Σε ένα χώρο της ελληνικής εκκλησίας, από μια παρόρμηση κοινωνικότητας, κάποιοι
διοργάνωσαν ένα φιλόδοξο πάρτι, πιθανόν στο περιθώριο εκδήλωσης της ελληνικής κοινότητας
της πόλης, χωρίς συγκεκριμένο εθνικό-θρησκευτικό επετειακό περιεχόμενο. Ήταν
ευκαιρία για να σμίξουν ελληνοαμερικανίδες, γαλουχημένες από νοσταλγούς μετανάστες
γονείς να βρουν «ένα παλικάρι από τον τόπο μας…» και με αρκετούς εκλεκτούς
φιλόδοξους επιστήμονες από την μητέρα πατρίδα, διαθέσιμους και πρόθυμους για ζευγάρωμα
στην χώρα της επαγγελίας, και, για όχι λίγους ανάμεσά τους, την απόκτηση της περιπόθητης
Green Card. Ο Χ και ο Φ, όντας μέσα στα πράγματα της εκκλησίας, είχαν ενημερωθεί από
τους πρώτους για το πάρτι. Ανήκαν, άλλωστε, στην παραπάνω κατηγορία ελληνόπουλων
που τη συμμετοχή τους η οργάνωση του πάρτι στον χώρο της εκκλησίας στόχευε. Περιττό
να σημειωθεί ότι ο Σ θα έσπευδε από τους πρώτους.
Η προοπτική του party με άφησε αδιάφορο γιατί, πρώτον, είχα ήδη αποφασίσει οριστικά και
αμετάκλητα την επιστροφή μου στην πατρίδα με την ολοκλήρωση των σπουδών, ορατή
πλέον στο εγγύς μέλλον, και, δεύτερον, είχε ανακινηθεί, με δειλά πρώτα βήματα
και χωρίς δεσμεύσεις για το μέλλον, μιαν προσέγγιση με την E. Aν και οι δυο μας διστακτικοί από το βαρύ συναισθηματικό φορτίο του χωρισμού,
απομακρυσμένοι, τόσο γεωγραφικά όσο και αισθηματικά, εκείνη η επικοινωνία, αν
μη τι άλλο, έριχνε μερικές αχτίδες ελπίδας στην ψυχή: με την επιστροφή στην
Ελλάδα κι ενόψει της κόλασης της στρατιωτικής θητείας που θα άνοιγε τις πύλες
της (και απείχα πολύ ακόμα από το να αντιληφθώ την στυγνή πραγματικότητά της), τουλάχιστον
θα υπήρχε κάποια ζεστή αγκαλιά να με περιμένει, να με ακούει και παρηγορεί. Όμως
ήταν Σαββατόβραδο. Η εναλλακτική ψυχαγωγία συνιστούσε το να τρώγαμε πίτσα, να
πίναμε μπύρες, και να βλέπαμε μιαν κακή βιντεοταινία με τον Ν, στο σκοτεινό
διαμέρισμα που πριν λίγους μήνες μοιραζόμουν με την Ε. Αντιμέτωπο με τη χειρότερη αυτή προοπτική η απόφαση ήταν
απλή: με το αυτοκίνητο μάζεψα τους Χ και Σ από την εστία που έμεναν, με τον
τελευταίο να πλέει σε πελάγη προσδοκίας για τη βραδιά που ερχόταν, και πήγαμε
στο πάρτι της εκκλησίας.
Είχε αρκετό κόσμο. Οι περισσότεροι ήταν άντρες (καμιά έκπληξη εδώ), ενώ τον
γυναικείο πληθυσμό συνιστούσε μίγμα από τις λίγες καθαρόαιμες Ελληνίδες
φοιτήτριες, πιθανότατα από εύπορες οικογένειες, οι οποίες διακρινόταν για τον
υπεροπτικό τους αέρα και ύφος και ακριβό ντύσιμο, και περισσότερες σεμνές Ελληνοαμερικανίδες,
μερικές από τις οποίες είχα περιστασιακά γνωρίσει τον καιρό με την E. Οι τελευταίες διακρίνονταν από την
φιλότιμη προσπάθεια τους να σμίξουν, περισσότερο χάριν της κοινής γλώσσας και μερικών
στοιχείων εθνικής κουλτούρας που κληρονόμησαν
από τις οικογένειές τους, και λιγότερο για να βρουν κάποιο επίδοξο ταίρι.
