Monday, March 31, 2025

74 - Επιστροφή στα Πάτρια Εδάφη

Στο Ελληνικό με υποδέχτηκε ο καθαρός ουρανός και ο ζεστός ήλιος ενός υπέροχου αυγουστιάτικου Αττικού πρωϊνού. Μου άνοιξε πρόσκαιρα την καρδιά, όταν η ιδέα της επερχόμενης ελληνικής πραγματικότητα την έσφιγγε. Διότι την βασάνιζαν αδιάκοπα σκέψεις του Γολγοθά της θητείας, της άγνωστης κόλασης για την οποία δεν είχα προετοιμαστεί ψυχολογικά. Και παρά τις προσπάθειες, θα το βασάνιζαν μέχρι να διαβώ το κατώφλι της για να την υποφέρω. Στο μεταξύ, στους δυο-τρεις μήνες που μεσολαβούσαν μέχρι την κατάταξη, η αναζωογόνηση της σχέσης με την E έγινε πρωταρχική έγνοια. Με τα λίγα λεφτά που μου είχαν απομείνει, ως δείγμα καλής θέλησης και των μικρών αποθεμάτων αγάπης που ακόμα έτρεφα, της αγόρασα ως δώρο ένα ογκώδες στέρεο ραδιοκασετόφωνο. Ατυχής επιλογή! Μαρτυρούσε έλλειψη ρομαντικών ευαισθησιών, ίσως όμως αυτή η έλλειψη να ήταν χαρακτηριστικό ενός αποστεωμένου και στεγνού από εμπάθεια και βαθιά αισθήματα χαρακτήρα, που αποδίδω περισσότερο στην ανατροφή μου. Με άγχος, εκνευρισμό, και ιδρώτα στις αποπνιχτικές αίθουσες υποδοχής του Ελληνικού, και έξοδα συγκρίσιμα με το κόστος αγοράς του άχαρου και σε λίγα χρόνια παρωχημένης τεχνολογίας ραδιοκασετόφωνου, το εκτελώνισα παλεύοντας με τα τέρατα του τελωνείου που αντιμετώπισα κατά την άφιξη μου.

Το επόμενο κιόλας βράδυ επισκέφτηκα την E με το δώρο μου παραμάσχαλα. Πολλά είχαν αλλάξει από τον χωρισμό μας και την επιστροφή της από την Αμερική. Δούλευε για ένα αγύρτη-αφεντικό ελληνοϊταλικής βιοτεχνίας υφασμάτων, επίσημα ως «γραμματέας», περισσότερο ως κοπέλα για όλες τις δουλειές (συμπεριλαμβανομένου και του φτιαξίματος καφέ), που κάτι μέσης ηλικίας αφεντικά προσλαμβάνουν με κύρια κριτήρια την εμφάνιση και την ομορφιά, ίσως τρέφοντας και κρυφές ελπίδες για εξωσυζυγικές σχέσεις, και παραβλέποντας μόρφωση, συγκρότηση, ικανότητες, κτλ. ως προσόντα δευτερεύουσας σημασίας. Ο μισθός της ήταν αδιαπραγμάτευτα πενιχρός. Είχε νοικιάσει με συγκάτοικο την αδερφή της ένα φτωχικό, ημι-ισόγειο διαμέρισμα σε ένα παλιό σπίτι κοντά στην παλιά Λαχαναγορά. Το δωμάτιο της φτωχικά επιπλωμένο, με ένα στρώμα στη γωνία, ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι, μια πατέντα στην γωνιά για το κρέμασμα των ρούχων -τόσο φτωχικά, όσο και το φοιτητικό της δωμάτιο όπου πρωτοκάναμε έρωτα. Απογοητεύτηκα και στενοχωρήθηκα, και αυτή η στενοχώρια απέσπασε την προσοχή μου από τη μουδιασμένη υποδοχή που μου επιφυλάχτηκε. Κοιμηθήκαμε μαζί, μετά από έναν κουρασμένο έρωτα ρουτίνας, που έγινε διότι, για έναν αόριστο λόγο, έπρεπε να γίνει.

Μεγαλεπήβολα πλάνα δεν μπορούσαν να γίνουν ενόψει της αποφράδας ημέρας της κατάταξης. Το μέλλον, αν υπήρχε, ήταν νεφελώδες, και για την ώρα χωρίς όνειρα και φιλοδοξίες. Και «το καράβι του έρωτα» που πριν ένα χρόνο είχε τσακιστεί στα βράχια μιας μίζερης πραγματικότητας, κανείς μας δεν ήξερε αν θα γινόταν πλόιμο και ξανά καλοτάξιδο. Επίσημα είμαστε ακόμα «αντρόγυνο» -σε μάτια γονιών και συγγενών, τουλάχιστον. Η απογοήτευση που διέκρινα στην Μάνα για το  «ξανασμίξιμο» με την Ε που λάμβανε χώρα, αντισταθμιζόταν από την συμμόρφωση μου στο κάλεσμα να υπηρετήσω την πατρίδα και να ακολουθήσω την πεπατημένη μιας καριέρας στην Ελλάδα, στο Δημόσιό της κατά προτίμηση: ελλόχευε πάντα η κρυφή ανησυχία κι ο φόβος μέσα τους γονιούς να ανέβαλα την επιστροφή μου. Είχαν στο μεταξύ αγοράσει, με το εφάπαξ της Μάνας και κάτι έσοδα από την πώληση του «πατρικού» της Αγίας Τριάδας που μεγάλωσα, ένα διαμερισματάκι σε μια νεόχτιστη πολυκατοικία στην Κάτω Τούμπα, που η Μάνα είχε διαρρυθμίσει και επιπλώσει με άγχος και κόπο, και το καμάρωνε. Είχε γίνει φοιτητικό καταφύγιο για τον Αδερφό αρχικά, ίσως να προοριζόταν και για μένα ενόψει της επιστροφής από τα ξένα και της έναρξης μιας φανταστικής σταδιοδρομίας στην Ελλάδα. Εκείνη η, κατά τον Πατέρα, «μικρή επένδυση» πραγματοποιήθηκε χωρίς την γνώμη ή την συμβουλή κανενός. (Τυπική συμπεριφορά γονιών της γενιάς τους, ιδιαίτερα του Πατέρα, να πράττουν αυτόβουλα σε τέτοια θέματα, έχοντας αποκλείσει τον διάλογο και εκ των προτέρων απορρίψει στο νου τους οποιαδήποτε αντίλογο· για λογαριασμό και το «καλό» των παιδιών, το οποίο «καλό» εκ προοιμίου γνώριζαν καλύτερα».) Παρόλα αυτά, εκείνο το διαμερισματάκι θα μπορούσε να είχε γίνει μια προσωρινή στέγη στα επόμενα βήματα στη ζωή, μέχρι να βρίσκαμε κάπως το δρόμο μας.  Δεν συνέβη, τελικά. Δεν «αξιοποιήθηκε» όπως επέμεναν και προσδοκούσαν οι γονείς.

Οι δυο-τρεις φορές που κάναμε αδιάφορο, λησμονήσιμο έρωτα στο κακόγουστο από επίχρυσο πλαίσιο κρεβάτι -επιλογή της Μάνας, που έτριζε στην παραμικρή κίνηση, δεν στοιχειοθέτησαν ξεκίνημα μιας δεύτερης συμβίωσης. Κατά βάθος δεν γνωρίζαμε για πόσο καιρό θα καταφέρναμε να επιβιώσουμε μαζί, πόσο μάλλον να συμβιώσουμε μελλοντικά. Όπως διαφαινόταν από την ψυχολογική διάθεση των πρώτων ημερών μετά την άφιξη μου και τα χλιαρότητα των αισθημάτων, οι προοπτικές δεν ήταν ευοίωνες, αλλά ενόψει της απομόνωσης στα κολαστήρια των στρατοπέδων (καθαρτήρια νεανικών ψυχών για άλλους) χρειαζόμουν κάποιο αποκούμπι. Ο κυνικός εαυτός μετρούσε μερίδες ατομικού  συμφέροντος, χωρίς να λαμβάνει υπόψη, να επιζητά και συζητά τις απόψεις και τα σχέδια της άλλης πλευράς. Ή, μάλλον, θεωρούσε δεδομένη μιαν άνευ όρων πίστη και αφοσίωση. Όφειλα να γνωρίζω, όμως, ότι βαθιές πληγές του παρελθόντος σε μια σχέση σπάνια επουλώνονται χωρίς να αφήσουν σημάδια, ειδικά όταν η ζωή μπροστά προμηνύεται δύσκολη.

Οι φίλοι των φοιτητικών χρόνων στην Θεσσαλονίκη είχαν σκορπιστεί. Περπατούσα λιγομίλητος έως αμίλητος, άτονα και άσκοπα, σε μισοσκότεινο δάσος χωρίς ξέφωτα, χαμένος, χωρίς προσανατολισμό, έχοντας συνηθίσει για χρόνια να δουλεύω με συγκεκριμένους στόχους και προθεσμίες. Κατέφυγα στον Δ που μου έδωσε κάποια ερευνητική δουλειά να κάνω: ο ίδιος έκαμε τα δικά του όνειρα για πακτωλούς κονδυλίων από προγράμματα μετά από τους λίγους μήνες sabbatical σε χώρα του ευρωπαϊκού βορρά.  Τον ενθουσιασμό του, παρά την ευφράδεια και ευκρίνεια και πειστικότητα του λόγου που τον διέκρινε, τον αντιμετώπιζα με σκεπτικισμό. Συμμετείχα στην υλοποίηση μερικών ιδεών σε ερευνητικές προτάσεις, χωρίς ελπίδες ανταμοιβής. Διότι έτσι περνούσε η ώρα και δεν είχα τίποτε καλύτερο να κάνω. Κυρίως διότι η δουλειά αποσπούσε την σκέψη μου από την θητεία που πλησίαζε. Υπό κανονικές συνθήκες τέτοιες περίοδοι γενικής απραγίας και νωθρότητας προσφέρονται για ονειροπόληση και κατάστρωση σχεδίων, αλλά τότε δεν είχα όνειρα να κάνω. Η ζωή μου για τους επόμενους δεκαοχτώ μήνες ήταν προδιαγραμμένη, καταδικασμένη: θα περνούσε σε στρατόπεδα σε κάποιες άκρες της Ελλάδας.

Από την σχέση μου με την Ε, όπως κατάλαβα μετά την επιστροφή, έλειπαν τα έντονα συναισθήματα του πρώτου καιρού του έρωτα μας. Είχαν ήδη περισταλεί από τη ρουτίνα της συμβίωσης στην Αμερική. Και κείνη η μετέωρη κατάσταση ημι-αποξένωσης, ένα «ξενέρωμα» όπως το λένε, ενώ έπρεπε να με απασχολεί, αντίθετα το αποδέχτηκα ως έχει και αδιαφόρησα. Το μοναδικό συναίσθημα που με κυρίευε, μονοτονικά εντεινόμενο στο χρόνο, ήταν μια μελαγχολία, που επιδρούσε αρνητικά στην επικοινωνία μας με την Ε, ενώ οδηγούσε σε πλήρη διακοπή κάθε διαλόγου, ακόμα και τυπικού, με το οικογενειακό περιβάλλον. Εκδηλωνόταν με ολοένα και λιγότερες κουβέντες, κατεβασμένα και συννεφιασμένα μούτρα, χωρίς την παραμικρή αχτίδα χαμόγελου. «Δεν μιλιέται αυτό το παιδί», έλεγε η Μάνα. Ο μοναδικός, «μυστήριος» και κακόμοιρος φίλος εκείνων των θλιμμένων φθινοπωρινών ημερών ήταν η ψυχή μου. Και τελικά μόνο με αυτή κατέληξα να κουβεντιάζω την μίρλα μου. Για τον υπόλοιπο κόσμο, είχα κατεβάσει μαύρες πλερέζες.

Thursday, March 27, 2025

73 - Αντίο, America!

 Την άλλη μέρα πέταξα για την πατρίδα. Στην πόλη του Columbus και την πολιτεία του Ohio δεν έχω επιστρέψει μέχρι σήμερα και κατά τα φαινόμενα δεν θα επιστρέψω ξανά. Πολλούς από τους ανθρώπους που έτυχε να γνωρίσω, να σφίξω το χέρι τους, να γελάσω μαζί τους, να συζητήσω πολιτικά και επιστημονικά θέματα, δεν θα τους ξανάβλεπα -ζωντανούς τουλάχιστον. Ο Leon,  από τους γεροντότερος του ‘Εργαστηρίου’, ο άνθρωπος που όλοι θυμούνται για το «μεταδοτικό γέλιο» και το χιούμορ του, ο πρώτος που με υποδέχτηκε τέσσερα χρόνια πριν στο ‘Εργαστήριο’ με ένα ελληνικό ‘Τι κάνεις, Λ;’ πέθανε είκοσι χρόνια μετά τον αποχαιρετισμό μας -«ειρηνικά» κατά τη νεκρολογία. O Ron, με το κομψό μουστάκι κάτω από τα σλάβικα ζυγωματικά, διακρίθηκε με πολλά βραβεία και τιμές στο μονοσήμαντο και στενό επιστημονικό αντικείμενο, που υπηρέτησε με ζήλο σε όλη την ακαδημαϊκή του καριέρα. H Tina πήρε το δρόμο που από τότε λαχταρούσε: έφυγε για το Salt Lake City και τα κεντρικά της εταιρίας της, όπου δούλεψε, είμαι απόλυτα βέβαιος, εξίσου σκληρά, παντρεύτηκε, έκανε μια κόρη. Της έστειλα ένα γράμμα όσο ήμουν φαντάρος, είτε από μοναξιά, είτε από απελπισία, είτε από τις φρούδες ελπίδες που σε κάποια φάση καλλιέργησα για μιαν αναγέννηση της επιστημονικής μου καριέρας στις ΗΠΑ. Η απάντηση και φωτογραφία που εσώκλεισε στην απάντησή της με γέμισαν χαρά: δεν με είχε ξεχάσει, είχε εκτιμήσει τον χρόνο μαζί, μοιραστήκαμε ένα μικρό, αλλά διακριτό κομμάτι της ζωής μας. Και ενόσω ζούσαμε, κάποιες θολές εντυπώσεις στη μνήμη, ως αόρατα νήματα, θα μας συνέδεαν. Στην πρώτη και τελευταία επικοινωνία μας στο Facebook μετά από χρόνια μου έγραψε για τον πόνο που ένιωσε όταν χωρίσαμε, για την επιστροφή που είχα προ-αποφασίσει ερήμην της. Είχα προσπαθήσει τότε να της  εξηγήσω τις συνθήκες: του απένταρου φοιτητή, του χωρίς μεγάλη πείρα από ζωή και μετέωρου νέου που έψαχνε δρόμους στην ομίχλη, για τις δυνάμεις που τον ώθησαν σε εκείνη την κατεύθυνση, αντί για άλλη. Έμεναν ανάμεσα μας οι λίγες αξέχαστες στιγμές που μοιραστήκαμε.

