Sunday, December 21, 2025

22 - Διδασκαλία

Μου προτάθηκε από το αφεντικό, τον Dr. Μ, να διδάξω ένα μέρος, το πρώτο μισό, του μαθήματος που του είχε αναλάβει για το ανοιξιάτικο τρίμηνο. Οι προθέσεις και κίνητρα του Dr. M δεν ήταν ξεκάθαρα –ποτέ δεν ήταν όσον αφορά την δουλειά μου εκεί. Φευγαλέα, θεωρώντας το αυτονόητο ανάμεσα σε συναδέρφους ότι με τη λήξη του συμβολαίου έκλινα προς μια «ακαδημαϊκή καριέρα», μου το πρότεινε ως ευκαιρία να αποκτήσω την πολύτιμη «διδακτική εμπειρία». Η πατροπαράδοτη ελληνική καχυποψία και πονηριά με οδήγησε να υποπτευθώ ότι το έκανε περισσότερο για να απαλλάξει τον εαυτό του από ένα βαρύ και ανεπιθύμητο διδακτικό φορτίο. O Dr. M δεν ήταν καλός δάσκαλος, από όσα μου έλεγε ο Δr. ΚΚ, είχε κακή άρθρωση, μεταδοτικότητά χειρότερη. Το μάθημα αυτό καθαυτό, κουραστικό και δύσκολο, από εκείνα τα μαθήματα, που με σχετικά πολλά στριφνά μαθηματικά ανάμεσα στις προαπαιτήσεις, και τη βασική και μάλλον αφηρημένη και για πολλούς αχρείαστη στην πιάτσα γνώση που παρέχουν, δύσκολα καταφέρνουν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον ή τουλάχιστον πρόσκαιρα την προσοχή νέων ανθρώπων. Το είχα κι εγώ διαπιστώσει από την προσωπική μου εμπειρία ως φοιτητής, αν και τελικά οδηγήθηκε από τις περιστάσεις να εντρυφήσω σε σχετικό αντικείμενο. Παρόλα αυτά, δέχτηκα με χαρά και κάποιον συγκρατημένο ενθουσιασμό. Είχα διαποτιστεί από προσωπικές φιλοδοξίες επιστημονικής καριέρας σε κάποιο πανεπιστήμιο. Ήταν η σταθερή και μοναδική παραίνεση (και κρυφή ελπίδα) των γονιών μου από την αποφοίτηση. Δικαιολογημένη από λόγους ιστορικούς και των προσωπικών τους εμπειριών δεν υπήρχε τίποτε καλύτερο ανάμεσα σε μετρημένες εναλλακτικές λύσεις στη δεδομένη ελληνική πραγματικότητα– η «ακαδημαϊκή καριέρα» ήταν μονόδρομος για την επαγγελματική ολοκλήρωση νέων σαν και μένα, ένα holy grail. Ο Πατέρας θα ανάλωνε ένα μεγάλο της ενέργειας του τις επόμενες μια και δύο δεκαετίες, μονομανιακά θα έλεγε κανείς, να κυνηγάει για λογαριασμό μου τέτοιου είδους καριέρες στην Ελλάδα (και εκτός Ελλάδος, όταν το ελληνικό πανεπιστήμιο είχε πλέον κλείσει τις πόρτες του), συχνά παρά την θέλησή ή εν αγνοία μου, και ανεξάρτητα των γενικά ελάχιστων πιθανοτήτων επιτυχίας. Στο περιβάλλον της μικρής και φτωχής πατρίδας, που ο ίδιος μεγάλωσε και δούλεψε, οι επαγγελματικοί ορίζοντες παρέμειναν χαμηλοί και οι διασυνδέσεις έπαιζαν τον κύριο λόγο σε μιαν «αξιοπρεπή» επαγγελματική εξέλιξη.    

Για τις διαλέξεις εκείνες προετοιμάστηκα διεξοδικά: με διαφάνειες, σημειώσεις, εφεδρικές διαφάνειες και τα λοιπά, αλλά από μια άποψη χωρίς μπούσουλα και εκ του μηδενός, χωρίς να έχω κάποια εκ των προτέρων αντίληψη των γνώσεων και ικανοτήτων της τάξης. Έκανα πρόβες εντατικές σε σημείο που να έχω αποστηθίσει αυτά που θα έλεγα στη διάρκεια των σαράντα-πέντε λεπτών της διάλεξης. Το ότι αυτή θα έπρεπε να διεξαχθεί σε ένα ακροατήριο μερικών δεκάδων φοιτητών, στον πυρήνα τους βρετανών, από καθ’ έδρας σε ένα μεγάλο αμφιθέατρο μου δημιούργησε νευρικότητα και φόβο. Το βράδι πριν από την πρώτη διάλεξη το επισκέφτηκα, ανέβηκα στο podium, αντίκρυσα τις σειρές των άδειων θρανίων, δοκίμασα το μικρόφωνο. Θυμήθηκα την παρουσίαση που είχα κάνει σε εκείνο το πρώτο αμερικάνικο συνέδριο που άφησε μέτριες εντυπώσεις. Πέρασε όμως καιρός από τότε, είχα ωριμάσει, αποκτήσει εμπειρίες, κατείχα καλύτερα τη γλώσσα, και κάλλιστα το περιεχόμενο του επιστημονικού αντικείμενου. Άλλωστε, θα απευθυνόμουν σε νέους ανθρώπους αφ’ υψηλού, με πολύ περισσότερες γνώσεις και ανώτερη μόρφωση, και πίστευα ότι θα με αντιμετώπιζαν με τουλάχιστον με σεβασμό, αν όχι και δέος, με την ελπίδα να μάθουν κάτι, όσο στείρο και στεγνό να τους φαινόταν –θεωρώντας αξιωματικά ότι υπήρχε μια στοιχειώδης όρεξη και προδιάθεση για απόκτηση γνώσης εκ μέρους τους.

Στο πρώτο μάθημα το αμφιθέατρο ήταν κατάμεστο. Tο βουητό από το πλήθους των φοιτητών που προσδοκούσε διέχεε την αίθουσα. Άρχισα να μιλάω την προκαθορισμένη στιγμή. Το μικρόφωνο δούλευε και η φωνή μου αντηχούσε καθαρή και δυνατή. Με το άκουσμα της φωνής μου, ο αχός από τα έδρανα σταμάτησε σχεδόν ακαριαία, κάτι που βοήθησε να ξεπεράσω μεγάλο μέρος του τρακ. Το ακροατήριο με άκουγε, και μάλιστα, από όσο φαινόταν, με προσοχή. Επιστράτευσα μιαν απομίμηση αμερικάνικης προφοράς, όπως την είχα εξασκήσει και συνηθίσει στο παρελθόν μου στις ΗΠΑ, είπα λίγα λόγια για τον εαυτό μου, για την Αμερική και το πανεπιστήμιο εκεί. Πίστευα, ίσως αφελώς και από ματαιοδοξία, ότι αναφορές σε ένα προηγμένο εκπαιδευτικό σύστημα θα εξύψωνε το κύρος μου στα μάτια του ακροατηρίου και θα κέντριζε περαιτέρω το ενδιαφέρον. Η διάλεξη συνεχίστηκε απρόσκοπτα, σε ήσυχο κλίμα, χωρίς παρατράγουδα, με σχετική ευφράδεια και χωρίς παρατράγουδα εκ μέρους μου, αλλά χωρίς να έχω μέτρο του σημαντικού στοιχείου της μεταδοτικότητας και του ενδιαφέροντος του φοιτητόκοσμου. Κατέβηκα από το podium ευχαριστημένος από τον εαυτό μου και κυρίως ανακουφισμένος, ενώ μερικοί αλλοδαποί φοιτητές με πλησίασαν για ερωτήσεις.

Η δεύτερη διάλεξη ξεκίνησε όπως και η πρώτη, με σχετική σεβάσμια ησυχία και προσοχή, αλλά με το μέγεθος του ακροατηρίου ελαφρώς μειωμένο. Στην πορεία ο ρυθμός παρουσίασης των διαφανειών, αλλά και η δυσκολία του περιεχομένου, και κατ’ επέκταση η δυσκολία κατανόησης απορρόφησης του αυξανόταν μονοτονικά. Παρατήρησα πίσω από το έντονο φως του προβολέα, που πολλές φορές ενεργεί ως ασπίδα από το ακροατήριο και υποβοηθάει την αυτό-απομόνωση και αυτό-συγκέντρωση του ομιλητή, εις βάρος της αλληλεπίδρασης με το ακροατήριο του, ότι πολλοί από τους φοιτητές σταμάτησαν να κρατούν σημειώσεις και άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους. Μετά μετά από ένα σημείο ένας αχός που πήγαζε από τα πίσω έδρανα άρχισε να δημιουργείται. Η διάλεξη ολοκληρώθηκε και αυτή, σώα και αβλαβής, εν πολλοίς αλώβητη από κραυγαλέα σφάλματα στη γραμματική, στην φρασεολογία, και τεχνικά άψογη στο περιεχόμενο. Όπως, όμως, θα διαπίστωνα από το τέλος της δεύτερης διάλεξης και κατά την πορεία των έξι διαλέξεων που είχα αναλάβει, σχετικά καθυστερημένα για οποιαδήποτε δραστική επέμβαση, είχα αρχίσει να χάνω την επαφή με το ακροατήριό μου, ακόμα και εκείνο τον μικρό αλλά πολύτιμο για κάθε δάσκαλο πυρήνα των επιμελών που έδειχναν κάποιον ζήλο και γνήσιο ενδιαφέρον.

Από την τρίτη διάλεξη και μετά, το ακροατήριο είχε σχεδόν αραιώσει στο μισό του αρχικού, ο αχός από τους αρχικά διακριτικούς ψίθυρους έγινε θόρυβος από αρκετές ευδιάκριτες φωνές. Σε κάποια στιγμή κάποιος πέταξε προς το podium ένα χαρτάκι. Τα αρχικά αποθέματα αυτοπεποίθησης και όρεξης μέσα μου είχαν εξαντληθεί. Με ένα μίγμα νευρικότητας και εκνευρισμού, που με  ανάγκαζε να ανεβάζω την ένταση της φωνής μου ώστε να υπερισχύει του θορύβου από την τάξη και να επιβληθεί, άρχισα να περνάω βιαστικά από τη μια διαφάνεια στην επόμενη ώστε να ολοκληρωθεί η «διδακτέα ύλη» στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Οι τελευταίες διαλέξεις εξελίχθηκαν σε μιαν ανεπιθύμητη δοκιμασία, ίσως ταπεινωτική και βασανιστική, αν όχι ένας Γολγοθάς μαρτυρίου. Τελικά επήρθε η ανακούφιση όχι από μια πετυχημένη ή έστω ανεκτού επιπέδου απόδοση στα διδακτικά καθήκοντα που μου ανατέθηκαν, αλλά από το οριστικό τέλος του εγχειρήματος. Αν και κατάφερα να επιπλεύσω, ως πρωτάρης διδάσκων σε σχετικά βαθιά νερά, η γοητεία που ασκούσε η προοπτική της διδασκαλίας σε πολλούς και είχε μέχρι τότε δελεάσει και μένα, είχε ήδη χάσει πολλά από τα θέλγητρά της. Μια από τις λεωφόρους επαγγελματικής εξέλιξης φαινόταν να γίνεται δρομάκι με πιθανόν αδιέξοδο στο τέλος του.  

Tuesday, December 16, 2025

21 - Το Πάρτι

Η άνοιξη του 1994 με έφερνε κοντά σε νέα σταυροδρόμια. Η σχέση με τη J όσο εύκολα άναβε σε νύχτες αλκοόλ και έρωτα και πρωϊνά hungover, άλλο τόσο εύκολα έσβηνε μετά από λίγες μέρες μακριά, είτε μετά από κάποιον θεαματικό καυγά, είτε στην αδιαφορία, είτε στην απογοήτευση. Συνεχίζαμε, τέλος πάντων, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς -φυσικά- σχέδια για το απώτερο μέλλον. Διάνυα τους τελευταίους μήνες του επαγγελματικού συμβολαίου, και λόγω μιας υπερβολικής σύνεσης και έμφυτης ανασφάλειας που κληρονόμησα, το μυαλό το βασάνιζε ολοένα και περισσότερο το «τι θα γίνει μετά», αποκλειστικά από την άποψη της επαγγελματικής πορείας. Ξεκίνησα, λοιπόν, έγκαιρα και εντατικά, την αναζήτηση της επόμενης δουλειάς· αρχικά σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που είχα συνηθίσει και στο οποίο είχα γαλουχηθεί: αυτό είχα μάθει ως τότε, αυτό ήξερα. Και αποκλειστικά στη Βρετανία: οι απογοητευτικές εμπειρίες από την Ελλάδα ήταν ακόμα νωπές και θα περνούσε καιρός για να ξεπεραστούν οι πέτρινες προκαταλήψεις που είχαν χτιστεί πριν ξανακοιτάξω κατά εκεί για ζωή.   

Θα αποδειχτεί μια αποκαρδιωτική και δύσκολη από πολλές άποψη άνοιξη, που διάβρωνε τα λίγα λεπτά στρώματα αυτοπεποίθησης και τα κίνητρα για ζωή και δημιουργικότητα που κατάφερα να κρατήσω ζωντανά. Στην προσπάθεια να αποβάλλω τέτοιες έγνοιες και να ξεφύγω από μιαν ρουτίνα χωρίς ορατή προοπτική, σκαρφιστήκαμε με τα παιδιά, τον Γιώργο, τον Κώστα τον Μ και τον Θεοδόση να οργανώσουμε ένα πάρτι μέσα στον Απρίλη των γενεθλίων μου –στο σπίτι που συγκατοικούσα για εκείνη την χρονιά με τον Α. Στόχος να προσκαλέσουμε και συγκεντρώσουμε κάτω από την ίδια στέγη για ένα βράδι, όσο το δυνατό περισσότερες κοπέλες, από τον ευρύ κύκλο του Κώστα, αλλά και την ελληνική εμιγκρέ κοινότητα του Πανεπιστημίου.

