Ακολούθησα τη συμβουλή του Γιώργου και την πηγαία επιθυμία και αφού άφησα να περάσουν, με πολλήν προσμονή είναι αλήθεια, δυο 24ωρα (ώστε να μη δοθεί η εντύπωση κάποιου στερημένου και απελπισμένου για γυναικεία συντροφιά) πήρα το τηλέφωνο που μου είχε δώσει η Claire. Μια ξαφνιασμένη και διστακτική φωνή, που αργότερα μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να της ίδιας την Claire, μου απάντησε: “Oh, Claire is not here… she might be back later. Can I ask who is calling?” Έδωσα το όνομα μου και απάντησα, στην ιδιάζουσα προφορά που δεν είχε ακόμα στιλβωθεί, ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα» και θα προσπαθούσα να ξανατηλεφωνήσω μια άλλη ώρα ή μέρα. Όταν φανέρωσα το όνομά μου άκουσα κάτι σαν γελάκια στο βάθος, και στο μυαλό μου σχηματίστηκε η εικόνα ενός χεριού (της Claire;) να σκεπάζει το ακουστικό, ώστε γέλια και ψίθυροι να μην ακούγονται στην άλλη άκρη της γραμμής. Μπορεί και να έκανα λάθος, αλλά, από την υπερβολική ευθιξία και ευαισθησία και καθωσπρεπισμό που πάντα με διέκρινε, ένιωσα κάτι προσβλητικό από τους ήχους και κινήσεις που αντιλήφθηκα είτε φαντάστηκα στο περιβάλλον της άλλης άκρης της γραμμής, στις στιγμές από τη σύστασή μου. Δεν θα ξανάπαιρνα τηλέφωνο, δεν ήταν στον χαρακτήρα μου.
Επαναπαύθηκα στην δευτεροκλασάτη επιλογή από
κείνο το βράδυ στο Athens: πήρα την ίδια μέρα τηλέφωνο την J. H
χροιά της φωνής της συμπαθητική και γλυκιά, αλλά ο λόγος της
αμήχανος και ψυχρός. Δεν είπαμε πολλά, ούτε χρειάστηκε. Δέχτηκε να βρεθούμε την
ερχόμενη Τετάρτη, μια βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, κοντά στη γειτονιά της στο Rubery, την απομακρυσμένη
νότια συνοικία του Birmingham, για την οποία δεν είχα ακούσει μέχρι τότε. Θα συναντιόμαστε σε ένα
από τα local pubs, The Bridge. Θα το έβρισκα εύκολα, μου είπε· ήταν πάνω στον κύριο δρόμο, στη
γραμμή ενός λεωφορείου που ξεκινούσε από το κέντρο, διέσχιζε την συνοικία του
πανεπιστημίου, το Edgbaston, και έπαιρνε τον μακρύ South
Bristol Road για το Longbridge, το Rednal, πριν καταλήξει στο Rubery. H διαδρομή προς έναν ακόμα
άγνωστο προορισμό και, όπως υπέθετα, διαφορετικό από τον μικρόκοσμο γύρω από το
πανεπιστήμιο και το σχετικά εύπορο Edgbaston, με συνάρπαζε, όσο και η συνάντηση με κείνη την αινιγματική J, σε περιβάλλον πολύ
διαφορετικό από αυτό του Athens
Greek Restaurant.
Πήρα από νωρίς το βράδυ, πάνω από δυο ώρες
πριν το προκαθορισμένο ραντεβού, από τη στάση στο δεντροφυτεμένο με βαλανιδιές
κομμάτι του South Bristol Road στις παρυφές του campus. Tο σκοτάδι είχε πέσει από
νωρίς στα West Midlands μαζί με τη
θερμοκρασία. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, ο αέρας καταχνιασμένος από την υγρασία.
Έτρεμα κάτω από το βαρύ πανωφόρι που πριν λίγο καιρό είχα αγοράσει, περισσότερο
από την προσδοκία μιας βραδινής περιπέτειας, με μπύρα και γυναικεία παρέα σε
ένα άγνωστο και μακρινό μέρος, παρά το κρύο. Στο μισοάδειο λεωφορείο έκατσα στο
μπροστινό κάθισμα του πάνω ορόφου και ατένιζα τον ατέλειωτο δρόμο μπροστά μου.