Όσο για τους μετρημένους άλλους -φίλους, συναδέρφους, συγκάτοικους, που ο τόπος κι ο καιρός μας έφεραν κοντά, έστω και απρόθυμα, το internet και social media της σύγχρονης εποχής μου επέτρεψαν να παρακολουθώ, που και που, τα ίχνη που αφήνουν στον κόσμο. Οι περισσότεροι υπάρχουν. Εκτός από τους Σ που εξαφανίστηκαν στα βάθη του Midwest, λίγους μήνες μετά την έναρξη της φιλίας μας, πριν τελικά εγκατασταθούν με την οικογένειά τους στην Ευρώπη, ο Ν ήταν δυστυχώς ο άλλος με τον οποίο κάποια επαφή μετά την αναχώρηση, επαφή έστω στοιχειώδης, έστω διαδικτυακή, αποδείχτηκε αδύνατη. Μετά τη γνωριμία μου με την Tina ξεκόψαμε. Ήταν, όμως, ο τελευταίος από εκείνο τον κόσμο που θα αποχαιρετούσα. Απένταρος, χωρίς αρκετά χρήματα ακόμα και για ταξί στο αεροδρόμιο, τον παρακάλεσα και προσφέρθηκε, με τον πειρακτικό τρόπο του, να με πάει με τις δυο τεράστιες βαλίτσες μου στο αεροδρόμιο. Εκεί με άφησε με μια ξερή και χαλαρή χειραψία, χωρίς συγκίνηση εκατέρωθεν. Αναρωτήθηκα τότε πόσο θα ζούσε για να απολαύσει τη ζωή του μετά τα ατελείωτα, βασανιστικά χρόνια δουλειάς με έναν στυγνό επιβλέποντα-εκμεταλλευτή, τον τρόπο ζωής και διαβίωσης, που είτε είχε συνειδητά επιλέξει, είτε εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να ακολουθήσει. Φαίνεται ότι είναι ακόμα ζωντανός. Όπως είπε κάποιος, ο άνθρωπος είναι ανθεκτικό όν -χρειάζεται καιρός και προσπάθεια για να πεθάνει από ανθυγιεινό τρόπο ζωής.

Πέρα από την στενοχώρια του αποχαιρετισμού με την Tina, δεν ένιωσα κάποια λύπη κατά την αναχώρησή μου, παρά το σκιάχτρο της στρατιωτικής θητείας που είχε άρχισε να ορθώνεται δυσοίωνο και να με φοβίζει, σκορπίζοντας όνειρα και ματαιώνοντας σχέδια για το εγγύς μέλλον. Είχα αποκομίσει γνώσεις που, σύμφωνα με το υπαρξιακό σκέλος των κοσμοθεωριών μου, ανεξάρτητα μορφής και περιεχόμενου, έχουν αξία·  «οι γνώσεις και οι σπουδές ποτέ δεν πάνε χαμένες», είχα γαλουχηθεί από τους γονείς. Απόκτησα μοναδικές εμπειρίες ζωής, κατάφερα να σταθώ μόνος σε ξένη χώρα, βρέθηκα κάτω από την ίδια «συζυγική» στέγη με τη γυναίκα που ένα βράδι στη Θεσσαλονίκη είχα ερωτευθεί, απόλαυσα τις γλυκές στιγμές ενός εφήμερου έρωτα, ένιωσα πίκρες και ηδονές, γεύτηκα απογοητεύσεις από αποτυχίες, σκόνταψα, έπεσα και ξανασηκώθηκα, ένιωσα τις χαρές μικρών επιτυχιών, εκπλήρωσα στόχους και σκοπούς, ίσως και να ικανοποίησα μερικώς φιλοδοξίας της εφηβείας. Επεβίωσα και ωρίμασα. Γνώρισα έναν τρόπο ζωής, που πολλοί τον ανήγαγαν στο κυνήγι ενός «ονείρου» μέσα από έναν ανταγωνισμό, πολλές φορές ανελέητο, με συνανθρώπους– της ματεριαλιστικής κατανάλωσης και του πλουτισμού, της απόκτηση ισχύος και φήμης, της αναγνώρισης από τον περίγυρο. Ο τρόπος ζωής αυτός, όμως, απαιτούσε την υποταγή σε μιαν ομοιομορφία, μιαν μονοδιάστατη και απαρέγκλιτη αφοσίωση της ύπαρξης και του πνεύματος σε συγκεκριμένους και περιορισμένους στόχο, συχνά προδιαγραμμένους κα επιβεβλημένους από ένα ακλόνητο σύστημα, και έναν καταναγκασμό. Δεν με χωρούσε και τον άφησα.

72 - Αμέρικα: Η Τελευταία Πράξη

 To κεφάλαιο της ζωής στην Αμερική πλησίαζε στο τέλος του. Συνέπιπτε με αυτό του Ψυχρού Πολέμου και του ανταγωνισμού των εξοπλισμών, που εν μέρει ήταν η αιτία για την γενναιόδωρη χρηματοδότηση της έρευνας που έκανα -κάτι που με ιδεολογικούς συμβιβασμούς είχα δεχτεί εξ αρχής. Όπως συνέπιπτε και με την από πολλούς (συμπεριλαμβανομένου κι εμού) αναμενόμενη κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του «υπαρκτού σοσιαλισμού», που στην αιτιολόγηση και τις προοπτικές του είχα επενδύσει σημαντική προσπάθεια τα φοιτητικά μου χρόνια.   

Το τελευταίο καλοκαίρι μου εκεί, του 1990, παρουσίασα κομμάτια της δουλειάς μου στο προσωπικό του ‘Εργαστηρίου’ με απροσδόκητη για τον χαρακτήρα μου αυτοπεποίθηση και λίγα μόνον νεύρα. Κατά τα φαινόμενα, η εγγύτητα της στιγμής της επιστροφής στα πάτρια και τα λίγα εμπόδια που είχα ακόμα να ξεπεράσω μου έδιναν φτερά. Την ίδια ηρεμία και αυτοπεποίθηση διατήρησα ενόψει ενός διεθνούς και περίβλεπτου στον επιστημονικού μας τομέα συνεδρίου στο Dallas που το ‘Εργαστήριο’, με έστειλε, μαζί με τον Ευ., έναν Κύπριο συνάδερφο, που δούλευε, όπως κι εγώ, κάτω από τις φτερούγες του Ron, ώστε να «ανακοινώσουμε» τις δουλειές μας στην αφρόκρεμα των ερευνητών στην περιοχή μας.

Ο Ευ. ήταν ένας χαρακτηριστικά άνετος και χαλαρός τύπος, όπως φαινόταν από το βαρύ περπάτημα και αργόσυρτη ομιλία του. Προβλήματα και έγνοιες τον άγγιζαν ξώφαλτσα και του δημιουργούσαν ελάχιστο άγχος. Και η παρέα του στο συνέδριο θα επιδρούσε επιπλέον καταπραϋντικά. Είχε κατάμαυρα, μακριά και σπαστά μαλλιά, μουστάκι, και προφανώς τριχωτό στήθος, ίσως και πλάτη. H υπόθεση μου επαληθεύτηκε όταν τον είδα με το φανελάκι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που μοιραστήκαμε. Η εμφάνιση του θύμιζε εκείνη του Μανόλη Αγγελόπουλου, του τσιγγάνου βάρδου των λαϊκών πάλκων, που τα τραγούδια του αγαπήσαμε και τραγουδούσαμε ως φοιτητές. Ενώ η στάση και το bravado του μπροστά στις τριβές με την καθημερινότητα παρομοιαζόταν με αυτήν του καταπιεσμένου και κατατρεγμένου από το περιβάλλον του, ο οποίος, αφενός, αντιδρούσε φραστικά σε αντιξοότητες με εκφράσεις (μεταξύ μας, βέβαια) όπως: «Το κωλοπτυχίο που θα μας δώσουν, θα το πετάξω στα σκουπίδια…» ή «Να δω τι στο διάολο θα κάνω όταν τελειώσω από εδώ…», αφετέρου, υπέμενε στωικά την πραγματικότητα με την άχαρη, και την μάλλον χωρίς σημαντικό μελλοντικό αντίκρισμα έρευνα που καλείτο επί πληρωμή να διεξάγει, και υπέκυπτε αδιαμαρτύρητα στην καθοδήγηση του Ron.  Εν τέλει, οι δύο μας, από διαφορετική άποψη και με τις διαφορετικές μας προσωπικότητες και στυλ, βγάλαμε τον Ron (και κατ’ επέκταση το ‘Εργαστήριο’ που αντιπροσωπεύαμε σε κείνο το forum) ασπροπρόσωπους. Έτσι έδειξε φωτεινό του πρόσωπο και σχόλια μπροστά μας σε τρίτους (“Both of my boys made me proud!”) μαρτυρούσαν στο τέλος του συνεδρίου.

Η διατριβή με τις υπογραφές των επιβλεπόντων τελικά κατατέθηκε, καλογραμμένη και φινιρισμένη. Το τελευταίο εμπόδιο, το κρίσιμο και εξουθενωτικό viva voce, μπροστά σε πολυμελή επιτροπή καθηγητών, γνωστών και αγνώστων, περαιώθηκε επιτυχώς -με λίγα κομπιάσματα, ατελείς απαντήσεις, ρωγμές σε συνειρμούς, που οι φιλικά προσκείμενοι από του παραβρισκόμενους κάπως βοήθησαν να καλυφτούν. Δεν ξέρω τι συζητήθηκε στην εικοσάλεπτη συνεδρία της επιτροπής που έλαβε χώρος in absentia, αλλά στο τέλος ο Leon ξεπρόβαλλε από την κλειστή πόρτα και με συνεχάρη, γελαστός ως πάντα, σφίγγοντας μου δυνατά το χέρι. Το τετριμμένο σαιξπηρικό “Alls well that ends well” πέρασε ως τελευταία σκέψη από ένα εξαντλημένο μυαλό, μαζί με το ρίγος από ένα αίσθημα ολοκλήρωσης και ένα ακόμα μεγάλο βάρος που σηκώθηκε.

Λίγες μέρες πριν την αναχώρηση μου στη μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων του πανεπιστημίου έλαβε χώρα η απονομή των πτυχίων, το αποκορύφωμα της διαδρομής μου στην Αμερική. Ο μόνος που με συνόδευσε, και αυτός χάριν στην καλή του προαίρεση και σε μιαν συμπάθεια που μου έτρεφε, ίσως και από ένα αίσθημα λύπησης που θα προκαλούσε στον κόσμο η εικόνα ενός απελπιστικά μόνου, χωρίς φίλους και οικογένεια, σε μια τελετή μεγάλης για τον ίδιο συμβολικής σημασίας, ήταν ο συγκάτοικος μου των τελευταίων βδομάδων, από τότε που άφησα το διαμέρισμα στο «Χωριό των Καστανιών», ο αξιαγάπητος Γιάννης ο Λαρισαίος. Η παρουσία του ξεπέρασε ακόμα και κείνες τις χαμηλές προσδοκίες από το πρωϊνό της απονομής, αποθανατίζοντας τις στιγμές της απονομής στην φωτογραφική του μηχανή για τους μεταγενέστερους μας. Ο κύκλος των σπουδών που πήρε είκοσι χρόνια ζωής έκλεισε οριστικά!  

Τα έσοδα από την πώληση του αυτοκινήτου μόλις επάρκεσαν για την αποπληρωμή των χρεών στην πιστωτική κάρτα, για την αποστολή πολλών κουτιών από βιβλία και συγγράμματα που είχα με τα χρόνια συλλέξει, για να νοικιάσω την τήβεννο, και για να συντηρηθώ επαρκώς για τις υπόλοιπες μέρες, για να πάρω ένα δώρο την Ε, να κεράσω ένα τελευταίο δείπνο την Tina, και βέβαια το εισιτήριο της επιστροφής. Ο Ινδός πανεπιστημιακός που αγόρασε το αυτοκίνητο, με το «κλείσιμο» της συναλλαγής, μου πρόσφερε γεύμα σε ένα Κινέζικο εστιατόριο, χειρονομία που με εξέπληξε ευχάριστα και τη δέχτηκα με χαρά.  Αλλά κατά την φορολογική εκκαθάριση από το Inland Revenue, για το πιστοποιητικό που χρειάζεται κάποιος πριν εγκαταλείψει ‘νόμιμα’ τη χώρα, προέκυψε ένα τεράστιο χρεωστικό υπόλοιπο, από κάποιο λάθος στις δηλώσεις μου, το οποίο αδυνατούσα να ξεχρεώσω. Ο αναπάντεχα ευγενικός υπάλληλος της εφορίας, μάλλον έχοντας αντιληφθεί τις δυσκολίες που θα είχα να ξεπληρώσω ένα τέτοιο χρέος προς την αναίσθητη κρατική μηχανή, μου είπε χαμογελώντας: “OK L, lets settle on a debit balance of $1,200...”, και μου έδωσε το σχετικό σημείωμα για να το τακτοποιήσω στο ταμείο, μετά τη γενναιόδωρη έκπτωση που πρόσφερε. Έφυγα πανικοβλημένος· το υπόλοιπο στο λογαριασμό μου δεν ξεπερνούσε τις μερικές δεκάδες δολάρια. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να «δραπετεύσω» από τη χώρα παράνομα ή ημι-παράνομα, σχεδόν πεπεισμένος για το σοβαρό ενδεχόμενο να συλληφθώ, το αργότερο την επόμενη φορά που θα πατούσα πόδι ξανά στις ΗΠΑ.

Την παραμονή της αναχώρησης μου πέρασα από το ‘Εργαστήριο’ για να αποχαιρετίσω και ευχαριστήσω: τον Leon, τον Ron και δυο-τρεις άλλους συναδέρφους που μου συμπαραστάθηκαν με γνώσεις και πειράματα στην έρευνά μου. Ήταν το έθιμο, κατάλαβα, ο επιβλέπων να προσφέρει ένα γεύμα στο φοιτητή του μετά την αποφοίτηση και πριν την οριστική αναχώρηση. Δεν το είχα υπόψιν και την φυσική πρόταση του Ron και του Leon για γεύμα που μου προτάθηκε, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να τη δεχτώ, εν γνώσει της αμηχανίας και των προβλημάτων συμπεριφοράς που θα δημιουργούσε. Με τέτοιες εκδηλώσεις ποτέ δεν τα πήγαινα καλά και μου φαινόταν μεγάλη δοκιμασία, όπως συμβαίνει σε άκρως εσωστρεφείς τύπους, ειδικά χωρίς τα δεκανίκια του αλκοόλ, όταν για άλλους είναι μια απλή, αβίαστη άσκηση κοινωνικότητας. Οι ανησυχίες μου κάπως καταπραΰνθηκαν όταν με συμφωνία του Ron, που θα πλήρωνε για το γεύμα, καλέσαμε και τον Ευ. που κατά τύχη μου βρισκόταν στον χώρο του ‘Εργαστηρίου’ εκείνο το μεσημέρι. Η παρουσία του θα με διευκόλυνε σημαντικά, ιδιαίτερα όταν η συζήτηση γύρω από το τραπέζι ξέφευγε από καθαρά επιστημονικά θέματα, σε προσωπικά και οικογενειακά. Και χαλάρωσα, μέχρι τα τελευταία αντίο.