Στο tea-room της Σχολής του Κώστα του Μ., όπου εξακολουθούσαμε να βρισκόμαστε τα μεσημέρια ή στο Ulysses τα Σαββατόβραδα, ως κατά κάποιο τρόπο eligible bachelor είχα προσελκύσει την προσοχή διάφορων γυναικών από έναν ευρύ χαλαρά συνδεδεμένο κύκλο ανθρώπων. Γνώρισα μιαν Λένα, «φιλόλογο» της αγγλικής ή κάποιας άλλης λογοτεχνίας, που στα τριάντα και κάτι χρόνια με την συνδρομή του ελληνικού κράτους μπάρκαρε για ένα μεταπτυχιακό. Οι εξεζητημένοι και μηχανικοί τρόποι της στις συναντήσεις μας φανέρωνε ότι η ανάγκη της για κάποιο δεσμό, κατά προτίμηση νόμιμο, άγγιζε τα όρια της απελπισίας. Αλλά τέτοιου είδους πλαστικές ερωτοτροπίες, που δύσκολα καμουφλάριζαν την απόγνωση για τα χρόνια που περνούν χωρίς λιμάνι συζυγικής συντροφιάς, το μόνο που πετύχαινε ήταν να απωθεί το αντίθετο φύλο. Δεν φαινόταν δύσκολο, από μιαν πρώτη επαφή, κάποιος να την ταξινομήσει στην κατηγορία γυναικών που ήταν καταδικασμένες να «μείνουν στο ράφι».  Ως συνάδερφος του Κώστα Μ άρχισε να προσεταιρίζεται την παρέα μας και ιδιαίτερα εμένα, ως τον γεροντότερο, πλέον επιλέξιμο και, κατά τα φαινόμενα, διαθέσιμο του κύκλου, αλλά με τις άγαρμπες προσπάθειες μιας αγχωμένης γεροντοκόρης που ένιωθε τις ευκαιρίες για «αποκατάσταση» να λιγοστεύουν με το πέρασμα του χρόνου. Τέτοιες προσεγγίσεις της Λένας έγιναν αντικείμενο πικρόχολου χιούμορ και κουτσομπολιών για την ίδια, και αντίστοιχων πειραγμάτων σε μένα. Τα σχόλια κορυφώθηκαν σε μια σχεδόν απροκάλυπτη θυμηδία, όταν σε μια από τις εξόδους μας στο Ulysses, η Λένα εμφανίστηκε ντυμένη, εκτός τόπου και χρόνου, με ένα μαύρο πέτσινο παντελόνι, σε μια άδοξη προσπάθεια να εντυπωσιάσει.

Στο ίδιο tea-room της σχολής των «ανθρωπιστικών επιστημών» γνώρισα μια ακόμα συνάδερφο του Κώστα, την Άννα, μια συμπαθητική Ιταλίδα με ξανθά μαλλιά, μικρά στρογγυλά γυαλιά τύπου Antonio Gramsci και ασορτί κουλτουριάρικη φυσιογνωμία, της οποίας την έμφυτη ιταλική ζεστασιά και αβίαστο χαμόγελο να είχα ενδεχόμενα παρερμηνεύσει ως φλερτάρισμα -κάτι που τελικά ποτέ δεν θα μάθαινα. Η Άννα είχε ψηλό ανάστημα, ήταν αρκετά ψηλότερη μου, και αν αυτό δεν παρουσίαζε πρόβλημα στην εκδηλωτική προδιάθεση και ζεστούς τρόπους της, σίγουρα αποτελούσε ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα για τον χαρακτήρα μου. Η Άννα, η Λένα, κι άλλες πολλές κοπέλες, Ελληνίδες και ξένες, μπήκαν στη λίστα των καλεσμένων του πάρτι που ο Κώστας ο Μ είχε καταρτίσει, με πολλές (είναι αλήθεια) υποσχέσεις, αλλά και την εκνευριστικά χαλαρή διάθεση που τον διέκρινε. Ποντάραμε, εγώ και ίσως ο ίδιος ο Κώστας, όσο και αν δεν το έδειχνε πίσω από ένα βλοσυρό και αμίλητο ύφος, στην γνωριμία με γυναίκες σε ένα πιο ζεστό και φιλικό περιβάλλον. O Γιώργος θα αναλάμβανε τη μουσική επένδυση. Θα ήταν το πρώτο, σχετικά μεγάλης κλίμακας πάρτι που οργάνωνα σε σπίτι μου, έστω και ως μέλος μιας τρόικας -ούτως ώστε ευθύνες αποτυχίας να μοιραστούν. Πάντα, εξαιτίας μιας αρνητικής προδιάθεσης και απαισιοδοξίας οι πιθανότητες αποτυχίας σε κάθε εγχείρημα, πάντα με απασχολούσαν. Έτσι και η προοπτική του πάρτι όσο με συνάρπαζε, άλλο τόσο με ανησυχούσε.

Παρασκευή απόγεμα, παραμονή του πάρτι, ο Κώστας μας διαβεβαίωνε ότι η προσέλευση από το άλλο φύλο αναμενόταν κάτι περισσότερο από ικανοποιητική. Τελικά βράδιασε Σάββατο. Λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η υποδοχή των καλεσμένων από την λίστα, ως συνηθίζω πριν από ανάλογες κοινωνικές εκδηλώσεις, άρχισα να πίνω για να καταπολεμήσω τη νευρικότητά μου. Ο συγκάτοικος και φίλος Α και η κοπελιά του Π θα ήταν παρόντες, αλλά δήλωσαν ότι η παρουσία τους θα ήταν διακριτική και θα στέκονταν στο περιθώριο του πάρτι: το βάρος της υποδοχής και της ψυχαγωγίας των καλεσμένων, για πρώτη φορά στην ζωή μου, έπεφτε αποκλειστικά στις πλάτες μου. Υπήρχε ευτυχώς το στήριγμα του Γιώργου -του Γιώργου που είχα προδώσει για να συγκατοικήσω τελικά, μετά από μερικούς μήνες με τον Α. Ήρθε από τους πρώτους για να τακτοποιήσει το μουσικό πρόγραμμα, που με εξαιρετική προσοχή επιλέξαμε και προετοιμάσαμε μαζί: ήταν η ευκαιρία για να μυηθώ σε μια σειρά από καινούργια ακούσματα.

Από τους πρώτους καλεσμένους, προς μεγάλη μου ανακούφιση, ήρθε η Άννα, η Ιταλίδα, και μαζί της δημιουργήσαμε ένα μικρό πηγαδάκι στην κουζίνα. Ακολούθησε ο Κώστας Κ, ο λέκτορας, που μετά από λίγες κουβέντες, κάθισε με ένα ποτό στο χέρι στην άκρη του καναπέ, σοβαρός και αμίλητος, μια στάση που διατήρησε σε όλη τη διάρκεια του πάρτι. Ο άλλος λέκτορας, ο Γιώργος Μπ, ως αναμενόταν, παρουσιάστηκε γεμάτος αέρα με την όμορφη Ελληνίδα συνοδό και κοπελιά δίπλα του, κατά γενική ομολογία η ομορφότερη μεταξύ των Ελληνίδων εκείνης της ακαδημαϊκής φουρνιάς. Λογικό, για τους εργένηδες του κύκλου μου στο πανεπιστήμιο, τους υποφαινόμενο και τον Κώστας Κ πρώτους και κύριους ανάμεσά τους, να νιώθουν μια δόση ζήλειας για εκείνο το ζευγάρωμα που είχε έλαβε χώρα μπροστά στα μάτια όλων μας μια βραδιά στο Ulysses. Αποτελούσε εν μέρει απόδειξη ότι η φυσική ομορφιά του προσώπου ενός άντρα δεν είναι ούτε ικανή, ούτε αναγκαία συνθήκη για ερωτικές επιτυχίες. Ο Γιώργος είχε ένα σχετικά πρόσωπο άσχημο, με ασύμμετρα και χοντροκομμένα χαρακτηριστικά, τουλάχιστον με υποκειμενικά κριτήρια πολλών κρινόμενο, αλλά διέθετε αυτοεκτίμηση και μιαν απτόητη αυτοπεποίθηση, ένα bravado, ήταν ευπροσήγορος και διπλωμάτης και με γοητευτικός τρόπου. Σε αντίθεση με τα άγρια χαρακτηριστικά του προσώπου που προδιάθεταν μερικούς αρνητικά, εκφραζόταν με εκλεπτυσμένους τρόπους. Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια (είχε πατέρα επιχειρηματία και, μάλιστα, ιδιοκτήτη λεωφορείων), είχε εν ολίγοις τα εφόδια ώστε να πετύχει και καθιερωθεί από πολλές απόψεις στη ζωή: ένα ακόμα σημαντικό ατού, στην προσέλκυση του άλλου φύλου.  Αν και συνομήλικος μου, η επιστημονική του καριέρα βρισκόταν ήδη παρασάγγες μπροστά. Με την κοπελιά του το βράδι εκείνο, φυσικά, θα συναναστρέφονταν αρμονικά και επί το πλείστον με το άλλο περήφανο ζεύγος της βραδιάς: τον Α και την Π.

Από τους πρώτους ήρθε και η Λένα, χωρίς, ευτυχώς χωρίς κάποια «πέτσινη» ή ντεμοντέ εμφάνιση που θα έδινε το έναυσμα για τα καυστικά σχόλια της μαρίδας. Ο Θεοδόσης ήρθε και αυτός μόνος. Από τους τελευταίους εμφανίστηκε, ο Κώστας ο Μ, συνοδευόμενος από γνωστά και άγνωστα κορίτσια, Ελληνίδες και ξένες, συνεπής στις δεσμεύσεις που ανέλαβε για το πάρτι. Ο Γιώργος αστειεύτηκε ψιθυριστά στο αυτί μου: “Kostas delivered!”

Η μέθη που άρχισα να νιώθω δεν μου επέτρεπε να δω με καθαρό μάτι και αναλύσω τη διάθεση και την διασκέδαση του αρκετού κόσμου που είχε μαζευτεί, αλλά μου επέτρεψε να αναλάβω μερικές  πρωτοβουλίες, πρωτόγνωρες με τα δεδομένα του χαρακτήρα μου, καθώς διέκρινα, θολά, ίσως λαθεμένα, κάποιες δυνατότητες επιτυχίας ανάμεσα στις καλεσμένες μας. Ο Γιώργος δυνάμωσε την ένταση της μουσικής και έβαλε μερικά χορευτικά μπλουζ. Κάποιος χαμήλωσε τα φώτα του living-room. Εγκατέλειψα την παρέα και τη συζήτηση με την Άννα, μάλλον άγαρμπα και τους αγενείς τρόπους που ακούσια υιοθετώ μετά από αρκετό πιοτό, και πήρα την Ειρήνη, μια μικροκαμωμένη κοπέλα, από τον κύκλο του Κώστα και αυτή, με χαριτωμένο, αν και ελαφρώς βλογιοκομμένο πρόσωπο, να χορέψουμε. Έκανα κάτι που πίστευα θα γινόταν απαρχή ενός κανονικού και επιτυχημένου πάρτι. Υπολογίζαμε χωρίς τον ξενοδόχο, όπως λένε.

Πριν ακόμα τελειώσει ο πρώτος χορός κάποιος κτύπησε δυνατά την εξώπορτα. Την άνοιξε ο Α, ως κύριος ενοικιαστής-νοικοκύρης. Ήταν ο γείτονας του διπλανού σπιτιού, που με έντονο ύφος ζήτησε να χαμηλώσουμε την ένταση της μουσικής και του θορύβου. Ο Α, μετά από παράκλησή μου, είχε κάνει κάποια ασαφή νύξη το πρωί, εκτός κάποιο πρωτοκόλλου που ίσως συνηθίζεται σε ήσυχες γειτονιές της Αγγλίας για το επερχόμενο πάρτι και με μικρή σχετικά προειδοποίηση. Ο γείτονας είχε εκφράσει, χωρίς να τις προβάλλει δυναμικά και επιτακτικά, τις αντιρρήσεις του: είχε μωρό παιδί που δεν ήθελε να ξυπνήσει. Το πρωί του Σαββάτου ήταν αργά για να το ακυρώναμε και δεν είχαμε πλήρη αίσθηση του μεγέθους της ενόχλησης που θα προκαλούσε. Ποντάραμε σε ανοχές, που το κατώφλι τους όμως τελικά αποδείχτηκε χαμηλό. Χαμηλώσαμε τη μουσική, εντείναμε τον φωτισμό, ο αγκαλιαστός χορός που ξεκίνησα για να δώσω έναυσμα στο πάρτι διακόπηκε απότομα. Αμήχανοι, άλλοι καθισμένοι όπου βρήκαν, άλλοι όρθιοι κουβεντιάζαμε περί ανέμων και υδάτων. Δυο-τρεις Αγγλίδες από το γκρουπ του Κώστα και η Άννα, αποχώρησαν. Σε λίγο η πόρτα ξαναχτύπησε. Ο θόρυβος από την κουβέντα μας και η μουσική που έπαιζε σε χαμηλή ένταση εξακολουθούσαν να ενοχλούν τον γείτονα, που σε οργισμένο ύφος αυτή την φορά και άγριους τρόπους, που υπέστη στην πόρτα ο Α, απαίτησε το τερματισμό του πάρτι και απείλησε ότι θα καλούσε την περιβαλλοντική αστυνομία. Το μωρό είχε αναστατωθεί και έκλαιγε. Η μουσική μας σιώπησε, η κουβέντα έγινε ψιθυριστή. Το πάρτι είχε αποτύχει παταγωδώς! Ο Γιώργος Μπ, για να βγούμε από την στενάχωρη θέση και το αδιέξοδο που επεφύλαξε η βραδιά στους οργανωτές της, όπως εγώ, πρότεινε με τα λίγα διαθέσιμε αυτοκίνητα να πηγαίναμε στο κέντρο για φαγητό σε ένα από τα μαγαζιά που έμειναν ανοικτά μέχρι αργά. Και εκεί καταλήξαμε: να τρώμε curry σε ένα ινδικό.

Στη μέθη δεν συνειδητοποίησα το μέγεθος του φιάσκου. Εν τέλει, η αποτυχία του πάρτι που με τόσο μεράκι οργανώσαμε, που πάνω του ελπίδες γνωριμιών και σχέσεων επενδύσαμε, δεν με στεναχώρησε στο βαθμό που θα επηρέαζε έναν άνθρωπο με σεσημασμένη και τεκμηριωμένη ευαισθησία σε τέτοιες περιπτώσεις. Τη Δευτέρα, στην συνήθη συγκέντρωση μας στο tea-room του Κώστα, τα λόγια του Γιώργου με στενοχώρησαν περισσότερο. Περίμενα από τον συνδιοργανωτή κάποιο στοιχείο αυτοκριτικής ή έστω κάποιο παρηγορητικό σχόλιο, αλλά είπε: «Το πάρτι ήταν μια τραγική αποτυχία!»· για το πάρτι γενικά, όχι για το πάρτι «μας» που μιλούσε μέχρι τότε. Ο Κώστας Μ και οι άλλοι δεν είπαν τίποτε. Έκτοτε, δεν ανάλαβα ξανά την πρωτοβουλία της οργάνωσης τέτοιων φιλόδοξων πάρτι. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά, που άφησε μια πικρή ανάμνηση και άφησε μια ακόμα μικρή πληγή στο εγώ.

