Με την αρωγή του Γιώργου και της μπύρας
εντάχθηκα ομαλά στον κύκλο των γνωριμιών και φίλων του που αποτελείτο κυρίως
από Έλληνες μεταπτυχιακούς φοιτητές, επί το πλείστον από οικογένειες κάποιας σεβαστής
οικονομικής επιφάνεια. Ανάμεσα τους ήταν ένας Γρηγόρης από την Αθήνα,
πλουσιόπαιδο κατά τα φαινόμενα, ο οποίος βρισκόταν στα τελευταία στάδια του
μεταπτυχιακού του. Αεράτος, ακριβά ντυμένος, «δεσμευμένος» με κάποια Ελληνίδα μετά
από σειρά σχέσεων εδώ και εκεί, μας ανέλυσε σε μια από τις εξόδους μας με το
αυτοκίνητό του σε ένα παραδοσιακό pub
της Black County, τι ξεχώριζε τις
Αγγλίδες από τα θηλυκά της πατρίδας μας και εν μέρει του υπόλοιπου κόσμου: τα μακριά
ωραία πόδια κάτω από μεστά στήθη, σε ένα λεπτό και γενικά μικροκαμωμένο κορμί. Αποτελούσε
ένα αυθαίρετο και ανεξακρίβωτο στατιστικά το συμπέρασμα εκείνο, αλλά συμφώνησα τότε
μαζί του στο τραπέζι -με τις μπύρες και το pub grub, ότι καλοσχηματισμένοι γλουτοί και πισινός, είναι από τα πρώτο σημεία
στο σώμα μιας γυναίκας όπου οφείλαμε, ως αρσενικά στην σεξουαλική ακμή τους, να
εστιάζουμε την προσοχή, απλώς για να απολαμβάνουμε και καταγράφουμε στο νου τη
θέα τους, ενδεχομένως να διεγειρόμαστε, και ως κίνητρα γνωριμίας και σχέσης. Από
την παρέκταση αυτών των καμπυλών συχνά προκύπτουν και άλλα χαρίσματα του
γυναικείου κορμιού.
Λίγο καιρό πριν από τα πρώτα Χριστούγεννα μου
στην Αγγλία, ενόψει της αναχώρησης του για την Ελλάδα και της κατάταξής του στον
στρατό, ήπιαμε με εκείνον τον Γρηγόρη μερικές τελευταίες μπύρες στο Hibernian όπου, παρά την
παρουσία της συντρόφου (ή κάποιας από τις συντρόφους του), προσπαθήσαμε να
επαληθεύσουμε τις θεωρίες περί του σώματος των Αγγλίδων (ή ρατσιστικά συγγενών
Ιρλανδέζων από τις οποίες θα έβριθε ο χώρος) μέσα από τους παραμορφωτικούς
φακούς αρκετών Guinness. Στο διπλανό χώρο του pub έπαιζε φολκλόρ Ιρλανδέζικη μουσική, διακεκριμένη για τη μονοτονία της.
(Η Guinness, διαπίστωσα
εκείνο το βράδι, μπορεί να μην δημιουργούσε το βόμβο και το φούσκωμα των μεστών
αεριούχων μπυρών, όπως όταν πίνονται παγωμένες το ελληνικό καλοκαιράκι, αλλά η
πόση της προσέδιδε φιλοσοφία και εμβάθυνση στο λόγο και τις συζητήσεις που
συνόδευε, όπως και ενδοσκόπηση και αυτοεξέταση όταν πίνεται μοναχικά. «Καθάριζε»
τον νου, όπως λέγεται.) Η θεωρία περί σωματικών χαρισμάτων των Αγγλίδων και
άλλων Βρετανικών φυλών παρέμεινε αναπόδεικτο.