Sunday, March 23, 2025

71 - Αμέρικα: Tina (Υστερόγραφο)

 Μέσα σε ένα χρόνο από την αναχώρηση μου, στα μισά μιας θητείας που γινόταν αβάσταχτη, σε έναν καιρό αισθηματικής και επαγγελματικής απόγνωσης, της έστειλα ένα γράμμα. Μου έλειπαν οι βραδιές μας, μου έλειπε και η συντροφιά της, έγραφα. Της εκμυστηρεύτηκα την αμαρτία που διέπραξα με την ηχογράφηση σε κασέτα της γλυκιάς φωνής και των αναστεναγμών της, ελπίζοντας να μην με παρεξηγούσε γι’ αυτό. Μου απάντησε! Προς μεγάλη μου χαρά και έκπληξη, από το Salt Lake City, όπου συνέχιζε την καριέρα της με την ίδια εταιρία, με καλλιγραφία σε χαρτί αλληλογραφίας, και εσώκλεισε στο γράμμα της μια Polaroid φωτογραφία της με μια φίλη σε ένα bar, όπως της είχα ζητήσει.

Η θητεία μου τελείωσε, αψυχολόγητες προσπάθειες μου να βρω και να επιστρέψω για δουλειά στην Αμερική δεν απέδωσαν. Πήρα άλλα μονοπάτια στη ζωή μακριά από εκείνη την χώρα και την πατρίδα μου. To γράμμα και η μοναδική φωτογραφία της Tina ξεχάστηκαν στο σακίδιο με την υπόλοιπη αλληλογραφία που είχα κατά καιρούς με φιλίες και αγάπες τους παρελθόντος, σε κάποια γωνιά ενός σπιτιού της Θεσσαλονίκης. Οι αναμνήσεις από εκείνους τους μήνες σπρώχτηκαν στις σκοτεινές γωνιές του νου. Πέρασαν χρόνια, πέρασαν δεκαετίες -σαν αστραπή. Ήρθε η ώρα που η τεχνολογία μας δώρισε το Google και το Facebook και άλλα καλά, που μας διευκόλυναν στις ανεξάντλητες αναζητήσεις προσώπων και γεγονότων από το παρελθόντος. Η επανασύνδεση με αυτό, μετά από μια ηλικία, καθώς το μέλλον συρρικνώνεται, γίνεται ανάγκη και τρόπος ζωής.

 Έψαξα στον κόσμο του διαδικτύου την Tina. Και την ανακάλυψα, σε μιαν παραμελημένη σελίδα χωρίς φωτογραφίες στο Facebook. Στο οπορτουνιστικό αίτημα φιλίας και μήνυμα μου στο messenger, εξέφρασα ευχές να είναι καλά, να απολαμβάνει την ζωή της στο Salt Lake City, και το πόσο πολύτιμες στην μνήμη μου ήταν οι στιγμές που ζήσαμε κάτι φεγγάρια στο Ohio, μου απάντησε: χάρηκε που άκουσε από μένα, ευχήθηκε να είμαι καλά, με τον ίδιο γλυκό τρόπο που την διέκρινε, αλλά ανάφερε και το πόσο «πόνεσε» εκείνο τον καιρό που την άφησα για την Ελλάδα.

Πέρασαν και άλλα χρόνια από κείνη την ανταλλαγή μηνυμάτων. Η στιγμιαία επανασύνδεσή μας στο Facebook, το πότε έγινε και το τι ειπώθηκε, ξεχάστηκαν και αυτά. Μέχρι που ξαναδιάβασα όσα είχα γράψει για την ιστορία μας… Την έψαξα ξανά. Στο Facebook η σελίδα της ήταν αγνοημένη, χωρίς  απαντήσεις σε ευχές σε σειρά από γενέθλιες επετείους. Σε ένα δεύτερο προφίλ, που είχε και την φωτογραφία της, και την έδειχνε ακριβώς όπως την ήξερα και άγγιξε την καρδιά μου στο πάρτι της γνωριμίας μας, με εξαίρεση το χρώμα των μαλλιών που είχε γίνει καστανοκόκκινο, το τελευταίο μήνυμα είχε ανέβει δώδεκα χρόνια πριν. Την έψαξα στο LinkedIn, όπου κάτω από την ίδια φωτογραφία της διάβασα το θλιβερό μήνυμα: “In Remembrance. In memory of Tina I. This account has been memorialized as a tribute to Tina I.’s professional legacy.” H Tina έφυγε από αυτόν τον κόσμο των ζωντανών! Στο μήνυμα στην σελίδα του συζύγου της, τον Οκτώβρη του 2020, που λίγο ακόμα ψάξιμο με έφερε, διάβασα: “Μy best friend, wife, and the mother of our daughter is gone. For those of us lucky enough to have known her, Tina was an irreplaceable force.” Και παρακάτω κάτι που είχα αντιληφθεί από εκείνο τον καιρό: “Tina was a workaholicHer current work "family" saw her more than I did at times, as has always been the case throughout our marriage.”

Η Tina, η όχι και πολύ δική μου τότε Tina, το μικρό αλλά φωτεινό αστεράκι των Σαββατόβραδων  των τελευταίων μηνών μου στην ξενιτιά, είχε πεθάνει -σε ηλικία 52 χρονών. Δεν ξέρω αν την αγάπησα ή ερωτεύτηκα, και αν ναι πόσο, σίγουρα όχι πολύ βαθιά, αλλά αναστατώθηκα, δάκρυσα στην ανακάλυψη μου, μελαγχόλησα για το υπόλοιπο της βραδιάς. Είχαμε πάρει διαφορετικά μονοπάτια σε τόπους μακρινούς τριάντα-πέντε χρόνια πριν, και τον βαθμό της θλίψης που ένιωσα βρήκα δύσκολο να αιτιολογήσω. Ίσως, με την απώλεια ενός κομματιού της ζωής μας, ενός προσώπου που άφησε μια σφραγίδα, όσο μικρή, στην ψυχή, να κόβεται και χάνεται ένα ακόμα κομμάτι του εαυτού μας. Ή είναι επειδή τέτοια γεγονότα μας θυμίζουν με τον πλέον βάναυσο τρόπο το πέρασμα του χρόνου; 

70 - Αμέρικα: Tina

Σε ένα χώρο της ελληνικής εκκλησίας, από μια παρόρμηση κοινωνικότητας, κάποιοι διοργάνωσαν ένα φιλόδοξο πάρτι, πιθανόν στο περιθώριο εκδήλωσης της ελληνικής κοινότητας της πόλης, χωρίς συγκεκριμένο εθνικό-θρησκευτικό επετειακό περιεχόμενο. Ήταν ευκαιρία για να σμίξουν ελληνοαμερικανίδες, γαλουχημένες από νοσταλγούς μετανάστες γονείς να βρουν «ένα παλικάρι από τον τόπο μας…» και με αρκετούς εκλεκτούς φιλόδοξους επιστήμονες από την μητέρα πατρίδα, διαθέσιμους και πρόθυμους για ζευγάρωμα στην χώρα της επαγγελίας, και, για όχι λίγους ανάμεσά τους, την απόκτηση της περιπόθητης Green Card. Ο Χ και ο Φ, όντας μέσα στα πράγματα της εκκλησίας, είχαν ενημερωθεί από τους πρώτους για το πάρτι. Ανήκαν, άλλωστε, στην παραπάνω κατηγορία ελληνόπουλων που τη συμμετοχή τους η οργάνωση του πάρτι στον χώρο της εκκλησίας στόχευε. Περιττό να σημειωθεί ότι ο Σ θα έσπευδε από τους πρώτους.

Η προοπτική του party με άφησε αδιάφορο γιατί, πρώτον, είχα ήδη αποφασίσει οριστικά και αμετάκλητα την επιστροφή μου στην πατρίδα με την ολοκλήρωση των σπουδών, ορατή πλέον στο εγγύς μέλλον, και, δεύτερον, είχε ανακινηθεί, με δειλά πρώτα βήματα και χωρίς δεσμεύσεις για το μέλλον, μιαν προσέγγιση με την E. Aν και οι δυο μας διστακτικοί από το βαρύ συναισθηματικό φορτίο του χωρισμού, απομακρυσμένοι, τόσο γεωγραφικά όσο και αισθηματικά, εκείνη η επικοινωνία, αν μη τι άλλο, έριχνε μερικές αχτίδες ελπίδας στην ψυχή: με την επιστροφή στην Ελλάδα κι ενόψει της κόλασης της στρατιωτικής θητείας που θα άνοιγε τις πύλες της (και απείχα πολύ ακόμα από το να αντιληφθώ την στυγνή πραγματικότητά της), τουλάχιστον θα υπήρχε κάποια ζεστή αγκαλιά να με περιμένει, να με ακούει και παρηγορεί. Όμως ήταν Σαββατόβραδο. Η εναλλακτική ψυχαγωγία συνιστούσε το να τρώγαμε πίτσα, να πίναμε μπύρες, και να βλέπαμε μιαν κακή βιντεοταινία με τον Ν, στο σκοτεινό διαμέρισμα που πριν λίγους μήνες μοιραζόμουν με την Ε. Αντιμέτωπο με  τη χειρότερη αυτή προοπτική η απόφαση ήταν απλή: με το αυτοκίνητο μάζεψα τους Χ και Σ από την εστία που έμεναν, με τον τελευταίο να πλέει σε πελάγη προσδοκίας για τη βραδιά που ερχόταν, και πήγαμε στο πάρτι της εκκλησίας.

Είχε αρκετό κόσμο. Οι περισσότεροι ήταν άντρες (καμιά έκπληξη εδώ), ενώ τον γυναικείο πληθυσμό συνιστούσε μίγμα από τις λίγες καθαρόαιμες Ελληνίδες φοιτήτριες, πιθανότατα από εύπορες οικογένειες, οι οποίες διακρινόταν για τον υπεροπτικό τους αέρα και ύφος και ακριβό ντύσιμο, και περισσότερες σεμνές Ελληνοαμερικανίδες, μερικές από τις οποίες είχα περιστασιακά γνωρίσει τον καιρό με την E. Οι τελευταίες διακρίνονταν από την φιλότιμη προσπάθεια τους να σμίξουν, περισσότερο χάριν της κοινής γλώσσας και μερικών στοιχείων εθνικής κουλτούρας που  κληρονόμησαν από τις οικογένειές τους, και λιγότερο για να βρουν κάποιο επίδοξο ταίρι.

Ανάμεσά στο γυναικείο πληθυσμό του πάρτι ήταν και μια καθαρόαιμη Αμερικανίδα: μικροκαμωμένη, αλλά με καλοφτιαγμένη φιγούρα, στήθος ανασηκωμένο από το ντεκολτέ της μπλούζας. Τα μακριά βαμμένα ξανθά μαλλιά της έπεφταν εντυπωσιακά κάτω από τους ώμους, αλλά τους έλειπε η φυσικότητα. Τα φρύδια, μετά από μάλλον συχνή και βασανιστική φροντίδα, σχημάτιζαν ένα λεπτό ημικυκλικό τόξο, που αδικούσε τα μικρά, γλυκά και παιχνιδιάρικα γαλανά μάτια, και τις ωραίες βλεφαρίδες -πιθανότατα ενισχυμένες με μάσκαρα ενόψει της βραδινής εξόδους. Είχε ένα μικρό στόμα, πάνω από ένα επίσης μικρό σαγόνι, που το δέρμα στην άκρη του ελαφρώς ζάρωνε όταν έκλεινε το στόμα της. Αλλά αυτές οι μικρές αδυναμίες κρύβονταν πίσω από ένα χαριτωμένο και εξαιρετικά ελκυστικό χαμόγελο από λεπτά, αλλά καλοσχηματισμένα χείλη. Το έντονο κόκκινο κραγιόν που φορούσε (που για κάποιο άγνωστο λόγο το έβρισκα, από τον καιρό της Α ακόμη, προκλητικά ελκυστικό), η επίδραση του αλκοόλ, η ανεξαρτησία μου από τα δεσμά της συμβίωσης με την Ε, και, βέβαια, οι μήνες που είχαν περάσει χωρίς σεξ, με προσέλκυσαν -αβίαστα, αυτόματα. Ένα ζευγάρι Ελλήνων φοιτητών, αμοιβαίοι γνωστοί μας, που την είχαν καλέσει στο πάρτι, έκαναν τις συστάσεις και μας άφησαν μόνους.

Καθόταν στην άκρη ενός τραπεζιού με τα πόδια κρεμασμένα και εγώ, με το πλαστικό ποτηράκι κρασιού, στάθηκα μπροστά της. Ονομαζόταν Tina. Μετά τις συστάσεις χαμογέλασα, δεν νομίζω να είπα τίποτε πέρα από λίγα τετριμμένα λόγια (“Where are you from?”, “What do you do for a living?”), και αυτά, λόγω της ζάλης από το κρασί, πιθανότατα συγκεχυμένα και χωρίς να συγκρατήσω τις απαντήσεις. Βλέποντας με διστακτικό, χαμογελώντας το γλυκό της χαμόγελο, και τη λεπτή και γλυκύτατη προφορά που διακρίνει πολλές Αμερικανίδες, πρόσταξε: “Conversation, conversation, conversation!” Προφανώς με ‘γούσταρε’! Οι Αμερικανίδες δεν διστάζουν να πάρουν πρωτοβουλίες όταν τους αρέσει κάποιος, σκέφτηκα, παρά τις ανύπαρκτες κατακτήσεις μας στα bars και night clubs, που επισκεπτόμουν με τους άλλους ανέραστους της παρέας. Πρέπει να ανταλλάξαμε μερικές ψιλοκουβέντες, της έφερα ένα ποτό, και ασυνείδητα, χωρίς να έχω αίσθηση του περιβάλλοντος γύρω μου, που το απάρτιζαν οι μάλλον κακοπροαίρετες κι επίζηλες μορφές των Φ, Χ, και Σ, και μας παρατηρούσαν (είμαι βέβαιος) με λοξές ματιές, είτε, υπό την επήρεια του ποτού, αγνοώντας το, βρέθηκα να σφίγγω το χέρι της. Και όπως στεκόμουν μπροστά της στο τραπέζι με τα γόνατά της να αγγίζουν τους μηρούς μου, φιληθήκαμε αυθόρμητα, αβίαστα, σε «μηδενικό χρόνο». Δεν ένιωσα ερωτοχτυπημένος, δεν ένιωσα τον «θρυλικό έρωτα με την πρώτη ματιά»  όπως λένε, αλλά ήμουν ευτυχισμένος από την αναπάντεχη και ελκυστική γνωριμία που επεφύλαξε ένα τυχαίο Σαββατόβραδο που δεν υποσχόταν πολλά, γεμάτος προσδοκίες για το τι θα ακολουθούσε, με ενισχυμένο το libido και αρκετή αυτοπεποίθηση.

