορείας, επιστρέφει στον κύριο δρόμο και τον συνεχίζει. Με βαριά καρδιά, που όμως ξελάφρυνε κάπως, στις χαρούμενες, ηλιόλουστες μέρες διακοπών, για φαντάρους και φοιτητές και τουρίστες στο Λουτράκι, συνέχισα τη θητεία μου. Τα φανταρίστικα χτυποκάρδια είναι σαν εκείνα της εφηβείας: εφήμερα και ατελέσφορα.

Wednesday, June 4, 2025

86 - 'Ενας Φαντάρος: Η Τελευταία Έξοδος

Η σειρά μου, και μια παρέα που χτίστηκε επιπόλαια μέσα από αγγαρείες, άχαρες εξόδους - φανταρίστικες εκτονώσεις στις πλατείες, τα σοκάκια και τις παραλίες του Ναυπλίου, σύντομα θα σκόρπιζε. Οι πρόσκαιρες φιλίες, που έφεραν ανθρώπους από διαφορετικά μονοπάτια της ζωής μαζί για επτά μήνες «εκπαίδευσης» στο Κέντρο, σε λίγες μέρες θα ξεψυχούσαν από τη δίψα της φυγής και θα ξεχνιόνταν γρήγορα. Η ζωή δεν κυλούσε όπως σε κείνα τα μακρινά πλέον φοιτητικά χρόνια: δεν κοντοστεκόταν, δεν περίμενε, δεν σκάλιζε τις πρόσφατες αναμνήσεις που κατάγραφε. Δεν ήταν ευχάριστες ως επί το πλείστον. «Να τελειώνει αυτή η θητεία» ήταν το κύριο ζητούμενο.  

Λίγο πριν ο καθένας πάρει τον δρόμο του, βρεθήκαμε με τους Κοντολιό και Καραγιάννη, τους δυο τους τακτικά απόντες με άδειες, χάριν επιμονής και γρίνιας ο μεν, χάριν χοντρών μέσων ο δε, για μιαν σπάνια κοινή έξοδο μας στο Ναύπλιο, την τελευταία μας στην μικρή πόλη. Ήταν μαζί μας ένας ακόμα φαντάρος, ξεχασμένος στην ανωνυμία της μάζας, από τον οποίο το μόνο που θυμάμαι ήταν η αγόγγυστη πειθαρχία του σε προστάγματα και ένας αχαλίνωτος ζήλος που επεδείκνυε σε ασκήσεις, υπηρεσίες και αγγαρείες. Την αγαπούσε την πατρίδα του και το ένδοξο στράτευμά της, γινόταν ετοιμοπόλεμος.

Μετά από τον καθιερωμένο καφέ και την καρμπονάρα στο  «ιταλικό» της πλατείας -ώστε να «στανιάρουμε», ο Καραγιάννης, πάντα με το πονηρό χαμόγελο και την απαλότητα φωνής καπάτσου εμπόρου που τον διέκρινε, πρότεινε επίσκεψη για «ποτάκια» σε ένα μπαρ των περιχώρων του Ναυπλίου, κατά την μεριά του αγροτικού και άσχημου Άργους όπου θα μας οδηγούσε ο ίδιος. Ήταν από τους λίγους του Κέντρου που διέθεταν αυτοκίνητο που τον εξυπηρετούσε στα συχνά πήγαινε-έλα, σε οικογένεια και αρραβωνιαστικιά στην Αθήνα.

