Monday, September 15, 2025

7 - Cherchez la Femme

 Μερικά κομμάτια στο παζλ της ζωής που ξεκίνησα στην Αγγλία άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους: υπήρχε κάποια στέγη πάνω από το κεφάλι μου, μια δουλειά για τα προς το ζην, έστω για το προβλέψιμο μέλλον, και μια απλή, επικούρεια ζωή από μικροχαρές με τους λίγους Έλληνες φίλους, την μπύρα και το ποδόσφαιρο, τα σινεμά. Για πολλούς ανθρώπους αυτά είναι υπεραρκετά για να γεμίσουν την ζωή, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Από την άλλην, ο καιρός, οι γκρίζοι, συχνά μολυβένιοι ουρανοί, η βροχή, ταίριαζε αρμονικά με μιαν μελαγχολική και εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία. Ένα συναίσθημα ευφορίας που αυτόματα, αλλά ανεξήγητα, με κυρίευε ως παιδί και έφηβο τις βροχερές ή ομιχλώδεις μέρες της Θεσσαλονίκης φούντωνε μέσα μου με μεγαλύτερη συχνότητα. Με ταίριαζε απόλυτα ο καιρός της Αγγλίας που οι ντόπιοι τον καταριόταν. Αλλά έλειπε ένα μεγάλο κομμάτι: ο έρωτας μιας γυναίκας. Το ζήτημα της γυναικείας συντροφιάς ήταν κεντρικό , παρέμενε ανοικτό και γινόταν επιτακτικό -επιτακτικότατο!, δεδομένης της ηλικίας μου και μιας πολύμηνης στέρησης.  

Το άμεσο περιβάλλον του πανεπιστημίου εκείνον τον πρώτο καιρό (και, πράγματι, το κάθε περιβάλλον δουλειάς στο μέλλον) αποδεικνυόταν μη προσοδοφόρο. Κάτι αναμενόμενο άλλωστε στον τομέα που εντρυφούσα, παραδοσιακά επάλξεις που την κρατούσαν επί το πλείστον άντρες. Ο καλοσυνάτος και φιλικός ηλικιωμένος ασπρομάλλης τεχνίτης, στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης τεχνίτης, μου συστήθηκε το πρώτο πρωί που με είδε στο εργαστήριο, με το απαράμιλλο βρετανικό χιούμορ που τον διέκρινε: ο μορφασμός του πόνου στο πρόσωπο του, αφού του έσφιξα το χέρι στις συστάσεις με τη δύναμη που, χάριν στις παραινέσεις του πατέρα είχα από μικρός υιοθετήσει, με έκανε να γελάσω, και δημιούργησε ένα κλίμα οικειότητας, όπως με έκανε να καταλάβω τη σημασία που έχει το περίφημο βρετανικό χιούμορ σε όλες τις εκδοχές του στην καθημερινότητα. Σε κάθε ευκαιρία έκτοτε ο γέρο-τεχνίτης με διάφορα αθώα υπονοούμενα προσπάθησε να με συνδέσει ρομαντικά με τη μικρή, χαριτωμένη κοπέλα από την Κίνα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ίδιο εργαστήριο, που ήταν και αυτή συχνά αντικείμενο των πειραγμάτων του. ‘You two, youd make a beautiful couple, I think!’ μας είπε με σοβαροφάνεια μετά από μια καλημέρα, ενώ είμασταν σκυμμένοι μπροστά στους υπολογιστές μας. Και γυρνώντας προς εμένα: ‘L, why wait and dont you ask A. out?’ Φυσικά χαμογελάσαμε ντροπαλά μεταξύ μας. Δεν είχα αντιμετωπίσει τέτοιου είδους χιούμορ από ανθρώπους που δεν με γνώριζαν καλά και σε ένα παρόμοιο περιβάλλον στην Αμερική και την Ελλάδα ίσως να είχε παρεξηγηθεί. Καθώς δεν είχα εξασκηθεί στην βρετανική ψιλοκουβέντα, ούτε διέθετα, ούτε μου είχε καλλιεργηθεί η ετοιμολογία, δεν βρήκα κάποιο ευφυολόγημα να απαντήσω αυτοστιγμεί. Αρκέστηκα στο αυτόματό μου χαμόγελο. Είναι αλήθεια όμως ότι η πρόταση του γερό-τεχνίτη είχε περάσει από το νου.  Με την Α., παρά τη χάρη, το γλυκό χαμόγελο και το λείο χλωμό δέρμα της, παρά την υποψία που έκρυβα ότι με έβρισκε ελκυστικό και δεν θα αρνιόταν μια πρόταση (βγαλμένη από τα σιωπηλά και λίγο αμήχανα χαμόγελα που συχνά ανταλλάσσαμε κάθε φορά που διασταυρώνονταν οι ματιές μας), είχε ένα απωθητικό στοιχείο: η οδοντοστοιχία της είχε την γκρίζα απόχρωση που συχνά διέκρινα στο χαμόγελο ανθρώπων από την Κίνα. Αυτό σε συνδυασμό με το πολιτιστικό χάσμα και την συχνά ανυπέρβλητη διστακτικότητά μου, σήκωσαν, προς το παρόν, ένα ακόμα φράγμα για μια φιλική και ρομαντική προσέγγιση.