Tuesday, December 2, 2025

20 - Alan, o Ροκάς

Τον ίδιο καιρό με τη M_ina, κατά την δεύτερη χρονιά στο Birmingham, το εργαστήριο υποδέχτηκε ως ‘ώριμο μεταπτυχιακό φοιτητή’ έναν άνθρωπο από άλλο ανέκδοτο, όπως συνηθίζουμε να λέμε για παράξενους. Έναν άνθρωπος με άκρως ιδιόρρυθμη και εκκεντρική προσωπικότητα, που η τομή των εμφανών χαρακτηριστικών με άλλους συμβατικών χαρακτήρες του εργαστηρίου και της σχολής, ακόμα και με τα δικά μου ή της μουσουλμάνας (που κάπως ξεχωρίζαμε) ήταν το κενό σύνολο. ‘Enter’, λοιπόν, Alan E. Κατέφτασε μια ανοιξιάτικη μέρα του 1993 σε ένα μπλε, παμπάλαιο FORD van, από αυτά που χρησιμοποιούν συνεργεία ελεύθερων επαγγελματιών της πιάτσας (ελαιοχρωματιστών, υδραυλικών, κτλ.), στο οποίο είχε φορτώσει, επιπλέον των βασικών υπαρχόντων προς συντήρηση και διαβίωση, όπως κονσέρβες, ξηρή τροφή, και ρούχα, και το στέρεο του για ψυχαγωγία, κάθε λογής, αν όχι σαβούρα για πέταμα, αχρείαστα για τις σπουδές του αντικείμενα: εργαλεία, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, όργανα μέτρησης, ανταλλακτικά. Αυτά, κατά δήλωση του, ανήκαν στον ίδιο -δήλωση ψευδή κατά τη γνώμη μου, με δεδομένο το κόστος τέτοιου υλικού. Όλα αυτά τα «δικά του» αντικείμενα τα είχε χρωματίσει, για να τα ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο εξοπλισμό του εργαστηρίου, με μια μπλε πινελιά ανεξίτηλου χρώματος, μολονότι με ευχαρίστηση τα δάνειζε σε άλλους συνεργάτες, παρά τη δυσανασχέτηση των αφεντικών, του Tom και του Mike. Αυτή η μικρή περιουσία πίστευε ότι του πρόσδιδε κάποιο κύρος.

Προερχόταν από το Stevenage, μια άχρωμη πόλη στο κέντρο της Αγγλίας, όπου άφησε κλειδωμένο και ακατοίκητο ένα σπίτι που του ανήκε, μαζί με τη δουλειά του των τελευταίων επτά-οκτώ χρόνων στην περιοχή, ως ηλεκτρονικός σε μια βρετανική εταιρία-behemoth, έχοντας μπουχτίσει από τη ρουτίνα, και για να ξαναβρεί την ελευθερία του και ξαναζήσει την ανεμελιά των χρόνων μιας φοιτητικής νεότητας που νοστάλγησε.

Ο Alan εκ πρώτης όψεως είχε πολλά από αυτά που κάποιος θα συνόψιζε ως αγγλοσαξονικά χαρακτηριστικά. Λίγο πάνω από μέτριο ανάστημα, με αδύνατο σχετικά κορμί χωρίς κάποια ιδιαίτερη αρρενωπότητα, τη χαλαρότητα κάποιου που δεν έκανε πολλά σπορ από την εποχή του σχολείου. Στη διάρκεια της μέρας, με κρύο ή ζέστη, ήταν μόνιμα ντυμένος με μια φθαρμένη αμάνικη φανέλα και ένα ξεθωριασμένο εφαρμοστό τζιν, με μια ζώνη από μαύρο δέρμα και κρίκους αλυσίδας, σαν εκείνες που είχα δει να φοράνε διάφοροι περιθωριακοί στην Ελλάδα, και πάνινα αθλητικά παπούτσια. Είχε χλωμό λευκό δέρμα, ξεπλυμένα μπλε μάτια, και στο πρόσωπό του δεν βρισκόταν κάποιο ξεχωριστό χαρακτηριστικό που θα προσέλκυε την προσοχή, ούτε κάποιο χάρισμα, ούτε κάποια χάρη. Ήταν φαλακρός στην κορυφή του κεφαλιού του, και, συχνά, έχοντας αυτοσυνείδηση της φαλάκρας του, με απαλές κινήσεις της παλάμης την άγγιζε για να νιώσει και τακτοποιήσει ό,τι είχε μείνει από μιαν ισχνή ξανθοκίτρινη κόμη, που την άφηνε να πέφτει με μακριές μπούκλες στους ώμους του -όποτε δεν την έδενε σε μια μικρή κοτσίδα πίσω από το κεφάλι του. Αργότερα, στην πορεία της περίεργης φιλίας που αναπτύξαμε, μου εκμυστηρεύτηκε ότι εφάρμοζε στα μαλλιά του χρώματα με ξανθές ανταύγειες. Κι έτσι μου εξήγησε το αφύσικο τους χρώμα, που ξεχώριζε ακόμα και σε χαμηλό φωτισμό από μακριά.

Στο Birmingham, ενόψει και όσο διήρκεσαν οι σπουδές του, δεν νοίκιαζε κάποιο δωμάτιο ή διαμέρισμα, όπως κάνουν οι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές. Ήθελε οι αποταμιεύσεις του να κρατούσαν όσο χρόνο χρειαζόταν για να ολοκληρώσει τη διατριβή του. Ίσως προκατειλημμένος από την εμφάνισή και την μποέμικη περσόνα, ποτέ δεν πείσθηκα ότι ήταν κάτι που θα έπαιρνε στα σοβαρά. Από την πρώτη μέρα εγκαταστάθηκε στο εργαστήριο, όπου εκτός από τα σημαδεμένα ηλεκτρονικά του εξαρτήματα και όργανα, έφερε από το βαν του ένα στέρεο, μια μικρή τηλεόραση, μερικά ρούχα, ένα sleeping-bag, και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Πίσω και κάτω από τον πλέον απομακρυσμένο από την πόρτα εργαστηριακό πάγκο που δεν χρησιμοποιείτο, διαμόρφωσε, εν είδη αυτοσχέδιας σκηνής κι επιμελώς καμουφλαρισμένο, το χώρο όπου θα κοιμόταν. Το εργαστήριο και η σχολή θα γινόταν σπίτι του. 

Ήμουν από τους πρώτους που αντιλήφθηκα τον μη συμβατικό και μποέμικο τρόπο ζωής που υιοθέτησε, καθώς ήμουν από αυτούς που συχνά έμεναν μέχρι αργά το βράδυ στο εργαστήριο, και καμιά φορά περνούσα από εκεί τα Σαββατοκύριακα. Τέτοιες αργές βραδινές ώρες θα έβλεπε κάποιος τον Alan να πηγαινοέρχεται στους σκοτεινούς διαδρόμους, μέσα και έξω από τις αίθουσες του εργαστηρίου, χώρους που λίγο-πολύ οικειοποιήθηκε και έκανε σπίτι του, πάντα στο αμάνικο φανελάκι που φανέρωνε το τριχωτό του στήθος, μια κολλάν βερμούδα, σε ένα ζευγάρι τρύπιες κάλτσες, πολλές φορές με μια πετσέτα από ή προς τα ντους του κτιρίου. Άλλες φορές με τη μπουγάδα της μιας, των δυο ή τριών φθαρμένων αλλαξιών που ενάλλασσε.

Είχε, ως φοιτητής πλέον, άμισθος μεταπτυχιακός, απεριόριστο ελεύθερο χρόνο και την εκείνη περίοδο μηδενική πίεση από την ιεραρχία της σχολής, και ήταν απορίας άξιο πως γέμιζε το χρόνο του. Κατά την διάρκεια της μέρας σχεδόν μόνιμα «τακτοποιούσε» κάτι, γυάλιζε εξαρτήματα, έβαφε κουτιά που δεν χρειαζόταν βάψιμο, μετακινούσε όργανα από το ένα χώρο στον άλλο, περιστασιακά έκανε χωρίς κάποιο αντικείμενο μετρήσεις. Τα βράδια, όταν γραφεία κι αίθουσες ερήμωναν από φοιτητές κι εργαζόμενους, ο Alan συμπεριφερόταν σαν κάποιον που γυρνάει από τη δουλειά στο σπίτι του. Έπλενε και πλενόταν, έτρωγε, άκουγε τη μουσική που του άρεσε στο στέρεο. Έβγαζε από το ψυγειάκι που επίσης είχε φέρει από το blue-van και τοποθετήσει δίπλα στο γραφείο του, κάποιο κουτάκι φτηνής ale. Τα «ροκ του παππού», όπως λένε για την κλασική ροκ προηγούμενων δεκαετιών, κάθε βράδι τα ίδια επαναλαμβανόμενα τραγούδια από Status Quο, Def Leppard, Aerosmith, Dire Straits, αντηχούσαν στο εργαστήριο και τον μακρύ διάδρομο απ’ έξω. Μέσα από εκείνη τη μουσική ξεκινήσαμε τις πρώτες μας συζητήσεις και ήταν μια άλλη πτυχή της αγγλικής κουλτούρας στην οποία μυήθηκα και χρωστάω στον Alan.

Στην αρχή ήταν συνεσταλμένος και συγκρατημένος στην παρουσία μου. Τα βράδια, βλέποντας με καθισμένο μπροστά στον υπολογιστή σε έναν από τους χώρους που είχαν γίνει μέρος της βραδινής του κατοικίας, με χαιρετούσε, με ένα νεύμα του κεφαλιού και ένα απλό ‘Hi!’ πριν απορροφηθεί απερίσπαστος από τις καθημερινές του ενασχολήσεις, τις δουλειές του νοικοκυριού του. Δεν πέρασε πολύς καιρός που με αναγνώρισε ως άνθρωπο άξιο της εμπιστοσύνης του. Η αποκρουστικότητα τους διαμερίσματος-«στάβλου» που είχα νοικιάσει με ωθούσε σχεδόν καθημερινά, μέχρι αργά το βράδι, και σαββατοκύριακα, στον τελευταίο όροφο του κτιρίου της  σχολής. Επομένως, είχα ήδη σχηματίσει πλήρη εικόνα, ίσως καλύτερη από κάθε άλλον, της λαθραίας διαβίωσης του στο Εργαστήριο, που παραβίαζε κανονισμούς, γραπτούς ή άγραφους, του πανεπιστημιακού χώρου και εν αγνοία των κύριων αφεντικών, του Mike και του Tom. Και φυσικά δεν μοιραζόμουν τις εντυπώσεις μου με τις «κεφαλές» του εργαστηρίου και της ομάδας, αν και έβλεπα ότι ήταν θέμα χρόνου πριν η ζωή που είχε παράνομα και κρυφά οργανώσει, θα αποκαλυπτόταν με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ανοιχτήκαμε σταδιακά ο ένας στον άλλον, περισσότερο χάρι στο χρόνο που μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο χωρίς παρουσίες άλλων. Τον ρώτησα για τη μουσική που άκουγε σε μονότονη επανάληψη. Τον ρώτησα για το τι τον έφερε στο πανεπιστήμιο και σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε τέτοια ηλικία και με τέτοια καθυστέρηση. Με κάποια δόση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, που δεν θα έπειθαν πολλούς για τα πραγματικά κίνητρα πίσω από μιαν τόσο δραματική αλλαγή πορείας σε ζωή και καριέρα, μου είπε για το «κανονικό» σπίτι που είχε αγοράσει στο Stevenage και το άφησε κλειδωμένο, μου μίλησε για την σπουδαία θέση μηχανικού που κατείχε στην εταιρία του, με έβαλε να ακούσω την ηχογραφημένη κασέτα από το αποχαιρετιστήριο πάρτι -όταν με μια παράφωνη, αλλά γεμάτη συναίσθημα φωνή, τραγουδούσε μπροστά στο πλήθος των συναδέρφων του, όπως μου έλεγε, το ‘My Way’ του Frank Sinatra.   

Φαινόταν πολύ μοναχικός άνθρωπος ο Alan. Ποτέ δεν αναφέρθηκε σε σχέσεις, με φίλους, γονείς και συγγενείς. Μοναδική εξαίρεση ήταν αναφορές στον αδερφό του. Δεσμό δεν είχε, ούτε μίλησε για κάποιαν από το παρελθόν του, ούτε, διακριτικός όπως πάντα, τόλμησα να ρωτήσω σχετικά. Από την πρώτη στιγμή, όμως, που η Bea, μια Γερμανίδα με μικρό στρόγγυλο πρόσωπο, κοντά αγορίστικα κοκκινόξανθα μαλλιά, ίσιο μονοκόμματο σώμα χωρίς καμπύλες και μια μόνιμη κακοσμία στην αναπνοή, με λίγα λόγια ένα σημαντικό έλλειμμα σεξουαλικότητας και χάρης, εντάχθηκε ως επίσης μεταπτυχιακή φοιτήτρια στην ομάδα, διαπίστωσα στον Alan μια μικρή αναστάτωση και αμήχανες, πλάγιες προσπάθειας να την πλησιάσει. Όπως συμπεριφέρονται συνεσταλμένοι και στερημένοι άντρες που ανιχνεύουν κάποια ευκαιρία στον κύκλο τους ελπίζουν για μια σχέση. Δεν άργησε να μου εκμυστηρευθεί τις κρυφές ελπίδες που έτρεφε για μια σχέση με την Bea, αλλά όπως αναμενόταν (χωρίς να εκφράσω ο,τιδήποτε θα μπορούσε να τον αποθαρρύνει, απεναντίας…) οι ελπίδες εκείνες αποδείχτηκαν φρούδες· οι άγαρμπες προσπάθειες του φαινόταν εξαρχής καταδικασμένες σε αποτυχία: το μποέμικο πακέτο που προσωποποιούσε ο Alan ήταν, όπως και να το έβλεπε κανείς, εντελώς ασύμβατο με την προσωπικότητα της Γερμανίδας, και από την άλλη μεριά ο Alan, ούτε την εμπειρία κατά τα φαινόμενα διέθετε, ούτε και το χάρισμα για να την δελεάσει. Τελικά το μόνο που κατάφερε είναι να της προσφέρει εξυπηρετήσεις , όπως εκδρομές για ψώνια, με το blue-van.

Saturday, November 22, 2025

19γ - Άνθρωποι του Ισλάμ (Μ_ina)

Μετά τις εμπειρίες με τον Σαουδάραβα και την Ofra, η τρίτη προσωπική επαφή με το παγκόσμιο μουσουλμανικό στοιχείο συνέβη στο χώρο της δουλειάς. Μια νέα μεταπτυχιακή φοιτήτρια από την Μαλαισία με το όνομα M_ina, εντάχθηκε στην ερευνητική ομάδα και ο διευθυντής Mike, μου ανάθεσε την επίβλεψή της. (Το είχε αυτό ο Mike: να αναθέτει σε άλλους ό,τι κομμάτι της ακαδημαϊκής εργασίας έβρισκε δύσκολο ή δεν τον ευχαριστούσε ή δεν τον ικανοποιούσε επιστημονικά.) Η M_ina ήταν μια γυναίκα ευγενική και σεμνότυφη, κατά την ακραία μουσουλμανική παράδοση που πηγάζει από τις επιταγές Κορανιού, λιγομίλητη και ντροπαλή γυναίκα, με μηδενικά αισθητήρια προς το βρετανικό ή άλλες εκδοχές του χιούμορ. Η φωνή της ήταν τόσο χαμηλών τόνων και απαλής χροιάς, που παρά τα εξαιρετικά της Αγγλικά, πολλές φορές αναγκαζόμουν να της ζητήσω να επαναλάβει τα λόγια της. Στο γραφείο ερχόταν καθημερινά, ανεξάρτητα καιρού και θερμοκρασίας, με μια πανομοιότυπη ενδυμασία: μια σκούρα καφέ ρόμπα που έφτανε μέχρι κάτω από τους αστραγάλους και ένα μαύρο hijab, που κάλυπτε επιμελώς, εκτός από την κάθε τρίχα του κεφαλιού το μεγαλύτερο μέρος του μετώπου και του λαιμού, και έπεφτε πάνω από τα στήθη της. Στις συνομιλίες μας έστεκε, ίσως από σεβασμό και μάλλον για ακατανόητους θρησκευτικούς λόγους, σε ικανή απόσταση, μεγαλύτερη από της αναπνοής, και δεν κατάφερα να νιώσω κάποια οσμή από το σώμα της, ευχάριστη ή δυσάρεστη, όπως εκείνη του Σαουδάραβα συναδέρφου μου στο Ohio.