Ο χρόνος περνάει γρήγορα μέσα από τέτοιες καταστάσεις και το πάρτι στην αίθουσα της εκκλησίας πλησίαζε στο τέλος του, χωρίς να το έχουμε διαισθανθεί. Εξεπλάγην ευχάριστα και ένιωσα τις γνώριμες πεταλούδες στο στομάχι όταν η Tina πρότεινε να οδηγούσαμε, ακολουθώντας το αυτοκίνητό της με το δικό μου, στο διαμέρισμα της, σε μια μικρή πόλη περίπου τριάντα μίλια νοτιοανατολικά του Columbus. Σκέφτηκα, κολακεύοντας τον εαυτό μου, ότι όταν οι Αμερικανίδες θέλουν κάτι το κατακτούν και αποκτούν χωρίς πολλές κουβέντες και ενδοιασμούς. Οι παλμοί της καρδιάς από την προσδοκία μιας αναπάντεχης και σεξουαλικής περιπέτειας με μια όχι ευκαταφρόνητη συντροφιά, που ξεκίνησε τόσο απλά και φυσικά, χωρίς περιπλοκές, έγιναν συχνότεροι και δυνατότεροι, αλλά το αλκοόλ ασκούσε μιαν αντίθετη καταπραϋντική δράση. Δεν είχα ερωτευθεί, αλλά με είχε συνεπάρει η πρόσκληση που και οι δυο μας ξέραμε τι σήμαινε και που θα κατάληγε. Τις μικρές ανησυχίες ενόψει τέτοιες πρωτόγνωρης για μένα νυχτερινής περιπέτειας στην άγνωστη επαρχία του Ohio τις έσβησε η σκέψη: “Whats the worst that could happen?”

Παρέα με το ζευγάρι που μας είχε συστήσει νωρίτερα, πήραμε το δρόμο μας έξω από την εκκλησία και το κέντρο της πόλης. Στην έξοδο ο Χ γάβγισε κάτι στο αυτί μου: «Που πηγαίνεις με αυτό το σκυλί;», και γέλασε το τρανταχτό εκνευριστικό του γέλιο. Η αντιπάθεια που εξαρχής του έτρεφα μεγάλωσε. Ο ΑΠ, που είχε έρθει στο πάρτι με τον Φ και την αξιαγάπητη C να χαμογελάει αθώα δίπλα του, μου ψιθύρισε ευγενικά και διακριτικά να σκουπίσω τα ίχνη από κόκκινο κραγιόν γύρω από το χείλη μου. Μου πάσαρε ένα χαρτομάντιλο και, πριν φύγω, ρώτησε αν ήμουν ΟΚ, εννοώντας μάλλον: ‘Αν ήμουν OK να οδηγήσω’. Με είχε δει σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Τους ένευσα καθησυχαστικά  και με την αυτοπεποίθηση ενός γυναικοκατακτητή, που ήξερε τι έκανε, και αποχαιρέτισα με σηκωμένο το χέρι. Πριν μπούμε στον αυτοκινητόδρομο σταματήσαμε, τα δυο ζευγάρια σε ένα diner από αυτά που παραμένουν ανοιχτά είκοσι-τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, για έναν καφέ να μας συνεφέρει. O Έλληνας άντρας και η Αμερικανίδα φίλη του, συνάδερφος και φίλη της Tina, αντιμετώπιζαν το όλο συμβάν με καταπραϋντική φυσικότητα.

Θα ήταν μια από τις μικρές πρωινές ώρες όταν φτάσαμε στο διαμέρισμα της, στο πάνω όροφο ενός διώροφου συγκροτήματος. Το μέγεθος και η διαρρύθμιση του ήταν παρόμοια με το δικό μου στο «Χωριό των Καστανιών», που μέχρι πριν λίγο καιρό μοιραζόμουν με την E, αλλά πιο ζεστό, φωτισμένο με το απαλό ροζ φως ενός λαμπατέρ στην γωνία του καθιστικού, που ταιριάζει με ρομαντικές καταστάσεις, επιπλωμένο με γούστο, συμμαζωμένο στην εντέλεια και πεντακάθαρο. Στα τραπέζια, στα ράφια μιας μικρής βιβλιοθήκης που είχε μόνο και μερικά άλμπουμ φωτογραφιών και διακοσμητικά αντικείμενα, παρατήρησα κάτι πορσελάνινα ομοιώματα αγελάδων. Μου εξήγησε ότι ήταν το αγαπητό της ζώο. (Πολλοί καλλιεργούν συναισθήματα συμπάθειας και αγάπης προς ανθρώπους και ζώα, ακόμα και προς άψυχα αντικείμενα, πολλές φορές ανεξήγητες από συνανθρώπους τους σαν και μένα.)  Χωρίς πολλά λόγια καταλήξαμε στο king-size κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας. Ένα αχνό φως έμπαινε από τις γρίλιες στο δωμάτιο από κάποια λάμπα του parking κάτω από το παράθυρο.

Μισομεθυσμένος ακόμα, κουρασμένος από την οδήγηση, καταβεβλημένος από την παρατεταμένη υπερένταση της βραδιάς, απέτυχα στην καθαυτή πράξη -όπως ακριβώς και πριν τέσσερα χρόνια πριν με την Ε. To παράκαμψε με χάρη σαν κάτι φυσιολογικό. Μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης τα κατάφερα σε ικανοποιητικό βαθμό. Έτσι, σε ανύποπτο χώρο και χρόνο, ξεκίνησε μια ανέμελη, σχεδόν αποκλειστικά σεξουαλική σχέση, που διατηρήθηκε ζωντανή, αν και σε ένα χαμηλό, σχεδόν ανύπαρκτο συναισθηματικό επίπεδο, σαν να ήταν κάτι προσυμφωνημένο, μέχρι την οριστική αναχώρηση μου από εκείνον τον τόπο.

Μετά από περιόδους πολύωρης δουλειάς, όταν μου ήταν δύσκολο να δικαιολογήσω ένα μοναχικό βράδι μπροστά στην τηλεόραση σε βάρος μιας αισθησιακής προοπτικής στο διαμέρισμα της Tina, της τηλεφωνούσα, και οδηγούσα τα τριάντα μίλια του δρόμου για το Lancaster, την μικρή της πόλη, όπου θα περνούσα τη νύχτα με την προοπτική κάποιου «γλυκού κεράσματος». Οι καθημερινές, με τις ελάχιστες εξαιρέσεις που μισοκοιμισμένη μου πρόσφερε στοματικό έρωτα, κατέληγαν σε ματαίωση και απογοήτευση. Το ωράριό μου ήταν ελαστικό, αλλά αυτό της Tina το αντίθετο. Απορροφημένη και ακατανόητα αφοσιωμένη, όπως συμπέρανα ότι ισχύει για την πλειοψηφία των μέσων Αμερικάνων, σε μια μέτρια και άχαρη απασχόληση, όπως το κυνήγι και η συλλογή εκπρόθεσμων χρεών κακοπληρωτών των πιστωτικών καρτών της εταιρία όπου δούλευε, η Tina ξεκινούσε τη μέρα της από τα χαράματα, αφιέρωνε ώρες στην προσωπική της υγιεινή, σε ασκήσεις γυμναστική, στο βάψιμο και την εμφάνισή της, πριν πάρει δρόμο της για τη δουλειά. Και μοιραία, τις ώρες που στην πατρίδα ο κόσμος προγραμματίζει την βραδινή του ψυχαγωγία, η Tina κατέρρεε, και μετά από λίγη ώρα τηλεόρασης, μερικές κουβέντες και αυτές για τίποτε άλλο πέρα από περιστατικά στη δουλειά της, πριν ξεκινήσει στον ίδιο και απαράλλακτο μοτίβο την επόμενη.

Μετά από αρκετές σεξουαλικής φύσεων ματαιώσεις (και είναι έντονες όταν τον πρώτο καιρό, προσπαθείς να ανακαλύψεις και απολαύσεις έναν καινούργιο ερωτικό σύντροφο) περιορίσαμε τις συναντήσεις και ερωτικές συνευρέσεις μας τα Σαββατόβραδα, συνήθως μετά από ένα γεύμα σε κάποιο εστιατόριο (που πλέον μετά βίας διέθετα τους πόρους να πληρώνω) ή ποτό σε κάποιο night club ή τo προκάτ πιάτο fettuccine alfredo που ετοίμαζε σπίτι, και αφού ανεχόμουν ανεκδιήγητες βιντεοταινίες «τρόμου» στο διαμέρισμά της, το κινηματογραφικό είδος της προτίμησής της, ευτυχώς συνοδευόμενη, καμιά φορά, από κάποια ταινία σεξ. Μέσα από την Tina αντιλήφθηκα τη ρηχότητα και ομοιομορφία της ζωής στην Αμερική, την αφιέρωση του μέγιστου χρόνου της ζωής γύρω από την εργασία και την καριέρα, για το χρήμα και την κατανάλωση σε έναν αέναο φαύλο κύκλο, στον οποίο κινείται ο κοινός Αμερικάνος από την ενηλικίωσή του. Μιλούσε με ακατανόητο σε μένα πάθος η Tina για την άχαρη δουλειά της και σχεδόν για τίποτε άλλο. Και βέβαια ανταμείφθηκε για την εργατικότητά και τον ζήλο της από μια προαγωγή, αύξηση μισθού και bonus, κάτι που την χαροποίησε σε εκστατικό βαθμό, όσο και η αγορά ενός κόκκινου σπορ Toyota Celica: ήταν η πρώτη μεγάλη της ιδιοκτησία για την οποία καμάρωνε, ένα από τα μικρά της όνειρά που έγινε πραγματικότητα, από αυτά που ποτέ στην ζωή δεν με είχαν συναρπάσει. Κατάλαβα ότι απείχα παρασάγγες από το να αγκαλιάσω την ύπαρξη μου με έναν τέτοιο τρόπο ζωής, να κυνηγήσω και εγώ αυτό που παραπλανητικά λέγεται «αμερικάνικο όνειρο.»

Συμπεριφέρθηκα εγωιστικά εκείνους τους τελευταίους μήνες στο Αμέρικα και πολλές φορές με κυνισμό, για να ικανοποιήσω ένα σεξουαλικό ένστικτό και τις ανάγκες και ορμές που ξεπηδούν από αυτό, μολονότι με μιαν αχαρακτήριστη ειλικρίνεια, είχαμε από νωρίς συζητήσει και ξεκαθαρίσει τα σχέδια μου. Η ιδέα ότι σύντομα θα έφευγα δεν φαινόταν να την στεναχωρούσε, όντας πλήρως απορροφημένη, εξαιρουμένων μερικών Σαββατόβραδων, από την εργασία της. Και μιαν ικανοποιητική και για τους δύο ερωτική σχέση συνεχιζόταν χωρίς προστριβές. Ίσως να οφειλόταν στην έλλειψη αισθηματικού περιεχομένου· ίσως, κατά βάθος να ήλπιζε ότι θα άλλαζα σχέδια, καθώς θα γνώριζε ότι Έλληνες φοιτητές και μετανάστες επεδίωκαν τέτοιους δεσμούς -για την Green Card και την κατάκτηση του «αμερικανικού ονείρου» -ό,τι και να σήμαινε αυτό. Δεν ανήκα όμως σε κείνη την ομοταξία. Θεωρούσα το «όνειρο» εκείνο απάτη, που για πολλούς έγινε αυταπάτη.

Το απόγευμα του Σαββάτου που αγόρασε το κόκκινο Toyota, θέλησε να με γνωρίσει στη μάνα και το θετό πατέρα της, που έμεναν λίγο παρακάτω στην ίδια άχρωμη και άψυχη και καταθλιπτική πόλη. Είχαμε μια έντονη συζήτηση, την πιο έντονη που θυμάμαι να είχαμε. Μια τέτοια σύντομη επίσκεψη, ‘just to say hello’ για να δουν οι δικοί της με ποιον τύπο κοιμόταν η κόρη τους, τη θεωρούσε κάτι φυσιολογικό, για μένα και τον συνεσταλμένο χαρακτήρα μου ήταν ένα φράγμα σχεδόν ανυπέρβλητο να ξεπεράσω. Οι φυσικές αναστολές και η «κουλτούρα» μου, όπως θα εξηγούσε το ίδιο απόγευμα στους δικούς της, ύψωσαν ψυχολογικά εμπόδια. Οδηγήσαμε με το Toyota στο πατρικό της, καθοδόν για την βραδινή μας έξοδο στο Columbus, άλλα πάρκαρα λίγο παραπέρα, όπου την περίμενα από τη σύντομη επίσκεψή της –‘για να δει αν όλοι ήταν καλά’. Από μακριά είδα τον πατέρα της στο κατώφλι να με χαιρετάει με υψωμένο το χέρι. Στην έκπληξη και αμηχανία μου δεν ανταπόδωσα τον χαιρετισμό, αλλά χαμογέλασα προς την κατεύθυνσή του με ένα ελαφρό νεύμα του κεφαλιού. Μετά σκέφτηκα ότι ίσως να μη διέκρινε το χαμόγελό και το νεύμα από τόσο μακριά, και να με θεώρησε αγενή και απολίτιστο. Δεν μου άρεσε να δίνω τέτοιες εντυπώσεις σε ανθρώπους με καλές προθέσεις, και αγένειες και απρέπειες τις κουβαλάω για πολύ καιρό μέσα μου, αλλά δεν το έθιξα το θέμα με την Tina. Ποτέ δεν θα ξανάβλεπα τον πατέρα της στη ζωή μου… Το ίδιο βράδυ καταφύγαμε σε ένα night club της περιφέρειας του Columbus, όπου ήπιαμε, χορέψαμε, πριν καταλήξουμε στο διαμέρισμά μου για μια νύχτα πάθους.  

Η τελευταία μέρα που θα βρισκόμαστε, πριν την αναχώρηση μου για την πατρίδα, μας βρήκε απροετοίμαστους απέναντι στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Δεν κλάψαμε για τον χωρισμό μας, αν και ξέραμε ότι θα ήταν τελειωτικός. Δεν είχαμε ερωτευτεί, οι προσωπικότητες και προσδοκίες μας από τη ζωή απέκλιναν δραματικά: η Tina στην αναβαθμισμένη της δουλειά που η εταιρία προσέφερε, στην έδρα της, στην όμορφη, μακρινή Salt Lake City, εγώ στην γνώριμη θαλπωρή του κόσμου που είχα αφήσει χρόνια πίσω, ευελπίστως πίσω στην αγκαλιά, που παρά τις προστριβές και την φθορά που είχε υποστεί, είχα επιθυμήσει· αγνοώντας, ο αφελής, ότι το παρελθόν που συνεπήρε τις ζωές μας και το νοσταλγήσαμε, η ευτυχία και συγκινήσεις που μας χάρισε, σπάνια βιώνονται εις διπλούν.

