Το άχαρο επαγγελματικό κομμάτι της ζωής μου προχωρούσε χωρίς πολλούς κλυδωνισμούς. Είχα αρχίσει να κερδίσω κάποια επιστημονική εκτίμηση ανάμεσα στους λίγος εγγύς συνεργάτες παρά το περιθωριακό πεδίο έρευνας που σχεδόν αποκλειστικά μου ανατέθηκε. Δεν ήταν κάτι που θα ενθουσίαζε κάποιον ακόμα φιλόδοξο επιστήμονα. Και βρισκόμουν νωρίς στην πορεία του συμβολαίου για οποιεσδήποτε ανησυχίες για το μέλλον.
Μια στοιχειώδης κοινωνική βάση, η παρέα φίλων γύρω
από τον Γιώργο, είχε δημιουργηθεί. Παρά τη διαφορετική εντύπωση που
δημιουργούσε η φυσιογνωμία, η ατημέλητη εμφάνισή, και καμιά φορά οι τρόποι και
συμπεριφορά του, ο Γιώργος είχε πολιτιστικά ενδιαφέροντα, και μάλιστα φαίνονταν
νεωτεριστικά σε κάποιον σαν και μένα που το πρόσφατο παρελθόν είχε καταχωνιαστεί
στην υποκουλτούρα και πολιτιστική αποχαύνωση της φανταρίστικης ζωής. Όπως στα
παιδικά χρόνια ο Billy, έτσι και τώρα ο Γιώργος με συνέστησε σε πρωτόγνωρα ακούσματα και νέες
μουσικές διαστάσεις. «Άκουγε» και του άρεσαν οι Bruce Springsteen, Nick Cave, και άλλοι, από το πλούσιο
και ανεξερεύνητο αγγλοσαξονικό μουσικό κόσμο, καλλιτέχνες παγκόσμιου βεληνεκούς
αλλά άγνωστοι σε μένα -τον γενικά μουσικά απαίδευτο. Θα με έπαιρνε χρόνια για
να τους εντάξω και στη δική μου μουσική βιβλιοθήκη, να εκτιμήσω και αγκαλιάσω ρεύματα
και τεχνοτροπίες, μαζί με την κλασική μουσική που άρχισε το μουδιασμένο αυτί ενός
ερασιτέχνης φιλόμουσου να ξανακούει μετά από χρόνια. Αλλά και στον
κινηματογράφο, ο Γιώργος με έσερνε, πάντα με πρωτοβουλία του, ώστε να δούμε
πρωτοποριακές ταινίες ανεξάρτητης παραγωγής, σε μικρές και μη εμπορικές αίθουσες
του Ascot ή
του πανεπιστημίου, που προσέλκυαν κουλτουριάρηδες φίλους του σινεμά.
Από την άλλη μεριά, αυτή τη φορά χωρίς την παρακίνηση
του Γιώργου, ανέσυρα από το παρελθόν το άλλο πάθος μου που διαχείμαζε τα
τελευταία χρόνια: το πάθος για το ποδόσφαιρο. Από τις πρώτες μέρες έπαιξα την
μπάλα που ήξερα, με βροχή και κρύο, στα γήπεδα του Πανεπιστημίου. Με
συναδέρφους και φοιτητές, Εγγλέζους, Ουαλούς, Βραζιλιάνους, Γερμανούς. Ακόμα
βαστούσαν το πόδια μου. Διαισθανόμουν
ότι τέτοια δραστηριότητα θα περνούσε σιγά-σιγά στο περιθώριο και η αγάπη για το
ποδόσφαιρο, από την ενεργή συμμετοχή σε παιχνίδια, την τόσο απαιτητική για το κορμί,
θα μετασχηματιζόταν σταδιακά σε παθητική θέαση και θα περιστρεφόταν τελικά γύρω
από μιαν καθημερινή ατέρμονη ποδοσφαιρική φιλολογία που γοητεύει και απορροφά
οπαδούς.