Από την άλλη μεριά, οι επισκέψεις στο Tea Room της σχολής των «ανθρωπιστικών επιστημών» του φίλου πλέον Κώστα Μ, όπως και οι προσκλήσεις στα διάφορα φοιτητικά πάρτι στα οποία βρισκόμουν χάριν των διασυνδέσεων του Γιώργου και άλλων της ελληνικής παρέας, δεν απέδωσαν, εξαιτίας εν μέρει της χωρίς ιδιαίτερο κύρος και λούστρο επαγγελματικής θέσης που αιωρείτο ανάμεσα στο επίπεδο του φοιτητή και του ακαδημαϊκού στελέχους. Στο καθιερωμένο ετήσιο πάρτι για τον εορτασμό της μέρας του Guy Fawkes του Phil, του δεύτερου, νεότερου αλλά λιγότερου προσιτού τεχνίτη του εργαστηρίου, δραστήριου μέλους του Εργατικού Κόμματος, στον οποίο, παρά τις προοδευτικές αντιλήψεις που η κομματική του προσάρτηση υποδήλωνε, διέκρινα την ξενοφοβία, παραβρέθηκα χωρίς κάποιο «στήριγμα» και ένιωσα μιαν πολιτιστική απόσταση και αποξένωση· το γνώριμο από τα χρόνια στην Αμερική αίσθημα που κάποιος νιώθει μακριά από τον τόπο του. Και σε κείνη την συγκυρία, δεν κατάφερα να την γεφυρώσω την απόσταση από την εγγλέζικη παρέα παρά τα ποτάμια μπύρας από τα βαρέλια που ο Phil προμηθεύτηκε. Ξανακλείστηκα στο καβούκι μου, πριν επιτρέψω στο άδειο διαμέρισμα.