Το μπαρ που μας πήγε ένας θεός ξέρει πως το είχε ανακαλύψει. Ήταν ένα παλιό ορθογώνιο οίκημα με ταράτσα από πλάκα και σφραγισμένα παράθυρα, στην πίσω μεριά της αυλής ενός βενζινάδικου στον δρόμο για το Άργος, μακριά από κατοικημένες περιοχές. Μια κόκκινη επιγραφή από νέον δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες για το περί τίνος επρόκειτο και τι είδους πελατεία προσέλκυε -από τον πληθυσμό των φαντάρων και ντόπιων αγροτών της περιοχής. Δεν είχα καμιά διάθεση για το είδος αποχαιρετιστήριας διασκέδασης που είχε στο νου του ο Καραγιάννης και κατά κάποιο τρόπο πίστευε ότι θα με ενθουσίαζε και την χρειαζόμουν (ως μη «δεσμευμένος») αλλά ακολούθησα. Ο φωτισμός του εσωτερικού του μαγαζιού, ήταν χλωμός και κατάλληλα «ατμοσφαιρικός» σε αποχρώσεις του ροζ και του γαλάζιου· οι γυναικείες φιγούρες μέσα του δυσδιάκριτες. Είμαστε οι μόνοι πελάτες εκείνη την βραδιά, καταμεσής της καλοκαιριάτικης εργάσιμης βδομάδας. Καθίσαμε γύρω από ένα από τα λίγα σκόρπια χαμηλά τραπέζια, μπροστά σε ένα γαλάζιο πάγκο - το «μπαρ» του μαγαζιού- με μποτίλιες από ποτά από πίσω και δυο-τρία σκαμπό μπροστά. Η μουσική υπόκρουση ήταν «μοντέρνα λαϊκή», από αστέρια του πενταγράμμου άγνωστά σε μένα, και σουξέ που ποτέ δεν θα άντεχα να ακούσω, του είδους μουσικής εκείνη την εποχή μόνο σκυλάδικα πρόσφεραν. Του Καραγιάννη φαινόταν πιο οικεία. Ένας ανεμιστήρας πάνω από τα κεφάλια μας μάταια προσπαθούσε να δροσίσει την ασφυκτική ατμόσφαιρα του μαγαζιού, που μύριζε αλκοόλ, ιδρώτα και γυναικείο άρωμα. Η διάθεση μου μετά την είσοδο στο μαγαζί χειροτέρεψε.

Από το πίσω μέρος του μπαρ μας πλησίασαν δύο κοπέλες με πυρόξανθα μαλλιά, σχετικά σεμνά ντυμένες σε ολόσωμα φορέματα, με λεπτομέρειες προσώπου αδιευκρίνιστες μέσα από το μισοσκόταδο, και κάθισαν δίπλα μας: να μας πιάσουν κουβέντα και να κεράσουμε ποτά, ως είθισται. Χαμοζωή εκμετάλλευσης από μαφίες για τις γυναίκες που κάποια μοίρα τις ώθησε σε τέτοια μαγαζιά, σε τέτοια μέρη, σκέφτηκα, και ένιωθα οίκτο. Η προφορά τους ήταν ξενική, αλλά δεν μιλήσαμε πολύ -δεν υπήρχαν και πολλά να πούμε. Υπέθεσα προέλευση από την Αλβανία ή κάποια ανατολικοευρωπαϊκή χώρα, αλλά είμασταν στο 1991 και το πρώτο κύμα μετανάστευσης από χώρες του ανατολικού μπλοκ μόλις είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό στην Ελλάδα. Μια από τις γυναίκες κάθισε δίπλα στον Καραγιάννη, η άλλη δίπλα μου. Ο οικογενειάρχης Κοντολιός απολάμβανε, αμέριμνος και αμίλητος, cool όπως πάντα, το τσιγαράκι του.

Η αρχική έλλειψη διάθεσης μετασχηματίστηκε σε κακή διάθεση και απροθυμία, αφού ήρθε στο τραπέζι μας ένας πρώτος γύρος από ποτά-«μπόμπες». Η βότκα-πορτοκάλι που ήπια δεν έμοιαζε καμιά από τις βότκες-πορτοκάλι που είχα δοκιμάσει μέχρι τότε σε πιο κυριλέ μπαρ, και μετά την πρώτη γουλιά, σταύρωσα τα μπράτσα μου μπροστά στο στήθος, φόρεσα ένα μίζερο πρόσωπο, και παρατηρούσα τον Καραγιάννη να χαριεντίζεται με την ξανθιά δίπλα του, πετώντας κλεφτές ματιές και χαμόγελα προς το μέρος μου. Την απολάμβανε και εντάξει την παρέα της, μου φαινόταν. Από την άλλη σκεφτόμουν: Καλά, αυτός δεν έχει αρραβωνιαστικιά στην Αθήνα που επισκέπτεται κάθε σαββατοκύριακο εις βάρος των συναδέρφων του; Αλλά πάλι, δεν μου είχε εκμυστηρεύθηκε μια φορά ότι δεν τα πήγαιναν και καλά και ψαχνόταν;»

