Στο κέντρο του Birmingham λειτουργούσαν τότε τρία εστιατόρια, όλα τους ήδη γερασμένα, που πρόσφεραν ελληνοκυπριακή κουζίνα και φορές ζωντανή μουσική, για την ψυχαγωγία τόσο της εθνικής κοινότητας, των φοιτητών και μεταναστών, όσο και Βρετανών που νοσταλγούσαν το ελληνικά καλοκαίρια των διακοπών τους στην Ελλάδα του ήλιου και της θάλασσας. Το Salamis, κατά τον Δρ. Κ είχε την καλύτερη κουζίνα, αλλά ήταν το μικρότερο και λιγότερο δημοφιλές, ιδιαίτερα ανάμεσα στην φοιτητική νεολαία, από το ευρύχωρο Ulysses, λίγα βήματα παραπέρα στην κεντρική Bristol Street, που εκτός του φαγητού (σε αλμυρές τιμές) προσέφερε οργανωμένο ζωντανό ρεπερτόριο ελληνικής και ξένης μουσικής τα σαββατοκύριακα, belly dancing, και μια πίστα μπροστά από το πάλκο για χορό, όχι όμως και για το πρωτοπαράδοτο σπάσιμο πιάτων που είχε απαγορευτεί ρητά από την διεύθυνση του κέντρου. Σε μια στροφή του κυρίως δρόμου προς το κέντρο του Birmingham απέναντι από το κλασσικό κτίριο του Town Hall το περιτριγυρισμένο από θεόρατους κορινθιακούς κίονες, υπήρχε επίσης για τους λάτρεις της νεοελληνικής κουλτούρας, εστίασης και διασκέδασης ‘Athens Greek Restaurant’. Μπορεί να μην διέθετε αρκετό χώρο για πλήρη ορχήστρα, αλλά είχε την μουσική του, πρόσφερε και αυτό περιστασιακά show με belly dancing, και μερικώς επέτρεπε σπάσιμο πιάτων και χορούς στον πεζοδρόμιο της πρόσοψης μέχρι αργά. Οι τιμές ήταν πιο προσιτές για φοιτητές και τη νεολαία από αυτές του Ulysses.
Εκείνο το μακρόστενο ‘Athens Greek Restaurant’, με το κλισέ όνομα και τον κακόγουστο διάκοσμο σε αποχρώσεις (τι
άλλο;) του μπλε, το τιμήσαμε δυο-τρεις φορές τους πρώτες μήνες μου στο Birmingham με πρωτοβουλία
του Θεοδόση και την παρέα του Γιώργου και του Κώστα Μ. Ο Θεοδόσης γνώριζε τον Έλληνα
ιδιοκτήτη -καθόλου απίθανο να είχα αναπτύξει μια φιλία μέσω του καζίνο ή
κάποιας χαρτοπαικτικής λέσχης. Θεωρούσε ότι είχε καλύτερη κουζίνα σε
χαμηλότερες τιμές από τα άλλα δυο ελληνικά εστιατόρια του κέντρου. Και αυτά είχαν
πραγματική βάση. Μόνον μια και μοναδική φορά επισκεφτήκαμε το Athens με τον Γιώργο και τον Δρ. Κ στην παρέα μας, καθώς οι προτιμήσεις του
τελευταίου σταθερά συνέκλιναν στο ευρύχωρο, κοσμικό και μεγαλοπρεπές Ulysses, που ήταν ιδιοκτησία
συμπατριωτών Κυπρίων, παρόλο που κατά τη γνώμη πολλών υστερούσε στις γεύσεις των
σχεδόν πανομοιότυπων μενού από «τουριστικά» πιάτα, ενώ διακρινόταν για την
αδιαφορία στο service κυρίως προς φοιτητές και, γενικά, παρακατιανούς της ελληνικής
κοινότητας -όπως του λόγου μου. Λόγω των ακριβότερων τιμών, ανάγκαζε πολλούς
από τις εν λόγω κατηγορίες να εμφανίζονται λίγο πριν τα μεσάνυχτα τις μέρες που
είχε ζωντανή μουσική για «ένα ποτάκι» σε μια άδεια γωνιά ή γύρω από το μπαρ,
υπό την εύθραυστη ανοχή του μάνατζερ και των σερβιτόρων. Περισσότερα όμως θα
γραφτούν για το Ulysses στην πορεία της ιστορίας μου στο Birmingham.