Είχα να πλαγιάσω δίπλα σε γυναίκα από εκείνη την μακρινή μαγιάτικη νύχτα με τη Χριστίνα στο Ναύπλιο. Η περίοδος ξηρασίας (ή αγαμίας, με την κυριολεκτική σημασία του όρου) είχε ξεπεράσει τον έναν χρόνο, πλησίαζε ανησυχητικά τον δεύτερο. Είχαν μεσολαβήσει μερικοί ατελέσφοροι, ερωτικοί ακροβολισμοί στο μεσοδιάστημα, αλλά αυτοί δεν πρόσθεταν σημαντικά στον πλούτο (ή τη φτώχια) των ερωτικών εμπειριών, που τόσο σε πληθώρα όσο και ποιότητα απαιτεί η ακμή της ζωής ενός άντρα. Στην περίπτωσή μου, και με κάθε βασικό κριτήριο κρινόμενη, πλην αυτών της κοινωνικότητας και της ικανότητας στη σαγήνη και του «ξελογιάσματος» μιας γυναίκας με λόγια και εξυπνάδες, η ένταση της ερωτικής ζωής βρισκόταν σε κάποια δυσαναλογία τόσο ως προς την εμφάνιση, όσο και ως προς τις διανοητικές ικανότητες. Προφανώς, είχα τραγικά υποτιμήσει τον ρόλο του λέγειν και της κοινωνικότητας. Είτε, ίσως, το ειδικό βάρος της εμφάνισης και του πνεύματα σε δυνητικές σχέσεις με το άλλο φύλο να μην είναι τόσο σημαντικό, ίσως, τα τραύματα από το φανταριλίκι, η αγωνία για το μέλλον, η δεύτερη μετανάστευση σε ξένη χώρα και κουλτούρα και ο αγώνας για το χτίσιμο του μέλλοντος μέσα από μιαν στείρα καθημερινότητα που κυλούσε αδιάκοπα και αναξιοποίητα και ασυνείδητα, να συντελούσαν τότε σε σημαντικότερο βαθμό.

Είναι αλήθεια ότι τότε δεν ένιωθα μιαν απογοήτευση και το αίσθημα ματαίωσης και την απελπισία που συχνά με κυρίευα στα τελευταία στάδια της εφηβείας στην απέλπιδα αναζήτηση του πρώτου έρωτα, της πρώτης φοράς. Εκείνη η «παρατεταμένη αγαμία» δεν με πτοούσε. Δεν κουβαλούσα το στίγμα του παρθένου και είχα αγαπήσει και μια και δυο φορές στο παρελθόν. Η ζωή άλλων γύρω μου ως σημείο αναφοράς με παρηγορούσε, καθώς, έβλεπα, ότι υπαρξιακές καταστάσεις ανάλογες και χειρότερες σε άλλους και μάλιστα σε γονιμότερες από τη δική μου φάσεις ζωής. Το ότι δεν με είχε κυριεύσει απελπισία τότε δεν σήμαινε, πάντως, παραίτηση και έλλειμμα βούλησης στην κατεύθυνση ενός τόσο σημαντικού στόχου στη ζωή, όπως είναι η σύναψη ερωτικών σχέσεων. Ωστόσο, η συμμετοχή στις κοινωνικές εκδηλώσεις της ελληνικής παρέας, με συναδέρφους και φίλους σε πάρτι, στο μεσημεριανό φαγητό, στην μπύρα των Σαββατοκύριακων σε pubs, αποδεικνύονταν μη αποτελεσματικές τεχνικές, αφενός εξαιτίας του αριθμού και της ποιότητας των προσιτών γυναικών, αφετέρου εξαιτίας των εγγενών δυσκολιών που ένας εσωστρεφής χαρακτήρας αντιμετωπίζει σε εκδηλώσεις που εμπλέκουν πλήθος ανθρώπων γύρω του σε δημόσιους χώρους. Εσωστρεφείς και συνεσταλμένες προσωπικότητες με κάποιο πνεύμα, κουλτούρα και ανατροφή, μια στοιχειώδη αυτοεκτίμηση, νιώθουν περισσότερο απλόχωρα και αντεπεξέρχονται, είτε σε τετ-α-τετ συναντήσεις με το άλλο φύλο, είτε σε κοινωνικά περιβάλλοντα με μικρό αριθμό συνδαιτημόνων, εκ των οποίων τουλάχιστον με έναν ή με περισσότερους, υπάρχει οικειότητα. Η μπύρα μπορεί να βοηθούσε σε μερικές περιστάσεις, αλλά προκειμένου να καταφέρω να ξεπεράσω και τα τελευταία φράγματα αναστολών στην επικοινωνία, με οδηγούσε σε τέτοια περιβάλλοντα στη μέθη  σε αρνητική ανάδραση και ανάκρουσα, και καμιά φορά σε ταπείνωση μπροστά στα μάτια άλλων που η μέθη τείνει να αγνοεί ότι σε παρατηρούν.  

