Tuesday, October 21, 2025

10 - Το Σπίτι της Shepley Road

 Έντεκα η ώρα και το καμπανάκι για την τελευταία παραγγελία σήμανε. Το εργατικό pub σε λίγο θα έδιωχνε τον λίγο κόσμο του και θα έκλεινε. Παρά την κατάχρηση του αλκοόλ και την ρηχή κουβέντα, ένιωσα μια αναζωογόνηση σε σώμα και πνεύμα, εξαιτίας της αδρεναλίνης από την προσδοκία αυτού που θα ακολουθούσε, και λιγότερο από τις εντυπώσεις και εμπειρίες που μου άφησε η επίσκεψη στην εργατική συνοικία της J και το pub της. Βγήκαμε από τους τελευταίους και ενώ ο publican είχε αρχίσει να τακτοποιεί τα καθίσματα και τραπεζάκια του μαγαζιού του, και πήραμε την ανηφόρα του παράδρομου πίσω από το pub προς το σπίτι της. Δεν θυμάμαι να με προσκάλεσε, αλλά ούτως ή άλλως τέτοια ώρα είχα υποχρέωση να συνοδεύσω την κοπέλα μέχρι το σπίτι της. Η θερμοκρασία είχε πέσει κάτω από το μηδέν και το ψιλό χιόνι από τις τελευταίες μέρες είχε παγώσει στα πεζοδρόμια. Έβαλα το χέρια γύρω από τη μέση της J και με προσεκτικά βήματα περπατήσαμε την ανηφοριά μέσα στην παγωμένη ομίχλη, κάτω από το θαμπό φωτισμό του δρόμου. Στρίψαμε δεξιά προς έναν καμπυλωτό δρόμο, όπου μπροστά σε ένα προαύλιο με παρκαρισμένα αμάξια, ένα από μια σειρά όμοιων, ενωμένων και παραταγμένων στην σειρά σπιτιών από τούβλα με μικρές αυλές κάτω από το παράθυρα της πρόσοψης, βρεθήκαμε στο κατώφλι της.

Άνοιξε την πόρτα και την ακολούθησα μέσα. Σαν να θεωρούσαμε σιωπηρά και οι δύο αυτονόητες – και την πρόσκληση και την κατάληξη της βραδιάς. Στιγμιαία ένιωσα ότι παραβίασα το άσυλο του σπιτιού απροσκάλεστος, ετερόκλητος, παρείσακτος σε ένα οικογενειακό καταφύγιο που για καιρό η J μοιραζόταν με τον άντρα της· όπου δυο μικρά παιδιά κοιμόνταν στα υπνοδωμάτιο του πάνω ορόφου. Αλλά οι ερωτικές επιθυμίες, που είχαν σταδιακά φουντώσει, υπερκέρασαν κάθε ενδοιασμό και δεύτερη σκέψη. Η J αφού πλήρωσε τη νεαρή babysitter, έβαλε ένα CD του Aaron Neville, από τη συλλογή που είχε αφήσει πίσω ο σύζυγός της, αλλά άρεσε και στους δύο, και ήρθε με ένα ποτήρι χυμό από την κουζίνα. Η σαλοτραπεζαρία ήταν ζεστή, αλλά έκλεισε την πόρτα πίσω της και, παρά τη ζεστασιά, ανέβασε στο φουλ το γκάζι.

Έκατσε δίπλα μου, στον κόκκινο, φθαρμένο καναπέ απέναντι από το τζάκι γκαζιού και χωρίς κουβέντες, με υπόκρουση τα τραγούδια του Neville, χωρίς καθυστέρηση κάναμε αυτό που από τη στιγμή που κάθισε δίπλα μου στο pub, θρόνιασε και βασίλευε στο μυαλό μας και υπαγόρευε η ηλεκτροχημεία των οργανισμών μας, παρόλο που δεν το ομολογούσαμε. Ήταν πρωτόγνωρο και εκστατικό· η J ένα ηφαίστειο, που την έκρηξη του, με τις λίγες ώρες αισθηματικής ιστορίας που προηγήθηκαν κανείς δεν θα το προέβλεπε.  Στον καναπέ, πάνω στο χαλί μπροστά στο τζάκι, ξανά στον καναπέ, με τρόπους που μόνο δύο άνθρωποι εξοικειωμένοι με την σάρκα και τις επιθυμίες του συντρόφου τους, θα τολμούσαν. Το πάθος της J στην ηχηρή παθητικότητά της το έπλαθα και μεταχειριζόμουν κατά βούληση. Ακίνητη από κάτω μου, παραδομένη στο έλεος των κινήσεών μου, αναστέναζε με ένταση και γλυκύτητα που είχα καιρό να αφουγκραστώ. Ήταν ένα κρεσέντο που από τα αυτιά, στο μυαλό και από εκεί στο αντρικό μέλος ασκούσε μια θετική ανάδραση. Η κάθε κίνηση μέσα έφερνε ρυθμικούς αναστεναγμούς απόλαυσης, αυξανόμενος σε ένταση. Είχε αφεθεί. Είχα συντονιστεί από την πρώτη φορά. Υπήρχε ενότητα και πληρότητα. Και αντιλήφθηκα τότε εκείνην την ανεπαρκώς εξηγημένη και εν πολλοίς ανορθολογική έννοια της ερωτικής χημείας και των αντιδράσεων της ανάμεσα σε δύο εραστές. Η ερωτική πανδαισία, αξιοσημείωτης στα χρονικά μου διάρκειας, εξάντλησε και τους δύο. Σαν ζόμπι ανεβήκαμε στην κρεβατοκάμαρα πάνω και αποκοιμηθήκαμε  ο ένας δίπλα στον άλλο. 

