Tuesday, October 21, 2025

13 - Πρώτο από Πολλά Αντίο

 Λίγο παραπέρα, στο θορυβώδες Crown, το άλλο δημοφιλές pub της περιοχής ιδιαίτερα ανάμεσα στη νεολαία της, ένα Σαββατόβραδο βγήκαμε με μια νέγρα φίλη της, την Jessica, για τη καθιερωμένη ρουτίνα που ξεκινούσε με πολλές μπύρες και θα κατέληγε σε ένα πάθος αισθήσεων στην κρεβατοκάμαρα της J. Ίσως να είχα αφήσει στίγματα στη μνήμη της από κείνο κρύο πλάσμα που φανέρωσα στο πάρτι της βάφτισης, και δεν πέρασε πολύ ώρα, ούτε πολλά τραγούδια στο juke-box του pub -μερικά διαλεγμένα από μένα, προτού, έχοντας με και πάλι ξεχάσει και αγνοήσει την παρουσία μου σε μια γωνιά του pub, άρχισε, με τη φίλη της παρέα, τις γνώριμες πλέον ερωτοτροπούσες κουβεντούλες και γέλια με μια παρέα αντρών που στεκόταν στο μπαρ. Όταν το pub κόντευε να κλείσει, εξακολούθησε, περιτριγυρισμένη από την άγνωστη impromptu αντρική συντροφιά να δείχνει απορροφημένη, από πειρακτικά λόγια ή και γλυκόλογα. Την πλησίασα στην ομήγυρή της και με το θάρρος του μεθυσμένου, της άγγιξα το μανίκι και της είπα: “Im going now. Are you coming?” Mε τα γλαρωμένα από το ποτό μάτια της να με κοιτάζουν υποτιμητικά, απάντησε χαμογελώντας ειρωνικά και νεύοντας με την παλάμη της μπροστά στο πρόσωπό μου: “Bye-bye, L! See you when Ι see you! Bye-bye!” Θα μπορούσα να την χτυπήσω ξανά και μάλιστα μπροστά σε κόσμο, αλλά προτίμησα να βγω από το pub παραπατώντας. Χωρίς την επήρεια του αλκοόλ θα ένιωθα την ταπείνωση μιας βρεγμένης γάτας.

Είχα μόνο μετρημένα λεφτά στην τσέπη για ταξί από εκείνη την άκρη της μεγαλούπολης, και πήρα τον πάρα πολύ μακρύ δρόμο για τo διαμέρισμά στο Edgbaston -τον ίδιο δρόμο που έπαιρνε το λεωφορείο της γραμμής. Περπατώντας κατά μήκος του έρημου πεζοδρομίου στα όρια της περιφραγμένης βιομηχανικής περιοχής, πριν από το roundabout στην κεντρική πύλη του εργοστασίου του Longbridge και ένα αυτοκίνητο με την J, την Jessica, και δεν ξέρω ποιους άλλους της με προσπέρασε με κατεύθυνση για το κέντρο. Είδα το χέρι μιας πρόσχαρης J από το ανοιχτό παράθυρο να με χαιρετάει περιφρονητικά: “Bye-bye, L! So long, L! Good luck, L!” Συνέχισα τον ατέλειωτο δρόμο μου σκυφτός, παραλυμένος από το πιοτό ώστε να αισθανθώ κάποια φούρια από το σαρκαστικό και ταπεινωτικό αντίο. Θα ήταν οριστικό; Μετά από μιάμιση ώρα περπάτημα, εκτιμώντας ότι είχα αρκετά χρήματα για το υπόλοιπο της διαδρομής, σταμάτησα κάποιον ταξιτζή στο τέλος της νυχτερινής του βάρδιας για να με πάει σπίτι. Ξύπνησα την άλλη μέρα με την λογική υπόσχεση στον εαυτό μου να μην την ξαναδώ.

Και όμως την ξαναείδα! Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν ήταν κάποιος κοινός έρωτας όπως τον είχα νιώσει στο παρελθόν που ασκούσε εκείνη την ισχυρή έλξη. Το στοιχείο της αγάπης, όπως την καταλάβαινα σε κείνη την φάση της ζωής, τα συναισθήματα που αναπτύσσονται και διαχέονται στη διάρκεια μιας σχέσης και συμβίωσης ανάμεσα σε δυο ερωτευμένους παρά τη σεξουαλική πράξη, και που η τελευταία είτε απλώς κορυφώνει, είτε για λίγα λεπτά παραμερίζονται προς όφελος της ικανοποίησης των αισθήσεων, τέτοιου είδους αγάπη δεν υπήρχε. Φαίνεται ότι με την J, ο έρωτας υπήρχε για την πράξη και αποκλειστικά για αυτή τα λεπτά που διαρκούσε. Ήταν ένας θεόρατος και βραχύς παλμός στο χρόνο, μια έκσταση αισθήσεων και συναισθημάτων ταυτόχρονα, μια ενότητα και ολοκλήρωση, που παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε μεγάλες περιόδους αδιαφορίας, απώθησης, αντιπάθειας, ακόμα και μίσους. Αυτή η παρόρμηση ενός σχεδόν αποκλειστικά σεξουαλικού έρωτα (ή ερωτικού σεξ) ήταν που με τραβούσε πίσω στο κορμί της -και μόνον αυτή, προτού, με τον ίδιο ρυθμό, να επέλθουν οι συγκρούσεις και η απώθηση στο σημείο εκκίνησης.