Όφειλα στον εαυτό μου, προκειμένου να συμπληρώσω το λεγόμενο παζλ για το εγγύς μέλλον, να διερευνήσω εναλλακτικές λεωφόρους επαφών με το άλλο φύλο. Το μάτι μου πήρε τις στήλες με μικρές αγγελίες στις τοπικές και εθνικές εφημερίδες, από άντρες και γυναίκες, που επιθυμούσαν ραντεβού (με το άλλο ή το ίδιο φύλο). Ήταν μια ευκαιρία που άξιζε υπό τις περιστάσεις να αξιοποιηθεί. Η αρχική επαφή θα γινόταν με αλληλογραφία, καθώς σε κείνη την εποχή που το ίντερνετ βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα. Και ο γραπτός λόγος βέβαια προσφέρεται ως μέσο επικοινωνίας για κοινωνικά αδέξιους ανθρώπους. Επιθυμητή βέβαια ήταν πάντα η φωτογραφία -εκατέρωθεν. Η διαδικασία, ανώνυμη και στεγανή από τον κύκλο των φίλων και συναδέρφων σε μια μεγάλη πόλη, ταίριαξε στη συνεσταλμένη ιδιοσυγκρασία μου και αποφάσισα να την υιοθετήσω.

Εκείνους τους πρώτους μου φθινοπωρινούς μήνες στην Αγγλία «αλληλογράφησα» με αρκετές κοπέλες. Το ποσοστό αυτών που μου απάντησαν στις προσκλήσεις μου ήταν υψηλό, καθώς ο γραπτός μου λόγος ήταν προσεκτικός, αλλά κυρίως γιατί εσώκλεια μια καλή φωτογραφία μου από τις τελευταίες μέρες της θητείας. Η πρώτη περίπτωση, μια ελληνικής καταγωγής κοπέλα από το Λονδίνο, λόγω κυρίως απόστασης και των περιορισμένων οικονομικών μου δυνατοτήτων, δεν προχώρησε πέρα από μιαν ανταλλαγή επιστολών. Με τη δεύτερη, μια Gina, κλείσαμε ένα ραντεβού γνωριμίας, μια καθημερινή μετά τη δουλειά σε ένα pub του κέντρου της πόλης. Η Gina φορούσε ένα ελκυστικότατο ντεκολτέ  κάτω από ένα ξεκούμπωτο στενό, αλλά και ένα δυσανάλογα μακρύ πηγούνι· κατά τη συνάντηση μεταξύ μας, η διακριτικότητα μου έχοντας χαλαρώσει μετά τη δεύτερη μπύρα, δεν κατάφερα να αποφύγω να κινώ τη ματιά μου από το ελκυστικό σημείο της ανατομίας της στο άλλο το λιγότερο ελκυστικό, μέχρι που με ρώτησε, για να νιώσω προσωρινή αμηχανία: ‘Why do you keep looking at my face like this?’ Η απόσταση αυτόματα μεγεθύνθηκε. Πριν το τέλος της βραδιάς ο λόγος και η ψυχραιμία μου ανάκαμψαν και συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε, αλλά στο τηλεφώνημα που επακολούθησε μετά από λίγες μέρες, αν και δεν απέρριψε κάθετα το κάλεσμα για ανανέωση της γνωριμίας μας, διέκρινα στην φωνή της αρνητική διάθεση, και μετά από έναν σύντομο και κρύο χαιρετισμό εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια. Εκ των υστέρων σκεφτόμουν ότι όφειλα σε αυτό το εγχείρημα να διατηρούσα την αξιοπρέπεια μου και μίνιμουμ standards.