Ανάμεσά στο γυναικείο πληθυσμό του πάρτι ήταν και μια καθαρόαιμη Αμερικανίδα:
μικροκαμωμένη, αλλά με καλοφτιαγμένη φιγούρα, στήθος ανασηκωμένο από το
ντεκολτέ της μπλούζας. Τα μακριά βαμμένα ξανθά μαλλιά της έπεφταν εντυπωσιακά κάτω
από τους ώμους, αλλά τους έλειπε η φυσικότητα. Τα φρύδια, μετά από μάλλον συχνή
και βασανιστική φροντίδα, σχημάτιζαν ένα λεπτό ημικυκλικό τόξο, που αδικούσε τα
μικρά, γλυκά και παιχνιδιάρικα γαλανά μάτια, και τις ωραίες βλεφαρίδες -πιθανότατα
ενισχυμένες με μάσκαρα ενόψει της βραδινής εξόδους. Είχε ένα μικρό στόμα, πάνω
από ένα επίσης μικρό σαγόνι, που το δέρμα στην άκρη του ελαφρώς ζάρωνε όταν έκλεινε
το στόμα της. Αλλά αυτές οι μικρές αδυναμίες κρύβονταν πίσω από ένα χαριτωμένο
και εξαιρετικά ελκυστικό χαμόγελο από λεπτά, αλλά καλοσχηματισμένα χείλη. Το
έντονο κόκκινο κραγιόν που φορούσε (που για κάποιο άγνωστο λόγο το έβρισκα, από
τον καιρό της Α ακόμη, προκλητικά ελκυστικό), η επίδραση του αλκοόλ, η ανεξαρτησία
μου από τα δεσμά της συμβίωσης με την Ε, και, βέβαια, οι μήνες που είχαν
περάσει χωρίς σεξ, με προσέλκυσαν -αβίαστα, αυτόματα. Ένα ζευγάρι Ελλήνων
φοιτητών, αμοιβαίοι γνωστοί μας, που την είχαν καλέσει στο πάρτι, έκαναν τις συστάσεις
και μας άφησαν μόνους.
Καθόταν στην άκρη ενός τραπεζιού με τα πόδια κρεμασμένα και εγώ, με το
πλαστικό ποτηράκι κρασιού, στάθηκα μπροστά της. Ονομαζόταν Tina. Μετά τις συστάσεις χαμογέλασα, δεν
νομίζω να είπα τίποτε πέρα από λίγα τετριμμένα λόγια (“Where are you from?”, “What do you do for a living?”), και αυτά,
λόγω της ζάλης από το κρασί, πιθανότατα συγκεχυμένα και χωρίς να συγκρατήσω τις
απαντήσεις. Βλέποντας με διστακτικό, χαμογελώντας το γλυκό της χαμόγελο, και τη
λεπτή και γλυκύτατη προφορά που διακρίνει πολλές Αμερικανίδες, πρόσταξε: “Conversation, conversation, conversation!” Προφανώς με ‘γούσταρε’! Οι Αμερικανίδες δεν
διστάζουν να πάρουν πρωτοβουλίες όταν τους αρέσει κάποιος, σκέφτηκα, παρά τις
ανύπαρκτες κατακτήσεις μας στα bars και night clubs, που επισκεπτόμουν με τους άλλους ανέραστους
της παρέας. Πρέπει να ανταλλάξαμε μερικές ψιλοκουβέντες, της έφερα ένα ποτό,
και ασυνείδητα, χωρίς να έχω αίσθηση του περιβάλλοντος γύρω μου, που το
απάρτιζαν οι μάλλον κακοπροαίρετες κι επίζηλες μορφές των Φ, Χ, και Σ, και μας
παρατηρούσαν (είμαι βέβαιος) με λοξές ματιές, είτε, υπό την επήρεια του ποτού, αγνοώντας
το, βρέθηκα να σφίγγω το χέρι της. Και όπως στεκόμουν μπροστά της στο τραπέζι
με τα γόνατά της να αγγίζουν τους μηρούς μου, φιληθήκαμε αυθόρμητα, αβίαστα, σε
«μηδενικό χρόνο». Δεν ένιωσα ερωτοχτυπημένος, δεν ένιωσα τον «θρυλικό έρωτα με
την πρώτη ματιά» όπως λένε, αλλά ήμουν ευτυχισμένος
από την αναπάντεχη και ελκυστική γνωριμία που επεφύλαξε ένα τυχαίο Σαββατόβραδο
που δεν υποσχόταν πολλά, γεμάτος προσδοκίες για το τι θα ακολουθούσε, με ενισχυμένο
το libido και αρκετή αυτοπεποίθηση.
