O ερωτικός παροξυσμός εκείνης της νύχτας του Δεκέμβρη, σε ένα σπίτι νοικιασμένο από έναν εργάτη και την μητέρα δυο παιδιών, από τον δήμο της εργατικής συνοικία της μεγαλούπολης, δεν με εκτροχίασε από την καθημερινότητα της σχολής. Αλλά οι ανεξίτηλες, ζωηρά χρωματισμένες εντυπώσεις από εκείνη τη νύχτα ασκούσαν (αναπόφευκτα για έναν στερημένο) μια ισχυρή έλξη, με απροσδιόριστους στόχους, πέρα από την καθαρά αισθησιακή ικανοποίηση, ώστε να επιδιώξω να την ξαναδώ. Στο πρώτο σύντομο χριστουγεννιάτικο ταξίδι στην Ελλάδα μετά την δεύτερη μετανάστευση, συναντήθηκα για τελευταία φορά με την E. Η ξενέρωτη μας συνάντηση για ένα ποτό στον Μύλο δεν εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό και μοιραία κατάληξε στο κενό του «όλα περασμένα-ξεχασμένα», μαζί με ένα δάκρυ συγκίνησης εκατέρωθεν όταν την άφησα έξω από την πολυκατοικία της, αυτή τη φορά στην Παπάφη. Και κείνο το δάκρυ γρήγορα στέγνωσε. Ο επίλογος είχε ήδη γραφεί κάπου στα μισά της στρατιωτικής θητείας.
Κι έτσι, ξαναβρεθήκαμε με την J με την πρώτη ευκαιρία, τον Γενάρη του 1993. Μια και μοναδική φορά στο
διαμέρισμά μου στη Harborne
Road, αλλά σε πιο
τακτά διαστήματα στο σπίτι της στο Rednal, μετά από τις καθιερωμένες πλέον μπύρες στο Bridge. Και κάθε φορά κάναμε
έρωτα με το ίδιο πάθος κι ένταση, χωρίς φιλοσοφικού περιεχομένου συζητήσεις. “Plain J, no nonsense!” Την
πανδαισία και, κατόπιν, ηρεμία στο τέλος μιας απόλυτης ικανοποίησης των
αισθήσεων, ερχόταν να την σπιλώσει η απρόβλεπτη συμπεριφορά του συζύγου, του αντίζηλου,
του απατημένου και ίσως ταπεινωμένου P. Ήταν φορές που τα βράδια χτυπούσε απρόσμενα την
εξώπορτα με δύναμη που υποδήλωνε οργή, ενώ στο σαλονάκι δίπλα πίναμε τη μπύρα
μας. Το άνοιγμα της πόρτας από τη J
ακολουθούσε πάντα ένας διαπληκτισμός και μια λογομαχία στην οποίο
επικρατούσε η βαριά, βαθιά, και βραχνιασμένη από το τσιγάρο φωνή του P. Τις λεπτομέρειες του μικρο-καυγά,
που συνήθως γινόταν επί τοιούτου, απέφευγα να ακούσω, ενώ ταυτόχρονα προετοιμαζόμουν
ψυχολογικά για το ενδεχόμενο μιας βίαιης συμπλοκής. Ένα σαββατιάτικο πρωινό,
που επισκέφτηκε το πρώην σπιτικό του ως συνήθως απροειδοποίητα, αλλά με την
βάσιμη δικαιολογία, αν όχι πρόφαση, να δει τα κορίτσια του, αφού παραμέρισε βίαια
την J στην
εξώπορτα, ανέβηκε με γοργά και βαριά βήματα στον πάνω όροφο, ενώ ήμουν
μισόγυμνος και ξαπλωμένος στο συζυγικό κρεβάτι. Αναστατώθηκα, χωρίς να
πανικοβληθώ, και με ένα θάρρος, που περιέργως καταφέρνω και μαζεύω σε
αξιοσημείωτο βαθμό κάτω από παρόμοιες περιστάσεις, προετοίμασα τον εαυτό μου
για αψιμαχία. Αφού κατούρησε επιδεικτικά και με ανοιχτή πόρτα στο μπάνιο δίπλα
στην κρεβατοκάμαρα, σαν στο σπίτι του (που με μια έννοια ήταν), κατέβηκε με τα
ίδια γρήγορα βήματα, εκτόξευσε μερικές βρισιές και πικρόχολα αστεία στην brummie διάλεκτο της περιοχής, και έφυγε.
O P σε μερικά φυσιογνωμικά
χαρακτηριστικά μου έμοιαζε, αν και θα περνούσαν πολλά χρόνια πριν τον
αντικρύσω, από κοντά, για λίγα δευτερόλεπτα πρόσωπο-με-πρόσωπο. Είχε την ίδια
σωματική διάπλαση, πυκνό, σκούρο μαλλί που από νωρίς είχε αρχίσει να γκριζάρει
-κάτι για το οποίο σε κάθε ευκαιρία, μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατηγορούσε
την J, και μια
βαθιά και επιβλητική φωνή. Είχε σπινθηροβόλα γαλανά μάτια, αλλά η οδοντοστοιχία
του, όπως μου την περιέγραψε η J, είχε σκουραίνει, σχεδόν καταστραφεί από καταχρήσεις του τσιγάρου και του
«χόρτου», του χαλαρωτικού γιατρικού όπως η μπύρα, πολλών Βρετανών εργατών στο
τέλος της βδομάδας.