Στο roundabout του Longbridge, πριν τη δεξιά στροφή του λεωφορείου προς την κατεύθυνση του Rednal, πίσω από μια καλά φυλαγμένη
πύλη απλωνόταν το τεράστιο σύμπλεγμα εργοστασίων αυτοκινήτων του Longbridge, το Rover Plant όπως τότε ονομαζόταν, η καρδιά της
αυτοκινητοβιομηχανίας της Αγγλίας, κραταιά ακόμη, αν και όχι για πολύ καιρό. Η σχετικά
αραιή κίνηση αυτοκινήτων μπροστά από την είσοδο σήμαινε ότι η αλλαγή της
βάρδιας είχε συμβεί. Δούλευε νύχτα-μέρα, έμαθα, και μαζί με περιφερειακά
εργοστάσια εξαρτημάτων έδινε δουλειά στην πλειοψηφία των ανθρώπων των προαστίων
γύρω από αυτό. Βυθιζόμουν, λοιπόν, στην καρδιά μιας εργατικής, προλεταριακής
κοινωνίας, και αυτό με έδωσε μιαν μικρή ικανοποίηση· σαν κάπως να δικαιωνόμουν
για τα διαβάσματα και το επαναστατικό παρελθόν των φοιτητικών χρόνων, σαν οι
θεωρίες που είχα σχηματίσει περί ταξικών κοινωνιών και πάλης από κείνα τα
διαβάσματα και εκείνη τη δράση συναντούσαν και εφάπτονταν με μια μέχρι τότε φανταστική
πραγματικότητα.
Οι δυο ψηλοί βικτωριανοί καπνοδόχοι του The Bridge
φάνηκαν από μακριά, στο βάθος της δυτικής πορείας που πήρε το
λεωφορείο μετά το εργοστάσιο. Ήταν ένα
επιβλητικά απλό παλιό κτίριο από κόκκινα τούβλα, καπνισμένα από τον καιρό,
μπροστά από ένα μεγάλο προαύλιο. Το όνομά του ήταν γραμμένο με ξεθωριασμένα
επίχρυσα γράμματα στην πρόσοψη πάνω από την πόρτα της εισόδου, και σε μια
ταμπέλα αιωρούμενη από μιαν οριζόντια ράβδο στην κορυφή ενός στύλου στη γωνιά που
με άφησε το λεωφορείο: της μεγάλης λεωφόρου και ενός παράδρομου που θα ανηφορίζαμε
με την J αργότερα.
Έφτασα νωρίς για το ραντεβού, ως συνήθως, αλλά παρά τους δισταγμούς που νιώθει
ένας ξένος σε ξένο τόπο, έσπευσα μέσα στο χώρο και ζεστασιά του pub· το κρύο ήταν
τσουχτερό και οι δρόμοι έρημοι, αλλά όπως απαιτούσε ο συνεσταλμένος χαρακτήρας έπρεπε
να πιώ μια και δυο μπύρες, ώστε να ξυπνήσει μέσα από τα συμπλέγματα των
αναστολών μου κάποια σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Το πρόβλημα που είχα να μπω σε
έναν κόμβο της τοπικής καθαρόαιμης κοινωνίας, όπως ένα εγγλέζικο pub, ως ξένος, άγνωστος
και ανώνυμος, ανάμεσα σε τακτικούς θαμώνες και γείτονες, το είχα ξεπεράσει από
τις πρώτες μέρες μου στην Αγγλία. Ήξερα, ότι ακόμα και στην απίθανη περίπτωση
που βλέμματα ντόπιων θαμώνων ή του publican
με περιεργάζονταν περίεργα (το πατροπαράδοτο φλέγμα αντί της
περιέργειας, είχα αντιληφθεί, ήταν κύριο χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς των Εγγλέζων),
η οποιαδήποτε αμηχανία θα καταπνιγόταν εύκολα με λίγες γουλιές μπύρας. ‘Hello, c’n I‘ave a pint o’ Kroonenberg, please?’ είπα με μια προσπάθεια
εγγλέζικης προσφοράς. Ο publican κατάλαβε την παραγγελία μου με την πρώτη φορά,
παρά την ξενική προφορά που προσπαθούσα να συγκαλύψω και με ένα καταφατικό
νεύμα και ένα τυπικό χαμόγελο με σέρβιρε το ποτό που ζήτησα· χωρίς κάποιο ‘Say it again!’, καλό
σημάδι όταν κάποιος κατά τα φαινόμενα ξένος παραγγέλνει ποτό στο τοπικό pub μιας εργατικής συνοικίας.