Ο χρόνος περνάει γρήγορα μέσα από τέτοιες καταστάσεις και το πάρτι στην
αίθουσα της εκκλησίας πλησίαζε στο τέλος του, χωρίς να το έχουμε διαισθανθεί. Εξεπλάγην
ευχάριστα και ένιωσα τις γνώριμες πεταλούδες στο στομάχι όταν η Tina πρότεινε να οδηγούσαμε, ακολουθώντας το
αυτοκίνητό της με το δικό μου, στο διαμέρισμα της, σε μια μικρή πόλη περίπου
τριάντα μίλια νοτιοανατολικά του Columbus. Σκέφτηκα,
κολακεύοντας τον εαυτό μου, ότι όταν οι Αμερικανίδες θέλουν κάτι το κατακτούν
και αποκτούν χωρίς πολλές κουβέντες και ενδοιασμούς. Οι παλμοί της καρδιάς από
την προσδοκία μιας αναπάντεχης και σεξουαλικής περιπέτειας με μια όχι
ευκαταφρόνητη συντροφιά, που ξεκίνησε τόσο απλά και φυσικά, χωρίς περιπλοκές, έγιναν
συχνότεροι και δυνατότεροι, αλλά το αλκοόλ ασκούσε μιαν αντίθετη καταπραϋντική
δράση. Δεν είχα ερωτευθεί, αλλά με είχε συνεπάρει η πρόσκληση που και οι δυο
μας ξέραμε τι σήμαινε και που θα κατάληγε. Τις μικρές ανησυχίες ενόψει τέτοιες πρωτόγνωρης
για μένα νυχτερινής περιπέτειας στην άγνωστη επαρχία του Ohio τις έσβησε η σκέψη: “What’s the worst that could happen?”
Παρέα με το ζευγάρι που μας είχε συστήσει νωρίτερα, πήραμε το δρόμο μας έξω
από την εκκλησία και το κέντρο της πόλης. Στην έξοδο ο Χ γάβγισε κάτι στο αυτί
μου: «Που πηγαίνεις με αυτό το σκυλί;», και γέλασε το τρανταχτό
εκνευριστικό του γέλιο. Η αντιπάθεια που εξαρχής του έτρεφα μεγάλωσε. Ο ΑΠ, που
είχε έρθει στο πάρτι με τον Φ και την αξιαγάπητη C να χαμογελάει αθώα δίπλα
του, μου ψιθύρισε ευγενικά και διακριτικά να σκουπίσω τα ίχνη από κόκκινο
κραγιόν γύρω από το χείλη μου. Μου πάσαρε ένα χαρτομάντιλο και, πριν φύγω, ρώτησε
αν ήμουν ΟΚ, εννοώντας μάλλον: ‘Αν ήμουν OK να οδηγήσω’. Με είχε δει σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Τους ένευσα
καθησυχαστικά και με την αυτοπεποίθηση
ενός γυναικοκατακτητή, που ήξερε τι έκανε, και αποχαιρέτισα με σηκωμένο το χέρι.
Πριν μπούμε στον αυτοκινητόδρομο σταματήσαμε, τα δυο ζευγάρια σε ένα diner από αυτά που παραμένουν ανοιχτά είκοσι-τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, για
έναν καφέ να μας συνεφέρει. O Έλληνας άντρας και η Αμερικανίδα φίλη του, συνάδερφος και φίλη της Tina, αντιμετώπιζαν το όλο συμβάν με καταπραϋντική
φυσικότητα.