Ήταν μια σημαδιακή Παρασκευή του 1992, λίγες
μέρες πριν τα Χριστούγεννα, με την καθιερωμένη παρέα του Γιώργου, του Θεοδόση
και του Κώστα Μ, βρεθήκαμε, είναι αλήθεια χωρίς πολλές απαιτήσεις και προσδοκίες
και απαιτήσεις, είναι αλήθεια, αλλά απλά για λίγες καλές, γνώριμες γεύσεις από
την πατρίδα και κρασί ή μπύρα. Θα είχε ζωντανή ελληνική λαϊκή και «τουριστική»,
πλαισιωμένη από pop και club σουξέ από τον DJ του μαγαζιού μέχρι τις πρωινές ώρες, καθώς ο πυρήνας της πελατείας του
ήταν τουρίστες, πρώην και μέλλοντες, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Όπως γινόταν,
βραδιές με γλέντι, κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Ο μάνατζερ και ιδιοκτήτης πάντα υποδεχόταν
τον Θεοδόση και την παρέα του με πολλή
θέρμη: θεωρούσε και φανερά και με προστακτικό τόνο εξηγούσε ότι η παρουσία
Ελλήνων στο restaurant του λειτουργούσε στα μάτια των ντόπιων βρετανών ως επιδοκιμασία της γνησιότητας
της κουζίνας και της ψυχαγωγίας, σε σύγκριση με κείνες της πατρίδας, ή
τουλάχιστον σε σχέση με τις εμπειρίες που τουρίστες από το Birmingham είχαν απολαύσει
ή σκοπεύουν να απολαύσουν. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ο εποχιακός τζίρος
αποκτούσε μεγάλη σημασία για την μελλοντική βιωσιμότητα της επιχείρησης. Το
συγκεκριμένο βράδι μας έβαλε, παρά την προσωπική μου αντίρρηση, να κάτσουμε σε
ένα τραπέζι μπροστά στην υποτυπώδη πίστα, σε ένα μικρό κενό από τραπέζια
μπροστά από το μπαρ και την κουζίνα πίσω του, εκεί που θα στρίμωχνε τον DJ με ένα keyboard και synthesizer και τα δυσανάλογα
σε μέγεθος ηχεία του, ικανά αξεσουάρ για να «γίνει πρόγραμμα» και κέφι. Ο λόγος,
βέβαια, που μας τοποθέτησε «πρώτο τραπέζι πίστα» ήταν ότι ήθελε, με το
αζημίωτο, να συνεισφέρουμε φιλότιμα στη «δημιουργία ατμόσφαιρας», με παλαμάκια,
χορό. Ίσως να ενώναμε τα χέρια μας και στον καθιερωμένο δημοτικό χορό, που παραδοσιακά
σε κάποιο σημείο της βραδιάς ένας σερβιτόρος ξεκινούσε και έσυρε, ανάμεσα σε
καρέκλες και τραπέζια, για λίγα λεπτά έξω από το μαγαζί στο πεζοδρόμιο, ως ένα
ακόμα marketing τέχνασμα για περαστικούς. Ώστε να γίνεται, με μια λέξη, νταβαντούρι.
Ήταν νωρίς όταν μπήκαμε στο μαγαζί, για την
ώρα ήταν μισοάδειο, και καθίσαμε στο τραπέζι κοντά στην πίστα, συμμορφωμένοι
προς τις υποδείξεις, για να απολαύσουμε εδέσματα και το ποτό, που ξεκινούσε από
ούζα κατ’ απαίτηση του λαϊκού Γιώργου, θα περνούσε μέσα από φτηνό άσπρο κρασί,
και θα κατέληγε, για μένα τουλάχιστον, σε καμιά μπύρα. Μετά από λίγους μήνες σε
κείνη την χώρα είχα αρχίσει να εγκλιματίζομαι και να αναπτύσσω σημαντικές
αντοχές στο αλκοόλ, να υιοθετώ την αγγλοσαξονική συνήθεια της υπερβολικής
κατανάλωσης, του binge drinking, χωρίς όμως, προς
το παρόν τουλάχιστον, να εκδηλώνομαι βίαια στο τέλος της διαδικασίας. Η μόνη
παρενέργεια ήταν πέταμα της επόμενης μέρας στον σκουπιδοτενεκέ της ζωής από hangover.