Και έτσι συνεχίστηκαν για μήνες, και εν τέλει για πολλά χρόνια από το πρώτο μας ραντεβού, εκείνες οι τροχιές που ξεκινούσαν από εκστατικό έρωτα, όπου πραγματικά και ουσιαστικά γινόμαστε ένα σώμα, για να περάσουν μετά από βίαιες συγκρούσεις μίσους σε φάσεις αδιαφορίας, μέχρις ότου μια λανθάνουσα ακατανίκητη έλξη για αυτό που έλειπε και στους δύο, το ερωτικό πάθος, στο ίδιο  σημείο εκκίνησης. Το «ατύχημα» δεν άργησε να συμβεί, λίγους μήνες από την πρώτη δεκεμβριάτικη νύχτα-ορόσημο στο Bridge, όταν η J ανακοίνωσε κοφτά ότι ήταν έγκυος, και πόσο συναισθηματικά απαίσια θεωρούσε την έκτρωση, που για αυτήν σήμαινε «δολοφονία μιας μικρής ζωής» με την συγκατάθεσή της. Αλλά πείσθηκε από την μάνα της, μετά από κλάματα και οδυρμούς, να την κάνει. Έδωσα το παρόν εκείνο το πρωί στο σπιτικό της, για να προσφέρω από ευσυνειδησία την όποια ψυχική συμπαράσταση μπορούσα, για να δείξω ότι τουλάχιστον το γεγονός βάραινε κατά κάποιο τρόπο και τη δική μου συνείδηση. Τη βρήκα δακρυσμένη στην αγκαλιά της μάνας, που τελικά την συνόδεψε στο γιατρό. Η αλήθεια είναι ότι έδειξα έλλειψη ενσυναίσθησης με μοναδικά  ελαφρυντικά το ότι δεν ήξερα πως να αντιδράσω στο πρωτόγνωρο για μένα και αναπάντεχο περιστατικό της εγκυμοσύνης και, ίσως, το ότι ως άντρας το πατρικό ένστικτο, αν υπάρχει, μάλλον διαφέρει ουσιαστικό από το μητρικό. Με την απόφαση της να πάει στην κλινική ένιωσα ανακούφιση, που όσο και αν προσπάθησα να την αποκρύψω πίσω από μια μάσκα ανησυχίας και στενοχώριας, την ανακάλυψε και την αποκάλυψε χάριν στο αξιοθαύμαστο ένστικτο που τη διέκρινε, το γενικά αλάθητο γυναικείο ένστικτο που τελικά διαπίστωσα και με ξεγύμνωνα εφεξής από κάθε προσποιητό συναίσθημα και ψέμα – ένα ένστικτο που η Jane διέθετε σε υπερθετικό βαθμό. Και θα υπενθύμιζε εκείνο το περιστατικό και τη στάση μου για πολύ καιρό ακόμα.

Για την ώρα, μάλλον κουρασμένη από τις περιπέτειες της με μένα και, ίσως, με τους κάθε τυχάρπαστους με τους οποίους θα ερωτοτροπούσε σε κάθε ευκαιρία σε pubs και night-clubs, ίσως και από τον καταναγκασμό που ακόμα ασκούσε ο σύζυγος P, ίσως και υπό την πίεση της οικογένειας της, ίσως -και εξίσου πιθανόν- από έγνοια και αγάπη για τα παιδιά της, έφερε πίσω στο σπιτικό τον P.  Για ένα διάστημα είχα αποκλειστεί από τη ζωή και τον έρωτά της. Οι περιοδικοί κύκλοι βίαιης έλξης και σύγκρουσης και απώθησης διακόπηκαν και στην προσωπική μου ζωή επικράτησε μια άχρωμη νηνεμία. Θα ήταν το πρώτο κι ένα από τα πολλά «τέρματα» ενός μακροχρόνιου φουρτουνιασμένου δεσμού, μιας πορείας με πολλά απότομα σκαμπανεβάσματα

No comments:

Post a Comment