Θα ήταν μια από τις μικρές πρωινές ώρες όταν φτάσαμε στο διαμέρισμα της,
στο πάνω όροφο ενός διώροφου συγκροτήματος. Το μέγεθος και η διαρρύθμιση του
ήταν παρόμοια με το δικό μου στο «Χωριό των Καστανιών», που μέχρι πριν λίγο
καιρό μοιραζόμουν με την E,
αλλά πιο ζεστό, φωτισμένο με το απαλό ροζ φως ενός λαμπατέρ στην γωνία του
καθιστικού, που ταιριάζει με ρομαντικές καταστάσεις, επιπλωμένο με γούστο, συμμαζωμένο
στην εντέλεια και πεντακάθαρο. Στα τραπέζια, στα ράφια μιας μικρής βιβλιοθήκης
που είχε μόνο και μερικά άλμπουμ φωτογραφιών και διακοσμητικά αντικείμενα, παρατήρησα
κάτι πορσελάνινα ομοιώματα αγελάδων. Μου εξήγησε ότι ήταν το αγαπητό της ζώο. (Πολλοί
καλλιεργούν συναισθήματα συμπάθειας και αγάπης προς ανθρώπους και ζώα, ακόμα
και προς άψυχα αντικείμενα, πολλές φορές ανεξήγητες από συνανθρώπους τους σαν
και μένα.) Χωρίς πολλά λόγια καταλήξαμε
στο king-size κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας. Ένα αχνό φως έμπαινε
από τις γρίλιες στο δωμάτιο από κάποια λάμπα του parking κάτω από το παράθυρο.
Μισομεθυσμένος ακόμα, κουρασμένος από την οδήγηση, καταβεβλημένος από την
παρατεταμένη υπερένταση της βραδιάς, απέτυχα στην καθαυτή πράξη -όπως ακριβώς και
πριν τέσσερα χρόνια πριν με την Ε. To παράκαμψε με χάρη σαν κάτι φυσιολογικό. Μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης τα
κατάφερα σε ικανοποιητικό βαθμό. Έτσι, σε ανύποπτο χώρο και χρόνο, ξεκίνησε μια
ανέμελη, σχεδόν αποκλειστικά σεξουαλική σχέση, που διατηρήθηκε ζωντανή, αν και
σε ένα χαμηλό, σχεδόν ανύπαρκτο συναισθηματικό επίπεδο, σαν να ήταν κάτι
προσυμφωνημένο, μέχρι την οριστική αναχώρηση μου από εκείνον τον τόπο.
Μετά από περιόδους πολύωρης δουλειάς, όταν μου ήταν δύσκολο να δικαιολογήσω
ένα μοναχικό βράδι μπροστά στην τηλεόραση σε βάρος μιας αισθησιακής προοπτικής
στο διαμέρισμα της Tina, της τηλεφωνούσα, και οδηγούσα τα τριάντα
μίλια του δρόμου για το Lancaster, την μικρή της πόλη, όπου θα περνούσα τη νύχτα με την προοπτική κάποιου
«γλυκού κεράσματος». Οι καθημερινές, με τις ελάχιστες εξαιρέσεις που
μισοκοιμισμένη μου πρόσφερε στοματικό έρωτα, κατέληγαν σε ματαίωση και
απογοήτευση. Το ωράριό μου ήταν ελαστικό, αλλά αυτό της Tina το αντίθετο. Απορροφημένη και ακατανόητα
αφοσιωμένη, όπως συμπέρανα ότι ισχύει για την πλειοψηφία των μέσων Αμερικάνων,
σε μια μέτρια και άχαρη απασχόληση, όπως το κυνήγι και η συλλογή εκπρόθεσμων χρεών
κακοπληρωτών των πιστωτικών καρτών της εταιρία όπου δούλευε, η Tina ξεκινούσε τη μέρα της από τα χαράματα, αφιέρωνε
ώρες στην προσωπική της υγιεινή, σε ασκήσεις γυμναστική, στο βάψιμο και την
εμφάνισή της, πριν πάρει δρόμο της για τη δουλειά. Και μοιραία, τις ώρες που
στην πατρίδα ο κόσμος προγραμματίζει την βραδινή του ψυχαγωγία, η Tina κατέρρεε, και μετά από λίγη ώρα
τηλεόρασης, μερικές κουβέντες και αυτές για τίποτε άλλο πέρα από περιστατικά στη
δουλειά της, πριν ξεκινήσει στον ίδιο και απαράλλακτο μοτίβο την επόμενη.
