Friday, October 31, 2025

14 - Σταθμός "Τριάντα"

Από την άλλη πλευρά της ζωής, εκείνη της επαγγελματικής καριέρας, οι κουρασμένες και κουρεμένες φιλοδοξίες από τη στρατιωτική θητεία άρχισαν, μέσα από την δουλειά, να ξαναζωντανεύουν. Κατευθύνσεις και στόχοι άλλαζαν, βέβαια, και οι ορίζοντες ένιωθα ότι ολοένα χαμήλωναν μετά την επιστροφή από την Αμερική. Χωρίς να διεκδικώ επιστημονικές «αριστείες» ή διακρίσεις έκανα στη δουλειά ό,τι μπορούσα με τα δεδομένα του πρόσφατου παρελθόντος και του τρέχοντος περιβάλλοντος, πάντα ευσυνείδητος. Δεν βρισκόμουν στην πρωτοπορία κάποιας τεχνολογίας αιχμής, αλλά οι ώρες ενασχόλησης στο εργαστήριο με τους ανθρώπους και τα όργανά του γέμιζε γενικά ικανοποιητικά το μεγάλο κομμάτι της ζωής που συνιστά η εργασία.  

Πέρα από τη δουλειά υπήρχαν οι ψιλο-κουβέντες με συναδέρφους. Απολάμβανα την ευπροσηγορία και ζεστή μουσικότητα της Welsh προφοράς του Adrian ή την ομορφιά της επίσης Welsh κοπέλας του με τα κέλτικα ροδοκόκκινα μάγουλα και χείλη, που μπαινόβγαινε στον χώρο μας για να τον συνοδεύσει στο πρωϊνό τσάι ή στη λέσχη του προσωπικού για το μεσημεριανό φαγητό. Καμιά φορά κατέβαινα κάτω, στο Staff Room της σχολής, στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο ξεκίνημα της εργάσιμης μέρας και το μεσημέρι ή αργότερα το απόγευμα, παρόλο που τέτοια διαλείμματα μου φαίνονταν καταχρηστικά στη συχνότητα και διάρκεια τους και συνετέλεσαν στο να σχηματίσω διάφορα στερεότυπα περί εργατικότητας και εργασιακής κουλτούρας των Βρετανών. Άλλες φορές περνούσα από το γραφείο του Δρ. Κ για μια καλημέρα, εν γνώσει του κινδύνου της πολυλογίας στην οποία θα υποβαλλόμουν. Και όταν αργά το απόγευμα το εργαστήριο άδειαζε, έσκυβα μπροστά στο τερματικό μου για να συμμετέχω στις ατέρμονες συζητήσεις στο USENET για τα εθνικά ζητήματα: το ‘Μακεδονικό’ που βρισκόταν στο προσκήνιο της ελληνικής επικαιρότητας και τα ελληνοτουρκικά, και λιγότερο για την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα. Ως προς το τελευταίο, χωρίς  να έχω εγκαταλείψει (προς θεού!) την μαρξιστική μέθοδο στην ανάλυση οικονομικών ζητημάτων, είχα πλέον αποδεχτεί και συμβιβαστεί με την καπιταλιστική πραγματικότητα. Ήταν κάτι στο οποίο εφεξής θα υπέτασσα και προσάρμοζα τη ζωή μου. Οι κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις ξεπερνούν κατά πολύ και αναγκαστικά διαμορφώνουν τις επιθυμίες και βούληση του ατόμου.   

Με το Γιώργο η φιλία μας ωρίμασε και στέριωσε. Βρεθήκαμε τα Χριστούγεννα του 1992 στην κοινή μας πατρίδα, τη Θεσσαλονίκη, για μια «μπυρούλα», όπως λέγαμε. Μετά την επιστροφή τον καινούργιο στο Birmingham, από τη μια για να φέρω βόλτα τα οικονομικά μου που αιμορραγούσαν από το νοίκι, καθώς πάνω από το μισό του μισθού πήγαινε στην πληρωμή του, τον προσκάλεσα -με πολύ ευνοϊκούς όρους, είναι αλήθεια- να συγκατοικήσουμε. Βρισκόταν στην τελευταία ευθεία πριν την ολοκλήρωση του διδακτορικού του και μοιραζόταν ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα μια από τις φτωχογειτονιές της κυρίως ασιατικής μειονότητας, το Moseley, και δέχτηκε με χαρά τη μοιρασιά του διαμερίσματος και των εξόδων. Άρχισα να στέκομαι οικονομικά καλύτερα στα πόδια μου και με τη αναπάντεχα γενναιόδωρη «αποζημίωση» της ασφάλειας από το διαλυμένο SEAT στο ατύχημα που ήμουν συνυπεύθυνος, αγόρασα ένα περισσότερο αξιοπρεπές Vauxhall με ένα αξιοπρεπέστερο χρώμα: κόκκινο Βουργουνδίας.