Όπως και ο Σαουδάραβας, είχε φέρει τις πρώτες μέρες στο εργαστήριο ένα χαλάκι, και τις ώρες της προσευχής το άπλωνε πίσω από έναν εργαστηριακό πάγκο και προσευχόταν.  Αυτό δεν μου κακοφάνηκε, ούτε ξένισε εμένα τόσο όσο άλλα μέλη του εργαστηρίου και ιδιαίτερα τον γέρο-καθηγητή Tom, o οποίος ένα απόγευμα ήρθε στο εργαστήριο όταν η M_ina απουσίαζε, με το κοκκινισμένο προσωπείο σε ώρες θυμού ή έξαψης στάθηκε δίπλα μου και με ρώτησε: “What do you think of this here?”, δείχνοντας το διπλωμένο σε ρολό χαλάκι της M_ina στη γωνιά του πάγκου. Do you find this reasonable and acceptable?... This is a place for work where we sometimes bring visitors, not for worship… Ridiculous!” Δεν ήξερα τι να απαντήσω στην έκφραση αποδοκιμασίας προς τις θρησκευτικές ρουτίνες της μουσουλμάνας, καταλάβαινα όμως από επαγγελματική άποψη την αποστροφή, μολονότι ο ίδιος ο Tom ήταν ευσεβής Χριστιανός και μέλος της Μεθοδικής Εκκλησίας της Σκωτίας, και από όσο ήξερα τηρούσε με ευλάβεια τις επιταγές τους δόγματός του. (Το ετήσιο πάρτι που οργάνωνε για τα μέλη της ερευνητικής μας ομάδας, που για τους περισσότερους, όντας ατίθασοι νέοι ή ώριμοι άθεοι, το αντιμετώπιζαν, φυσικά εν αγνοία του Tom, ως μια πληκτική υποχρέωση. Ξεκινούσε με τους καλεσμένους καθισμένους γύρω από ένα τεράστιο οβάλ τραπέζι, όπου πριν από το πρώτο πιάτο, που ήταν σούπα με μια φέτα ψωμί, να υποχρεώνονται να σεβαστούν λίγα λεπτά ευλαβικής προσευχής. Αλκοόλ δεν υπήρχε, ούτε έμπαινε στο σπιτικό του, και ο Tom κατά τη διάρκεια του ‘πάρτι’ περιφερόταν εναλλακτικά με την καράφα ή την τσαγέρα και πρόσφερε με το ψυχρό, αλλά φυσικό του σκωτσέζικο χαμόγελο, χυμό ή τσάι.  Ακολουθούσε η κουβέντα ανάμεσα στους παραβρισκόμενους, από την οποία, χάριν ενός άγραφου πρωτόκολλου, εξαιρούνταν θρησκευτικής, πολιτικής και επαγγελματικής φύσεως θέματα, και η οποία, μη έχοντας επομένως πολλά να διαπραγματευτεί, εξαντλείτο σε παρατεταμένες σιωπές ολοένα και μεγαλύτερης διάρκειας, μέχρι την ουσιαστική διάλυση του ΄πάρτι’. ) Οι αυστηρές θρησκευτικές υποχρεώσεις και προσευχές της M_ina, εξαιτίας ενός καλλιεργημένου από το περιβάλλον φονταμενταλισμό και τελικού εγκλωβισμού της σε αυτόν, από τον οποίο απόδραση και απολύτρωση λόγω μιας βαθιάς ριζωμένης θεοφοβίας φαινόταν αδύνατη, δεν επιδέχονταν συμβιβασμό με κάποιο πιο ευέλικτο ωράριο. Η ώρα της ισλαμικής προσευχής είναι καθορισμένες άνωθεν και αδιαπραγμάτευτες. Ενώπιον του αδιέξοδου, η σχολή, με πρωτοβουλία του Tom, της παραχώρησε έναν μικρό χώρο στην ταράτσα, κοντά στην κορυφή του κλιμακοστάσιου: ώστε να προσεύχεται εκτός της θέας και μακριά από την παρουσία φοιτητών, εργαζομένων, περαστικών και άλλων κοσμικών.

Αν και από την μεριά μου συνειδητά άθεος και με ακλόνητες πεποιθήσεις σε θέματα θεού και θρησκειών, η θρησκόληπτη συμπεριφορά της M_ina δεν με ενοχλούσε, απλώς με παραξένευε και την παρατηρούσα με ενδιαφέρον, μερικές φορές με την κρυφή περιφρόνηση ενός μαρξιστή-ματεριαλιστή.  Και είναι αλήθεια ότι ήθελα να ακούσω από την ίδια επί της ουσίας της πίστης της, την αιτιολόγηση των πεποιθήσεων και του τελετουργικό που κατά κάποιο παραμόρφωναν την παρουσία της και την ανήγαγαν σε σχεδόν παρία. Από συμπάθεια και μόνον προς το πρόσωπό της και σεβασμό προς τις πεποιθήσεις της, όσο αποστεωμένες και να φαίνονταν, απέφυγα να ανοίξω τέτοιου είδους κουβέντες στα περιθώρια της επαγγελματικής μας συνεργασίας. Ήταν ευγενική και υπέθεσα εύθραυστη, ενώ η ίδια με αντιμετώπιζε με σεβασμό, ίσως και δέος. Στα τετ-α-τετ μας δεν απέφευγε να με κοιτάει στα μάτια, επίμονα σαν γοητευμένη -από τις γνώσεις μου ή από κάποια μυστική έλξη (ποιος ξέρει;) με ένα βλέμμα, που, ίσως λαθεμένα, διαισθάνθηκα ότι άγγιζε σφαίρες βαθύτερα κρυμμένων και καταπιεσμένων αισθημάτων. Στο ίδιο βλέμμα και τρόπους έβλεπα όμως βαθιά χαραγμένη την καταπίεση που ασκούσε η θρησκεία της, στο γυναικείο φύλο της ειδικότερα. Για αυτό ήμουν βέβαιος. Έφευγε, κάθε απόγευμα, την ίδια ώρα από το εργαστήριο έχοντας εκπληρώσει στην εντέλεια τόσο τα θρησκευτικά, όσο και τα ερευνητικά της καθήκοντα. Και κάθε φορά, έξω από την πόρτα της σχολής, την περίμενε ο άντρας της. Τον συνόδευε αμίλητη, ακολουθώντας πάντα μερικά βήματα πίσω του, μέχρι το αυτοκίνητο στο διπλανό πάρκινγκ, όπου καθόταν στο πίσω κάθισμα -όπως σε ταξί.

Μετά από μια βδομάδα απουσίας της M_ina από το εργαστήριο μας το Μάη του 1993, με έκπληξη βρήκα στο γραμματοκιβώτιο μου στη Σχολή, ένα σύντομο χειρόγραφο γράμμα σε χαρτί που συνήθως χρησιμοποιείται σε ρομαντικής φύσεως αλληλογραφία, καθώς είχε μια εικόνα με λουλούδια στο πάνω τεταρτημόριο. Μου έγραφε για τον ίκτερο από τον οποίο ανάρρωνε, για το μωρό που είχε γεννήσει πριν ξεκινήσει την δουλειά της, και που δεν ήξερα αλλά φανταζόμουν ότι μεγάλωνε, την αρρώστια που και αυτό περνούσε… Το έκλεινε με την ελπίδα και τις «θερμότατες ευχές» της να είμαι καλά. Το βρήκα καλοπροαίρετα παράξενο. Περισσότερη όμως έκπληξη ένιωσα, μαζί με αμηχανία, εν μέρει φυσιολογική σε ανθρώπους σαν του λόγου μου που δυσκολεύονται να εκφράσουν συναισθήματά, με το δεύτερο γράμμα που έλαβα λίγες βδομάδες αφού άφησα τη δουλειά μου στο Birmingham, ενώ η M_ina ήταν ακόμα ήταν στο μισά της διατριβής της. Αυτή την φορά ήταν εκτυπωμένο σε ένα κίτρινο χαρτί, συνταγμένο με προσπάθεια όσο και συναίσθημα από την ψυχή-άβυσσο μιας μουσουλμάνας - σε ατελή Αγγλικά:

To L,

First and foremost, I am very sorry to have written this letter. Please do not be surprised to read further… You might already be on a pleasant journey… to a much more interesting, exciting and challenging future lying ahead - but a different working and life environment.

May I take this opportunity to wish you, again, all the very best in your future life. May you find a much better life over there, and much-much better each time you move into a new environment. I am really sad to not seeing you around anymore. It is not merely because that you have been such a tremendous help to my student life, but, it’s much more special than that. I don't have precise words to express. However, you have been motivating me, ever since I started my research work. I found excellent personality in you. Your dedication to work really admires me and motivated me further. Of course, my husband and kids have been my greatest motivator, all this while. Even though I have small kids around, they really added strength to me - pushing me hard to gain lots of experience over here, and be their best mother.

I will be missing you -a true friend and working mate. Tears did fill my heart when you told me the surprising news that you will be leaving for good. Please forgive me if I have done anything which might have hurt you, or caused any trouble. Whatever is bad in me that you might have encounter, each is my very own weakness -- which I am improving myself. However, those that are excellent - they are the product of my faith. And, I treasure all the worthy guidance, discussions, ideas, suggestions, etc.

 Last, but not least, may we meet again in the future. Perhaps when my family and I are returning home for good (at the airport) …or perhaps you will be on holiday, someday, in my country and give us a visit or just a ring… Only God knows where and when this will be, right? Please accept a tiny and inexpensive but special gift from us - it is not from my country though. You can put artificial flowers in it, or just freshly cut flowers - to freshen and brighten your working desk.

Keep up your excellent personality! It is really wonderful to have known and worked with you.

(Today, I am already 33 yrs 12dys - not much time left to live!)

Συγκινήθηκα λιγάκι, στιγμιαία. Δεν ήξερα τι να γράψω ως απάντηση και πως θα εκλαμβανόταν, και τελικά δεν απάντησα. Πέρα από την έκδηλη ευγνωμοσύνη και σεβασμό, διάφανη στο γράμμα, δεν κατάφερα να λύσω το μυστήριο των πραγματικών αισθημάτων που μπορεί να έκρυβε η βαθιά ψυχή της μουσουλμάνας. Θα έμεναν σκέψεις και αισθήματα κρυμμένα, αλυσοδεμένα στο νου, πίσω από το τσαντόρ της πίστης και του θεού της. Μόνο μέσα από το βλέμμα, εκείνο το «παράθυρο της ψυχής» και το ύφος θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν, αλλά και έμεινα ερμητικά κλεισμένα πίσω από κάποια δυναστική και καταναγκαστική σεμνοτυφία, διστακτική και μυστικιστική. Ας την έχει καλά ο θεός της!

19β - Άνθρωποι του Ισλάμ (Μουσουλμανικό Μωσαϊκό)

Το Birmingham είχε και έχει μια πολυπληθή μουσουλμανική κοινότητα, στον πυρήνα της προερχόμενη από το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, αλλά η Αιγύπτια Ofra, διαφορετική σέκτας και κληρονομιάς, ήταν η μοναδική και, όπως αποδείχτηκε, η στενότερη προσωπική «επαφή» με μουσουλμάνο. Προηγήθηκε η σουρεαλιστική εμπειρία που πρόσφερε ένας Σαουδάραβας, με τον οποίο μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο στο εργαστήριο της Αμερικής, ένας χαρακτήρας με πλούσια, μαύρα γένια και άγρια βλέμμα, και έντονα χαρακτηριστικά προσώπου που θύμιζαν Osama bin Laden. Αλλά ήταν ευγενικός και είχε φιλικούς τρόπους. Την είσοδο του στο χώρο του γραφείου ντυμένος συνήθως σε ένα λευκό thobe τη συνόδευε μια έντονη μυρωδιά ιδρωμένης μασχάλης που δεν γνωρίζει από αποσμητικό. Ευτυχώς, το δωμάτιο ήταν ευρύχωρο, καθόμουν στην άλλη άκρη του από τον Σαουδάραβα και κοντά στην πόρτα, ενώ το air-conditioning έκανε στην Αμερική καλή και εντατική δουλειά σε κλειστούς χώρους τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε προκαθορισμένες ώρες της προσευχής, στη διάρκεια της μέρας και κάθε μέρας, άπλωνε ένα χαλάκι που κρατούσε διπλωμένο κάτω από το γραφείο του, και ξεκινούσε, σκυμμένος καταμεσής του δωματίου και στραμμένος προς την ανατολική τζαμόπορτα, με ευλαβική προσήλωση στο ρυθμό και την ακολουθία των κινήσεων, το τελετουργικό του salah. Στην αρχή παραξενεύτηκα από το μυστήριο, όπου στην ησυχία του δωματίου μόνον ο αχός από την τριβή του ρουχισμού του ακουγόταν, και ίσως κακώς ένιωσα ελαφρά προσβεβλημένος από την παραβίαση κάποιας άγραφης δεοντολογίας για τη συμπεριφορά σε κοινόχρηστους χώρους, την περιφρόνηση της παρουσίας μου, και ενδεχόμενα των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων. Με τον καιρό, το συνήθισα, και τελικά με άφηνε αδιάφορο. Την προσευχή του Σαουδάραβα τη διέκρινε μια παθητικότητα και εσωτερικότητα. Ζύγισα στο μυαλό τις ανάλογες, συχνά περισσότερο θορυβώδεις και προσβλητικές για τη συνείδηση και ισοπεδωτικές τελετουργίες της ορθόδοξης εκκλησίας πίσω στην πατρίδα μου, σκέφτηκα και τη δράση μου μέσα από την οργάνωση, με ηχηρές επιδρομές προπαγάνδας για να πείσουμε για δόγμα και ιδέες. Γιατί να με ενοχλούν οι εκδηλώσεις πίστης ενός φουνταμελιστή μουσουλμάνου;    

Πριν και μετά την Ofra, το μεγαλύτερο μέρος των πλέον θρήσκων και ευσεβών της ισλαμικής κοινότητας του Birmingham ζούσαν σε κοινότητες σχετικά στεγανές από τις πιο εύπορες συνοικίες κοσμικών λευκών. Αντιπροσώπευαν μια και δυο γενιές μεταναστών, που από τις αποικίες της βρετανικής αυτοκρατορίας ήρθαν στην Αγγλία για μια καλύτερη μοίρα. Στην πλειοψηφία τους εντάχθηκαν ιστορικά στα κατώτερα εισοδηματικά, φτωχά στρώματα του πληθυσμού, από τα οποία, ως γνωστόν, κάποιος δύσκολα δραπετεύει, ιδιαίτερα όταν δεν διαθέτει ιδεολογικά εφόδια και ανοιχτό μυαλό απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η φτώχια ήταν εμφανής στις συνοικίες γύρω από το κέντρο, που ο πυρήνας της ισλαμικής κοινότητας είχε συγκεντρωθεί και πληθύνει– το Small Heath, το Balsall Heath, το Moseley. Στις περιηγήσεις μου με αυτοκίνητο, καθώς ο αδικαιολόγητος φόβος του ξένου και αμύητου στους παλμούς, τις δομές και πολυπολιτισμικότητα της πολιτείας με ανάγκαζε να αποφεύγω ως περιπατητής εκείνες τις περιοχές, παρατηρούσα με ενδιαφέρον γέροντες, αλλά και νεότερους, με κάτασπρες kurta-pajama, να περιφέρονται γύρω από το κεντρικό τζαμί τις Παρασκευές και ανοιχτόχρωμες, αλλά ομοιόμορφες στα High Streets των συνοικιών, τις γυναίκες, πολλές σε μαύρες ασφυκτικές burka, άλλες σε ποικιλόχρωμα chador, άλλες με niqab στο κεφάλι, οι νεότερες φαινομενικά περισσότερο μοντέρνες (κατά την αδαή γνώμη μου) με hijab σε πιο φανταχτερά χρώματα.