Πίσω μας και κατά μήκος του στενού μαγαζιού
μέχρι την μπροστινή τζαμαρία που έβλεπε στον πολυσύχναστο δρόμο έξω και τους
πελώριους κίονες του Town Hall, βρισκόταν μια σειρά από τραπέζια κολλημένα -ρεζερβέ από ένα hen party (όπως
πληροφορηθήκαμε από τον μαγαζάτορα) ενόψει των Χριστουγέννων. Δεν δώσαμε ιδιαίτερη
σημασία. Είμασταν ήδη ζαλισμένοι από τα πρώτα ποτά και είχαμε ξεκινήσει το
φαγοπότι με ορεκτικά όταν εμφανίστηκε ένα μεγάλο γκρουπ νεαρών κοριτσιών,
μάλλον ετερόκλητο ως προς την εμφάνιση, την ομορφιά και τις προσδοκίες τους από
την «ελληνική» βράδια που υποσχόταν το Athens Greek Restaurant.
(Στα πρόσωπα μερικών διέκρινα ένα μικρό σοκ από το ήδη θορυβώδες από μουσική
περιβάλλον μέχρι και μια δυσθυμία για το πως βρέθηκαν σε ένα κλειστοφοβικό μέρος
όπως αυτό). Η παρέα των κοριτσιών απλώθηκε στα τραπέζια πίσω μας. Δεν ήξερα,
ούτε τελικά έμαθα τι τους συνέδεε, ούτε το συζητήσαμε. Και πάλι η προσοχή μας δεν αποσπάστηκε και
παραμείναμε αφοσιωμένοι στον μικρό μας κύκλο, το φαγητό, το πιοτό και την
μουσική. Ο Γιώργος, παρόλο που μάλλον σκεφτόταν τη Βιβή του, παράμενε πρόσχαρος
και ομιλητικός, άρθρωσε μερικά επιφωνήματα σε δυνατή ελληνική φωνή με την
είσοδο του γκρουπ των κοριτσιών· ο Κώστας ο Μ ήταν όπως πάντα ο αμίλητος τύπος,
ο βυθισμένος σε ομιχλώδεις σκέψεις κάτω από το ασήκωτο βάρος της προσωπικότητάς
του· τον Θεοδόση υπέθεσα ότι τον έτρωγε η ανυπομονησία για μιαν επίσκεψη στο
καζίνο μετά το γεύμα μας στο Athens, ώστε να ραφινάρει τις μεθόδους κέρδους στην
ρουλέτα και το Black Jack, τις οποίες είχε συνοψίσει στην αρχή της εξόδου μας. Όσο για τον
υποφαινόμενο, η είσοδος των κοριτσιών λογικά θα έπρεπε να κέντριζε την προσοχή
και το ενδιαφέρον περισσότερο από κάθε άλλον της παρέας. Είχα ήδη αρχίσει να
επηρεάζομαι από το αλκοόλ, την κατανάλωση του οποίου, με την είσοδο τους στο
μαγαζί, υποσυνείδητα επιτάχυνα. ‘Ποιος ξέρει τι ήθελε προκύψει;’ ρωτούσε το
ζαλισμένο μυαλό, με κλεφτές ματιές προς τη μεριά τους. Το βράδι της Παρασκευής υποσχόταν
περισσότερα από όσα περίμενα στο ξεκίνημά του.
Σε λίγη ώρα, ο βόμβος από τις γυναικείες φωνές,
τα τσιριχτά και μεθυσμένα γέλια, καλύφθηκε από τη μουσική της μπάντας. Στα
τετριμμένα λαϊκά που γενικά με απωθούσαν, με το «Ζορμπά» αναπόφευκτα κομμάτι
του ρεπερτορίου, δεν σηκωθήκαμε να χορέψουμε παρά τις παροτρύνσεις του μάνατζερ
και των σερβιτόρων. Εγώ που ποτέ μου δεν χόρεψα λαϊκή μουσική, ακόμα και υπό
την επήρεια αλκοόλ στην Ελλάδα, επ’ ουδενί λόγω δεν θα έβρισκα το κουράγιο να το
επιχειρήσω σε μαγαζί της κλάσης του Athens ως θέαμα σε ξαναμμένες Αγγλιδούλες. Το
ελληνικό μέρος του προγράμματος ολοκληρώθηκε με το καθιερωμένο χασάπικο από
μιαν ανθρώπινη αλυσίδα, που όπως κάθε φορά τέτοια ώρα ξεκινούσε από το βάθος
του μαγαζιού, διέτρεχε το μήκος του, έβγαινε έξω στο πεζοδρόμιο προς θέαση των περαστικών,
και μετά από έναν σύντομο κύκλο, επέστρεφε στη βάση του.