Μετά από αρκετές σεξουαλικής φύσεων ματαιώσεις (και είναι έντονες όταν τον
πρώτο καιρό, προσπαθείς να ανακαλύψεις και απολαύσεις έναν καινούργιο ερωτικό
σύντροφο) περιορίσαμε τις συναντήσεις και ερωτικές συνευρέσεις μας τα
Σαββατόβραδα, συνήθως μετά από ένα γεύμα σε κάποιο εστιατόριο (που πλέον μετά
βίας διέθετα τους πόρους να πληρώνω) ή ποτό σε κάποιο night club ή τo προκάτ πιάτο fettuccine alfredo που ετοίμαζε σπίτι, και αφού ανεχόμουν
ανεκδιήγητες βιντεοταινίες «τρόμου» στο διαμέρισμά της, το κινηματογραφικό
είδος της προτίμησής της, ευτυχώς συνοδευόμενη, καμιά φορά, από κάποια ταινία
σεξ. Μέσα από την Tina
αντιλήφθηκα τη ρηχότητα και ομοιομορφία της ζωής στην Αμερική, την αφιέρωση του
μέγιστου χρόνου της ζωής γύρω από την εργασία και την καριέρα, για το χρήμα και
την κατανάλωση σε έναν αέναο φαύλο κύκλο, στον οποίο κινείται ο κοινός
Αμερικάνος από την ενηλικίωσή του. Μιλούσε με ακατανόητο σε μένα πάθος η Tina για την άχαρη δουλειά της και σχεδόν για
τίποτε άλλο. Και βέβαια ανταμείφθηκε για την εργατικότητά και τον ζήλο της από μια
προαγωγή, αύξηση μισθού και bonus, κάτι που την
χαροποίησε σε εκστατικό βαθμό, όσο και η αγορά ενός κόκκινου σπορ Toyota Celica: ήταν η πρώτη μεγάλη της ιδιοκτησία για την οποία καμάρωνε, ένα από τα μικρά
της όνειρά που έγινε πραγματικότητα, από αυτά που ποτέ στην ζωή δεν με είχαν
συναρπάσει. Κατάλαβα ότι απείχα παρασάγγες από το να αγκαλιάσω την ύπαρξη μου
με έναν τέτοιο τρόπο ζωής, να κυνηγήσω και εγώ αυτό που παραπλανητικά λέγεται
«αμερικάνικο όνειρο.»
Συμπεριφέρθηκα εγωιστικά εκείνους τους τελευταίους μήνες στο Αμέρικα και πολλές
φορές με κυνισμό, για να ικανοποιήσω ένα σεξουαλικό ένστικτό και τις ανάγκες και
ορμές που ξεπηδούν από αυτό, μολονότι με μιαν αχαρακτήριστη ειλικρίνεια, είχαμε
από νωρίς συζητήσει και ξεκαθαρίσει τα σχέδια μου. Η ιδέα ότι σύντομα θα έφευγα
δεν φαινόταν να την στεναχωρούσε, όντας πλήρως απορροφημένη, εξαιρουμένων
μερικών Σαββατόβραδων, από την εργασία της. Και μιαν ικανοποιητική και για τους
δύο ερωτική σχέση συνεχιζόταν χωρίς προστριβές. Ίσως να οφειλόταν στην έλλειψη
αισθηματικού περιεχομένου· ίσως, κατά βάθος να ήλπιζε ότι θα άλλαζα σχέδια,
καθώς θα γνώριζε ότι Έλληνες φοιτητές και μετανάστες επεδίωκαν τέτοιους δεσμούς
-για την Green Card και την κατάκτηση του
«αμερικανικού ονείρου» -ό,τι και να σήμαινε αυτό. Δεν ανήκα όμως σε κείνη την ομοταξία.