 Οι εργατικές συνοικίες γύρω από το εργοστάσιο αυτοκινήτων και τις βιομηχανίες του Longbridge, η συνοικία της J ανάμεσά τους, κατοικούνταν στην πλειοψηφία τους από λευκούς blue-collars, με πολλές ρατσιστικής υφής προκαταλήψεις απέναντι σε μουσουλμάνους Ασιάτες, αλλά και νέγρους μετανάστες από την Αφρική και Καραϊβική. Θα χρειαζόταν να βυθοσκοπούσα στα εσώτερα της προλεταριακής οικογένειας και οικογενειακού κύκλου της J, για να πάρω μια ιδέα για το μέτρο και τις ρίζες αυτών των προκαταλήψεων. Θα μπορούσαν να γραφούν διατριβές για τα ιστορικά και κοινωνικά αίτια του ρατσισμού στα Midlands της Βρετανίας, κάτι που προϋποθέτει διεξοδική ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα και ανάλυση, και το ελάχιστο δυνατό στην πορεία της διήγησης, είναι να ομολογήσω πρόχειρα δικές μου ριζωμένες προκαταλήψεις απέναντι σε εθνότητες, έθνη, θρησκείες, κατηγορίες ιδεολόγων, επαγγελματικές συντεχνίες, και για το πως διαμορφώθηκαν αυτές στην καθ’ οδόν ζωή από προσωπικές εμπειρίες και την τριβή με τον κόσμο. Ένας συνάδερφος είπε κάτι που το βρήκα σε γενικές γραμμές σωστό: «Ο καθένας μας είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ρατσιστής

19α - Άνθρωποι του Ισλάμ (Ofra)

Τα σκαμπανεβάσματα στη σχέση με την J συνεχίστηκαν, όπως συνέβαινε από την πρώτη φάση μαζί. Σε ένα από τα πολλά κενά απόστασης που ακολουθούσαν τις συγκρούσεις μετά τις αποκορυφώσεις πάθους, σε μια από τις βραδιές στο κατάμεστο Ulysses με τα «παιδιά» και τον ελληνικό φοιτητόκοσμο του Birmingham, γνώρισα μια χαριτωμένη κοπέλα, με σκουρόχρωμη επιδερμίδα, σγουρά κορακίσια μαλλιά και μαύρα μάτια, αιγυπτιακής καταγωγής. Την λέγανε Ofra. Στεκόταν στο μπαρ δίπλα μου και μου χαμογέλασε πρώτη. Της ανταπόδωσα το χαμόγελο. Ήταν μικροκαμωμένη, με σχετικά πλούσιο στήθος, ευχάριστα προσιτή και σχετικά εύκολα, χωρίς να χρειαστώ τα δεκανίκια του πιοτού, άνοιξα κουβέντα μαζί της. Πάντα υπάρχει ένα είδος συνάφειας ανάμεσα σε γεωγραφικά και γενετικά συγγενικές ράτσες. Ερχόταν στο Ulysses γιατί έβρισκε τους ρυθμούς της ελληνικής μουσικής οικείους· θύμιζαν την πατρίδα της.

Ξαναβρεθήκαμε με την Ofra δυο φορές ακόμα. Κατάλαβα ότι με άρεσε. Ανάφερε συχνά, μάλλον αυτάρεσκα εξαιτίας μιας λανθάνουσας ανασφάλειας, τα «φυσικά σγουρά μαλλιά της» και την επιδερμίδα της που δεν χρειαζόταν make-up. Την δεύτερη (και τελευταία) φορά που βγήκαμε μαζί, μετά από ένα σύντομο απογευματινό ποτό σε ένα ήσυχο και κοσμοπολίτικο pub του κέντρου την έφερα σπίτι, με κρυφές «πονηρές προθέσεις»: ώστε να νιώσω, πέρα από τα μαλλιά που με άφησε να αγγίξω, την επιδερμίδα, τα στήθη, να μυρίσω τα αρώματα, που όπως μου έλεγε με σκανδαλιστικό χαμόγελα περιτύλιγε το κορμί καθημερινά στο μπάνιο της. Στο pub άρχισα να διαπιστώνω μερικές από τις προκαταλήψεις που είχαν καταλάβει την ψυχή και το πνεύμα της από τη θρησκεία που ασπαζόταν και που, όπως μου έλεγε, ερμήνευε κατά το δοκούν με έναν δικό της, εξατομικευμένο τρόπο, εντός ενός γενικότερου θεολογικού πλαισίου. Βέβαια, αυτές οι κατά το δοκούν ερμηνείες συμβαίνει με τους περισσότερους πιστούς δογμάτων και θρησκόληπτους. Είχα ήδη εκτεταμένη εμπειρία από την υποκρισία της ελληνικής χριστιανικής ορθοδοξίας, που συνετέλεσε ιστορικά σε μιαν εθνική οπισθοδρόμηση. Την πίστη της στο Ισλάμ την χαρακτήρισε «χαλαρή και φιλελεύθερή», μάλλον για να μην με αποξενώσει ψυχολογικά και αισθηματικά, έχοντας ήδη αναλύσει και κουβεντιάσει τις αδιαπραγμάτευτες απόψεις μου επί του θέματος.

Δεν ήταν, όμως, αρκετά «φιλελεύθερη» η στάση της, όπως και να ερμηνεύεται αυτό, καθώς ο καθένας δίνει επίσης υποκειμενικές ερμηνείες στον όρο «φιλελεύθερος», που συνήθως αντανακλούν το modus vivendi που επέλεξε, συνήθως ακούσια και όχι από «ελεύθερη βούληση». Καραδοκούσε ένα έμφυτος φόβος στην ψυχή της για την οργή και κατάρα του ανώτερου όντος -κατά τις δοξασίες του κορανιού ώστε να αγγίξει αλκοόλ ή αντρικό σώμα, και άλλα καθημερινά και τετριμμένα. Συγκράτησα κι εγώ την κατανάλωσή αλκοόλ εκείνο το απόγευμα, αλλά εξακολουθούσα να διατηρώ ελπίδες ότι θα επιχειρούσε το ξεπεράσει τα φράγματα που έθετε το δόγμα της.

Πίσω στο σπίτι, ξαπλωμένοι δίπλα στο στρώμα μου, ανακάλυψα και άλλες προκαταλήψεις σημαντικότερες από την κατανάλωση αλκοόλ. Όντας η πρώτη φορά επαφής μου με κάποια γυναίκα ισλαμικών πεποιθήσεων, με ξένισαν και τελικά ματαίωσαν κάθε πρόθεση σαρκικής προσέγγισης και επαφής. Ήταν παρθένα, παρά τα είκοσι, εικοσιένα χρόνια της, παραιτημένη σε μεγάλο βαθμό στην προοπτική ενός αρραβώνα και γάμο με ομόθρησκο, κατά προτίμηση από την πατρίδα της, και προσυμφωνημένου ερήμην από την οικογένειά της, χωρίς απαραίτητα την συγκατάθεσή της. Η κρυφή της λαχτάρα και θέληση να νιώσει απελευθερωμένη στον έρωτα είχε συνθλιβεί από το οικογενειακό της περιβάλλον και την θρησκεία του, ιδιαίτερα τον μεγάλο της αδερφό, που όπως μου τον περιέγραψε με έντονα χρώματα, ήταν αυστηρό και φοβερά, και αδίστακτο προς οποιονδήποτε θα σφετεριζόταν την τιμή της αδερφής του. Στα δυο ραντεβού φαινόταν ότι έτρεμε το φυλλοκάρδι της και ζήτησε την κατανόηση μου για την διστακτικότητα της και τις προφυλάξεις μας από τα μάτια του έξω κόσμου.

Φυσικά δεν καταλάβαινα τίποτε από όλα αυτά. Δεν έβλεπα τίποτε περισσότερο από έναν ιστορικά εγκάθετο πολιτιστικό παραλογισμό από μεσαιωνικές δεισιδαιμονίες, και πήρα μόλις λίγα λεπτά για ένα αξεπέραστο φράγμα να υψωθεί ανάμεσα σε μένα και στο μέχρι πρότινος αντικείμενο του πόθου μου. Φοβήθηκα, είναι αλήθεια, και τον αδερφό της που, από τις διηγήσεις της Ofra, είχα βεβαιωθεί ότι εκλάμβανε θέματα οικογενειακής τιμής εξαιρετικά σοβαρά. Άπρακτος, την άφησα στο πάπλωμα του δωματίου μου και πήγα να κάνω ένα μπάνιο, περισσότερο για να σβήσω τη φωτιά μέσα μου από την διέγερση, και λιγότερο για να παρουσιάσω στην Ofra δείγματα της σαρκικής απελευθέρωσης που διέκρινε την μισο-εξευρωπαϊσμένη φυλή μου, από τον μουσουλμανικό κόσμο. Έβγαλα τα ρούχα μου και ξάπλωσα στο ζεστό νερό της μπανιέρας με μόλις λίγα αραιά συννεφάκια από το αφρόλουτρο να καλύπτουν το επίμαχο μέρη του σώματος. Η διέγερση από την παρουσία και μόνο της Ofra δίπλα μου στο πάπλωμα είχε προκαλέσει, μαζί με τις φρούδες φαντασιώσεις των, όπως αποδείχτηκε, απίθανων σεξουαλικών περιπτύξεων με μιαν εξωτική ύπαρξη, φυσιολογικά μια στύση, που οι διαθλαστικές ιδιότητες του νερού την μεγέθυναν ενώ οι αφροί στο λουτρό ήταν αδύνατο να καλύψουν. Άφησα, για τον λόγο που ανάφερα, την πόρτα του μπάνιου ανοιχτή. Προς έκπληξή μου, σε λίγο εμφανίστηκε η Ofra, στάθηκε πάνω από τη μπανιέρα, και στην προσπάθεια να μου μιλήσει κοιτάζοντας με στα μάτια δεν απέφυγε παρατεταμένες ματιές κάτω από την επιφάνεια του νερού. Το πρόσωπο της σκεπάστηκε από ένα ύφος απορίας και ίντριγκας και κόμπιασε στα λόγια της. Υπέθεσα ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ζωντανά αντρικά γεννητικά όργανα. Would you like to join me in the bath?τη ρώτησα. Μου χαμογέλασε με απορριπτικό χαμόγελο και βγήκε από το μπάνιο με μια αινιγματική έκφραση στο πρόσωπό της. Δεν την ξαναείδα από τότε, ούτε στο Ulysses, ούτε πουθενά στην πόλη. Δεν την είχα αγγίξει είτε φιλήσει, και η μόνη επαφή με το σώμα της ήταν ένα ελαφρό ανακάτεμα των ‘naturally curly hair’ για τα οποία ήταν περήφανη.

Sunday, November 16, 2025

18 - Επίδοξος Manager (Αλήθεια;)

Είχα μπει στον δεύτερο και τελευταίο χρόνο της εργασιακής μου σύμβασης με το πανεπιστήμιο. Η ερευνητική προσφορά στο αντικείμενο που μου ανατέθηκε προσέγγιζε από κάθε άποψη, πρακτική, πειραματική, θεωρητική, ένα σημείο κορύφωσής. Ένιωθα ότι αργά ή γρήγορα θα εξαντλούσα τα υπόλοιπα στενά περιθώρια κάποιας σημαντικής ή καινοτόμου  συνεισφοράς. Η έρευνα φαινόταν ότι πλησίαζε ένα σημείο κορεσμού στο στενό αντικείμενο που διαπραγματευόμουν: τόσο σε μένα και στο ακροατήριο στο οποίο απευθυνόταν (βιομηχανικοί χρηματοδότες και η μικρή ακαδημαϊκή κοινότητα που έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον). Όφειλα στον εαυτό μου κυρίως και το αρκετό μέλλον που ακόμα είχα μπροστά να αναζητήσω καινούργιες λεωφόρους στη σταδιοδρομία μου να ακολουθήσω στην σταδιοδρομία -πέρα από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης. Με άλλα λόγια, αργά ή γρήγορα έπρεπε να αρχίσω το ψάξιμο για δουλειά, λίγο-πολύ από το σημείο που είχα άφησα στο τέλος της θητείας. Η ζωή δεν κοντοστέκεται να περιμένει και η δουλειά είναι στον πυρήνα της φάσης ωριμότητας που εισερχόμουν.

Ο Γιώργος Μ, λέκτορας σε μια από τις σχολές επιχειρηματικής διοίκησης, με τουπέ και αυτοπεποίθηση, μεγάλη σιγουριά στον εαυτό και τον ρόλο του στον κόσμο, και αποκρυσταλλωμένα σχέδια στη ζωή, είχε καλές προθέσεις όταν με συμβούλευσε να παρακολουθήσω μαθήματα στο Business Administration πρόγραμμα που πρόσφερε το πανεπιστήμιο. Θα μου έκαναν και έκπτωση στα αλμυρά δίδακτρα! Μέχρις τότε, εν μέρει λόγω ιδεολογικών προκαταλήψεων και επιστημονικής ακαμψίας, που η αποκλειστική απασχόληση σε ακαδημαϊκούς χώρους δεν επιτρέπει να ξεπεραστούν εύκολα, τις σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων τις θεωρούσα όχημα για εκείνους που είχαν σκοπό να υποτάξουν την καριέρα τους, τα προσόντα, τη γνώση και δεξιότητες και ενέργεια τους, στην υπηρεσία του κεφαλαίου, στην αύξηση της παραγωγικότητας της εκμεταλλεύσιμης εργασίας, χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον ανθρώπινο παράγοντα, της κερδοφορίας σε καθεστώς ανταγωνισμού, με απώτερο σκοπό προσωπικό πλουτισμό και το κοινωνικό status από όσο το δυνατό μεγαλύτερη αρπαγή της υπεραξίας που η εργασία παράγει. Οι μνήμες από την «μαρξιστική» παρέμβαση στο μάθημα Διοίκησης Επιχειρήσεων που παρακολούθησα στην σχολή ήταν νωπές. Από την άλλη μεριά, σκέφτηκα, ότι θα μου δινόταν μια ίσως μοναδική ευκαιρία να μάθω τα τεχνάσματα της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, τι κρυβόταν πίσω από την ακατανόητη στις μάζες jargon και τα ακρωνύμια που χρησιμοποιούσα οι οικονομικές αυθεντίες στις αναλύσεις τους στα μέσα, οι τραπεζίτες και οικονομικοί σύμβουλοι στις εκ του πονηρού προτάσεις για επενδύσεις, τον μυστικισμό που περίβαλε τα χρηματιστήρια και τις αγορές. Ίσως, θα μπορούσα όλα όσα μάθαινα να τα συσχετίσω με την γνώση της μαρξιστικής οικονομίας που κατείχα σχετικά καλά. 