Ο κεντρικός χώρος, πίσω από την είσοδο,
μπροστά από το bar με τα μηχανήματα της μπύρας, ήταν σχεδόν άδειο από πελάτες. Είχα πλέον
συνηθίσει ήδη την οικεία, μπαγιάτικη μυρωδιά των pubs εκείνης της εποχής από τον καπνό του τσιγάρου
και τη χυμένη μπύρα στα πατώματα με την λιγδιασμένη μοκέτα ήταν πολύ ιδιάζουσα
και χαρακτηριστική των εγγλέζικων pub της περιόδου, πριν την
απαγόρευση του τσιγάρου και την επιβολή αυστηρών κανόνων υγιεινής. Άρχισε
μάλιστα να με ευχαριστεί με την
οικειότητα και ζεστασιά της, όπως πολλούς από τους τακτικούς θαμώνες των pubs και, μετά από χρόνια
απαγορεύσεων, θα γινόταν μιαν νοσταλγική ανάμνηση. Ήταν νωρίς και καθημερινή. Δυο τύποι έπιναν
αμίλητοι την μπύρα γερμένοι στον πάγκο και με την πλάτη γυρισμένοι στον κυρίως
χώρο, στη χαρακτηριστική πόζα των μπαρόβιων, με ένα πόδι στην μπρούτζινη μπάρα
και το άλλο χέρι στο pint με την μπύρα. Ένας άλλος, με ένα τσιγάρο στο
στόμα, έπαιζε αφοσιωμένος φρουτάκια. Με pint στο χέρι έκατσα στον διπλανό χώρο, μια
ευρύχωρη αίθουσα με ανοιχτοπράσινα βελούδινα καθίσματα κατά μήκος τoυ περιφέρειας της
αίθουσας, σκόρπια στρογγυλά mahogany
τραπεζάκια μπροστά τους, σκουρόχρωμες κουρτίνες που έκρυβαν τα
παράθυρα και το προαύλιο, και ένα σβησμένο τζάκι στο βάθος. Οι τοίχοι ήταν
γυμνοί από πίνακες και άλλα διακοσμητικά, καλυμμένοι από μονόχρωμη ταπετσαρία
σε μια απόχρωση του πράσινου και αυτή. Το κέντρο της αίθουσας ήταν άδειο από
τραπέζια και καρέκλες. Η μοκέτα φθαρμένη και βρώμικη. Μια χαμηλή μουσική
υπόκρουση ακουγόταν από τα ηχεία στις γωνίες του ταβανιού. Ήταν από τραγούδια
που τότε και μέχρις ότου γνωρίσω καλύτερα και μπω στην ζωή της J, δεν μου έκαναν
ιδιαίτερη αίσθηση: UB40, Human League, Aaron Neville, λίγη reggae. Τα άκουγα αδιάφορα, μόνος σε μια γωνία της
αίθουσας, αθέατος από την είσοδο και το bar, με την πλάτη γερμένη
στη πλάτη των βελούδινων πάγκων, πίνοντας βιαστικά και με άδειο στομάχι την
μπύρα, συλλογιζόμενος τις ώρες που θα έρχονταν και τι στο καλό θα έφερναν· με
φυσιολογική νευρικότητα στην αρχή, που περίμενα με την ώρα να ξεπεράσω, χάρη στο
αλκοόλ.