 Ένιωσα τον δείκτη του χεριού της άλλης ξανθιάς δίπλα μου, να ανεβοκατεβαίνει στον μηρό μου, τα μαλλιά της στον ώμο και το φτηνό της άρωμα καθώς έγερνε το κεφάλι προς το μέρος μου. Και μια σεξουαλική διέγερση, ένα γνώριμο ρίγος στην σπονδυλικά στήλη, φυσιολογικά φαινόμενα για έναν στερημένα φαντάρο. Ήπια με δυσκολία άλλες δυο γουλιές από την βότκα, αλλά η απροθυμία μεταμορφώθηκε σε κακή διάθεση και δυσθυμία. Ιδρωμένος από το φτηνό αλκοόλ και την ασφυκτική ατμόσφαιρα, με μοναδικό συναίσθημα κάποια λύπη για τα κορίτσια που προφανώς υπό την πίεση του νταβατζή-αφεντικού έκαναν ότι μπορούσαν να πουλήσουν ποτά, παρέμεινα ψυχρός και απαθής ενώπιον της διασκέδαση που το κατάστημα προσέφερε, μέχρι την ώρα που ο Καραγιάννης θα μας επέστρεφε στο στρατώνα. Ένας φόβος που εξαρχής καραδοκούσε για τον λογαριασμό, μεγάλωσε μετά από έναν ή δυο ακόμα γύρους ποτών. Αυτός ο άξεστος ο Καραγιάννης! Που τα έβρισκε τόσο λεφτά να σκορπάει σε σκυλάδικα και μπαρ; 

Τελικά σηκωθήκαμε να φύγουμε. Ο λογαριασμός ήταν αλμυρός, όπως αναμενόταν, αρκετά χιλιάρικα, μεγάλο ποσό για φτηνή φανταρίστικη «διασκέδαση» της μιας βραδιάς. Ο Κοντολιός αδιαφόρησε και αποχώρησε με το τσιγάρο στο στόμα. Ο χουβαρντάς Καραγιάννης προσφέρθηκε να καλύψει τον λογαριασμό εξ ολοκλήρου, έχοντας διαπιστώσει τη γενική δυσανασχέτηση που έδειξα για την ιδέα του, αλλά από φιλότιμο και παρά την δυσθυμία μου, τσόνταρα το ένα τρίτο. Συνέχεια με τα κορίτσια δεν υπήρξε, όπως θα περίμεναν ίσως κάποιοι: ήταν μερικά αθώα «κεράσματα» για την παρέα τους (με ό,τι ήθελε προκύψει πίσω από το δωμάτιο με τον μπερντέ σε μια γωνία να παραμείνει μυστικό), την κακή μουσική και τα δηλητηριώδη ποτά. Το άγγιγμα το της ξανθιάς στο μηρό μου και η στιγμιαία διέγερση που μου προκάλεσε, παρά την κάκιστη διάθεση, δεν ξεχάστηκε. Ούτε η απαίσια γεύση της βότκας και το βαρύ κεφάλι της επόμενης μέρας, όταν ο καθένας θα έπαιρνε τον δρόμο του για μέρη μακριά.  

Τον Κοντολιό και τον Καραγιάννη, τους δυο Αθηναίους φίλους από τον ΛΥΒ του Ναυπλίου δεν θα τους  ξανάβλεπα. Από τον πρώτο, μου έμεινε η ρυθμική κίνηση του κεφαλιού με το προγούλι στους ρυθμούς της ραπ και οι παροιμιώδης γκρίνιες στις αναφορές του λόχου που κατέβαλαν τον καλοπροαίρετο ανθυπολοχαγό, από τον δεύτερο, οι χαριεντισμοί στο μπαρ με την ξανθιά, η καπατσοσύνη και μια ανάλαφρη θητεία που απολάμβανε με χαμόγελο, καθώς και η συμπάθεια που για κάποιο λόγο μου έτρεφε. Α, ναι, και το αξέχαστο πρωινό της περισυλλογής σκουπιδιών από τους τρεις, τις προσπάθειες να σηκώσουμε και αδειάσουμε στο στρατιωτικό φορτηγό λιγδιασμένους κάδους έξω από το εστιατόριο, γεμάτους από το λασπωμένο από βροχόνερα παστίτσιο, μέχρι τα γόνατα στην καρότσα του