Τελικά αποφάσισα να παρακολουθήσω τουλάχιστον το πρώτο σκέλος και χρόνο του προγράμματος, ένας φτωχός επιστήμονας εγώ, μηχανικός ανάμεσα σε επίδοξους managers που στόχευαν εξέλιξη στις εταιρίες τους και, αντίστοιχα, σε ταξικό και κοινωνικό status, ως έναν αυτονόητο σκοπό, καθώς αυτό στον καπιταλισμό μετριέται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από το εισόδημα και την περιουσία που κάποιος αποκομίζει, με μια λέξη από το χρήμα. Αν και παράταιρος και εκκεντρικός σε εκείνη την τάξη, λόγω καταγωγής και τεχνικής απασχόλησης, παρόλα αυτά σχετικά διακρίθηκα και κέρδισα το σεβασμό από «συμμαθητές» -στην πλειοψηφία τους ώριμοι επαγγελματίες και μικρό-manager σε επιχειρήσεις, αλλά και τους δασκάλους -μέχρι και τον ιδιόρρυθμο διευθυντή του προγράμματος. Ο τελευταίος, αν και με δέχτηκε απρόθυμα στο πρόγραμμά του, και  δεν μου πρόσφερε την πλήρη απαλλαγή των διδάκτρων που είχε επιτυχώς διεκδικήσει και απόλαυσε ο Γιώργος Μ, στο τέλος του πρώτου χρόνου, κοντά στη λήξη και της σύμβασης, με συνεχάρη για τις αποδόσεις μου και με παρότρυνε να συνεχίσω και μάλιστα χωρίς δίδακτρα. Ήταν όμως αργά. Αναγκάστηκα, κάτω υπό οικονομική και επαγγελματική πίεση, να περάσω σε ένα άλλο στάδιο στη δουλειά και τη ζωή μου.

Στα «Χρηματοοικονομικά», πάντως, έμαθα ό,τι χρειαζόμουν. Αποκόμισα χρήσιμα στοιχεία γύρω από το πως κινείται ο τροχός της οικονομίας και τα εφάρμοσα αποτελεσματική στην ατομική μου «μικροοικονομία». Δεν ήταν χάσιμο χρόνου και χρημάτων. Φιλοδοξίες καριέρας manager σε καπιταλιστική επιχείρηση ποτέ πραγματικά δεν είχα. Αργότερα θα επιβεβαιωνόταν από την ίδια την επαγγελματική καριέρα μου ότι, ούτε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο σε μια ξένη χώρα εκπληρούσα, ούτε, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα που ένας τέτοιος ρόλος απαιτεί. Πολλοί λένε ότι οι ηγέτες δεν γίνονται, αλλά γεννιούνται. 

17 - Ένας Φίλος από τα Παλιά

Τουλάχιστον ανακτήσαμε ένα μέρος του «βασιλείου των αισθήσεων», που είχε εξαρχής κτίσει η γνωριμία με την J· ζωντάνευσε μια φωτιά πίσω από εκείνο το γαλανό φλεγματικό ύφος, και ο αμοιβαίος πόθος βρήκε και πάλι ανταπόκριση στον άλλον. Από την άλλη μεριά, τα οικονομικά παρουσίαζαν, μετά την μετακόμιση στο άθλιο διαμέρισμά, κάποια μικρή αν όχι θεαματική βελτίωση. Το φθινόπωρο του 1994 θα έφερνε και άλλες αλλαγές που θα με μετατόπιζαν λίγο ακόμα πιο πέρα από ένα, όπως έβλεπα, αξιολύπητο τέλμα και την κακομοιριά.

 Ένας πρώην φίλος και σύντροφος από την φοιτητική παρέα, ο Α, θα κατέφθανε στην Αγγλία μαζί με την επίσημη κοπελιά του, την λαμπρή και κομψή Π, που εμφανισιακά ξεπερνούσε το επίπεδο της κοινής φοιτητικής γκόμενας. Η Π το προτελευταίο έτος είχε εγκαταλείψει την αγκαλιά του άλλου κοινού φίλου, του Λ, του οποίου ήταν φιλενάδα και συντοπίτισσα (από «φιλοτομαρισμό» εκ μέρους και των δυο, κατά τον Λ) για να πέσει σε κείνη την οικονομικά ασφαλέστερη και με καλύτερες προοπτικές του Α. Ο τελευταίος, φυσικά, δεν δίστασε να αδράξει την ευκαιρία, το «κελεπούρι», πιθανόν από «φιλοτομαρισμό» και αυτός κινούμενος. Εκείνη, η ας την πούμε δραπέτευση της Π με τον νέο της ευκατάστατο εραστή, έγινε αντικείμενο κριτικής και κουτσομπολιών στους κύκλους της οργάνωσης και της σχολής, και αιτία για τον τερματισμό της έως τότε ισχυρής φιλίας ανάμεσα στο Λ και τον Α, που είχε στεριώσει από το πρώτο έτος των σπουδών μας. Την περίοδο εκείνων των ερωτικών αψιμαχιών προετοίμαζα την αναχώρησή μου για την Αμερική, αλλά πριν φύγω πρόλαβα και εξέφρασα συμπάθεια και κατανόηση μου προς τον Λ, έχοντας επίγνωση της ακεραιότητας του χαρακτήρα του, σε αντίθεση με μιαν ομολογουμένως φιλαυτία που είχα από νωρίς διακρίνει στον Α. Από την άλλη, δεν είχα πολύ-καταλάβει το μέγεθος του ντόρου περί του τελευταίου ερωτικό «τρόπαιο» του Α (και του Λ, πριν από αυτόν). Την Π μόνον εξωτερικά και επιφανειακά γνώριζα και δεν την θεωρούσα εξαιρετικά ελκυστική. Ήταν ψηλή με καλλίγραμμο κορμί, αλλά η αραιή οδοντοστοιχία πίσω από ένα σπάνιο χαμόγελο και η μπάσα φωνή, αφαιρούσαν μονάδες από την παρουσία της –στα μάτια μου τουλάχιστον. Η γενική αντιπάθεια, δική μου και άλλων, πήγαζε κυρίως από τον υπεροπτικό αέρα και την αυταρέσκεια της, που ωστόσο έκανε την προσωπικότητά ταιριαστή με αυτή του Α. Εν ολίγοις, ήταν και οι δυο τους καλοαναθρεμμένα καλόπαιδα εύπορων, μεσοαστικών οικογενειών, αν και αυτή του Α επαρχιακής καταγωγής, και, άρα, το έδαφος ήταν γόνιμο για κατάληξη σε συζυγική σχέση και κτίσιμο οικογένειας. 

Δέχτηκα εκείνο το φθινόπωρο με χαρά την πρόταση του Α για συγκατοίκηση, δυο μόλις μήνες αφού είχα εγκαταλείψει το διαμέρισμα που μοιραζόμουν με τον καλοπροαίρετο και φιλότιμο George και μετακομίσει στο διαμέρισμα-«στάβλο». Η έντονη μου επιθυμία να δραπετεύσω από εκείνη την σκοτεινή τρύπα ξεπερνούσε κατά πολύ τις αντίρροπες δυνάμεις, κυρίως από τις ενοχές προς τον George, τις οικονομικές συνέπειες από την διακοπή του εξάμηνου συμβολαίου στο διαμέρισμα που νοίκιαζα, και λιγότερο ένα αίσθημα μειονεξίας απέναντι στον Α. Και έφυγα. Κυριολεκτικά δραπέτευσα κρυφά, αργά ένα βράδυ, όταν τα φώτα στο αρχοντικό του ραντιέρη δίπλα είχαν σβήσει και η γειτονιά κοιμόταν. Φόρτωσα τα λίγα πράγματά μου στο Vauxhall, μόνος και χωρίς βοήθεια: δεν ήθελα κανείς να γίνει μάρτυρας της ζωής μου στο παράπηγμα τον τελευταίο καιρό. Ο Α προσφέρθηκε να με δικαιολογήσει στον ενοικιαστή με ένα τηλεφώνημα λίγες μέρες μετά την δραπέτευσή μου χρησιμοποιώντας ένα ευφάνταστο ψέμα – μιαν δήθεν επείγουσα οικογενειακή υπόθεση, που με ανάγκασε να φύγω ξαφνικά. Δεν κατάφερε να πετύχει την επιστροφή των δύο ενοικίων που είχα προκαταβάλει από τον στριφνό ιδιοκτήτη.

Τελικά η ζωή, στο ματεριαλιστικό της κομμάτι, βελτιώθηκε σημαντικά στην αξιοπρεπέστερη μονοκατοικία που μοιραζόμαστε με τον Α και για την οποία δεν θα ντρεπόμουν πλέον. Είχα κατανοήσει την σημασία του οικιακού περιβάλλοντος στο ηθικό του ανθρώπου. Βολεύτηκα στο μικρότερο από τα δύο υπνοδωμάτια· δεν τίθετο καν θέμα διαπραγμάτευσης στη μοιρασιά των χώρων με τον συμφεροντολόγο, όπως αναμενόταν. Ωστόσο, τα περισσότερα σαββατοκύριακα το σπίτι βρισκόταν στη διάθεσή μου, καθώς ο Α κατέβαινε στο Bristol όπου η Π έκανε το δικό της “μαστεράκι” (απαραίτητη «επένδυση» μεσοαστών Ελλήνων στα βλαστάρια τους ώστε να τους εξασφαλίσουν τα απαραίτητα προσόντα για να τους φτάσουν και ξεπεράσουν κοινωνικά), ενώ τις λίγες φορές που η Π ανέβαινε στο Birmingham, προσπαθούσα να αποφύγω την συναναστροφή τους. Ούτε και κείνοι την επεδίωκαν: έδειχναν ή και πραγματικά ήταν ερωτευμένοι, και απέδιδαν τη δέουσα αξία στην ιδιαιτερότητα της αγάπης τους και την καλή ζωή για έναν χρόνο στην Αγγλία.

Ένα σαββατόβραδο θόρυβοι από το διπλανό δωμάτιο, ένα ρυθμικό τρίξιμο του κρεβατιού, ήχοι  από την κρουστική επαφή δύο σαρκών, και άρρυθμοι, υπόκωφοι αναστεναγμοί, από την προσωπική εμπειρία τουλάχιστον, δεν στοιχειοθετούσαν ερωτικό παροξυσμό, αλλά ερωτική πράξη συνήθειας χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση. Ίσως, βέβαια, να υπήρχε συγκράτηση εν γνώσει της παρουσίας μου στο διπλανό δωμάτιο και της κακής ηχομόνωσης. Ανακάλεσα από την μνήμη τα ακούσματα των γειτόνων μας στο πατρικό σπίτι· πόσο τα προσδοκούσα τα μοναχικά σαββατόβραδα της εφηβείας, πόσο οι αναστεναγμοί της γειτόνισσας με διέγειραν καν αναβάθμιζαν την αυτοικανοποίηση. Σε αντιδιαστολή οι ήχοι από το διπλανό δωμάτιο εκείνο το βράδι δεν κατάφεραν να με διεγείρουν στο ελάχιστο. Μετά από μερικά σαββατοκύριακα, τις μεταμεσονύχτιες ώρες έφερα την J στο δωμάτιο μου. Το βυθισμένο στο σκοτάδι σπίτι και η ησυχία μου έλεγαν ότι ο Α και η Π κοιμόταν δίπλα. Ο έρωτας με τη J είχε την γνώριμη ένταση και πάθος και κλιμακούμενοι ρυθμικοί αναστεναγμοί της, που πάντα ενεργούσαν ως θετική ανάδραση στο libido και την ενέργειά μου, παρά τις προσπάθειες να την σιγάσω σίγουρα διαπέρασαν την λεπτή μεσοτοιχία. Κατόπιν σκέφτηκα ίσως να δώσαμε μερικά μαθήματα έρωτα στο ζευγάρι της διπλανής κρεβατοκάμαρας. Το επόμενο πρωινό που θα συνόδευα την J στο σπίτι της, βρήκαμε τον Α και την Π να κάθονται ήσυχα στον καναπέ του καθιστικού και να βλέπουν τηλεόραση. Τους σύστησα γρήγορα και μηχανικά την J, και φύγαμε χωρίς πολλές κουβέντες. Σα να διέκρινα στο πρόσωπό τους έκφραση που μαρτυρούσε αντίληψη του τι είχε διαδραματιστεί ανάμεσα σε μένα και την J την προηγούμενη νύχτα, κάτι τις σαν πονηρό χαμόγελο. Ήμουν βέβαιος ότι μας άκουσαν και ένιωσα το αίσθημα ενός μικρού θριάμβου, μιαν προσωρινή ανύψωση του αντρικού εγώ, ίσως παιδαριώδη, στα μάτια και των δύο συγκατοίκων μου, όπως νιώθει κάποιος μετά από μια νίκη σε μια μονομαχία. Από μιαν άλλη άποψη, θα μπορούσε να είναι η σύγκριση του πάθους ενός εργατοκόριτσου της Αγγλίας, με τη χλιαρή και άχρωμη και συμβατική ερωτική συμπεριφορά δύο καλοαναθρεμμένων μικροαστών.

Friday, October 31, 2025

16 - Aπό Αξιοπρεπές Διαμέρισμα σε Στάβλο

Συμπληρωνόταν ένας χρόνος ζωής στο Birmingham και, κατά τα φαινόμενα, βάδιζα σε ένα ομαλό και ήσυχο μονοπάτι. Αλλά, η ζωή χρειαζόταν (και πάντα χρειάζεται!) αλλαγές οποιασδήποτε μορφής, κάτι που να τάραζε τα νερά της στασιμότητας. Με βαριά καρδιά, κυρίως για οικονομικούς λόγους και λιγότερο γιατί η συγκατοίκηση με τον Γιώργο και οι καθημερινές του συνήθειες άρχιζαν να ενοχλούν μιαν εν πολλοίς κληροδοτημένη ή εξ ανατροφής ιδιοσυγκρασία, αποφάσισα να τερματίσω το συμβόλαιο ενοικιαστήριου του σχετικά πολυτελούς διαμερίσματος στο Harborne, της πρώτης από πολλές κατοικίες στην Αγγλία. Μαζί με το συμβόλαιο θα τελείωνε και η συγκατοίκηση με τον George, παρά τις χαλαρές εκκλήσεις του να το ανέβαλα μέχρι να τέλειωνε τις σπουδές του. Εκ των υστέρων αυτό δημιούργησε ενοχές. Και η φιλία μας τερματίστηκε άδοξα κάπου εκεί.