Η J
άργησε να έρθει. Είχα τελειώσει το δεύτερο pint και άρχιζα το τρίτο, όταν
την είδα να ξεπροβάλλει, ξανθιά και αδύνατη με τα λεπτά μακριά της πόδια, μπροστά
από το bar ψάχνοντας την παρουσία μου. Φορούσε μια μίνι μαύρη βελούδινη φούστα
και ένα άλικο σακάκι με επίχρυσα κουμπιά και άλλα κεντήματα. Κακόγουστο και
επιτηδευμένα επίσημο σκέφτηκα, αλλά ταίριαζε στη λαϊκή σύνθεση της συνοικίας
και του τοπικού pub. Τα χρώματα, του μαύρου και του άλικου, τόνιζαν το λαμπερό, γεμάτο
ανταύγειες ξανθά μαλλιά της που, αν και τους έλειπε ο όγκος, αυτή την φορά μου
φάνηκε πιο ζωηρό από το βράδι της γνωριμίας μας. Δεν ήταν βαμμένη, πέρα από
κάποια σκιά γύρω από τα μάτια της. Δεν χρειαζόταν βάψιμο· η επιδερμίδα της ήταν
αλαβάστρινη, τα μικρά της χείλη είχαν ένα ταιριαστό χλωμό ροζ χρώμα. Έκατσε δίπλα μου στον βελούδινο καναπέ και της
πρόσφερα ποτό. Στη σχεδόν εφηβική της απλοϊκότητα και αφέλεια η συζήτηση δεν
μπορούσε παρά να περιστρεφόταν γύρω από προσωπικά θέματα. Και καθώς συνοδευόταν
από σημαντικές ποσότητες αλκοόλ, κυλούσε σαν ένα ρυάκι στο νου, με σκέψεις σκόρπιες
και φευγαλέες που δεν αποτυπώνονται στη μνήμη. Άλλωστε το μυαλό γύριζε αλλού ή
κάλπαζε στο τι θα ακολουθούσε.
Το pub
άρχιζε να μαζεύει κόσμο και μερικά από τα τραπέζια της
περιφέρειας της αίθουσα γέμιζαν από τους καθημερινούς μπυροπότες της περιοχής.
Η αρχικά έντονη συναίσθηση ότι βρισκόμαστε σε έναν κοινωνικό χώρο της γειτονιάς
της, ότι άνθρωποι που συναντούσε στο δρόμο ή κάποια μέλη της τεράστιας
οικογένειάς της, όπως μου την περιέγραψε, από τρείς αδερφούς και δύο αδερφές,
θα την έβλεπαν με έναν άγνωστο, μελαχρινό, για μερικούς «εξωτικό» και παράξενο άντρα
δίπλα της, είχε εξασθενίσει από το αλκοόλ, ενώ οι αρχικές μπύρες, άρχισαν διαδέχονταν
πλέον από διπλά μπράντι. Η J, παρά την αδύνατη και εύθραυστη της κορμοστασιά, με ισοφάριζε στην
κατανάλωση.
Δεν θυμάμαι να την φίλησα σε κείνο το pub, έχοντας αντίληψη του
περιβάλλοντος που βρισκόμουν. Ίσως λόγω κάποιου χάσματος που διαχώριζε τις
κουλτούρες μας, ίσως γιατί κανείς από τους δυο μας δεν ήταν δεξιοτέχνης στο
φιλί. Υπήρχαν η πανταχού-παρούσες βρετανική εγκράτεια και επιφυλάξεις, και το
γαλλικό φιλί δεν ήταν ανάμεσα στα αγαπημένα μου ερωτικά σπορ, ειδικά σε
δημόσιους χώρους. Η πολιτιστική απόσταση, οι διαφορές στη γλώσσα, στον τρόπο
λόγου και σκέψης, συμπεριφοράς και χιούμορ, ούτε οι ιστορικές και εθνοτικές διαφορές,
ούτε και το εμφανές ταξικό και μορφωτικό χάσμα ανάμεσά μας, δεν στάθηκαν ποτέ εμπόδιο
σε δυο ανθρώπους να ερωτευθούν. Από μια άποψη, στη φύση και την ανθρώπινη
κοινωνία, τέτοιες ισχυρές αντιθέσεις ανάμεσα σε μένα και την J, ενέτειναν τη δύναμη της
έλξης. Μετά από στιγμές που το λάγνο, γαλανό βλέμμα από τα μεγάλα και βαθιά μάτια