Κόντευε έντεκα η ώρα, και μετά από ένα σύντομο
διάλειμμα ηρεμίας, η ελληνική μουσική αντικαταστάθηκε από δημοφιλή, pop τραγούδια από την
δισκοθήκη του DJ. Μπροστά στο τραπέζι μας μερικές Αγγλιδούλες σηκώθηκαν και χόρευαν. Το
αλκοόλ είχε πλέον καταργήσει κάθε είδους αναστολή και άρκεσε μια μικρή παρακίνηση
από τον Γιώργο ώστε να αυτοσχεδιάσουμε στον χορό με τουπέ αυτοπεποίθησης και
γούστο. Άρχισα να χορεύω απέναντι από μια ξανθιά, με σπαστά, που έπεφταν στους
ώμους της, χωρίς πολύ όγκο και ζωή. Φορούσε ένα φθαρμένο μπλουτζίν παντελόνι κι
ένα κοντό ασορτί σακάκι, πάνω από ένα κόκκινο μπλουζάκι με σχετικά χαμηλό
ντεκολτέ. Είχε πλούσιο στήθος, θελκτικό, πάνω από ένα επίπεδο στομάχι και λεπτή
μέση. Κρατούσε ένα ποτό στο αριστερό της χέρι στον ανασηκωμένο αγκώνα και τον
καρπό γερμένο μπροστά και χόρευε με τα πόδια της καρφωμένα στο πάτωμα, τα μάτια
κλειστά, κυματίζοντας ψυχεδελικά το πάνω μέρος του κορμιού της. Όταν τα άνοιξε,
είδα δύο μεγάλα γαλανά μάτια, βαθιά μέσα σε κουρασμένες κόγχες. Μου χαμογέλασε
με το μικρό της στόμα, χωρίς κραγιόν, λεπτά και γραμμικά χείλη· ήταν ένα στραβό
χαμόγελο, κάτι ανάμεσα σε προκλητικό και σαρκαστικό. Φάνηκε ότι μου έδειχνε
ενδιαφέρον, αλλά δεν ήθελε να πει κάτι ή δεν ήξερε τι να πει. Ήμουν ο
αλλοδαπός, εξωτικός και μεσογειακός, με σκούρα μαλλιά, ενώ αυτή μια καθαρόαιμη ξανθιά
Αγγλίδα με γαλανά μάτια. Τα κάθε λογής αντίθετα στην φύση, ως γνωστόν,
έλκονται. Στο τέλος του disco χορευτικού κομματιού επιστρέψαμε στις θέσεις μας. Γύρισα, όπως
συνηθίζω, να δω το κορμί της και από πίσω. Ήταν ξερακιανή και αδύνατη -σαν
στέκα του μπιλιάρδου. Παρά το μέτριο ανάστημά της, είχε μακριά λεπτά πόδια, «πόδια
σπουργιτιού», που κατέληγαν σε γλουτούς και λεκάνη που δεν είχαν σχηματίσει τις
καμπύλες μιας ώριμης γυναίκας. Τα μπλουτζίν έπεφταν μονό χαλαρά πάνω της. Το
θέαμα του ευθύγραμμου κορμιού της από πίσω, αν και με αρμονικές αναλογίες, δεν
με προσέλκυσε. Θα μπορούσε κάποιος να το απέδιδε στην ανορεξία ή στο νεαρό της
ηλικίας και μια καθυστερημένη σωματική διάπλαση ή, το πιθανότερο, σε γενετικά
χαρακτηριστικά.