Λίγες μέρες πριν από την αναχώρησή μου, η Tina μου ανακοίνωσε ήρεμα την καθυστέρηση της περιόδου της και την πιθανότητα να ήταν έγκυος. Απάντησα ότι ήμουν άφραγκος (και ήμουν πράγματι!), καθώς η μισθοδοσία μου από το Πανεπιστήμιο πλησίαζε στο τέλος της και τα λεφτά μόλις αρκετά για να ξεπληρώσω την κάρτα και να αγοράσω το εισιτήριο της επιστροφής· ότι το επόμενο στάδιο για μένα ήταν μιαν οικτρή δεκαοκτάμηνη στρατιωτική θητεία, με άγνωστες προοπτικές για το μετά. Στο μπερδεμένο μυαλό μου εμφανίστηκαν, ξαφνικά και εκ του μη όντως και την καρδιά μισή, σενάρια παραμονής και καριέρας στις ΗΠΑ. Δεν ήμουν αρκετά κυνικός ώστε αδιαφορήσω μπροστά στο ενδεχόμενο της εγκυμοσύνης. Από την άλλη, πως θα άλλαζε η ζωή και που θα τελικά θα με έβγαζε; Ανησυχίες ανακατεμένες με ενοχές σβήστηκαν δια μιας όταν, το τελευταίο Σάββατο που θα περνούσαμε μαζί, με καθησύχασε και μου είπε να μην ανησυχώ.

Είχα ξεφορτωθεί το αυτοκίνητο, είχα σχεδόν ξεπληρώσει την πιστωτική κάρτα, και με τα λίγα δολάρια που μου είχαν πλέον απομείνει θα της πρόσφερα ένα τελευταίο γεύμα σε ένα Ιταλικό εστιατόριο. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα ερχόταν να με βρει και να μας οδηγήσει, στην έξοδό μας στην πόλη, με το φανταχτερό κόκκινο Toyota, του οποίου ήταν υπερπροστατευτική. Στο τέλος του γεύματος μου ζήτησε προστακτικά: “Tip him handsomely!” -τον σερβιτόρο που μας είχε εξυπηρετήσει. Θα περνούσαμε το βράδι και το επόμενο κυριακάτικο πρωινό μαζί στο δωμάτιο ενός σπιτιού, όπου τις τελευταίες βδομάδες, έχοντας ξεφορτωθεί τα περισσότερα από τα υπάρχοντά μου, συγκατοικούσα με το Γιάννη, τον Λαρισαίο, του οποίου ο μορφονιός φίλος έγινε αφορμή για τον μοιραίο διαπληκτισμό με την E. Εκεί κοιμηθήκαμε για τελευταία φορά, που όμως, όπως και η πρώτη, κάτω από το βάρος του αποχαιρετισμού, δεν άγγιξε την ποιότητα των ενδιάμεσων και απρογραμμάτιστων ερωτικών βραδιών μας. Στο ραδιοκασετόφωνο που είχα κρύψει σε μια γωνιά του δωματίου πραγμάτωσα την διαστρεμμένη ιδέα να ηχογραφήσω τη γλυκιά φωνή και αναφωνητά της του σύντομου έρωτα που κάναμε, ως αντικείμενο συλλεκτικής αξίας, ως σουβενίρ από μια σχέση που διέθλασε προσωπικές αγωνίες, έδωσε λίγο φως στους τελευταίες μήνες της ξενιτιάς, τους έκανε κάτι περισσότερο από υποφερτούς, τους έκανε καλύτερους, αξέχαστους. Χωρίσαμε το ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό ευχαριστημένοι, με ένα απλό ‘Have a good daySee you later.’ Σαν η ζωή να συνεχιζόταν όπως πριν, σαν να τηλεφωνιόμαστε πάλι στο τέλος της βδομάδας να περάσουμε άλλο ένα Σάββατο μαζί. Επέστρεψα με βαριά ψυχή και δάκρυα στα μάτια από το campus όπου με άφησε, με την σκέψη ότι δεν θα υπήρχε άλλο Σάββατο και, την Tina, τον ερωτικό σύντροφο των τελευταίων μου μηνών στην Αμερική δεν θα την ξανάβλεπα ζωντανή.

Tuesday, March 18, 2025

69 - Αμέρικα: USENET/bit.listserv.hellas

Εκείνη την παρέα, από την άγουρη φουρνιά των Ελλήνων φοιτητών, αν και κάτω από άλλες περιστάσεις δεν θα την διάλεγα, ήταν μια παρηγοριά τουλάχιστον σε κάτι μοναχικά Σαββατόβραδα, καθώς οι καθημερινές από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδι, ίδιες και απαράλλαχτες, με έβρισκαν στο ‘Εργαστήριο’. Το βάρος από την εξεταστική αποτυχία, που σχεδόν με έσπρωξε στην παραίτηση και επιστροφή στην πατρίδα, τελικά σηκώθηκε με σχετική άνεση. Έμπαινα πλέον ολοταχώς, με έναν ούριο άνεμο παραινέσεων από τους Leon και Rob, στην τελική ευθεία: στο κλείσιμο ενός μεγάλου κεφαλαίου της ζωής, που θα είχε λίγο από όλα όσα χαρακτηρίζουν τα νιάτα: έρωτα, μόρφωση και γνώσεις, απογοήτευση, έπαρση, χαρά και, βέβαια, μεθυσμένες βραδιές.

Η μονοτονία απρόσωπων εξισώσεων και χιλιάδων σειρών προγράμματος στον υπολογιστή, προσομοιώσεων, γραφημάτων για τους μυημένους, κάπως χρωματίζονταν από ξύλινες  επεξηγηματικές περιγραφές με κομψές γραμματοσειρές και formatting στο LATEX. Δεν ξέρω σε τι ακριβώς άνθρωπο θα μεταμορφωνόμουν στο τέλος αυτής της ιστορίας. Το επίπονο και χρονοβόρο «κλείσιμο» της εργασίας Διακοπτόταν από διαλείμματα επίσης μπροστά στην οθόνη κάποιου τερματικού. Αυτή την φορά για συζητήσεις στο USENET και της λίστα διανομής bit.listserv.hellas, που συνέδεε Έλληνες από την Αμερική, κυρίως ώριμους μεταπτυχιακούς φοιτητές και νεαρούς ακαδημαϊκούς με πρόσβαση σε e-mail, διαμέσου μιας πρωτόγονης μορφής δικτύωσης, χρόνια πριν το internet κυριεύσει ένα μεγάλο μέρος του επαγγελματικού και ελεύθερου χρόνου και θα γίνει το sine qua non της κοσμικής ύπαρξής μας.

Τα μέλη της λίστας HELLAS μόλις που ξεπερνούσαν τις δυο εκατοντάδες τότε. Ανάμεσα μας ανταλλάσσαμε νέα από την πατρίδα και τον κόσμο, που με την σειρά τους έδιναν έναυσμα για ζωηρές συζητήσεις γύρω από την πατρίδα, την ξενιτιά και τις εμπειρίες μας από την ζωή σε αυτή, και την πολιτική. Εκείνη την πρωτόγονη μορφή δικτύου που συνέδεε τους υπολογιστές μας την αγκαλιάσαμε με ζήλο και ενδιαφέρον, χωρίς ακόμα να φανταζόμαστε πως, λίγα χρόνια μετά, η επανάσταση του internet θα μεταμόρφωνε τις ζωές μας. Στην αρχή ήμουν ο συνεσταλμένος αναγνώστης μηνυμάτων άλλων. Δεν άργησα, όμως, να καταπιαστώ σε συζητήσεις για πολιτικά ζητήματα και τελικά να γίνω από τους κύριους συντελεστές της: να διαπληκτίζομαι, να προσβάλλω και να προσβάλλομαι -στο βαθμό που η έκφραση συναισθημάτων οργής, ντροπής, δικαίωσης, συμπάθεια και αντιπάθειας, είναι δυνατή μέσα από λίγες γραμμές μηνύματος και με χαρακτήρες greeklish. Στα σκοτεινά βάθη των αρχείων του USENET διασώζονται θραύσματα εκείνης της προϊστορίας της δικτύωσης υπολογιστών και των ανθρώπων πίσω από αυτούς, και του Facebook. Δύσκολα χρόνια για κάποιον σθεναρό αριστερό, πρώην μεταμελημένο «ορθόδοξο» κομμουνιστή, να υπερασπίζεται τις θέσεις και τα απομεινάρια της ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας του εν μέσω κοσμοϊστορικών αλλαγών. Από την άλλη μεριά, οι εκατέρωθεν απόψεις εκείνης της εποχής θα εφάπτονταν ελάχιστα με την σύγχρονη πραγματικότητα και τις ιστορικές εξελίξεις που μεσολάβησαν. Μέσα από την ενεργή συμμετοχή στη ζύμωση ιδεών, πάντως, από οποιαδήποτε αφετηρία και να ξεκινάει κάποιος, χτίζονται τα θεμέλια των ιδεών που εκφράζουμε σήμερα και των πολιτικών όντων που είμαστε.

Η ταραγμένη θάλασσα μέσα μου μετά τον χωρισμό είχε γαληνέψει. Στο πρώτο μισό εκείνης της μεταβατικής χρονιάς του 1990, χρονιάς που θα επεφύλασσε μεγάλες αλλαγές, περπατούσα το ίσιο μονοπάτι μιας λίγο-πολύ προδιαγραμμένης πορείας · μέσα από την έρευνα που βρισκόταν πλέον στο τελευταίο στάδιο της, το USENET στα διαλείμματά της (όπου μεταξύ άλλων υποστήριζα ένθερμα τους λόγους, που δεν είχα ακόμα και στον εαυτό μου επαρκώς εξηγήσει, για την επιστροφή των νέων επιστημόνων στην πατρίδα), τα Σαββατόβραδα με μιαν επαρκή για εξόδους ξεσκάσματος παρέα στα bar και night-clubs της πόλης. Η ανέραστη ρουτίνα, της δουλειάς και μιας άχαρης αντρικής παρέας, ταράχτηκε λίγες βδομάδες μετά από ακόμα ένα πρωτοχρονιάτικο σουαρέ του Ν, το πρώτο όπου θα πήγαινα μόνος, και το τελευταίο του που θα τιμούσα.

Thursday, March 13, 2025

68 - Αμέρικα: Σκηνές από την Τελευταία Πράξη (Παραλειπόμενα του Χωρισμού)

 Οι πρώτες μέρες και βδομάδες της ζωής μετά την αναχώρηση από το σπιτικό και τη ζωή της E, οι λίγες ώρες, τα ελεύθερα από τη δουλειά τα Σαββατόβραδα και κυριακάτικα πρωϊνά, περνούσαν λίγο-πολύ στην παρέα του Χ, του Σ, και σπανιότερα πλέον του Ν, του μοναδικού συνδέσμου με το πρόσφατο παρελθόν στην συντροφιά της Ε που απέμεινε. Ο Ν ολοένα και περισσότερο αφοσιωνόταν στη γεωδαισία υπακούοντας στις επιταγές του τυραννικού επιβλέποντα καθηγητή του. Δικαιολογημένη η αφοσίωση του και απομάκρυνση του από άχαρες και ασύμβατες ελληνικές παρέες, καθώς μεταπτυχιακοί φοιτητές έρχονταν και παρέρχονταν με τα διδακτορικά τους πριν από αυτόν, χωρίς ο ίδιος να βλέπει ορατό τέλος στη δουλειά και τις σπουδές του.

Στο διάστημα που οδηγούσε στην πρωτοχρονιά του 1989 και το καθιερωμένο πάρτι του Ν, είχα πειστεί πλέον ότι το σχίσμα με την E ήταν οριστικό και αγεφύρωτο. Λίγο καιρό μετά τη ζοφερή μέρα της αναχώρησής με τηλεφώνησε η κυρά-Μαρία, η μάνα της Ε, για να με ρωτήσει: «Γιατί την έδιωξες την Ε από κοντά σου; Δεν την αγαπάς άλλο;» Η κυρά-Μαρία, η καθαρίστρια, παρά τον σεβασμό που έτρεφα για την τάξη και θαυμασμό για την βιοπάλη της, δεν θα μπορούσε να παραβγεί στον αντίλογό ενός μορφωμένου. Με έντονο ύφος της εξήγησα τις προσπάθειες που κάναμε, μέχρι τελευταίας στιγμής, να την αποτρέψουμε από την επιστροφή, αλλά το είχε πάρει απόφαση και δεν γύριζε μυαλό. «Ίσως ήταν η Ε που δεν μ’ αγαπούσε όσο εγώ εκείνη;» ρώτησα. Ο μονόλογός μου απαντήθηκε με σιωπή. Με χαιρέτησε στεναχωρημένη, με ένα υποτονικό «Καλά, γειά σου, αγόρι μου…» Δεν ξανάκουσα από την κυρά-Μαρία από τότε.

Αντίθετα την Μάνα, που η E είχε επισκεφτεί στο πατρικό μας σπίτι, λίγο μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα, για να ανακοινώσει τον χωρισμό μας και ενδεχόμενα να αποχαιρετίσει, ίσως και για να εξηγήσει τα αίτια, όπως τα έβλεπε από τη σκοπιά της, η είδηση μάλλον χαροποίησε την Μάνα. Η αντίδραση της στην επίσκεψη της Ε δεν έδειξε λύπη, στενοχώρια ή κάποια δυσανασχέτηση για τα όσα είχαν μεσολαβήσει· μάλλον ανακούφιση και μιαν αδέξια κρυμμένη χαρά. Το γιατί, σε μένα τουλάχιστον, ήταν προφανές. Η καριέρα μου, όπως την είχε προδιαγράψει στο μυαλό της, όφειλε να στέκεται υπεράνω ρομαντικών σχέσεων· σε τέτοια ηλικία ο καθένας κοιτάζει την δουλειά, την πρόοδό του, μέχρι την ευκταία αποκατάσταση με μια καλή παντρειά. Ίσως και για αυτό πάντα ένιωθα ότι εξ αρχής δεν είχε συμπαθήσει την Ε. «Η Ε τραβάει ζωγραφιές στον κώλο της», μου είπε στο τέλος της τηλεφωνικής συνομιλίας που ακολούθησε την επίσκεψη της Ε, για το τι έκαμε με τη ζωή της μακριά μου. Ο Πατέρας, όπως πάντα, δεν σχολίασε ούτε παρενέβη, ως συνήθιζε, σε τέτοιου είδους προσωπικά θέματα.