Το άλλο πρωί σηκώθηκα σχετικά φρέσκος και νηφάλιος. Οι επιπτώσεις του αλκοόλ είχαν μετριαστεί  από τις δράσεις της προηγούμενης βραδιάς. Ούτε υπήρχε εκατέρωθεν κάποια αίσθηση αμηχανίας ή ενοχών. Μου πρόσφερε έναν άθλιο στιγμιαίο καφέ στο καθιστικό, στο καναπέ με ίχνη από τις περιπτύξεις της πλήρως ικανοποιητικής νύχτας που προηγήθηκε. Η σκέψη και αναμνήσεις με διέγειραν εκ νέου, ώστε να αρχίσω να επιζητώ και σχεδιάζω την επανάληψή της. Η ίδια έκανε για τον εαυτό της τσάι, το εγγλέζικο νεροζούμι με γάλα. Σε λίγο κατέβηκε η S, ένα πανέμορφο κοριτσάκι τριών χρονών, με μακριά χρυσόξανθα μαλλιά, που μόλις με είδε κατευθύνθηκε προς το παράθυρο που έβλεπε στον κήπο από πίσω, στράφηκε προς τη γωνία του τοίχου μακριά από μένα και έσκυψε το κεφάλι της, γυρνώντας το που και που, με κλεφτές ματιές, προς το μέρος μου. Πίστεψα ότι έκλαιγε, έχοντας συνηθίσει την παρουσία του πατέρα της, αντί ενός ξένου και άγνωστου άντρα στο σπίτι και αυτό δημιούργησε ενοχές. Αργότερα, η J μου εξήγησε ότι όλα αυτά ήταν φυσιολογικό, ήταν από την φυσική συστολή ενός μικρού παιδιού απέναντι σε έναν άγνωστο. Μετά η J έφερε στην αγκαλιά της την A, ενός χρόνου, και την έβαλε να καθίσει στο υπερυψωμένο κάθισμα για μωρά για το πρωινό της. Και η A είχε ξανθά, σταχένια μαλλιά. Κάτω από τη φράντζα ξεχώριζαν κάτι τεράστια μπλε μάτια, που με κοιτούσαν επίμονα και περιεργαζόταν μετά από κάθε κουταλιά χυλού που έβαζε στο στόμα της -με εξαιρετική τεχνική για την ηλικία της. Όταν τέλειωσε το πρωϊνό, έβαλε τον αντίχειρα στο στόμα της και τον βύζαινε, καθώς μισόκλεινε, χαλαρή και ευχαριστημένη, τα μεγάλα μάτια της.

Με το που τέλειωσα τον καφέ μου, χωρίς να έχω ανταλλάξει κάποια κουβέντα με τα κοριτσάκια, παρά μόνο ματιές και χαμόγελα (δεν ήξερα πως αντιδρούσε κάποιος σε τέτοιες καταστάσεις), άγγιξα το χέρι της J, ανταλλάξαμε ένα ‘See you!’ και πήρα το μακρύ δρόμο για το πανεπιστήμιο. Θα την ξανάβλεπα. Θα τους ξανάβλεπα όλους τους. Ξεκινούσε μια μεγάλη περιπέτεια, υπαρξιακών διαστάσεων, που μεταξύ άλλων θα με βύθιζε βαθιά στην κουλτούρα και την κοινωνία της δεύτερης πλέον πατρίδας μου. Θα διαμόρφωνε τα πιο παραγωγικά χρόνια, όπως λένε, της ζωής μου και της ακμή της, και θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το υπόλοιπό της.

No comments:

Post a Comment