της, που άρχιζαν να υγραίνουν και κοκκινίζουν από τη δράση του αλκοόλ, με
διαπέρασε προκλητικά, μετακινήθηκα μερικά εκατοστά πιο κοντά της, ώστε τα
σώματά να αγγίζουν και ακούμπησα το χέρι μου στο αδύνατο πόδι της. Δεν
αντέδρασε· το περίμενε και ίσως το επιζητούσε. Τις λαϊκές τάξεις και τους νέους
ανθρώπους ανάμεσά τους, που βιάζονται να ξεκλειδώνουν τις πόρτες της ζωής
μπροστά τους, δεν τους αρέσουν τα πολλά φληναφήματα. Η κουβέντα μας αραίωσε σε
λέξεις, σχεδόν σταμάτησε. Λίγο παραπάνω και το χέρι μου έφτασε στην άκρη της
κάλτσα της και άγγιξε τη γυμνή και απαλή επιδερμίδα του μηρού της, που
συνεχιζόταν ατέλειωτος σε βάθη που το χέρι μου δεν έφτανε. Τις κάλτσες τις συγκρατούσαν
ζαρτιέρες, μόλις λίγο πάνω από τα γόνατα, χαμηλά για το μήκος των μακριών ποδιών
της. Προσαϊκές σκέψεις περνούσαν ξανά και ξανά από το μυαλό, όπως ήταν λογικό: γνωρίζαμε
καλά και οι δυο τι θέλαμε, τι περιμέναμε από το ραντεβού και που δυνητικά θα
κατέληγε αν το επέτρεπαν οι περιστάσεις.
Στο μεταξύ η ένταση της μουσικής μεγάλωνε, το
ροκ γινόταν βαρύτερο και σκληρότερο, συμβαδίζοντας με την κατανάλωση του αλκοόλ
από τους θαμώνες. Ένα τύπος καθόταν λίγο πιο πέρα, μοναχικός μπροστά στο
τραπεζάκι του με ένα μισογεμάτο pint και μισόκλειστα τα μάτια. Φαινόταν μποέμης και περιθωριακός, ιδιόρρυθμος
σε μερικούς σαν και μένα. Είχε εντυπωσιακά μακρύ και ίσιο καλοχτενισμένο καστανόξανθο
μαλλί, που θα το ζήλευαν πολλές γυναίκες. Αφού με μια κίνηση άδειασε το pint του, και με τη
σιγουριά που δίνει η εξοικείωση με τον χώρο και τους ανθρώπους του ή, απλά, με
στροφή προς τα εσώτερα της ψυχής και την αυτοαπομόνωση από το περιβάλλον,
άρχισε να χορεύει με τα πόδια καρφωμένα στο ίδιο σημείο στο κέντρο της αίθουσας,
και με ανορθόδοξες κινήσεις των χεριών πάνω από το κεφάλι και κινήσεις του
κεφαλιού που τίναζαν ρυθμικά το πλούσιο μαλλί πέρα-δώθε. H J μου ψιθύρισε χαμογελώντας με το γλυκό, στραβό και διστακτικό χαμόγελο,
που περίμενε την αντίδραση του άλλου για να το διατηρήσει, ότι ήταν γνωστός και
τακτικός, σχεδόν καθημερινός θαμώνας του pub, καθόταν πάντα μόνος στο ίδιο τραπεζάκι, και αφού
τελειώσει το pint του μια προκαθορισμένη ώρα, σηκώνεται, και χορεύει στους ήχους ενός επαναλαμβανόμενου
ρεπερτορίου «βαριάς» ροκ μουσικής. Τον ξαναείδα σε κάθε σχεδόν επίσκεψη μου στο
Bridge να
εκτελεί την ίδια χορευτική ρουτίνα μόλις τέλειωνε το pint του, στο κέντρο της παραδίπλα
αίθουσας, απορροφημένος από τη μουσική
και τον εαυτό του, χωρίς να τον νοιάζουν ματιές και σχόλια από τους θαμώνες
γύρω του. Τον γνώριζαν από έξω και ανακατωτά, τον συνήθισαν και καταλάβαιναν
περισσότερο από μένα, ίσως και να τον αγαπούσαν. «Είναι μέρος της επίπλωσης
του μαγαζιού,» είπε η J.
No comments:
Post a Comment