67 - Αμέρικα: Σκηνές από την Τελευταία Πράξη: Χ & Σ

Η νέα φουρνιά των Ελλήνων φοιτητών, η τάξη του 1989-90, απαρτιζόταν κυρίως (όπως αναμενόταν) από άρρενες· μάλιστα αποκλειστικά από άρρενες στην περιοχή των σπουδών μου. Ανάμεσα τους, τύπους που υπό άλλες συνθήκες, σε άλλους χρόνους και τόπους, θα προσπερνούσα στους χώρους του πανεπιστημίου χωρίς πολλές κουβέντες και προοπτική φιλίας. Οι μόνες παράμετροι που μας συνέδεαν ήταν η κοινή μητρική γλώσσα και το ότι βρεθήκαμε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από έναν τόπο, από μιαν κουκίδα στην γεωγραφία του πλανήτη, που τύχαινε να είναι η γενέτειρά μας και θεωρούσαμε πατρίδα -με λιγότερη ή περισσότερη περηφάνια.
Ανάμεσά τους ήταν ο Χ, που εγγράφηκε το φθινόπωρο του 1989 στο ερευνητικό δυναμικό του ‘Εργαστηρίου’ ως υποψήφιος για μάστερ. Αναγκαστικά συζητήσαμε γύρω από τη συσσωρευμένη εμπειρία των δύο χρόνων που είχα, του ‘Εργαστηρίου’ και του κόσμου του. Τον κατατόπισα διακριτικά, χωρίς συμβουλές και καθοδήγηση: ο καθένας μας, μετά από μια ηλικία, είναι σε θέση και έχει τον δικό του τρόπο του να προσαρμόζεται στην εκάστοτε πραγματικότητα.
Σχεδόν τα πάντα γύρω από τον Χ, η φυσιογνωμία, η προσωπικότητα, οι αντιλήψεις και ιδέες, ο τρόπο ομιλίας, μαζί με την κακοσμία της αναπνοής του, με απωθούσαν. Στα λόγια, εξέφραζε μιαν άκαμπτη, αυτάρεσκη, δικαιοφανή αγιογραφία του εαυτού του· με στόμφο και ένταση φωνή υπεράσπιζε γνώμες και απόψεις διαμέσου μιαν αδιαμφισβήτητης πολυμάθεια. Είχε αθλητικό σώμα, ξανθωπό, σγουρό μαλλί, γαλάζια μάτια, και ένα στρατιωτικό μουστάκι, χαρακτηριστικά, που μαζί με την βροντερή φωνή και ένα επιβλητικό, όσο και αλαζονικό γέλιο, παρέπεμπαν σε αξιωματικούς, και μάλιστα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας του περασμένου αιώνα. Παρεμπιπτόντως, είχε παράλληλα αποκτήσει αξιόλογη γερμανική παιδεία και μιλούσε καλά την γερμανική γλώσσα, αν και την καταγωγή και το οικογενειακό περιβάλλον και υπόβαθρο του τα κάλυπτε ένα πέπλο μυστικότητας. Η πρώτη επιπόλαια σκέψη που έκανα ήταν να το παρομοιάσω με πρότυπο ανθρώπου της Άριας φυλής στη ναζιστική Γερμανία. Η δεύτερη, που πιθανόν να μην απείχε πολύ από την αλήθεια, ότι προερχόταν από οικογένεια με παρόν και παρελθόν στο στράτευμα, με ακροδεξιές έως και φασιστικές αντιλήψεις, που έχει παίξει κάποιον ρόλο στον ελληνικό στρατό.
Στο μπάσκετ, όσες φορές μονομαχήσαμε σε φιλικά μονοτέρματα, και παρά το ότι το ανάστημά του ήταν συγκρίσιμο με το δικό μου, πάντα έβγαινα ηττημένος: είχε αντιγράψει και τελειοποιήσει τις κινήσεις και φιγούρες του Νίκου Γκάλη, ενός από τα είδωλά του, το μοναδικό στον αθλητισμό. Εκτός από το μπάσκετ, την συλλογή πεταλούδων, ελληνοκεντρικές ιστορικές αφηγήσεις, έτρεφε ένα πάθος για τα καθαρά μαθηματικά, που έβρισκα δύσκολο να νοήσω ως φυσιολογικό σε εκείνο το σταυροδρόμι της καριέρας μας. Ένα πρακτικό ζήτημα engineering που απαιτούσε προσεγγίσεις, καλή μεν γνώση, αλλά βασική χρήση εφαρμοσμένων μαθηματικών, και συχνά εμπειρική αντιμετώπιση, το επεξεργαζόταν μέχρι εξαντλήσεως (του θέματος, της ενέργειας του ίδιου και του επιβλέποντος του) με μιαν ιδιότυπα παράδοξη για το επιτευκτό αποτέλεσμα, αυστηρά αφηρημένη μαθηματική μέθοδο, αντιπαραγωγική στα πλαίσια του αντικειμένου μας, και συχνά χωρίς απτό αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, στη χρήση λογικής και μαθηματικής αυστηρότητας ήταν ανελαστικός, μέχρι και αδιάλλακτος, χωρίς, όπως μου ήταν φανερό, να διαθέτει εξαιρετική μαθηματική ιδιοφυία και, κυρίως, χωρίς η επίλυση των τεχνικών προβλημάτων του αντικειμένου που είχε επιλέξει να θεραπεύσει να προϋποθέτει χρήση μεθόδων «καθαρών μαθηματικών» και αποδείξεις θεωρημάτων και λημμάτων.
Το χειρότερο γύρω από τον Χ δεν ήταν ούτε η δυσοσμία της αναπνοής του, ούτε οι ανορθόδοξες μέθοδοι που χρησιμοποιούσε για να διαπραγματευτεί τα προβλήματα engineering που του ανατέθηκαν. Άλλωστε, η επιλογή της μεθόδου ήταν υπόθεση αποκλειστικά δική του και του συμπαθητικού, μικροκαμωμένου, με ένα μικρό φαλακρό κεφαλάκι, Ινδικής καταγωγής επιβλέποντα του, ο οποίος αντιμετώπιζε τον Χ και τις αυστηρές μαθηματικές προσεγγίσεις του, αρχικά με σκεπτικισμό, αργότερα με υπομονή και καρτερικότητα, και τελικά με ανοχή. (Δεν με εξέπληξε να μάθω εκ των υστέρων ότι ο Χ, αφού ανάλωσε τρία χρόνια για να ολοκληρώσει την εργασία άφησε το ‘Εργαστήριο’ και το πανεπιστήμιο για ένα άλλο των μεσοδυτικών πολιτειών, αν και μόνον εικασίες θα μπορούσα να γίνουν για τα πραγματικά κίνητρα πίσω από εκείνη τη μετάβαση.)  Για μένα, το χειρότερο στοιχείο της προσωπικότητάς του Χ, κρίνοντας, ίσως προκατειλημμένος, από ατομική σκοπιά,  ήταν οι ξύλινες ιδεολογικοπολιτικές τοποθετήσεις και οι άκρως συντηρητικές μέχρι και φασίζουσες ιδεοληψίες που εξέφραζε. Θα στερείτο ακρίβειας και θα ήταν απλουστευτικό αν τις τοποθετούσα απλά σε ένα φάσμα διαμετρικά αντίθετο από αυτό του κομμουνιστικού που ενστερνίστηκα ως φοιτητής. Τον ασυμβίβαστο ακραίο εθνικισμό, τα περί ανωτερότητας της ελληνικής φυλής, τον συνάδοντα μιλιταρισμό, το εθνοτικό μίσος για όλους του γείτονες της πατρίδας και ‘έγχρωμες’ μειονότητες της, τα θεωρητικοποιούσε και παρουσίαζε με ιστορικά και επιστημονικά στοιχεία και ιδεολογικοπολιτικούς συνειρμούς, που ο Χ συνέθετε σε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις της ιστορικής αλήθειας. Ήθελα, δεν ήθελα, είχα γίνει μόνιμος συνομιλητής πολιτικών ζητημάτων με τον Χ στην έρημο της ξενιτιάς και της μοναξιάς μου τον πρώτο καιρό μετά την αναχώρηση της Ε.
 Ήταν η εποχή που, μετά τη απόσχιση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας της Μακεδονίας από τη Γιουγκοσλαβία, το θέμα της εν Ελλάδι σλαβομακεδονικής μειονότητας και η σχετική ονοματολογία του περιφρονητικά αποκαλούμενου «κρατιδίου» έρχονταν στο προσκήνιο, πυροδοτώντας έναν στείρο και άκομψο εθνικισμό. Ακολούθησαν πολλές πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω από αυτά τα θέματα με το Χ, όπου έχανα την ψυχραιμία μου και άρχιζα να φωνάζω συχνά παρουσία άλλων, ενώ ο ίδιος, προς τιμήν του, διατηρούσε μιαν αξιοζήλευτη ψυχραιμία και, χάριν της φωνής του, μια επιβλητική νηφαλιότητα. Συμπέρανα ότι ήταν από τους ανθρώπους, που θα απαντούσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, το πολεμικό κάλεσμα, θα εγκατέλειπε δουλειά, σπουδές, και οικογένεια αν είχε, για να πάρει τα όπλα και να αντιμετωπίσει τον Σλάβο ή τον Τούρκο επίβουλο του έθνους και της καθαρότητας της φυλής. Καθόλου τυχαία, στο επιστημονικό βιογραφικό του, χρόνια μετά την σύντομη περίοδο που μας βρήκε μαζί στην Αμερική, είχε αναφερθεί (ασυνήθιστα) μακροσκελώς στην στρατιωτική του θητεία. Και καθώς συμβαίνει με πολλούς συμπατριώτες μας, ο εθνικισμός και η εθνική ομφαλοσκόπηση, η αρχαιολαγνεία, η ιστορική αλαζονεία, η αστήρικτη βεβαιότητα της γενετικής καθαρότητας και ανωτερότητα της φυλής και της ιδέας ενός λαού περιούσιου με ξεχωριστή θέση στο παγκόσμιο στερέωμα, όλες αυτές οι αντιλήψεις συνοδεύονται από μια θρησκοληψία. Εθνικισμός και ορθοδοξία πάνε χέρι-χέρι στην πατρίδα μας. Έτσι, ο ΧΑ, παρέα με τον πρώην συγκάτοικό μας Φ, που δεν εκδηλωνόταν πολιτικά, ήταν τακτικοί θαμώνες της ελληνορθόδοξης εκκλησίας στις καθιερωμένες κυριακάτικες λειτουργίες.
Αν η έλλειψη φυσικών ή πνευματικών χαρισμάτων χαρακτήριζε τον Φ, ο Χ, παρά την ακαμψία και ψυχρότητα των τρόπων και, ας μην ξεχνάμε, τη δυσοσμία της αναπνοής του, διέθετε αρκετά φυσικά προτερήματα: ένα αθλητικό σώμα, μιαν επιβλητική φωνή, γαλανό χρώμα ματιών και ξανθωπό μαλλιών, κι εν γένει μια φυσιογνωμία, που τον καθιστούσε δυνητικά ελκυστικό στη θηλυκή κοινότητα στο Jones Tower, όπου είχε εγκατασταθεί, και επίσης, υποθέτω, ανάμεσα στον μη ευκαταφρόνητο πληθυσμό των Ελληνοαμερικανίδων, δεύτερης και τρίτης γενιάς, που είχε την ευκαιρία να γνωρίσει στην κυριακάτικη λειτουργία και άλλες εκδηλώσεις της εκκλησίας. Στην πρώτη περίπτωση, αλλά και στις περιστασιακές εξορμήσεις μας σε φοιτητικά night-clubs γύρω από το campus, όπου ο ανταγωνισμός από κατά κανόνα σωματώδεις, ανδροπρεπής, και έξαλλους  Αμερικάνους φοιτητές που τα κατέκλυζαν τα σαββατοκύριακα, ήταν άνισος για πνευματώδεις, άχαρους και βλοσυρούς τύπους σαν κι εμάς, ενώ οι χριστιανορθόδοξες αντιλήψεις και άλλες προκαταλήψεις που πήγαζαν από τη θρησκοληψία του στέκονταν εμπόδιο στη σύναψη ευκαιριακών σχέσεων με το άλλο φύλο. Δυο ευκαιρίες για τέτοιου είδους σχέσεις που παρουσιάστηκαν τις παράκαμψε χωρίς πολλές συζητήσεις. Την πρώτη με τη δικαιολογία ότι η κοπέλα ήταν «βαριά», δηλαδή υπέρβαρη, όπως μου εξήγησε με το βροντερό γέλιο του, ενώ την δεύτερη απόρριψε πάραυτα επειδή σε μια από τις πρώτες στιγμές ρομαντικής οικειότητας στο δωμάτιο του ξεπέρασε τα όρια μιας ακατανόητης σε μένα χριστιανικής ηθικής, επιχειρώντας να του προσφέρει στοματικό έρωτα.
Ο Σ, αν και επίσης θαμώνας της ορθόδοξης εκκλησίας, δεν θα είχε καμιά αντίρρηση επ’ αυτού. Ήταν ο δεύτερος Έλληνας από την ίδια φουρνιά που είχε ξεκινήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη σχολή μας, αν και ακαδημαϊκά κινείτο σε διαφορετικό αντικείμενο και μακριά από το αυτόνομο ‘Εργαστήριο’. Ένοικοι με τον Χ στο Jones Tower, συνδέθηκαν με μια στενότερη φιλική σχέση, αν και ήταν φανερό ότι ο Σ δεν έχαιρε την ίδια εκτίμηση με εμένα. Πλαισίωνε πάντως τον Χ σε κάθε σχεδόν κοινωνική εκδήλωση στο Jones Tower, στο campus, στην Εκκλησία, και σε σποραδικές εξόδους σε bar και night-clubs, εν ολίγοις οπουδήποτε και οποτεδήποτε θα δινόταν η παραμικρή ευκαιρία στον Σ να γνωρίσει και να συνάψει σχέσεις με κοπέλες. Ήταν αυτό που θα αποκαλούσαμε σεξουαλικά πεινασμένο, αλλά, σε αντίθεση με τον συνεσταλμένο και εξίσου στερημένο Φ και τον σοβαρό Χ, η προφανώς μακροχρόνια απουσία γυναικείας συντροφιάς από την ζωή του και οι απελπισμένες προσπάθειες σε κοινωνικό περιβάλλον να την αποκτήσεις, γινόταν εμφανής -είτε στενάχωρα, είτε διασκεδαστικά για την παρέα: από τον αδιάκριτο τρόπο που προσέγγιζε τους στόχους του και τις φλύαρες συζητήσεις με τον κουραστικό τόνο φωνής του, διάσπαρτες με τετριμμένα και κακόγουστα υπονοούμενα, που ξεκινούσε χωρίς ενδοιασμούς. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν χωρίς εξαιρέσεις αντίθετο από το επιθυμητό. Γινόταν γρήγορα φορτικός στην τυχαία θηλυκή παρέα που πλησίαζε και που, παρά τις όποιες καλές προθέσεις, παρά μιαν ενδεχόμενα προσποιητή συγκαταβατικότητα, εξαντλούσε γρήγορα τα όριά της υπομονής της, και με κάποιο τρόπο, είτε απότομο, είτε ευγενικό, απομακρυνόταν με την πρώτη ευκαιρία, αφήνοντάς τον Σ σύξυλο και με ένα χαμόγελο απορίας για την ατυχή έκβαση που είχε μια ακόμα επιχείρηση άσκησης γοητείας. Αν και διέθετε μια συμπαθητική, μελαμψή όψη, με τα χαρακτηριστικά της τσιγγάνικης μειονότητας να συνάδουν με το επίθετο του, ωστόσο, ο φλύαρος λόγος έπασχε από έλλειψη πνεύματος και εκλεπτυσμένου χιούμορ, ενώ το μειδίαμα που επιστράτευε στο «καμάκι» του πρόδιδε ανυπομονησία και απελπισία. Οι χαριτωμένες γυναίκες που στόχευε και που κατά κανόνα ανήκαν σε υψηλότερη εμφανισιακή κατηγορίας από τον ίδιον, μάλλον δεν έβρισκαν ελκυστικά, ούτε το περιεχόμενο του λόγου του, ούτε τα συνοδευτικά χαμόγελα και μοιραία κάθε απόπειρα στενότερης επαφής οδηγείτο σε αποτυχία – σε «χυλοπίτα», όπως λέμε. Οφείλω πάντως να εγκωμιάσουμε το πείσμα και την επιμονή του Σ σε αυτόν τον τομέα, όπως και το απαράμιλλο θάρρος, απέναντι σε αλλεπάλληλες ματαιώσεις και προσβολές.