Στο ίδιο κοινωνικό συμβάν γνώρισα και τον Θεοδόση
με μια προσωπικότητα στον αντίποδα αυτής του Γρηγόρη. Μόνιμα αξύριστος με τα
μαλλιά του ακατάστατα από τον ύπνο της προηγουμένης, με μια λέξη ατημέλητος, ήταν
ένας λούμπεν μποέμης Φυσικός, που δυστυχώς είχε εθιστεί στον τζόγο. Εκείνο τον
χειμώνα κατάφερε μερικές φορές και μας έπεισε να τον συνοδεύσουμε στο κεντρικό
καζίνο της πόλης ως καλεσμένους τους, για να δοκιμάσει κάθε φορά μιαν καινούργια
συνταγή επιτυχίας στο blackjack ή την ρουλέτα -βασισμένη σε κάποιον
αναπόδειχτο «μαθηματικό» αλγόριθμο του. Εκεί αφού ποντάραμε και εξαντλούσαμε τα
μικρά ποσά -και μόνον αυτά που προνοητικά κρατούσαμε μαζί μας, τον περιμέναμε
με τις ώρες να χάσει πολλαπλάσια. Φαίνεται ότι την ψυχή του συνέπαιρνε ένα νιχιλιστικό
Ντοστογιεφσκικό πάθος και μια έκσταση, που έκρυβαν βαθιά μέσα την λανθάνουσα
την επίγνωση μιας τραγικής κατάληξης. Τελικά παίρναμε, με ψυχές άδειες από συναισθήματα,
πέρα από αυτό της απογοήτευσης για τον Θεοδόση, την αποτυχία του «κερδοφόρου»
αλγορίθμου και μιας αίσθησης αηδίας ανάμεσα στους υπόλοιπος, για το άτοπο και
φρούδο του εγχειρήματος ενός άκοπου πλουτισμού, το δρόμο για το μίζερο
διαμέρισμα του Moseley που μοιραζόταν με τον Γιώργο, όπου θα
παρηγορούσαμε τους καημούς από τη χασούρα με κάποια μποτίλια αλκοόλ. Για την
καθημερινή του έρευνα με τα ραδιενεργά ισότοπα του βηρυλλίου, και μας μιλούσε για
την τοξικότητα και την καρκινογένεση που προκαλούν, με το θάρρος του ανθρώπου
που αψηφούσε τις αρρώστιες και το θάνατο. Ήταν ένας μηδενιστής.
Τακτικός της παρέας ήταν και ο Κώστας ο Μ,
ένας λιγομίλητος, εξαιρετικά βαρύς και εκνευριστικά χαλαρός, αλλά γενικά ευδιάθετος
και συμπαθής Βυζαντινολόγος. Σε κάθε ερώτημα που του απευθυνόταν, σε κάθε
προσπάθεια εκμαίευσης κάποιας σκέψης ή άποψης, μεσολαβούσε ένα χρονικό διάστημα,
όπου ο Κώστας κοιτούσε κατάματα τον συνομιλητή του χωρίς κάποιο νεύμα ή να
αρθρώσει λέξη, ώστε εκείνος να αναρωτιέται αν τον είχε ακούσει. Στην αρχή έτεινα
να συμπεράνω ότι πιθανόν εξαιτίας ενός εγγενούς αργόστροφου μυαλού να
χρειαζόταν χρόνο να αφομοιώσει το νόημα του ερωτήματος. Σε τετ-α-τετ κουβέντες
μαζί μου, ήταν ουκ ολίγες οι φορές, όπου στα παρατεταμένα διαλείμματα σιωπής
και του ατενούς βλέμματος που τα συνόδευε, αναγκαζόμουν να επαναλάβω το ερώτημα
ή τη γνώμη με την προσδοκία μια απόκρισης, στην επίπονη προσπάθεια διαλόγου
μαζί του. Στο τέλος ο Κώστας εκφραζόταν! Μετά από παύσεις που μόνο σε αυτόν ή όσων
τον γνώριζαν καλά δεν φαινόταν να προκαλούν αμηχανία. Ο Κώστας είχε λαλιά και μιλούσε!
Και τις περισσότερες φορές, είναι αλήθεια, με μεστό και κατηγορηματικό λόγο που
δεν επιδεχόταν περαιτέρω αντίρρησης ή κάποιου εύκολου αντιλόγου, μερικές φορές
με το ιδιότυπο χιούμορ που διακρίνει βαριούς και λιγομίλητους ανθρώπους, με πνεύμα
και βάθος σκέψης σε αντίστροφη αναλογία με την ετοιμότητα του λόγου και την ευστροφία.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κώστας Μ, ως
υποψήφιος διδάκτορας μιας σχολής στους κόλπους της οποίας φοιτούσαν και κυκλοφορούσαν
πολλές γυναίκες, προσέλκυε ένα ευρύ κύκλο αδέσμευτων Ελλήνων στο Tea Room
της σχολής του, με την κρυφή ελπίδα σχετικών γνωριμιών. Ο καλός
και καλοπροαίρετος φίλος Γιώργος, ως ενταγμένος από καιρό σε εκείνο τον κύκλο, συχνά
με συνόδευε με επίγνωση της συναισθηματικής μου κατάστασης, του, ας πούμε,
ρομαντικού κενού στη ζωή μου. Το έκανε για μένα, ενώ δεν παρέλειπε παρεμπιπτόντως
και σε κάθε ευκαιρία να αναφέρει το όνομα της πιστής του Βιβής, του μόνιμου και
σοβαρού δεσμού που είχε στην Ελλάδα, με την οποία ήταν στο τηλέφωνο καθημερινά·
που τον περίμενε και την περίμενε.
Ο Δρ. Κ δεν εμφανιζόταν στο Tea Room της σχολής των λεγόμενων ανθρωπιστικών επιστημών, καθώς αφιέρωνε τα
μεσημεριανά διαλείμματα να συντρώει με παρέα ομολόγων του -ανθρώπων του επαγγελματικού
επιπέδου του ή υψηλότερου. Ένας άλλος όμως λέκτορας, ο Δρ. Β, μηχανολόγος από
την Αθήνα, εμφανιζόταν περιστασιακά τα μεσημέρια σε κείνο τον χώρο. Ήταν ψηλός,
αθλητικός, κομψός, γραββατωμένος, σε ένα ακριβό κουστούμι, και ευπροσήγορος.