Ένα δεύτερο ραντεβού ακολούθησε μετά από λίγες μέρες: με την Denisse, μια Ιρλανδέζα σιδηροδρομική υπάλληλο. Η σχέση μας προχώρησε λίγο παραπέρα από το πρώτο ποτό γνωριμίας σε pub. Τη δεύτερη φορά βρεθήκαμε σε πιτσαρία. Έφερε μαζί, όπως με είχε προειδοποιήσει, μια φίλη της. Υπέθεσα ήθελε κάποια δεύτερη, αντικειμενική γνώμη για μένα. Τους κέρασα την πίτσα παρά την οικονομική στενότητα. Έδειχνε ενθουσιασμένη από τη γνωριμία μας, αν και από τους τρόπους της έλειπε η διαχυτικότητα. Αυτοί είχαν κάποιο δισταγμό και ψυχρότητα. Ο λόγος της ήταν απλός, αμυντικός, με κενά σιωπής, όπου περίμενε από μένα να πάρω την πρωτοβουλία για να συνεχιστεί η ροή της κουβέντας. Τρόποι, εν ολίγοις, ανθρώπου που του λείπει η αυτοπεποίθηση. Εμφανισιακά δεν διέθετε κάποιο αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό. Γεμάτο πρόσωπο και σώμα, καστανόξανθα ίσια μαλλιά που έπεφταν άκομψα στους ώμους, ανάστημα μεγαλύτερο από το επιθυμητό για τον χαμηλού-μέτριου δικού μου, δηλαδή μόλις ελαφρά κοντύτερο από το δικό μου. Στην τρίτη μας συνάντηση δέχτηκε την πρόταση να έρθει στο διαμέρισμά μου, μετά από μερικά ποτά στο Old Orleans λίγο παραπέρα. Κάναμε έρωτα. Καθισμένη πάνω μου, μετά από μερικές κινήσεις τέλειωσε, ενώ εγώ απολάμβανα τις κινήσεις του τέλειου, λευκού της στήθους. Πρόσφερα το σχετικό κομπλιμέντο. Στο τέλος, πλαγιασμένη δίπλα μου εκμυστηρεύτηκε το ιατρικό πρόβλημα στην ερωτική της περιοχή, που την έτρωγε και την ανησυχούσε. Στον αποχαιρετισμό μας, που θα ήταν και ο τελευταίος, κρατώντας τα χέρια μου είπε: ‘Please, stick with me, L!’ Δεν της ξανατηλεφώνησα, και ένιωσα άσχημα για αυτό. Την είχα απορρίψει κατά βάθος απορρίψει εξαιτίας του προβλήματος υγείας που την βασάνιζε, και πάλεψα με τον οίκτο που ένιωσα, πάλεψα με τη σιωπή μου απέναντι σε έναν άνθρωπο ειλικρινή, και που κατά τα φαινόμενα θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει και ερωτευτεί. Ο εγωϊσμός και ένας λανθάνων κυνισμός που λίγο-πολύ όλοι κουβαλάμε είχαν κερδίσει την πάλη των αισθημάτων μέσα μου. Αν παράτεινα τη σχέση, ο χωρισμός για τον αδύνατο χαρακτήρα σαν του λόγου μου θα γινόταν δυσκολότερος στο μέλλον.

Η τακτική γνωριμιών διαμέσου «μικρών αγγελιών» που είχα υιοθετήσει θα αναβαλλόταν για ένα διάστημα καθώς πριν τα Χριστούγεννα του 1992 τα πράγματα στο θέμα αυτό θα έπαιρναν μιαν αναπάντεχη τροπή, που θα αποδεικνυόταν καθοριστική για το υπόλοιπο της ζωής.

No comments:

Post a Comment