Θεωρούσα το «όνειρο» εκείνο απάτη, που για πολλούς έγινε αυταπάτη.
Το απόγευμα του Σαββάτου που αγόρασε το κόκκινο Toyota, θέλησε να με γνωρίσει στη μάνα και το θετό
πατέρα της, που έμεναν λίγο παρακάτω στην ίδια άχρωμη και άψυχη και
καταθλιπτική πόλη. Είχαμε μια έντονη συζήτηση, την πιο έντονη που θυμάμαι να είχαμε.
Μια τέτοια σύντομη επίσκεψη, ‘just to say hello’ για να δουν οι δικοί της με ποιον τύπο
κοιμόταν η κόρη τους, τη θεωρούσε κάτι φυσιολογικό, για μένα και τον
συνεσταλμένο χαρακτήρα μου ήταν ένα φράγμα σχεδόν ανυπέρβλητο να ξεπεράσω. Οι
φυσικές αναστολές και η «κουλτούρα» μου, όπως θα εξηγούσε το ίδιο απόγευμα
στους δικούς της, ύψωσαν ψυχολογικά εμπόδια. Οδηγήσαμε με το Toyota στο πατρικό της, καθοδόν για την βραδινή μας
έξοδο στο Columbus, άλλα πάρκαρα
λίγο παραπέρα, όπου την περίμενα από τη σύντομη επίσκεψή της –‘για να δει αν
όλοι ήταν καλά’. Από μακριά είδα τον πατέρα της στο κατώφλι να με χαιρετάει με
υψωμένο το χέρι. Στην έκπληξη και αμηχανία μου δεν ανταπόδωσα τον χαιρετισμό, αλλά
χαμογέλασα προς την κατεύθυνσή του με ένα ελαφρό νεύμα του κεφαλιού. Μετά
σκέφτηκα ότι ίσως να μη διέκρινε το χαμόγελό και το νεύμα από τόσο μακριά, και
να με θεώρησε αγενή και απολίτιστο. Δεν μου άρεσε να δίνω τέτοιες εντυπώσεις σε
ανθρώπους με καλές προθέσεις, και αγένειες και απρέπειες τις κουβαλάω για πολύ
καιρό μέσα μου, αλλά δεν το έθιξα το θέμα με την Tina. Ποτέ δεν θα ξανάβλεπα τον πατέρα της στη ζωή
μου… Το ίδιο βράδυ καταφύγαμε σε ένα night club της περιφέρειας του
Columbus, όπου ήπιαμε,
χορέψαμε, πριν καταλήξουμε στο διαμέρισμά μου για μια νύχτα πάθους.
Η τελευταία μέρα που θα βρισκόμαστε, πριν την αναχώρηση μου για την
πατρίδα, μας βρήκε απροετοίμαστους απέναντι στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου.
Δεν κλάψαμε για τον χωρισμό μας, αν και ξέραμε ότι θα ήταν τελειωτικός. Δεν
είχαμε ερωτευτεί, οι προσωπικότητες και προσδοκίες μας από τη ζωή απέκλιναν
δραματικά: η Tina στην
αναβαθμισμένη της δουλειά που η εταιρία προσέφερε, στην έδρα της, στην όμορφη,
μακρινή Salt Lake City, εγώ στην γνώριμη θαλπωρή του κόσμου που είχα αφήσει χρόνια πίσω, ευελπίστως
πίσω στην αγκαλιά, που παρά τις προστριβές και την φθορά που είχε υποστεί, είχα
επιθυμήσει· αγνοώντας, ο αφελής, ότι το παρελθόν που συνεπήρε τις ζωές μας και
το νοσταλγήσαμε, η ευτυχία και συγκινήσεις που μας χάρισε, σπάνια βιώνονται εις
διπλούν.