Είχε πρόσωπο με έντονα αρρενωπά χαρακτηριστικά, δασύ φρύδια και ένα πλατύ στόμα
που υγραινόταν στις γωνίες των χειλιών ενώ μιλούσε, αλλά αυτά σε συνδυασμό με
την εμφανή αυτοπεποίθηση και την προεδρία που είχε αναλάβει για ένα διάστημα του
παραπαίοντος συλλόγου των Ελλήνων του πανεπιστημίου, δεν τον εμπόδιζαν (αντίθετα
τον βοηθούσαν) στο να καταγράφει επιτυχίες ανάμεσα στον γυναικείο πληθυσμό της
ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτό αντίθεση με τον στερημένο σε αυτόν τον τομέα συνάδερφό
(και λόγω αυτών των επιτυχιών με το άλλο φύλο, αντίζηλο) Κώστα Κ. Ο Δρ. Β πίστευα
ότι επιζητούσε την παρακατιανή παρέα μας για μια μικρή γεύση από την πατρίδα
που φαινόταν να του λείπει, μάλλον για συναισθηματικούς και οικογενειακούς
λόγους, και ίσως λόγω κάποιας αποξένωσης από το επαγγελματικό περιβάλλον της σχολής
του. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια
επιχειρηματία-λεωφορειατζή πατέρα των βόρειων αθηναϊκών προαστίων, ήταν σπουδαγμένος
«καλά» σε θέματα διοίκησης επιχειρήσεων, και ένα MBA το κερασάκι στην τούρτα των σπουδών του, έχοντας αποφύγει κατά κάποιο
τρόπο τη δεκαοκτάμηνη αγγαρεία των στρατιωτικών υποχρεώσεων από την οποία είχα
πρόσφατα απολυθεί, και δεν δίσταζε να επιδεικνύει τόσο την εύπορη καταγωγή του,
όσο και τις ανάλογες συντηρητικές πολιτικές πεποιθήσεις του. Είχα μάλλον
κερδίσει την συμπάθειά του, καθώς σε κάθε ευκαιρία μου παρείχε διακριτικές
επαγγελματικές συμβουλές, και με σεβασμό στο παρελθόν και τις απόψεις μου: να
κάνω ένα MBA που «θα μου άνοιγε τα μάτια», να κοιτάξω για
μια καριέρα έξω από το πανεπιστήμιο διότι «αυτό ξεζουμίζει νέους επιστήμονες με
ψίχουλα αποδοχών πριν τους αποβάλει». Πιστεύω καλοπροαίρετα, αν και όπως με τον
Κώστα Κ, διέκρινα μιαν αφ’ υψηλού στάση. Ίσως να επιδρούσε, στην περίπτωση και εκείνης
της συναναστροφής μου με τον Δρ. Β το λανθάνον αίσθημα κατωτερότητας που άρχισε
να μου καλλιεργείται απέναντι σε συνομήλικους που είχαν κάνει άλματα προόδου στις
καριέρες τους.
Τελικά, ο Δρ. Β παραιτήθηκε από την ακαδημαϊκή του θέση για να επιστρέψει σε μιαν υψηλότερης βαθμίδας στην Ελλάδα, που όπως μας έλεγε την μαγείρευε και τον περίμενε από καιρό, έχοντας παρακάμψει κάπως την τυπική προϋπόθεση της εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας. Τον είδαμε για τελευταία φορά στο γεύμα στο Ulysses, το ελληνικό εστιατόριο με την ζωντανή μουσικά και το τουριστικό μενού, που είχε γίνει πόλος συγκέντρωσης Ελλήνων φοιτητών τα σαββατόβραδα. Είχε σε ανύποπτο χρόνο δημιουργήσει έναν σοβαρό δεσμό με μιαν νεόφερτη όμορφη φοιτήτρια, που εξαρχής αποτελούσε επίκεντρο της προσοχής και κρυφών πόθων τoυ συνόλου της αντρικής κοινότητας που σύχναζε στο Ulysses, για ελληνικό κέφι και σχέσεις. Στο τέλος της βραδιάς συνοδέψαμε το ζεύγος έξω από το εστιατόριο όπου μας επέδειξε το καινούργιο του αυτοκίνητο, ένα Mercedes C Class, που θα οδηγούσε στην Ελλάδα. Πολλοί συνομήλικοί, ο Δρ. Κ κι εγώ ανάμεσα τους, ζηλέψαμε. Ήταν ο high flyer, o alpha male Έλληνας, με έναν καλοσχεδιασμένο και καλοστρωμένο δρόμο στη ζωή.