Μετά τη στροφή της J προς το σμπαραλιασμένο οικογενειακό της παρελθόν, οι εκδρομές στο Rednal έπαψαν, ενώ οι εντυπώσεις από τις ερωτικές στιγμές που ζήσαμε άρχισαν να περνούν στα περιθώρια της μνήμης. O ελεύθερος χρόνος, πέρα από τις αντιπαραθέσεις στο USENET με Έλληνες εθνικιστές, περνούσε παρακολουθώντας ή παίζοντας με συναδέρφους ποδόσφαιρο, άσκοπα στριφογυρίσματα ανάμεσα στα πλήθη που τα σαββατοκύριακα κατέκλυζαν ασφυκτικά το τότε κλειστοφοβικό κέντρο της μεγαλούπολης, μουντά κυριακάτικα απογέματα στο Ascot για να δούμε κάποια ταινία «τέχνης» με τον George (όπως αρχίσαμε πλέον να τον αποκαλούμε), είτε αργά τα σαββατόβραδα για ποτά, ελληνική μουσική και καμιά φορά φαγητό στο Ulysses, όπου συνέκλινε στο σύνολό της η ελληνική κοινότητας: στην πλειοψηφία τους «Ελληναράδες» φοιτητές με κάμποσα λεφτά γονιών για ξόδεμα σε ψυχαγωγία, σε μικρότερο βαθμό μεταπτυχιακοί, σαν το George και την παρέα μας, και περιστασιακά οι δυο-τρεις συνάδερφοι επιστήμονες. Tο Athens το είχαμε εγκαταλείψει. Δεν προσφερόταν για νέες γνωριμίες, παρά μόνον για ενδοκοινοτική κακόμοιρη διασκέδαση κάτω από τον πατερναλιστικό καταναγκασμό του ιδιοκτήτη. Εν ολίγοις, βυθιζόμουν στον κόσμο γύρω μου και γινόμουν «θύμα» της καθημερινότητας του, όπως θα έλεγε ο Heidegger, χωρίς πλέον καταστάσεις και στιγμές που θα με σήκωναν υπεράνω της. Με άλλα λόγια, εισερχόμουν στη φάση της ζωής όπου o χρόνος μετριέται συμβατικά και σε μεγάλο βαθμό κυλάει απαρατήρητος· όπου κάθε παρόν μπορεί να έφτιαχνε παρόν, αλλά το κάθε παρόν αυτό καθαυτό δεν βιωνόταν σε «στιγμές» μέσα από καταστάσεις αυτοδημιούργητες -με δικές αποφάσεις και πρωτοβουλία. Ο υπαρξισμός, ως φιλοσοφία ζωής, μου ήταν άγνωστη τότε και στην προσωπική μου ζωή ενεργούσα ασυνείδητα και από συνήθεια ή ακολουθώντας νόρμες και ρεύματα.

Έτσι, χωρίς όπως συνήθως συμβαίνει να το έχουμε αντιληφθεί, έφτασε στο τέλος της και η τρίτη δεκαετία της ζωής. Και τα γενέθλια των τριάντα χρόνων, τυπικός σταθμός πολλών στη ζωή (για ανεξήγητους λόγους δεδομένης της συνέχειας του χρόνου και τη μη προβλεψιμότητα δραματικών μετασχηματισμών σε αυτόν), θα γινόταν ενδεικτικό ορόσημο στροφής προς νέα στάδια, λιγότερα ανέμελα, λιγότερο χαρούμενα: τα γιόρτασα στο διαμέρισμα, με τον συγκάτοικό μου Γιώργο και τον Δρ. Κ τον Κύπριο. Ο Γιώργος μου δώρισε μια κούπα καφέ με την κολακευτική επιγραφή: ΄The sexiest 30 year old, in the whole wide world’, ενώ τίμησε την επέτειο με μακαρονάδα σπεσιαλιτέ του, που όμως την βάραινε υπερβολικά με αλάτι, ίσως εξαιτίας της γενικότερης τσαπατσουλιάς που τον διάκρινε σε οικιακά θέματα, συμπεριλαμβανομένης της μαγειρικής. «Μας λύσσαξες, ρε!» ήταν η κριτική του Δρ. Κ, αλλά την φάγαμε. Το βράδι πέρασε με συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, πολιτικές αντιπαραθέσεις για το Κυπριακό, τεστ των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων του Δρ. Κ. Ήταν ένα από τα ελάχιστα γενέθλια που δεν ξεχάστηκαν παρά την κακομοιριά τους, χωρίς καμιά όμως ενδοσκόπηση για τα χρόνια που πέρασαν, κανένας καινούργιος στόχος για τον προσεχές μέλλον. Είχα ακόμη άφθονο καιρό μπροστά μου για να αποδώσω στον χρόνο την δέουσα αξία. Είχα;  

No comments:

Post a Comment