Ένιωσα τον εαυτό μου να βυθίζεται στα στάδια επήρειας
από το αλκοόλ, όπου λεπτομέρειες και η χρονική αλληλουχία των γεγονότων στο Athens άρχισαν να θολώνουν
στο μυαλό, αφήνοντας ολοένα και μεγαλύτερα κενά ανάμεσα στις στιγμές που τελικά
αποτυπώνονται στη μνήμη. Οι φίλοι της παρέας, το τι έβλεπαν, έλεγαν και έκαμαν,
όλα αυτά πέρασαν σε ένα φόντο λήθης. Είχα πιει αρκετά αλλά έχοντας πάντα
συναίσθηση των ορίων μου ρίχτηκα στην καρέκλα μου πριν επέλθει κάποια
εξευτελιστική κατάρρευση. Η αδρεναλίνη από την παρουσία του γκρουπ των
κοριτσιών δίπλα μας διατηρούσε σε ψηλά επίπεδα εξακολουθούσε να επενεργεί
-ευτυχώς! Το μουσικό πρόγραμμα κόντευε στο τέλος του με χαλαρότερη και «ρομαντικότερη»
μουσική. Μετά από τόσο ποτό, ξαναμμένος από τον χορό και σε φάση υπερδιέγερσης
και χωρίς αναστολές, έχοντας το μάτι μου πέσει στο κορίτσι από το γκρουπ που
καθόταν στο κοντινότερα σε μας τραπέζι (η ξανθιά είχε αποσυρθεί στην άκρη της
τραπεζοστοιχίας) της ζήτησα να χορέψουμε αυτό που στην Ελλάδα των εφηβικών μου χρόνων
αποκαλούσαμε «μπλουζ»: τον εύκολο, για μη κινητικούς και αρχάριους στον χορό
τύπους, όπως εγώ, όπου ο «καβαλιέρος» βάζει τα χέρια του στη μέση της συνοδού
του, ενώ η τελευταία τα δικά της στους ώμους, πριν αρχίσουν να λικνίζονται
πέρα-δώθε σαν εκκρεμές, με ανεπαίσθητες μεταφορικές κινήσεις της μέσης και ποδιών
χωρίς απαιτήσεις τεχνικής. Η συγκεκριμένη χορογραφία, στην απλότητα και φυσική
προσέγγιση που επιτρέπει, δίνει την ευκαιρία όχι μόνο για σαγηνευτικούς ψίθυρους
στα αυτιά της κοπέλας και κουβέντα εν γένει, αλλά, εφόσον μια αμοιβαία ψυχική
διάθεση αναπτυχθεί ως αποτέλεσμα κάποιας αόρατης ηλεκτροχημικής διεργασίας και
το επιτρέψει, μπορεί να εξελίσσεται σε στενότερους εναγκαλισμούς -με
πρωτοβουλία συνήθως του άντρα: σε επαφή και αίσθηση των ερωτογενών ζωνών των
δυο σωμάτων, στη στύση του άντρα από το γοφό της γυναίκας και του όγκου και της
πλαστικότητας του στήθους της γυναίκας από το στήθος του άντρα, πριν συχνά
καταλήξει σε εμφανείς ερωτοτροπίες, σε χάδια που μπορεί να επεκτείνονται από τους
γλουτούς μέχρι το στήθος, και σε ακραίες καταστάσεις κάτω από τα ρούχα, και φιλιά
στα αυτιά, στο λαιμό, στα χείλη – συνήθως αδιαφορώντας για αδιάκριτα βλέμματα, χάριν
της επίδρασης των ερωτικών ορμών και καθώς το ζευγάρια έχουν βυθιστεί στα
πελάγη τους στιγμιαίου έρωτα τους.
Ήταν μια μικροκαμωμένη κοπέλα με χαμογελαστό
χαριτωμένο πρόσωπο και λεπτά χαρακτηριστικά, κάτω από ένα καστανό, «αυστηρό
καρέ» μαλλί. Το στυλ της ήταν σοφιστικέ και το ντύσιμο της επισημότερο για τα
δεδομένα του πάρτι από την «ξανθιά» της προηγούμενης ώρας· φορούσε μια μίνι φούστα
κάτω από μια σκούρα μάλλινη μπλούζα. Όταν της ζήτησα να χορεύαμε το «μπλουζ»
της στιγμής κοιτούσε προς την κατεύθυνσή μας στο εσωτερικό του μαγαζιού.
Δέχτηκε με χαρά και ένα χαμόγελο. Ο χορός δεν ξεπέρασε τα όρια της εξοικείωσης
και δεν προσπαθήσαμε να υπερβούμε τους εαυτούς μας και τις συνθήκες της στιγμής.