Ένα φθινοπωρινό Σαββατιάτικο απόγευμα, γκρίζο και
μουντό όπως αρμόζει στην Αγγλία των ονείρων μου, ανάμεσα στη βροχή που
προηγήθηκε και το σούρουπο που κόντευε, διάβηκα την είσοδο του Old Varsity
Tavern, του
ιστορικού και μεγαλοπρεπούς pub του Edgbaston -ανάμεσα στους δύο επιβλητικούς τετράγωνης διατομής στύλους που
στήριζαν το μικρό ημικύκλιο μπαλκόνι με κίονες. Περισσότερο για μια μοναχική
μπύρα και περισυλλογή που το βάρος των γκρίζων ουρανών απ’ έξω απαιτούσε, λιγότερο
για το θέαμα που εκτυλισσόταν στην τεράστια λευκή πάνινη οθόνη σε ένα από τους
τοίχους του pub, μπροστά από τα υαλογραφήματα των μεγάλων παραθύρων. Ο απέραντος χώρος
του pub τέτοια
ώρα ήταν σχετικά ήσυχος και με λίγο κόσμο. Μουσική δεν έπαιζε. Μόνον η φωνή του
εκφωνητή ακουγόταν που μόλις ξεχώριζε πάνω από τις ιαχές, τα συνθήματα και τα
τραγούδια των φιλάθλων. Το παιχνίδι: Liverpool-Manchester United. Σύγκρουση δυο γιγάντων του αγγλικού ποδοσφαίρου, κεντρικό παιχνίδι κάθε
χρόνο στο ημερολόγιο του πρωταθλήματος.
Τα μυαλό μου επέστρεψε επτά χρόνια πίσω, στο Heysel, στο τελευταίο
παιχνίδι της Liverpool με την Juventus που έτυχε να παρακολουθήσω στην ελληνική τηλεόραση: στην τραγωδία πριν
την έναρξη του αγώνα, στην φωνή του καταβεβλημένου από το συμβάν που προηγήθηκε
Διακογιάννη να εκφράζει στο τέλος την αγανάκτησή του για την μεροληψία του
διαιτητή σε έναν αγώνα που δεν έπρεπε καν να παιχτεί. Ήμουν ένθερμος οπαδός των
Αγγλικών ομάδων στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ειδικά της Liverpool πριν από όλες,
που μέχρι τουλάχιστον το Heysel
κυριαρχούσε στο αγγλικό και ευρωπαϊκό στερέωμα. Οι λόγοι της προσωπικής
μου συναισθηματικής συνάφειας με το club
ήταν συγκεχυμένοι· ή, τουλάχιστον, όχι τόσο ξεκάθαροι όσο η
φανατική υποστήριξη ως παιδί της ομάδας της πόλης που γεννήθηκα. Ίσως, να ήταν
τα ολοκόκκινα χρώματα και η σύνδεση με το εφήμερο επαναστατικό μου παρελθόν,
ίσως να ήταν οι εργατικές ρίζες του club
και οι παρεμφερείς συνειρμοί με πολιτικές και ιδεολογικές
πεποιθήσεις, ίσως να είχα επηρεαστεί από τις εκφωνήσεις και αφήγηση του
Διακογιάννη στα ματς των ευρωπαϊκών κυπέλλων, που, αν και γενικά κοσμοπολίτης
και μάλλον ελιτιστής, μιλούσε σε κάθε ευκαιρία με θαυμασμό για την Liverpool, για την «μεγάλη
ποδοσφαιρική της οικογένεια», για τις ρίζες και την ιστορία της, για τον «σοσιαλιστικό»
τρόπο παιχνιδιού της -ο καθένας για όλους, όλοι για τον ένα.
Στο μουντό απόγευμα του Σαββάτου, λοιπόν, στη
γκρίζα ατμόσφαιρα του Birmingham, στο μισοσκότεινο pub, τα συναισθήματα, στο ευρύ τους φάσμα από την χαρά μέχρι την απογοήτευση,
παλλόταν με τη ροή του παιχνιδιού –τις ευκαιρίες και τα γκολ, τις ιαχές και τα
τραγούδια από τους οπαδούς, τη διαμόρφωση της φωνής του εκφωνητή· συναισθήματα
που μεγεθύνονταν από την επίδραση του αλκοόλ. Από κείνες τις στιγμές, τα μουντά
ή, ακόμα καλύτερα, βροχερά απογέματα του εγγλέζικου ποδοσφαίρου στη ζεστασιά
ενός pub, ασκούσαν
μιαν ακατανίκητη έλξη: για την εμπειρία και μόνο της έντασης, του εύρους και συχνά
της διάρκειας των συναισθημάτων που μου ασκούσαν. Προϋπόθεταν τέτοιες
συναισθηματικές εκστάσεις, την πιστή, ατομική και εσωτερική, και χρωματισμένη από
τη σχετική φιλολογία που τη συνοδεύει, ένθερμη υποστήριξη μιας ομάδας, της Liverpool εν προκειμένω,
όπως ήταν ο Άρης των παιδικών μου χρόνων. Ένας ένθερμος οπαδός ξαναγεννιόταν,
όσο ετεροπροσδιορισμένη και ασαφών αιτιών να είναι η προσήλωση στο club που διάλεξα να
υποστηρίζω εφεξής.
No comments:
Post a Comment