Στην αρχή ανάπτυξα ένα αίσθημα συμπάθειας για
τον P, τον
εργάτη-εφαρμοστή σε ένα τοπικό εργοστάσιο ανταλλακτικών -δορυφόρο της μεγάλης
αυτοκινητοβιομηχανίας, που η γυναίκα του τον πέταξε από το σπιτικό του, τον
απομάκρυνε από τα παιδιά του που εμφανώς αγαπούσε, για να φέρει έναν μορφωμένο «τζιτζιφιόγκο»
σαν του λόγου μου και να διαλύσει ό,τι ελάχιστο στεκόταν ακόμα όρθιο στη σχέση
τους. Η ζήλια και οργή από την επίγνωση ότι κάποιος άλλος απολάμβανε την
αγκαλιά της για τρία-και-βάλε χρόνια νεαρής και παθιασμένης γυναίκας του πίσω
από τις κατεβασμένες κουρτίνες του πρώην σπιτικού του, ήταν κατανοητή και
κανένα εγγλέζικο φλέγμα, καμιά ιδιοσυγκρασία δεν θα αρκούσαν να συγκρατήσουν
τις εκδηλώσεις τους. Είχα νιώσει παρόμοια συναισθήματα ζήλιας και θυμού, μέχρι
και μίσους, σε παρόμοιες περιστάσεις, αν και ομολογουμένως σχετικά παιδαριώδεις
και τάξεις μεγέθους μικρότερης σημασίας για τον καθ’ οδόν βίον. Ήταν κατανοητές
οι αντιδράσεις του P, και ως άνθρωπος ευσυνείδητος και με κάποιο ήθος, ένιωθα ενοχές, που
διαστέλλονταν σε κάθε επίσκεψη του, σε κάθε αναφορά της μεγαλύτερης κόρης στον
πατέρα που της έλειπε, στη μουσική και τις φωτογραφίες που άφησε πίσω, ακόμα
και το σκεφτικό βλέμμα της J
τις στιγμές που κάπνιζε. Από τη μεριά της, όταν έθιγα το θέμα με
αφορμή τις ενοχές μου, έδειχνε γενικά αποφασισμένη και κατηγορηματικά
αφοριστική για το παρελθόν της· ότι το είχε εγκαταλείψει πίσω της άπαξ δια
παντός, ανακαλώντας βίαιους καυγάδες και καταχρήσεις, καταλήγοντας: ‘P was
taking me for granted for a long time and the penny
has finally dropped… You know what I do mean?’
Στις αρχές εκείνου του χρόνου, με τη βοήθεια
του Δρ. ΚΚ, είχα αγοράσει ένα μεταχειρισμένο SEAT για χίλιες πεντακόσιες λίρες, και οδηγούσα με
αυτό στο Rednal, στη γειτονιά της J. Όταν ένα πρωινό βρήκα ένα από τα λάστιχα του ξεφούσκωτο, αδιαμφισβήτητα
έργο του P -όπως
επιβεβαίωσε με ένα ακατανόητο γέλιο το ίδιο πρωινό και η J «που τον ήξερε καλά»,
περιέργως δεν με κυρίευσε κάποιος θυμός και το αντιμετώπισα με ψυχραιμία και
καρτερικότητα. Δικαιολογούσα τις αντιδράσεις του, από κάποιον απρόθυμο ή μάλλον
οδηγούμενο από το αόρατο χέρι του πάθους στο ρόλο του θύτη και σφετεριστή, του
επιδρομέα στα ερείπια του κάστρου μιας αδύναμης οικογένειας, του ξενόφερτου εγωιστή
και επίβουλου νέων ανθρώπινων ζωών, που εκ των υστέρων διακατέχεται από τύψεις
συνείδησης για τις ενέργειες του. Η απανταχού νοητή και φυσική παρουσία του P στην περιφέρεια της
σχέσης με την J, οι ενοχές που λόγω χαρακτήρα δεν κατάφερα ποτέ να καταπνίξω, το χάσμα
κουλτούρας και μορφωτικού επιπέδου, οι εμφανείς ταξικές διαφορές όσο και αν
ήθελα να τις παραβλέψω, όλα αυτά και άλλα πολλά, μοιραία διατήρησαν τον δεσμό μας
χαλαρό: να περιστρέφεται γύρω από τα pubs, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, και τον
μεθυσμένο, παθιασμένο έρωτα που ακολουθούσε στις βδομαδιάτικες εκδρομές στο Rednal.
No comments:
Post a Comment