Κοιταχτήκαμε στα μάτια, ανταλλάξαμε μερικές φιλικές κουβέντες, φλερτάραμε. Μου
είπε ότι εργαζόταν ως κομμώτρια στο Halesowen, μια από τις απόμακρες δυτικές συνοικίες του Birmingham. Της έκανα ένα
κομπλιμέντα για το μαλλί της, θα πρόσθεσα σίγουρα μερικές εξυπνάδες για την
κομμωτική, χωρίς -πιστεύω- να αποκαλύψω τη στάθμη της μέθης μου. Γέλασε με την
προσπάθεια μου να προφέρω Halesowen. ‘Would you like to
see each other again?’ την ρώτησα στο τέλος του χορού. ‘Yeah, OK,’ απάντησε, με το
ίδιο χαμόγελο που δέχτηκε την πρόταση χορού κι έγραψε σε ένα χαρτάκι το
τηλέφωνο της. Την λέγανε Claire.
Η μουσική σταμάτησε. Το μαγαζί άρχισε να
αδειάζει και το γκρουπ των κοριτσιών να διαλύεται. Η Claire έφυγε από τις
πρώτες, αφού με χαιρέτησε με ένα κυματισμό της παλάμης. H αντρική παρέα μου προετοιμαζόταν
να θεραπεύσει τη μέθη της, να καθαρίσει τη θολούρα στο κεφάλι και να ξεκουράσει
τα αυτιά της. Θα φεύγαμε σε λίγο και εμείς, παραπατώντας προς το μεταμεσονύκτιο
καζίνο -όπως ήθελε ο Θεοδόσης. Έξω από το μαγαζί, με τους ώμους ζαρωμένους από
το διαπεραστικό κρύο της νύχτας, στεκόταν η «ξανθιά» κοιτάζοντας προς τη μεριά
του φωταγωγημένου Town Hall και καπνίζοντας, με
τον πήχη του ενός χεριού κάτω από το στήθος και τον αγκώνα του άλλου στηριγμένο
στη μέση της. Φορούσε το ίδιο μπλουτζίν σακάκι στο οποίο χόρευε πριν λίγο. Με
το μυαλό θολό και τη θέληση άγαρμπη, σκέφτηκα να της ζητούσα κι εκείνης να
βρισκόμαστε και αν ήθελε να μου έδινε το τηλέφωνό της. Είπε κάτι ακατανόητο σε
έντονο ύφος, κάτι από αντιζηλία, ίσως αναφερόμενη στο μπλουζ που χόρεψα με την Claire μετά τον σύντομο χορό
μαζί της, και προφανώς παρατηρούσε. Μου
χαμογέλασε με κείνο το περίεργο και στραβό χαμόγελο που επιστράτευε τη μια μόνο
άκρη των χειλιών, και το βαθύ, σαγηνευτικό, μπλε βλέμμα από τα μεγάλα στρογγυλά
μάτια της, που το αλκοόλ είχαν προσδέσει ακόμα περισσότερο βάθος. Τελικά, χωρίς
πολύ αντίσταση στην παράκληση μου έδωσε το τηλέφωνο της. Την έλεγαν J. ‘Plain J, no nonsense’, όπως είπε για μιαν J του Δουβλίνου ο Leopold Bloom του Joyce. Θυμήθηκα ότι είχε παιδιά, αλλά ήταν σε
διάσταση με τον άντρα της. Το είχε αναφέρει σε κάποιο σημείο του χορού, αλλά όλα
αυτά τα λόγια είχαν παραχωθεί στα περιθώρια της μνήμης από την ένταση της
μουσικής και την επήρεια του αλκοόλ, μέχρι που επανήλθαν στην επιφάνεια στην
σύντομη κουβέντα μας έξω από το μαγαζί.
Έλεγα αργότερα στο Γιώργο, «Ρε, συ πιστεύεις ότι αυτή η ξανθιά είναι μητέρα δυο παιδιών;» Μου απάντησε, με κατηγορηματικό ύφος αυτή τη φορά: «Ας την ξανθιά, ρε! Εσύ για τη μικρή, την καστανή θα πας!». Εκείνη τη στιγμή και δεδομένου του ad hoc και ευκαιριακού στόχου μου, μιας έστω προσωρινής αισθηματικής και αισθησιακής ολοκλήρωσης, συμφώνησα. Η μικρή καστανή με το καρέ μαλλί είχε προτεραιότητα. Τελικά, όμως, για καλό ή για κακό, τα παιχνίδια της ζωής τα έφεραν ούτως ώστε η «ξανθιά» να γινόταν η μητέρα και των δικών μου δυο παιδιών.
No comments:
Post a Comment