Friday, March 7, 2025

66 - Αμέρικα: Και Μετά Έφυγε...

Δύσκολο να πει κανείς αν εκείνη η εγωκεντρική στάση απέναντι σε μιαν αντιξοότητα που με αφορούσε αποκλειστικά υπήρξε καταλυτική και επιτάχυνε τον συναισθηματικό κατήφορο που από την αναχώρηση των Σ είχαν πάρει τα πράγματα.  Η χαριστική βολή δεν άργησε να δοθεί από διαφορετική κατεύθυνση, όχι πολύ καιρό μετά από έναν ακόμα σπιτικό καυγά, όταν ως αλόγιστη αντίδραση στο παρατεταμένο μουρμουρητό της E (στην «γκρίνια», τον χαρακτηριστικό γυναικείο τρόπο έκφρασης παραπόνων, διαμαρτυρίας ή απλά κακής διάθεσης, που έλεγε ο Πατέρας κατά τους διαπληκτισμούς του με την Μάνα) και από ανάγκη εκτόνωσης της έντονης ψυχολογικής πίεσης που οι συγκυρίες ασκούσαν, πέταξα ένα φλυτζάνι στον τοίχο. Το φλυτζάνι έγινε θρύψαλα· η «γκρίνια» της Ε σταμάτησε. Ο σκοπός μιας αψυχολόγητα βίαιης αντίδρασης εκ μέρους μου επετεύχθη. Το ποιος είχε δίκιο, ποιος άδικο, δεν είχε σημασία εν προκειμένω, αλλά τέτοια επεισόδια αφήνουν ανεπούλωτες πληγές.

Στο πρωτοχρονιάτικο πάρτι του Ν, είχαμε γνωριστήκαμε με ένα συμπαθή καλόπαιδο από τη φουρνιά του 1988 στο πανεπιστήμιο -Γιάννης στο όνομα, Λαρισαίος. Η E από την μεριά της, στις απελπισμένες, όσο και κατανοητές ενέργειες να διευρύνει έναν σχεδόν ανύπαρκτο κοινωνικό κύκλο, διατήρησε μιαν επαφή και μετά το πάρτι, μέχρις που το εν λόγω παλικάρι μας κάλεσε για μια «ελληνική βραδιά» με ποτό και τραγούδι και χορό στο σπίτι του. Ο Γιάννης είχε έναν συγκάτοικο: έναν ψηλό και λεπτό μορφονιό, με κοντό μελαχρινό μαλλί. Από την πρώτη μας συνάντηση με τον Γιάννη και τον μορφονιό συγκάτοικό του σε ένα από τα μονοπάτια του campus που οδηγούσαν στην βιβλιοθήκη, αργότερα στο πρωτοχρονιάτικο σουαρέ του Ν, και, τελικά, μερικούς μήνες μετά στο πάρτι του Γιάννη, παρακινούμενος πάντα από μιαν εγγενή ανασφάλεια, που εύκολα μετασχηματίζεται σε ζήλια, παρατηρούσα, την Ε να τον παρακολουθεί με το θελκτικό και μελιστάλακτο της βλέμμα, εκείνο που με είχε σαγηνεύσει δυο χρόνια του Αγίου Βαλεντίνου στην ταβέρνα της Θεσσαλονίκης, και να του χαμογελάει όταν της επέστρεφε την ματιά. Ήταν βλοσυρό και ντροπαλό παιδί, ο συγκάτοικος του Γιάννη, ίσως διστακτικός λόγω της παρουσίας του «συζύγου» στην ομήγυρη, ωστόσο δεν δίσταζε να επιστρέψει τα χαμόγελα της E, έστω φευγαλέα, πριν στρέψει το κεφάλι του κάπου άλλου. «Θα συναισθάνεται την παρουσία μου αυτός για να στρίβει απότομα το βλέμμα του», σκέφτηκα· «αλλά το φλερτ ανάμεσά τους είναι εμφανές

Γυρίσαμε αργά το βράδι στο διαμέρισμά μας πιωμένοι, όπου ξεκίνησε ένας από τους πλέον καθιερωμένους διαπληκτισμούς, με συγκεχυμένη ή «δι’ ασήμαντον» αφορμή, νεφελώδες αντικείμενο, αλλά εκείνη την φορά προφανή, σε μένα τουλάχιστον, αιτία. Το όνομα του μορφονιού μόνον παρεμπιπτόντως αναφέρθηκε, καθώς ο αντρικός εγωϊσμός χρησιμοποιεί τέτοιας λογής φτηνά τεχνάσματα για να καλύψει το μέγεθος μιας γυμνής ζήλειας, που έχει την αντίθετη τάση: να πληγώνει αυτόν τον εγωϊσμό. Κοιμήθηκα στον καναπέ του καθιστικού ως ένδειξη θυμού και αγανάκτησης.

Την επόμενη μέρα, Σάββατο ήταν, σηκωθήκαμε σε μια βαριά και καταπιεστική ατμόσφαιρα, και μια συννεφιασμένη διάθεση –αμίλητοι, βλοσυροί. Η σιωπή μετά από έναν καφέ τελικά λύθηκε, μόνον για να ξεκινήσει ένας νέος γύρος αντιπαράθεσης περι της κατάστασης που είχε περιέλθει τελευταία η σχέσης μας, επί του τύπου των ήλων. Προκληθείσα από μένα, μέσα από δεικτικές και αυθάδεις ερωτήσεις, και μέσα από αφοριστικές δηλώσεις και ενδεχόμενα αβάσιμες υπόνοιες, η στάμνα έσπασε και το δηλητήριο χύθηκε: «’Όχι, δεν με ικανοποιείς πια σεξουαλικά!», μου είπε. Ένας θεός ξέρει πια ερώτηση ή αφορισμός μου προκάλεσε την δηκτική απάντηση της Ε. Όσο, όμως, και να είχα εσκεμμένα προσπαθήσει, μέσα από φωνές και χειρονομίες, να εκμαιεύσω τέτοιου είδους δήλωση από την Ε, κάθε όριο ζήλειας ξεπεράστηκε, ενώ ο εγωϊσμός, και, ίσως, κάτι πολυτιμότερο για έναν άντρα και μάλιστα Έλληνα -ο ανδρισμός μου, πληγώθηκαν ανεπανόρθωτα. Ψέλλισα προσβεβλημένος, κάτι σαν: «Ναι, ε, δεν σου κάνω άλλο;», συνοδευόμενο από βρισιές, και στο τέλος, με μια παγωμένη φωνή και το μυαλό θολωμένο είπα: «Θέλω να φύγεις για την Ελλάδα και από τη ζωή μου, όσο γίνεται πιο γρήγορα. Από τη Δευτέρα κιόλας, αν γίνεται.» Μείναμε σιωπηλοί και πετρωμένοι.

Δευτέρα πρωί με το μυαλό ακόμα θολωμένο, την καρδιά πληγωμένη, το είναι μου ταπεινωμένο, αμίλητοι περπατήσαμε στην τράπεζα, εγώ δυο βήματα μπροστά από την Ε, απέσυρα ότι σχεδόν υπήρχε ως υπόλοιπο στον τρεχούμενο μας λογαριασμό, και από το παράπλευρο ταξιδιωτικό γραφείο, με την E πάντα αμίλητη, και συνοφρυωμένη δίπλα μου, πιθανόν εξίσου εξοργισμένη, της αγόρασα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή –non-exchangeable, non-refundable, τιμής άνω των $1,000. Τα όμορφα της μάτια της τα είδα να δακρύζουν από λοξές ματιές προς το μέρος της. Η ιστορία μας, χωρίς να το έχω πλήρως συνειδητοποιήσει, καθώς το ταξίδι της θα γινόταν σε λίγες μέρες, είχε φτάσει και ξεπεράσει ένα σημείο χωρίς επιστροφή.

Όσο πλησίαζε η αποφράδα Παρασκευή της αναχώρησης, τον θυμό μέσα μου άρχιζε σταδιακά να τον διαδέχεται η συνειδητοποίηση της τραγικότητας αυτού που έμελλε να συμβεί -ενός αποχωρισμού, ίσως χωρίς επανιδείν . Όλες μας οι στιγμές, από τη νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου του 1986 που ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα, οι στιγμές της λαχτάρας και του έρωτα, της αγάπης και της συντροφιάς δίπλα μου στην ξενιτιά, διέτρεχαν το μυαλό μου. Και μέσα από τα μάτια της ψυχής κάποιου που δεν ερωτεύτηκε ποτέ τόσο στην ζωή του, άρχισαν να στοιχειοθετούν την εικόνα μιας μοναδικής κι εξαιρετικής ευτυχίας, δυσεύρετης ή και ανεπανάληπτης στο μέλλον, που θα έσβηνε. Η καρδιά άρχισε να μαλακώνει, και η ελπίδα της ανάκλησης και της επιστροφής στη ζεστασιά του παρελθόντος, που μάταια είναι η προσπάθεια να καταπιεστεί, άρχισε αντίθετα να φουντώνει. Τι πηγαίναμε να καταφέρουμε στους εαυτούς μας; Γιατί να αφήσω ένα τυφλό θυμό με ρίζες στη ζήλια να με παρασύρει σε μιαν ερωτική και ίσως προσωπική αυτό-καταστροφή;

Δυστυχώς, είχα απελπιστικά υποτιμήσει τον δυναμισμό και το πείσμα και τον εγωισμό της E. Θα έφευγε, ό,τι και να γινόταν, έβρεχε ή χιόνιζε. Ο Ν καλοπροαίρετα μεσολάβησε, σε μιαν απροσδόκητη επίσκεψή ένα βράδι, να την μεταπείσει παρουσία μου χωρίς αποτέλεσμα. Τις τελευταίες δυο μέρες της Ε στο διαμερισματάκι στο «Χωριό των Καστανιών» έφευγα από νωρίς το πρωί πριν ξυπνήσει, επέστρεφα αργά το βράδυ. Κοιμόμαστε χωριστά, χωρίς καμιά κουβέντα. Έφυγε νωρίς το πρωί μιας  μουντής φθινοπωρινής Παρασκευής. Είχα σηκωθεί από τα ξημερώματα, ενώ ακόμα κοιμόταν, και πήρα το δρόμο μου για το ‘Εργαστήριο’. Άφησα στο τραπέζι ένα δακρύβρεκτο γράμμα ευελπιστώντας περισσότερο σε μια ψυχική λύτρωση, που προσδοκούσα μετά τον χωρισμό.

 Η τραγική συνειδητοποίηση επήλθε, οι τελευταίες σταγόνες ελπίδας σώθηκαν το πρωϊνό της Παρασκευής της πτήσης. Την οδήγησε ο Ν με δυο βαλίτσες στο αεροδρόμιο. Δεν ήμουν μάρτυς της αναχώρησης. Μόλις επέστρεψε, χωρίς την Ε και τα μπαγάζια της στο αμάξι του, με τηλεφώνησε για να μου πει στεγνά: «Την άφησα στο αεροδρόμιο. Πάει, έφυγε…». Ήξερε κι αυτός ότι η ελπίδα μου θα πέθαινε τελευταία, αλλά όφειλε να δώσει τη χαριστική βολή.

Μετά τη δουλειά γύρισα στο διαμέρισμα, το άδειο από την παρουσία της. Το αίσθημα μιας απώτερης και πρωτόγνωρης μοναξιάς με τύλιξε. Έκλαψα γοερά όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, όσο ποτέ για θάνατο ή για αποχαιρετισμό (που η εμπειρία του, κατάλαβα τότε, ότι ισοδυναμεί με αυτήν του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου), ή από απελπισία και την ματαίωση της ελπίδας, κάθε ελπίδας. Μετά ήπια λίγο METAXA, έβαλα μια κασέτα να παίξει. Δεν έπρεπε. «Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη // πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ.» Χωρισμός και στενοχώρια, αναμνήσεις και νοσταλγία, σκέψεις και συναισθήματα, δαίμονες που στριφογυρίζουν αδυσώπητα στο μυαλό. Οι λυγμοί μου στο μοναχικό σαλονάκι έγιναν ασυγκράτητοι. Το διαμέρισμα έρημο και σκοτεινό στο χλωμό φως του λαμπατέρ, στο τραπεζάκι με την φωτογραφία μας από καλύτερες μέρες, έγινε  ανυπόφορο. Είχε φύγει. Ίσως ποτέ στην ζωή μου να ξανάβλεπα τα μάτια, το περπάτημά, τα ροδοκόκκινα χείλη και μάγουλα. Πήγα σε ένα μπαρ για μερικές μπύρες. Στον πάγκο απέναντι ένας μοναχικός ομοφυλόφιλος μου χαμογελούσε. Γύρισα το σκαμπό προς την αντίθετη μεριά, τέλειωσα γρήγορα την μπύρα μου, και έφυγα τρεκλίζοντας.

Wednesday, March 5, 2025

65 - Αμέρικα: Μια Κατραπακιά

Βουλιάζαμε σε ένα τέλμα. Το βλέπαμε να συμβαίνει χωρίς να το παραδεχόμαστε και συζητούμε ανοιχτά, χωρίς αντιδράσεις. Το καταπιέζαμε μέσα μας. Αφεθήκαμε παρασυρμένοι από την καθημερινότητα, εγώ με τη δουλειά στο ‘Εργαστήριο’, η E να προσπαθεί ακόμα να σταθεί στα πόδια της, να ξεκινήσεις σπουδές με ό,τι προκαταρκτική μελέτη περνούσε από τα χέρια της.

Στις εξετάσεις «εφ’ όλης της ύλης», σε μια από τις ενότητες μαθημάτων δευτερεύουσας ειδικότητας που παρακολούθησα τα δυο πρώτα χρόνια, ως προαπαιτούμενες, απέτυχα. Ένα βράδυ μου τηλεφώνησε ο Leon στο γραφειάκι του ‘Εργαστηρίου’ που μοιραζόμουν με έναν Νοτιοκορεάτη για να μου ανακοινώσει τα νέα. Μίλησε σε ήπιο τόνο και με σοβαρότητα -η συζήτηση εξ αρχής φάνηκε ότι δεν δικαιολογούσε αστεία. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, παρά να ανεμίσουμε μια λευκή σημαία…», μου είπε. Δεν πολυκατάλαβα το νόημα εκείνης της φράσης, ιδιαίτερα τα περί «λευκής σημαίας». Το μυαλό μου είχε μπλοκαριστεί προσπαθώντας να ξεδιαλύνει και αναλογιστεί συνέπειες και επιπτώσεις. Ανάφερε, στο τέλος, και ότι θα υπάρξει μια δεύτερη, αν και βάσει των κανονισμών τελευταία ευκαιρία να επανεξεταστώ στο αντικείμενο το Φθινόπωρο. Ένιωσα απογοητευμένος, σχεδόν συντριμμένος. Η αριστεία και οι αψεγάδιαστες μέχρι τότε ακαδημαϊκές  αποδόσεις είχαν με κάποιον αναπάντεχο τρόπο αμαυρωθεί. Δεν ήμουν πλέον ένας ασυναγώνιστος ερευνητής, ο άπιαστος «αριστούχος», ένα από τα αστέρια του ‘Εργαστηρίου’, που έκανα τους Leon και Ron «περήφανους» να με καθοδηγούν. Η ψυχολογική πίεση μπροστά στη «δεύτερη» και τελευταία ευκαιρία θα ήταν μεγάλη και γνώριζα τον εαυτό μου αρκετά ώστε να ανησυχώ για την απόδοση μου κάτω από την πίεση της «τελευταίας ευκαιρίας»: δημιουργεί άγχος, η αυτοσυγκέντρωση επηρεάζεται, η πιθανότητα του πανικού που ακυρώνει κάθε επιμελή προετοιμασία αυξάνει.