Ο George επέστρεψε σε ένα ακόμα καταθλιπτικότερο από το πρώτο του διαμέρισμα στη λαϊκή γειτονιά του Moseley, με τυχαίους συγκάτοικους, ενώ εγώ που επιθυμούσα να διερευνήσω την αξία της ιδιαιτερότητας και ιδιοκατοίκησης, και, βέβαια, για να εξοικονομήσω χρήματα, κατέληξα σε ένα σκοτεινό και υγρό ισόγειο ενός τραγικού μικρού κτίσματος που πριν δεκαετίες λειτουργούσε ως στάβλος αλόγων, αλλά πρόσφερε προσιτό ενοίκιο. Ο μικρός ορθογώνιος μετασχηματισμένος σε διαμέρισμα προς ενοικίαση χώρος, είχε αυτοσχέδια χωριστεί με ξύλινα διαχωριστικά φτηνής πλαστικής επένδυσης: σε ένα υποτυπώδες υπνοδωμάτιο, που μόλις χωρούσε ένα μονό κρεβάτι, μια εξίσου υποτυπώδη κουζίνα από έναν πάγκου για πρωϊνό, δυο σκαμπό και ένα παλιό ψυγείο, και ένα κουβούκλιο με έναν ανεμιστήρα για εξαερισμό, που λειτουργούσε ως τουαλέτα και ντους, και του οποίου η λεπτή πόρτα που έτριζε, άνοιγε κατάφατσα σε κάτι που φωτισμένο από το μικρό παράθυρο της πρόσοψης έμοιαζε με καθιστικό. Η επίπλωση ήταν παλιά, φτηνή και φτωχική – για φοιτητές και παρακατιανούς ενοικιαστές: ένα μονό ντιβάνι πίσω μια ντουλάπα που έγερνε, μια πολυθρόνα και ένας διθέσιος καναπές, με φθαρμένες και αταίριαστες με τη μοκέτα εμπριμέ επενδύσεις. Ένας πίνακας με ένα μαύρο άλογο απέναντι από την είσοδο της κουζινούλας, αντί να προσθέσει χάρη, με τον θλιμμένο τόνο και θλιβερό γούστο του, υπενθύμιζε κάθε πρωινό στο νέο εκλεπτυσμένο νοικάρη την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του, τη λούμπα στην οποία έπεσε. Η μικρή βιβλιοθήκη, που τη γέμισα με τα βιβλία που έφερα από Ελλάδα και άλλα που αγόρασε εκεί, δεν κατάφερε να αναβαθμίσει την αισθητική του χώρου.

 Ένας ψηλός ξύλινος φράκτη και μια μεγάλη πόρτα χώριζε και έκρυβε το μικρό προαύλιο, που μόλις χωρούσε ένα αυτοκίνητο, και κάπως έκρυβε τον «στάβλο» από την πλούσια γειτονιά με τις όμορφες επαύλεις, κυρίως ακαδημαϊκών, και τον δρόμο μπροστά που λίγα λεπτά περπατήματος οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο. Την αίσθηση της φτώχιας και κακομοιριάς του καταλύματος που κάτω από πίεση επέλεξα, την μεγέθυνε δυσανάλογα το αρχοντικό του ενοικιαστή. Αυτό υψωνόταν μεγαλοπρεπές δίπλα, μπροστά σε έναν απέραντο κήπο με περιποιημένο γρασίδι που απλωνόταν κάτω από μια πλατιά βεράντα, όπου κάθισα για πρώτη και τελευταία φορά με τον άρχοντας της έπαυλης να υπογράψω το εξάμηνο συμβόλαιο ενοικίασης.

Στο διαμέρισμά το φως, ακόμα και στις λίγες περιζήτητες σε κείνον τον τόπο ηλιόλουστες μέρες, έμπαινε λιγοστό από το μικρό τσιγγούνικο παράθυρο, ενώ μια αποκρουστική μυρουδιά, κλεισούρας, μούχλας, απολυμαντικών, και μπογιάς, κυριαρχούσε στον μπαγιάτικο αέρα του, που όπως ήταν κρυμμένο πίσω από τον φράχτη ήταν δύσκολο να ανανεωθεί ακόμα και με ανοιχτά παράθυρα και πόρτες. Οι προσπάθειες να βελτιώσω την αισθητική και λειτουργικότητα εκείνης της «τρύπας» απέβησαν άκαρπες. Σε κάθε επιστροφή από τη δουλειά η καρδιά μου βυθιζόταν στη μιζέρια του, που έφερνε λόγια του Dante στο μυαλό: ‘Abandon all hope ye who enter here’. Η παράταση των ωρών δουλειάς μέχρι αργά το βράδυ, πρόσφερε μια λύση και διατηρούσε το ηθικό μου λίγο πάνω από τα κατώφλι της κατάθλιψης. Φυσικά, αν και σε απόσταση αναπνοής από την δουλειά, δεν κάλεσα, ούτε καν έδωσα το στίγμα του καινούργιου μου καταλύματος στον George και τον Δρ. ΚΚ, και κανέναν άλλον. Ντρεπόμουν για εκεί που είχα καταλήξει να περνάω τις ώρες μοναξιάς πριν και μετά τον ύπνο μου, για εκεί που κατέληγε η ζωή μου. Ο Δρ. ΚΚ το είχε διαισθανθεί και κατανοούσε τη μελαγχολία που με κυρίευε τις παρατεταμένες βραδινές ώρες μακριά από το «σπίτι» μου.  

Εκείνο το καλοκαίρι του 1993, η J επιχείρησε να ανοίξει, δειλά και διστακτικά και ένοχα- μέσω μιας φίλης της – ένα κανάλι επικοινωνίας με την προοπτική να αρχίσουμε να ξαναβρισκόμαστε, με ό,τι ήθελε προκύψει. Κάτι μέσα της την τραβούσε πίσω σε μένα. Οι βδομάδες προσπάθειας ανασύνδεσης και αναβίωσης της συζυγικής της σχέσης με τον P–«για το καλό των παιδιών» κάτω από μια κοινή στέγη, κατέληξαν όπως αναμενόταν σε ένα δεύτερο τέλμα και την οριστική κατάρρευση του γάμου και της οικογενειακής συμβίωσης τους. Όχι μόνον η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά και πολλές προσωπικές ιστορίες επαναλαμβάνονται – την δεύτερη φορά ως φάρσα, όπως λένε. Κάτω από τις περιστάσεις η παρουσία της J ξανά στην ζωή ήταν μια αχτίδα φωτός στο σκοτάδι που με περίβαλε, μια παρηγοριά. Συνοδεία της φίλης της, μιας Ινδικής καταγωγής γυναίκας με όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου και το όνομα Stacey, που ο άντρας της την εγκατέλειψε με δύο κοριτσάκια να επιζεί με κυβερνητικά επιδόματα, βρεθήκαμε μια καθημερινή βράδι σε ένα pub στο Northfield, στα μισά του δρόμου από το Rednal. Σε λίγο η Stacey, αφού βοήθησε να σπάσει ο υποτίθεται πάγος, αλλά περισσότερο να καλύψει την αμηχανία από κάποιες ενοχές και συναισθηματισμούς της J, μας άφησε μόνους.

Ξαναβρεθήκαμε μετά από λίγες μέρες για μερικά ποτά στο κέντρο της πόλης και από εκεί, αργά το βράδυ, μεθυσμένοι από μπύρες όπως πάντα, στον «στάβλο» που είχε γίνει σπιτικό μου. Στη θέα του νέου μου καταλύματος, η J έβαλε το χέρι της μπροστά στο στόμα, από την δυσάρεστη έκπληξη, κι έβγαλε εκείνο το χαρακτηριστικό «Αααα!» με τη λεπτή χαριτωμένη φωνή της, κάτι ανάμεσα σε γέλιο και αναφώνημα έκπληξης. Ως υπερβολικά καθαρή που ήταν, με προσοχή να μην αγγίξει τις ακάθαρτες επιφάνειες γύρω μας, με συνόδευσε στο στενό ντιβάνι. Παρά το περιβάλλον, αποσπασμένοι για λίγα λεπτά από την κακομοιριά και αθλιότητά του, κάναμε τον ίδιο έρωτα, τον ολοκληρωτικό και απόλυτο, όπως ακριβώς εκείνον που είχαμε διακόψει από άλλου είδους ενοχές πριν μερικούς μήνες. Και έτσι θα συνεχίζαμε κουτσά-στραβά μαζί και πάλι, αν και με επιφυλακτικότητα, κάποια απόσταση και λιγότερα συχνές συνευρέσεις.

15 - Ξανά στην Πιάτσα

Με το ολιγόμηνο ‘affair’ με την J να απομακρύνεται στον χρόνο κατέφυγα και πάλι στη σχετική ανωνυμία των ραντεβού μέσω αγγελιών. Μέσω αυτών γνώρισα μια μιγάδα τραγουδίστρια της τζαζ, με ένα ταιριαστό για καλλιτέχνιδα όνομα: Yolanda. Της άρεσε η φωτογραφία που εσώκλεισα στην καλογραμμένη επιστολή και είχα τραβήξει έναν χρόνο πριν -κατά τις τελευταίες μέρες της θητείας, που πόζαρα ακμαίος, ατενίζοντας με αισιοδοξία και σιγουριά το μέλλον από το μπαλκόνι του διαμερίσματος της Τούμπας. (Εκείνο το ‘τσίλικο’ διαμέρισμα ήταν μια πρόσφατη επένδυση των γονιών, προορισμένη για να στεγαστώ με την σύντροφό μου μετά το τέλος της θητείας και την αποκατάστασή μου, συζυγική και επαγγελματική στην γενέτειρα πόλη. Μετά την δεύτερη μετανάστευση, έγινε προσωρινά στέκι και γιάφκα του Αδερφού πριν και την δική του μετανάστευση και μετά νοικιάστηκε σε έναν μικροαπατεώνα που πριν το εγκαταλείψει και έχοντας αφήσει μήνες ενοικίου απλήρωτους, έκλεψε όσα μερικά από τα έπιπλα του. Τελικά, χωρίς αντίκρισμα και αξία χρήσης πουλήθηκε. Τα σχέδια των γονιών για μας τελικά ακυρώθηκαν από την ίδια την ζωή.) Με την Yolanda συναντηθήκαμε στο bar του κεντρικού Repertory Theater, όπου μιλήσαμε και γελάσαμε με χάρη, άνεση και χιούμορ, και τα χέρια και πόδια μας να αγγίζουν, πριν αποφασίσουμε, ενθουσιασμένοι και οι δύο από την παρέα του άλλου, να ξαναβρεθούμε. Θα ήθελα πολύ να την ακούσω να τραγουδάει, της είπα και μια και δυο φορές στην διάρκεια του ραντεβού, συνεπαρμένος από την καλλιτεχνική απασχόλησή της, σε αντιδιαστολή με την «βαρετή» δική μου.  

Είχε γεμάτο καμπυλωτό κορμί, με λεία μελί επιδερμίδα μιγάδας, σκούρα μάτια και κατάμαυρα, πλούσια κυματιστά μαλλιά. Τα χείλη της είχαν το υποδειγματικό σχήμα του τόξου του Έρωτος και τα τόνιζε, όπως άρμοζε στην ομορφιά τους, με μια έντονης απόχρωσης κόκκινο κραγιόν. Και, βέβαια, διέθετε γλυκύτατη φωνή, αν και στην κουβέντα μας η άρθρωσή της ήταν ελαφρώς επιτηδευμένη. Εν ολίγοις, διέθετε μιαν εξωτική ομορφιά· κάθε άντρας θα την αξιολογούσε ως εξαιρετικά ελκυστική, παρά το σχετικά γεμάτο κορμί και την ελαφρώς μεγαλύτερη ηλικία. Από την άλλη, η έντονη έλξη που ασκούσε έθεσε σε κίνηση τα ανασταλτικά αντανακλαστικά που απέδιδα στις αδυναμίες του χαρακτήρα μου: εξαρχής ένιωσα ότι στεκόταν σε ψηλότερο βάθρο από μένα, ως γυναίκα άλλης, ανώτερης κατηγορίας που εύκολα θα μπορούσε να έβρισκε κάποιον κομψότερο, ιδίως κοινωνικότερο από μένα, και οικονομικά και επαγγελματικά κατασταλαγμένο. Σκέφτηκα, όμως, ότι δεν είχα και πολλά να χάσω από μια σχέση μαζί της, όπως και αυτή να εξελισσόταν. Στην ερώτηση μου πως μια όμορφη, ταλαντούχα γυναίκα, κατέφυγε σε μικρές αγγελίες για να βρει το ιδανικό της ταίρι, μου εξήγησε, με λίγη πειστικότητα ομολογουμένως, ότι ακριβώς λόγω του χαρακτήρα της δουλειάς της έψαχνε για κάποιον εκτός των καλλιτεχνικών κύκλων που αναγκάζεται να συναναστρέφεται· ότι το προφίλ και η ένταση της δουλειάς της ζητούσαν οικογενειακή γαλήνη και θαλπωρή, μακριά από ήχους και φώτα και ανθρώπους, πράγματα που μόνον σε έναν χαμηλού προφίλ επιστήμονα ή κάποιου τέλος πάντων «βαρετού» επαγγέλματος, σαν αυτό του λόγου μου, μπορούσε να βρει.

Η εμπειρία μου από την άλλη επίδοξη τραγουδίστρια, την όμορφη γειτόνισσα μου Ν, που στη χάση και τη φέξη κατά τη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων γινόταν αντικείμενο του πόθου μου, αλλά οι περιστάσεις και η laissez-faire προσωπικότητά της, όσο και ο κάπως μονομανής ζήλος που σε μια φάση είχε αναπτύξει (και διαπίστωσα) να αναδειχτεί επαγγελματικά σε έναν βάναυσο ανταγωνιστικό χώρο όπως αυτός του πάλκου, εκείνη η εμπειρία, με έκαναν επιφυλακτικό απέναντι στη Yolanda και τις εκ βαθέων προθέσεις και πραγματικές φιλοδοξίες. Αλλά από την άλλη μεριά, σκέφτηκα, ότι η καριέρα της Yolanda, ως συνομήλικης αν όχι μεγαλύτερης μου, είχε ήδη ωριμάσει και ίσως κορυφωθεί, έχοντας κατά τα φαινόμενα εξαντληθεί σε παραστάσεις σε bars και pubs ή σε κοινωνικές εκδηλώσεις προς τέρψη και ψυχαγωγία μικρών και ευκαιριακών ακροατήρια ακροατηρίων από μη connoisseurs της μουσικής. Σε αυτές  εμφανιζόταν ως η φωνή σε ντουέτο με τον συνάδερφο και μουσικό που την συνόδευε με το πιάνο του και οι παραστάσεις τους αποσκοπούσαν σε βιοπορισμό: δεν ήταν αστέρι του τραγουδιού, πόσο μάλλον ντίβα, και σε εκείνη την φάση φαινόταν απίθανο να εξελιχθεί σε φίρμα. Τα πεζά ζητούμενα, επομένως, από μιαν σχέση, όπως τα περιέγραψε τα θεώρησα λογικά -πάντα με επιφυλάξεις. Στις αρένες των σπορ και της τέχνης παιδικά και νεανικά όνειρα ταλέντων δύσκολα ξεθωριάζουν και εγκαταλείπονται.

