Είχα μπει στον
δεύτερο και τελευταίο χρόνο της εργασιακής μου σύμβασης με το πανεπιστήμιο. Η
ερευνητική προσφορά στο αντικείμενο που μου ανατέθηκε προσέγγιζε από κάθε
άποψη, πρακτική, πειραματική, θεωρητική, ένα σημείο κορύφωσής. Ένιωθα ότι αργά
ή γρήγορα θα εξαντλούσα τα υπόλοιπα στενά περιθώρια κάποιας σημαντικής ή καινοτόμου
συνεισφοράς. Η έρευνα φαινόταν ότι πλησίαζε
ένα σημείο κορεσμού στο στενό αντικείμενο που διαπραγματευόμουν: τόσο σε μένα
και στο ακροατήριο στο οποίο απευθυνόταν (βιομηχανικοί χρηματοδότες και η μικρή
ακαδημαϊκή κοινότητα που έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον). Όφειλα στον εαυτό μου κυρίως
και το αρκετό μέλλον που ακόμα είχα μπροστά να αναζητήσω καινούργιες λεωφόρους στη
σταδιοδρομία μου να ακολουθήσω στην σταδιοδρομία -πέρα από την ημερομηνία λήξης
της σύμβασης. Με άλλα λόγια, αργά ή γρήγορα έπρεπε να αρχίσω το ψάξιμο για
δουλειά, λίγο-πολύ από το σημείο που είχα άφησα στο τέλος της θητείας. Η ζωή
δεν κοντοστέκεται να περιμένει και η δουλειά είναι στον πυρήνα της φάσης
ωριμότητας που εισερχόμουν.
Ο Γιώργος Μ, λέκτορας
σε μια από τις σχολές επιχειρηματικής διοίκησης, με τουπέ και αυτοπεποίθηση, μεγάλη
σιγουριά στον εαυτό και τον ρόλο του στον κόσμο, και αποκρυσταλλωμένα σχέδια
στη ζωή, είχε καλές προθέσεις όταν με συμβούλευσε να παρακολουθήσω μαθήματα στο
Business Administration πρόγραμμα που
πρόσφερε το πανεπιστήμιο. Θα μου έκαναν και έκπτωση στα αλμυρά δίδακτρα! Μέχρις
τότε, εν μέρει λόγω ιδεολογικών προκαταλήψεων και επιστημονικής ακαμψίας, που η
αποκλειστική απασχόληση σε ακαδημαϊκούς χώρους δεν επιτρέπει να ξεπεραστούν
εύκολα, τις σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων τις θεωρούσα όχημα για εκείνους
που είχαν σκοπό να υποτάξουν την καριέρα τους, τα προσόντα, τη γνώση και
δεξιότητες και ενέργεια τους, στην υπηρεσία του κεφαλαίου, στην αύξηση της
παραγωγικότητας της εκμεταλλεύσιμης εργασίας, χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία
στον ανθρώπινο παράγοντα, της κερδοφορίας σε καθεστώς ανταγωνισμού, με απώτερο
σκοπό προσωπικό πλουτισμό και το κοινωνικό status από όσο το δυνατό μεγαλύτερη αρπαγή της
υπεραξίας που η εργασία παράγει. Οι μνήμες από την «μαρξιστική» παρέμβαση στο
μάθημα Διοίκησης Επιχειρήσεων που παρακολούθησα στην σχολή ήταν νωπές. Από την
άλλη μεριά, σκέφτηκα, ότι θα μου δινόταν μια ίσως μοναδική ευκαιρία να μάθω τα
τεχνάσματα της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, τι κρυβόταν πίσω από την
ακατανόητη στις μάζες jargon και τα ακρωνύμια που χρησιμοποιούσα οι οικονομικές αυθεντίες στις
αναλύσεις τους στα μέσα, οι τραπεζίτες και οικονομικοί σύμβουλοι στις εκ του
πονηρού προτάσεις για επενδύσεις, τον μυστικισμό που περίβαλε τα χρηματιστήρια
και τις αγορές. Ίσως, θα μπορούσα όλα όσα μάθαινα να τα συσχετίσω με την γνώση
της μαρξιστικής οικονομίας που κατείχα σχετικά καλά.
Τελικά αποφάσισα να
παρακολουθήσω τουλάχιστον το πρώτο σκέλος και χρόνο του προγράμματος, ένας
φτωχός επιστήμονας εγώ, μηχανικός ανάμεσα σε επίδοξους managers που στόχευαν εξέλιξη
στις εταιρίες τους και, αντίστοιχα, σε ταξικό και κοινωνικό status, ως έναν αυτονόητο σκοπό,
καθώς αυτό στον καπιταλισμό μετριέται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από το
εισόδημα και την περιουσία που κάποιος αποκομίζει, με μια λέξη από το χρήμα. Αν
και παράταιρος και εκκεντρικός σε εκείνη την τάξη, λόγω καταγωγής και τεχνικής απασχόλησης,
παρόλα αυτά σχετικά διακρίθηκα και κέρδισα το σεβασμό από «συμμαθητές» -στην
πλειοψηφία τους ώριμοι επαγγελματίες και μικρό-manager σε επιχειρήσεις, αλλά και τους δασκάλους -μέχρι και τον ιδιόρρυθμο
διευθυντή του προγράμματος. Ο τελευταίος, αν και με δέχτηκε απρόθυμα στο
πρόγραμμά του, και δεν μου πρόσφερε την
πλήρη απαλλαγή των διδάκτρων που είχε επιτυχώς διεκδικήσει και απόλαυσε ο
Γιώργος Μ, στο τέλος του πρώτου χρόνου, κοντά στη λήξη και της σύμβασης, με
συνεχάρη για τις αποδόσεις μου και με παρότρυνε να συνεχίσω και μάλιστα χωρίς δίδακτρα.
Ήταν όμως αργά. Αναγκάστηκα, κάτω υπό οικονομική και επαγγελματική πίεση, να
περάσω σε ένα άλλο στάδιο στη δουλειά και τη ζωή μου.
Στα
«Χρηματοοικονομικά», πάντως, έμαθα ό,τι χρειαζόμουν. Αποκόμισα χρήσιμα στοιχεία
γύρω από το πως κινείται ο τροχός της οικονομίας και τα εφάρμοσα αποτελεσματική
στην ατομική μου «μικροοικονομία». Δεν ήταν χάσιμο χρόνου και χρημάτων. Φιλοδοξίες
καριέρας manager σε καπιταλιστική επιχείρηση ποτέ πραγματικά δεν είχα. Αργότερα θα επιβεβαιωνόταν
από την ίδια την επαγγελματική καριέρα μου ότι, ούτε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις
για κάτι τέτοιο σε μια ξένη χώρα εκπληρούσα, ούτε, τον χαρακτήρα και την
προσωπικότητα που ένας τέτοιος ρόλος απαιτεί. Πολλοί λένε ότι οι ηγέτες δεν
γίνονται, αλλά γεννιούνται.
No comments:
Post a Comment