Στο σπίτι η E με άκουσε σιωπηλή –τι να καταλάβαινε από όλα αυτά τα διαδικαστικά και τι να έλεγε; Την σημασία της συναισθηματικής συμπαράστασης από έναν αγαπητό άνθρωπο δίπλα μου τέτοιες στιγμές, που εκ των πραγμάτων δεν θα με βοηθούσε πρακτικά, ενώ την θεωρούσα κατά βάθος δεδομένη, την υποτίμησα: αχαριστία λέγεται. Ξεδίπλωνα ένα εναλλακτικό σχέδιο που το μυαλό, μάλλον ενστικτωδώς, κατάστρωνε. Θα έφευγα. Θα έγραφα στους Δ και τον Καθηγητή Κ να αιτηθώ την εκπόνηση της διατριβής στο πιο ζεστό και φιλικό περιβάλλον της πατρίδας. Θα προφασιζόμουν προσωπικούς λόγους για την εγκατάλειψη του εγχειρήματος «εκεί»· αναφορά στην αποτυχία μου στις εξετάσεις θα ακουγόταν άσχημα. Άρχισα να συντάσσω μιαν μακροσκελή επιστολή.

Τις επόμενες μέρες, το πήγαινε-έλα στο ‘Εργαστήριο’, κουβαλώντας ένα κουβάρι από σκέψεις, έγινε αγγαρεία. Ένιωθα μια έντονη αποξένωση από το περιβάλλον του ‘Εργαστηρίου’ και αδυνατούσα να συγκεντρωθώ σε ο,τιδήποτε επιστημονικό και ερευνητικό. Ο Νοτιοκορεάτης, ο καλοπροαίρετος και φιλικός συνάδερφος του μικρού δωματίου που μοιραζόμαστε, άρχισε να με εκνευρίζει: η μυρωδιά του φαγητού του, ακόμα και ο ήσυχος ολιγόλεπτος υπνάκος που έπαιρνε κάθε απόγευμα ρίχνοντας το κεφάλι πάνω στο γραφειάκι. Μετά από μερικές μέρες, καθώς το σοκ από την ανακοίνωση με το ανέμισμα της «λευκής σημαίας» του Leon εξασθένιζε, η θάλασσα της ψυχής άρχισε να καλμάρει, και να διαγράφονται καθαρότερα οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης επιστροφής στην Ελλάδα: πέρα από τη σφραγίδα του αποτυχημένου για τα μάτια πολλών, σίγουρα στα δικά μου, και έναν πληγωμένο εγωισμό, θα σήμαινε μεγαλύτερο ρίσκο και αβεβαιότητα και, πιθανόν, αφού θα έκαιγα τις λίγες γέφυρες που είχα στήσει στην Αμερική, θα κατέληγα πριν από κάθε τι άλλο σε κάποιο στρατόπεδο. Τελικά, πήρα την απόφαση να σφίξω τα δόντια, και να επιμείνω, να καταβάλω μιαν ύστατη προσπάθεια που το ξεπέρασμα του σκοπέλου απαιτούσε. To πείσμα και η εγκαρτέρηση και η επιμονή, χαρίσματα που διέθετα σε σχετική αφθονία, θα στέκονταν στο πλευρό μου. Εκ των υστέρων φάνηκε η σωστή απόφαση. Αλλά ποιος θα μπορούσε να πει δρόμο θα έπαιρνα αν τελικά επέστρεφα στην Ελλάδα τότε; Σίγουρα θα ήταν πολύ διαφορετικός!  

 Σε όλη την αναμπουμπούλα, όμως, στις εν θερμώ θεωρήσεις και αναθεωρήσεις αποφάσεων, στα σχέδια που περνούσαν από το μυαλό, που κατάστρωνα και άλλαζα, και σε αυτό που τελικά κατέληξα, είχα παραμελήσει και αγνοήσει την υποτίθεται σύντροφο της ζωής μου, την άποψη και την θέλησή της. Έδειξα εμφανή αδιαφορία για το πως οποιαδήποτε απόφαση θα επηρέαζε την ζωή της και απέδειξα αδιαμφισβήτητο εγωκεντρισμό, όσο κι αν τότε ούτε καν το αντιλήφθηκα. Σπάνια εγωκεντρικοί χαρακτήρες χωρίς πολλήν ενσυναίσθηση έχουν αντίληψη του εγωκεντρισμού τους και των συνεπειών του.  Η E μπορεί να μην έλεγε πολλά πράγματα για να με επηρεάσει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά, αναλύοντας τις επιλογές και αποφάσεις εκείνου του καιρού από την απόσταση χρόνων, διαπίστωσα το μέγεθος της αδικίας -εις βάρος της. Υποτίθεται ότι θα μοιραζόμαστε χαρές και λύπες στο δρόμο της ζωής, θα σχεδιάζαμε μαζί το μέλλον! Αλλά επέδειξα εγωϊσμό, έβαλα το εγώ μπροστάρη. Σαν να ακολούθησα μιαν ακόμα φορά, άκριτα και ασυνείδητα, τις ελληνοπρεπείς, μικροαστικές συμβουλές της Μάνας που τελικά απεχθανόμουν και απέρριπτα ως μοναδικούς συντελεστές σε επιλογές ζωής: «Να κοιτάξεις τις σπουδές σου, τον εαυτό σου, παιδί μου! Υπάρχει καιρός για τα ‘άλλα’.», που αργότερα έγινε: «Να κοιτάζεις τη δουλειά σου, και τον εαυτό σου, Λ! Όπως τον κοιτάνε και οι άλλοι.»

64 - Αμέρικα: Ο Κατήφορος που Παίρναμε

Η σχέση με την E, όπως και η δουλειά στο ‘Εργαστήριο’, είχαν από καιρό μπει σε μια ρουτίνα. Και η ρουτίνα σε μια προσωπική σχέση που ξεκίνησε ως ερωτικό πάθος, έχει, ως γνωστόν, ανασταλτικές επιδράσεις. Φθείρει τον έρωτα, παγώνει το πάθος. Καμιά φορά αυτή η ρουτίνα γίνεται αβάσταχτη και καταλήγει σε ξεσπάσματα ματαίωσης, ιδιαίτερα όταν οι κορυφές που άγγιξε στο παρελθόν γίνονται όλο και δυσκολότερα προσπελάσιμες. Την εμπειρία παρόμοιου σταδίου είχα και από το άγουρο παρελθόν, αλλά ήταν η πρώτη φορά κάτω από καθεστώς συμβίωσης και το βάρος της καθημερινότητας, κάτω από μια κοινή στέγη, όπου είχαμε δέσει χέρια να τραβάει ο ένας τον άλλον σε έναν κατήφορο. Θα επιτάχυνε τη φθορά, δεν το βλέπαμε, συνέβαινε ασυναίσθητα.

 Στιγμές κοινωνικότητας σε παρέες φίλων, που συχνά αποτελούν πνοές φρέσκου αέρα ή κάποιο αποκούμπι και φρενάρουν την διολίσθηση, μειώθηκαν σε ποσότητα και ποιότητα. Ο Ν ερχόταν στο διαμέρισμά μας κάποιες Παρασκευές, στη χάση και τη φέξη, μετά από πρόσκληση της E συνήθως, για τις καθιερωμένες Dominos πίτσες και μπύρες, και για να υποστούμε μια από τις ανεκδιήγητες βιντεοταινίες δράσης ή τρόμου που έφερνε για το VHS. Καμιά φορά επέλεγα τη δεύτερη από τις δυο ταινίες που θα βλέπαμε εκείνα τα βράδια. Το συνήθως κουλτουριάρικο περιεχόμενο της, που προκαλούσε τα ειρωνικά σχόλια του Ν, σε συνδυασμό με την κούραση της βδομάδας και τις μπύρς βάραιναν και έκλειναν τα βλέφαρα πριν από το τέλος της.

Οι Σ είχαν φύγει και οι τηλεφωνικές επαφές μαζί τους (χωρίς πλέον ουσιαστικό περιεχόμενο και νόημα) αραίωσαν. Από την παρέα των Φ και ΑP είχα ξεκοπεί πέρα από τα περιστασιακό ματς ποδοσφαίρου στα γήπεδα του campus. To σεξ γινόταν και αυτό ρουτίνα, η συχνότητα των πράξεων μειώθηκε παρά το σφρίγος των νιάτων μας. Δεν άργησε να εκφυλιστεί σε μια διαδικασία εγωιστικής αυτο-ικανοποίησης, στη χάση και τη φέξη, και μέσα από την βαρυθυμία που φέρνει ένα γεμάτο στομάχι από πίτσες και μιαν αναισθησία από πολλές μπύρες, μετά από βράδια με τον Ν ή σε κάποιο μπαρ στις παρυφές του campus. Για το πως ένιωθε η σύντροφος και σύζυγός μου, ο μέγιστος έρωτας των φοιτητικών μου χρόνων, αδιαφορούσα κυνικά. Ο έρωτας αργοπέθαινε.

Χωρίς να το διαισθανθώ άγγιξα αδιανόητα, από τότε που γνώρισα την Ε, βάθη: να βρίσκω διέξοδο στην αυτοικανοποίηση (κυριολεκτικά) βλέποντας ταινίες πορνό, να καταφεύγω ανεξήγητα στις τεχνικές παρηγοριάς μιας μοναχικής και απελπισμένης εφηβείας και της πρώτης χρονιάς στο πανεπιστήμιο – καιρών στερημένων από γυναικεία συντροφιά. Χωρίς να δημιουργώ υπόνοιες, έπαιρνα τον μακρινό δρόμο με το αυτοκίνητο για το Bexley, την εύπορη συνοικίας στα ανατολικά που το εβραϊκό στοιχείο της πόλης κυριαρχούσε. Τον πρώτο χρόνο μου στο Columbus, πριν την περιπόθητη άφιξη της Ε, είχα ανακαλύψει έναν χώρο εν είδει σινεμά με αίθουσες προβολής σεξ βιντεοταινιών. Τότε έπαιρνα δυο λεωφορεία, σε διαδρομές που διέσχιζαν το downtown και τις φτωχογειτονιές νέγρων και άλλων μειονοτήτων στις παρυφές του downtown, για ένα φτηνό υποκατάστατο αυτού που μου έλειπε. Τώρα, με το αυτοκίνητο, ο φόβος να ξέμενα περιμένοντας το λεωφορείο από ένα σχεδόν ανύπαρκτο δίκτυο αστικών συγκοινωνιών στα σκοτάδια στις παρυφές άγριων και επικίνδυνων γειτονιών, είχε ελαττωθεί. Παρ’ όλα αυτά, τα ταξίδια στο απόμακρο Bexley ήταν δύσκολο και το τι ακριβώς με παρακινούσε σε μια θλιβερή διαδρομή για δυο ώρες προσομοιωμένου ή προκατασκευασμένου σεξ στην οθόνη, ακόμα και ίδιος μου ο εαυτός μου αδυνατούσε να δικαιολογήσει· ούτε, βέβαια, και να αιτιολογήσει λογικά, όταν δίπλα μου κοιμόταν κάθε βράδυ διαθέσιμη μια όμορφη, θελκτική γυναίκα, δυνητικά επιθυμητή από κάθε Έλληνα τουλάχιστον άντρα του campus. 

Σε μιαν άλλη φάση, ξεπέρασα τις αναστολές και κατέβηκα στο υπόγειο του μαγαζιού από όπου νοικιάζαμε βιντεοκασέτες, και πρόσθετα μία ή δυο με X-rated υλικό, που παρακολουθούσα απουσία της Ε, και τις επέστρεφα χωρίς τέτοιες θλιβερές ενέργειες να έχουν υποπέσει στην αντίληψη της.  Ένα σαββατοκύριακο, στην προσπάθεια να αναζωογονήσω μια σχέση που είχε χάσει μεγάλο μέρος από τη ζωτικότητα και την ψυχή της, της πρότεινα να βλέπαμε μαζί μια από εκείνες τις ανεκδιήγητες βιντεοταινίες. Περιέργως το δέχτηκε με χαρά και την προσδοκία κάτι τινός πρωτόγνωρου . Όλα προετοιμάστηκαν και σκηνοθετήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, η τηλεόραση και το βίντεο δίπλα στο στρώμα, το τι ελκυστικό και sexy θα φορούσε η E, ο φωτισμός, ό,τι ένα ζευγάρι θα χρειαζόταν για να ικανοποιήσει μια φτηνή φαντασίωση, που τελικά γίναμε μασκαρεμένοι ηθοποιοί, χωρίς ταλέντο και ορμή, της παράστασης που τόσο επιτηδευμένα στήσαμε. Όλα ήταν τεχνητά, αφύσικα, προσποιητά με τo αποτέλεσμα ασήμαντο σε σχέση με τις προσδοκίες. Κακή η ιδέα να βλέπεις πορνό με έναν ερωτικό σου σύντροφο συμπέρανα, και η τελευταία φορά που το επιχείρησα με την Ε. Μια πρώτη φορά, με την Α, πάλι προς το τέλος της σχέσης μας, σε ένα βρώμικο σινεμά της Κωνσταντινουπόλεως, με σκιώδεις υπάρξεις σεξουαλικά καταπιεσμένων στα γύρω καθίσματα να μας στραβοκοιτάζουν (πάντα η παρουσία ζευγαριών σε τέτοια σινεμά προξενούσε την περιέργεια, ίσως και μια εσωτερική μικρο-αναστάτωσης στους επί το πλείστον μοναχικούς παρευρισκόμενους), έγινε γιατί την εμπειρία της επιζητούσε από περιέργεια η Α. Αλλά τότε δεν την είχαμε συνδέσει με αυτή καθαυτή την πράξη.

Και μετά ήρθε στην ερωτική σχέση το σούρουπο, το σκοτάδι... Μέχρι και δυσφορία κατά την επαφή, μέχρι και καταναγκασμός. Στην καλύτερη περίπτωση γινόταν η σιωπηρή εκπλήρωση μιας από τις συζυγικές υποχρεώσεις -λίγο φως, πολύ νωρίς στα νιάτα της ζωής μας.