Στην πρώτη ευκαιρία, μετά από πρόσκλησή της, παραβρέθηκα ένα κυριακάτικο απόγευμα στη μουσική της παράσταση, σε ένα bar-restaurant ενός μικρού εμπορικού κέντρου. Χάρηκε που με είδε, ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες στο διάλειμμα του προγράμματος ενός ρεπερτορίου easy-listening, ‘lounge’ μουσικής που με άφησε ακουστικά αδιάφορο και δεν το σχολίασα. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για ένα βράδυ μουσικής στο Ronnie Scotts, το περίφημο Jazz Club του Birmingham. Tην συνόδευσα με χαρά και αυτοπεποίθηση και πολλές προσδοκίες και απόλαυσα διαφορετικού επιπέδου και πρωτόγνωρα μουσικά ακούσματα σε ένα club μουσικής για το οποίο είχα ακούσει πολλά και ήθελα πολύ να επισκεφτώ. Δυστυχώς, η Yolanda, αφού μοιράστηκε γρήγορα ένα ποτό στο τραπεζάκι που είχαμε κλείσει, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μας σε δημόσιες σχέσεις με καλλιτέχνες, ατζέντηδες και impresarios, που σύχναζαν στο club, για να προβάλει την καλλιτεχνική περσόνα και δουλειά της. θα μπορούσε εκείνη η βραδιά να αποτελέσει αφετηρία για περαιτέρω εμβάθυνση της φιλίας μας, αλλά τελικά, και μετά από ένα τελευταίο μεταμεσονύχτιο ποτό στο φουαγιέ και την αναχώρηση μας με το ταξί πρόσφερε λίγα κάτω από τις προσδοκίες μας. Έξω από το διαμέρισμά της, παρά κάποιες κρυφές ελπίδες, δεν έτεινε χείρα πρόσκλησης, αλλά με ένα γρήγορο και αδιάφορο φιλί με καληνύχτισε κουρασμένη.

Ξαναβρεθήκαμε, μετά από λίγες μέρες και μια ακόμα θερμή πρόσκληση, νωρίς ένα βράδι στο διαμέρισμά της. Ήταν ελαφριά ντυμένη στη ρόμπα της και καθίσαμε στις δύο άκρες του τριθέσιου καναπέ της. Περίμενα να πρόσφερε αλκοόλ για να ζεσταθούμε και λυθούμε, και αναγκαία συνθήκη σε τέτοιες περιπτώσεις ώστε να ξεπεράσω τις έμφυτες συστολές και πάρω το θάρρος για μια  σαρκική προσέγγιση, αλλά καταστάλαξα στο τσάι που και η ίδια θα έπινε. Η ώρα πέρασα με μια κουβέντα που γρήγορα εξαντλήθηκε σε αθώες και ανιαρές ουδετερότητες, από αυτές που συνήθως ανταλλάσσονται στο πρώτο ραντεβού, με την πλέον αξιομνημόνευτη πληροφορία ο συναρπαστικός δεσμός της νεότερης αδερφής της με επαγγελματία ποδοσφαιριστή της Aston Villa. Σύντομα η βραδιά κατέληξε σε διαλείμματα σιωπής, σε αμηχανία και αδιέξοδο. Μου φάνηκε κουρασμένη -οι απαιτήσεις του πάλκου είναι μεγάλες, όπως μου έλεγε, ίσως και να ήταν αδιάφορη ως προς την παρουσία και τις προθέσεις μου. Την καληνύχτισα νωρίς, χωρίς καμιά πρόοδο στην άγουρη σχέση μας, χωρίς δεσμεύσεις.

Της ξανατηλεφώνησα μετά από λίγες μέρες σε μια ύστατη προσπάθεια να κατακτήσω, παρά τις εμφανείς μου αδυναμίες και μειονεξίες, μια γοητευτική, όσο και απόμακρη και κλεισμένη στον γυάλινο κόσμο της γυναίκα που δυνητικά θα μπορούσε να είχε μεταμορφώσει τη ζωή μου. Μου είπε ευγενικά: “Let’s face it Leo, we don’t seem to go anywhere…Κατάλαβα. Δεν απογοητεύτηκα. Είχα έγκαιρα φανταστεί και προβλέψει με μεγάλη πιθανότητα τέτοια κατάληξη -ανάμεσα σε έναν βαρετό επιστήμονα, μετανάστη χωρίς πολλά στηρίγματα στον καινούργιο του τόπο, και μια καλλιτέχνιδα που κινείτο σε πιο φαντασμαγορικούς κύκλους. Ξαναείδα το καλλιτεχνικό της προφίλ στην προσωπική της ιστοσελίδα στο ίντερνετ μετά από χρόνια. Δεν άλλαξε στην εμφάνιση και την απασχόλησή της. H ζωή της, όπως είχα υποψιαστεί από την αρχή της χλωμής γνωριμίας μας ήταν το τραγούδι και παρέμεινε σε αυτό, συμπληρωμένο από μερικές μικρο-δουλειές modelling· ένας αγώνας για καταξίωση, όπου λίγοι μετά από προσωπικές θυσίες καταφέρνουν να επιπλεύσουν, πριν το νεανικό τους ταλέντο ξεθωριάσει από τον καιρό, σε περιβάλλοντα αδυσώπητα ανταγωνιστικά, πολύ μακριά από τον δικό μου.

14 - Σταθμός "Τριάντα"

Από την άλλη πλευρά της ζωής, εκείνη της επαγγελματικής καριέρας, οι κουρασμένες και κουρεμένες φιλοδοξίες από τη στρατιωτική θητεία άρχισαν, μέσα από την δουλειά, να ξαναζωντανεύουν. Κατευθύνσεις και στόχοι άλλαζαν, βέβαια, και οι ορίζοντες ένιωθα ότι ολοένα χαμήλωναν μετά την επιστροφή από την Αμερική. Χωρίς να διεκδικώ επιστημονικές «αριστείες» ή διακρίσεις έκανα στη δουλειά ό,τι μπορούσα με τα δεδομένα του πρόσφατου παρελθόντος και του τρέχοντος περιβάλλοντος, πάντα ευσυνείδητος. Δεν βρισκόμουν στην πρωτοπορία κάποιας τεχνολογίας αιχμής, αλλά οι ώρες ενασχόλησης στο εργαστήριο με τους ανθρώπους και τα όργανά του γέμιζε γενικά ικανοποιητικά το μεγάλο κομμάτι της ζωής που συνιστά η εργασία.  

Πέρα από τη δουλειά υπήρχαν οι ψιλο-κουβέντες με συναδέρφους. Απολάμβανα την ευπροσηγορία και ζεστή μουσικότητα της Welsh προφοράς του Adrian ή την ομορφιά της επίσης Welsh κοπέλας του με τα κέλτικα ροδοκόκκινα μάγουλα και χείλη, που μπαινόβγαινε στον χώρο μας για να τον συνοδεύσει στο πρωϊνό τσάι ή στη λέσχη του προσωπικού για το μεσημεριανό φαγητό. Καμιά φορά κατέβαινα κάτω, στο Staff Room της σχολής, στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο ξεκίνημα της εργάσιμης μέρας και το μεσημέρι ή αργότερα το απόγευμα, παρόλο που τέτοια διαλείμματα μου φαίνονταν καταχρηστικά στη συχνότητα και διάρκεια τους και συνετέλεσαν στο να σχηματίσω διάφορα στερεότυπα περί εργατικότητας και εργασιακής κουλτούρας των Βρετανών. Άλλες φορές περνούσα από το γραφείο του Δρ. Κ για μια καλημέρα, εν γνώσει του κινδύνου της πολυλογίας στην οποία θα υποβαλλόμουν. Και όταν αργά το απόγευμα το εργαστήριο άδειαζε, έσκυβα μπροστά στο τερματικό μου για να συμμετέχω στις ατέρμονες συζητήσεις στο USENET για τα εθνικά ζητήματα: το ‘Μακεδονικό’ που βρισκόταν στο προσκήνιο της ελληνικής επικαιρότητας και τα ελληνοτουρκικά, και λιγότερο για την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα. Ως προς το τελευταίο, χωρίς  να έχω εγκαταλείψει (προς θεού!) την μαρξιστική μέθοδο στην ανάλυση οικονομικών ζητημάτων, είχα πλέον αποδεχτεί και συμβιβαστεί με την καπιταλιστική πραγματικότητα. Ήταν κάτι στο οποίο εφεξής θα υπέτασσα και προσάρμοζα τη ζωή μου. Οι κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις ξεπερνούν κατά πολύ και αναγκαστικά διαμορφώνουν τις επιθυμίες και βούληση του ατόμου.   

Με το Γιώργο η φιλία μας ωρίμασε και στέριωσε. Βρεθήκαμε τα Χριστούγεννα του 1992 στην κοινή μας πατρίδα, τη Θεσσαλονίκη, για μια «μπυρούλα», όπως λέγαμε. Μετά την επιστροφή τον καινούργιο στο Birmingham, από τη μια για να φέρω βόλτα τα οικονομικά μου που αιμορραγούσαν από το νοίκι, καθώς πάνω από το μισό του μισθού πήγαινε στην πληρωμή του, τον προσκάλεσα -με πολύ ευνοϊκούς όρους, είναι αλήθεια- να συγκατοικήσουμε. Βρισκόταν στην τελευταία ευθεία πριν την ολοκλήρωση του διδακτορικού του και μοιραζόταν ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα μια από τις φτωχογειτονιές της κυρίως ασιατικής μειονότητας, το Moseley, και δέχτηκε με χαρά τη μοιρασιά του διαμερίσματος και των εξόδων. Άρχισα να στέκομαι οικονομικά καλύτερα στα πόδια μου και με τη αναπάντεχα γενναιόδωρη «αποζημίωση» της ασφάλειας από το διαλυμένο SEAT στο ατύχημα που ήμουν συνυπεύθυνος, αγόρασα ένα περισσότερο αξιοπρεπές Vauxhall με ένα αξιοπρεπέστερο χρώμα: κόκκινο Βουργουνδίας.

Μετά τη στροφή της J προς το σμπαραλιασμένο οικογενειακό της παρελθόν, οι εκδρομές στο Rednal έπαψαν, ενώ οι εντυπώσεις από τις ερωτικές στιγμές που ζήσαμε άρχισαν να περνούν στα περιθώρια της μνήμης. O ελεύθερος χρόνος, πέρα από τις αντιπαραθέσεις στο USENET με Έλληνες εθνικιστές, περνούσε παρακολουθώντας ή παίζοντας με συναδέρφους ποδόσφαιρο, άσκοπα στριφογυρίσματα ανάμεσα στα πλήθη που τα σαββατοκύριακα κατέκλυζαν ασφυκτικά το τότε κλειστοφοβικό κέντρο της μεγαλούπολης, μουντά κυριακάτικα απογέματα στο Ascot για να δούμε κάποια ταινία «τέχνης» με τον George (όπως αρχίσαμε πλέον να τον αποκαλούμε), είτε αργά τα σαββατόβραδα για ποτά, ελληνική μουσική και καμιά φορά φαγητό στο Ulysses, όπου συνέκλινε στο σύνολό της η ελληνική κοινότητας: στην πλειοψηφία τους «Ελληναράδες» φοιτητές με κάμποσα λεφτά γονιών για ξόδεμα σε ψυχαγωγία, σε μικρότερο βαθμό μεταπτυχιακοί, σαν το George και την παρέα μας, και περιστασιακά οι δυο-τρεις συνάδερφοι επιστήμονες. Tο Athens το είχαμε εγκαταλείψει. Δεν προσφερόταν για νέες γνωριμίες, παρά μόνον για ενδοκοινοτική κακόμοιρη διασκέδαση κάτω από τον πατερναλιστικό καταναγκασμό του ιδιοκτήτη. Εν ολίγοις, βυθιζόμουν στον κόσμο γύρω μου και γινόμουν «θύμα» της καθημερινότητας του, όπως θα έλεγε ο Heidegger, χωρίς πλέον καταστάσεις και στιγμές που θα με σήκωναν υπεράνω της. Με άλλα λόγια, εισερχόμουν στη φάση της ζωής όπου o χρόνος μετριέται συμβατικά και σε μεγάλο βαθμό κυλάει απαρατήρητος· όπου κάθε παρόν μπορεί να έφτιαχνε παρόν, αλλά το κάθε παρόν αυτό καθαυτό δεν βιωνόταν σε «στιγμές» μέσα από καταστάσεις αυτοδημιούργητες -με δικές αποφάσεις και πρωτοβουλία. Ο υπαρξισμός, ως φιλοσοφία ζωής, μου ήταν άγνωστη τότε και στην προσωπική μου ζωή ενεργούσα ασυνείδητα και από συνήθεια ή ακολουθώντας νόρμες και ρεύματα.

Έτσι, χωρίς όπως συνήθως συμβαίνει να το έχουμε αντιληφθεί, έφτασε στο τέλος της και η τρίτη δεκαετία της ζωής. Και τα γενέθλια των τριάντα χρόνων, τυπικός σταθμός πολλών στη ζωή (για ανεξήγητους λόγους δεδομένης της συνέχειας του χρόνου και τη μη προβλεψιμότητα δραματικών μετασχηματισμών σε αυτόν), θα γινόταν ενδεικτικό ορόσημο στροφής προς νέα στάδια, λιγότερα ανέμελα, λιγότερο χαρούμενα: τα γιόρτασα στο διαμέρισμα, με τον συγκάτοικό μου Γιώργο και τον Δρ. Κ τον Κύπριο. Ο Γιώργος μου δώρισε μια κούπα καφέ με την κολακευτική επιγραφή: ΄The sexiest 30 year old, in the whole wide world’, ενώ τίμησε την επέτειο με μακαρονάδα σπεσιαλιτέ του, που όμως την βάραινε υπερβολικά με αλάτι, ίσως εξαιτίας της γενικότερης τσαπατσουλιάς που τον διάκρινε σε οικιακά θέματα, συμπεριλαμβανομένης της μαγειρικής. «Μας λύσσαξες, ρε!» ήταν η κριτική του Δρ. Κ, αλλά την φάγαμε. Το βράδι πέρασε με συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, πολιτικές αντιπαραθέσεις για το Κυπριακό, τεστ των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων του Δρ. Κ. Ήταν ένα από τα ελάχιστα γενέθλια που δεν ξεχάστηκαν παρά την κακομοιριά τους, χωρίς καμιά όμως ενδοσκόπηση για τα χρόνια που πέρασαν, κανένας καινούργιος στόχος για τον προσεχές μέλλον. Είχα ακόμη άφθονο καιρό μπροστά μου για να αποδώσω στον χρόνο την δέουσα αξία. Είχα;