Λίγες μέρες πριν από την αναχώρησή μου, η Tina μου ανακοίνωσε ήρεμα την
καθυστέρηση της περιόδου της και την πιθανότητα να ήταν έγκυος. Απάντησα ότι
ήμουν άφραγκος (και ήμουν πράγματι!), καθώς η μισθοδοσία μου από το
Πανεπιστήμιο πλησίαζε στο τέλος της και τα λεφτά μόλις αρκετά για να ξεπληρώσω
την κάρτα και να αγοράσω το εισιτήριο της επιστροφής· ότι το επόμενο στάδιο για
μένα ήταν μιαν οικτρή δεκαοκτάμηνη στρατιωτική θητεία, με άγνωστες προοπτικές
για το μετά. Στο μπερδεμένο μυαλό μου εμφανίστηκαν, ξαφνικά και εκ του μη όντως
και την καρδιά μισή, σενάρια παραμονής και καριέρας στις ΗΠΑ. Δεν ήμουν αρκετά
κυνικός ώστε αδιαφορήσω μπροστά στο ενδεχόμενο της εγκυμοσύνης. Από την άλλη, πως
θα άλλαζε η ζωή και που θα τελικά θα με έβγαζε; Ανησυχίες ανακατεμένες με
ενοχές σβήστηκαν δια μιας όταν, το τελευταίο Σάββατο που θα περνούσαμε μαζί, με
καθησύχασε και μου είπε να μην ανησυχώ.
Είχα ξεφορτωθεί το αυτοκίνητο, είχα σχεδόν ξεπληρώσει την πιστωτική κάρτα,
και με τα λίγα δολάρια που μου είχαν πλέον απομείνει θα της πρόσφερα ένα
τελευταίο γεύμα σε ένα Ιταλικό εστιατόριο. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα ερχόταν
να με βρει και να μας οδηγήσει, στην έξοδό μας στην πόλη, με το φανταχτερό
κόκκινο Toyota, του οποίου ήταν υπερπροστατευτική. Στο
τέλος του γεύματος μου ζήτησε προστακτικά: “Tip him handsomely!” -τον
σερβιτόρο που μας είχε εξυπηρετήσει. Θα περνούσαμε το βράδι και το επόμενο
κυριακάτικο πρωινό μαζί στο δωμάτιο ενός σπιτιού, όπου τις τελευταίες βδομάδες,
έχοντας ξεφορτωθεί τα περισσότερα από τα υπάρχοντά μου, συγκατοικούσα με το
Γιάννη, τον Λαρισαίο, του οποίου ο μορφονιός φίλος έγινε αφορμή για τον μοιραίο
διαπληκτισμό με την E. Εκεί
κοιμηθήκαμε για τελευταία φορά, που όμως, όπως και η πρώτη, κάτω από το βάρος
του αποχαιρετισμού, δεν άγγιξε την ποιότητα των ενδιάμεσων και απρογραμμάτιστων
ερωτικών βραδιών μας. Στο ραδιοκασετόφωνο που είχα κρύψει σε μια γωνιά του
δωματίου πραγμάτωσα την διαστρεμμένη ιδέα να ηχογραφήσω τη γλυκιά φωνή και
αναφωνητά της του σύντομου έρωτα που κάναμε, ως αντικείμενο συλλεκτικής αξίας, ως
σουβενίρ από μια σχέση που διέθλασε προσωπικές αγωνίες, έδωσε λίγο φως στους
τελευταίες μήνες της ξενιτιάς, τους έκανε κάτι περισσότερο από υποφερτούς, τους
έκανε καλύτερους, αξέχαστους. Χωρίσαμε το ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό
ευχαριστημένοι, με ένα απλό ‘Have a good day… See you later.’ Σαν η ζωή να συνεχιζόταν όπως πριν, σαν να τηλεφωνιόμαστε πάλι στο τέλος
της βδομάδας να περάσουμε άλλο ένα Σάββατο μαζί. Επέστρεψα με βαριά ψυχή και
δάκρυα στα μάτια από το campus όπου με άφησε, με την σκέψη ότι δεν θα υπήρχε άλλο Σάββατο και, την Tina, τον ερωτικό σύντροφο των τελευταίων μου μηνών
στην Αμερική δεν θα την ξανάβλεπα ζωντανή.