Ανθρώπινα στηρίγματα στην Αγγλία εκείνον τον
πρώτο Αύγουστο δεν είχα, αλλά τα χρειαζόμουν και επεδίωξα, ξεπερνώντας τα
φράγματα της αντικοινωνικότητάς, να τα βρω· ήταν θέμα επιβίωσης. Ξεκίνησα από
το άμεσο περιβάλλον της δουλειάς. Η πρώτη γνωριμία, με προοπτικές φιλίας, μιας
σχέσης που δυνητικά θα ξεπερνούσε τα όρια μιας καθημερινής, επαγγελματικής και
συναδερφικής συναναστροφής, ήταν ο Κ· ο ελληνοκύπριος λέκτορας, μέλος της ίδιας
ερευνητικής «κυψέλης» υπό την διεύθυνση του Σκωτσέζου καθηγητή Tom. Ήταν της
ίδιας ηλικίας και του ίδιου μέτριου αναστήματος, αλλά με το λεπτό αθλητικό σώμα
που παιχνίδια squash και badminton συντηρούν. Είχε
τα κυπριακά χαρακτηριστικά που είχα από παλιά σχηματίσει στο νου -μέσω της
συναναστροφή μου με τον Ευαγόρα στην Αμερική κι επαφές στην επίσκεψη για
δουλειά στην Λευκωσία: μαύρα, κοντά μαλλιά, που στην περίπτωση του Κ είχαν
αρχίσει να αραιώνουν αισθητά και πυκνά φρύδια πάνω από μικρά «δασκαλίστικα» γυαλιά.
Η σχετικά πυκνή τριχοφυΐα στο πρόσωπο προσέδιδε έναν επιπλέον σκουρόχρωμο τόνο
στην ήδη μελαχρινή, λόγω καταγωγής, χροιά της επιδερμίδας. Είχε σχετικά σαρκώδη
χείλη σε ένα στόμα που καμπύλωνε κουρασμένα προς τα κάτω, κατακόρυφες ρυτίδες
εκατέρωθεν στα μάγουλα που βάθαιναν σε κάθε χαμόγελο. Η φυσιογνωμία του, ως
αποτέλεσμα των ρυτίδων, αποκτούσε μια μελαγχολική και θλιμμένη μορφή στα διαλείμματα
που δεν αγόρευε ευφυολογώντας ή δεν χαμογελούσε το χαμόγελο αυταρέσκειας με το
οποίο συνήθως συνόδευε τις εκάστοτε σοφιστείες. Πάντως, η ευφυία, ευστροφία και
πολυμάθεια του Κ δύσκολα τίθεντο υπό αμφισβήτηση: ήταν χαρίσματα που σε κάθε
ευκαιρία, μπροστά σε οποιοδήποτε ακροατήριο, επιδείκνυε με ευφράδεια είτε σε
χαρακτηριστική κυπριακή διάλεκτο, είτε σε άπταιστα αγγλικά με προφορά που
ωστόσο πρόδιδε την κυπριακή καταγωγή του. Ο λόγος του έβριθε από κατηγορηματικές
δηλώσεις· ήταν παρέλαση από γνώσεις, γνωμικά και ευφυολογήματα επί παντός
επιστητού, τραβηγμένα από το αστείρευτο θησαυροφυλάκιο του μυαλού του.
Μιλούσε πολύ, πάρα πολύ, ο Κ. Από τετ-α-τετ συνομιλίες
σε διαδρόμους, σε meetings, σε παρέες. Αρκετά λεπτά της ώρας χωρίς διακοπή, συχνά με ένα
πατερναλιστικό, ένα υποτίθεται συμβουλευτικό ύφος του «τα ξέρω όλα». Τέτοιοι τρόποι,
όμως, συχνά εκλαμβάνονταν ως επιτακτικοί και καταναγκαστικοί, καθώς εκφραζόταν
με τον υπεροπτικό αέρα αυτού που a priori κατείχε περισσότερα
από τον συνομιλητή του (κάτι που σε πολλά θέματα κοινού ενδιαφέροντος ίσχυε) και
που είχε το αγνώστου ψυχολογικής υφής και πηγής άγχος να αντικρούσει (αν
διαφωνούσε) ή να συμπληρώσει και υπερκεράσει τη γνώμη του συνομιλητή του (αν
συμφωνούσε). Το επίθετο φλύαρος συνήθως χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει
πολύλογους ανθρώπους μέτριας ευφυίας και ημιμαθείς, με λίγο ουσιαστικό
περιεχόμενο στο λόγο τους· ανθρώπους που γενικά διακρίνονται από την αδυναμία
να εστιάσουν σκέψη και λόγο σε συγκεκριμένο ζήτημα, και να προσελκύσουν την
προσοχή των συνομιλητών τους. Με αυτή την έννοια ο Κ δεν θα χαρακτηριζόταν φλύαρος.
Ο λόγος του ενώ διέθετε αντικείμενο και ουσία και είχε δομή, παρ’ όλα αυτά,
αυτή καθαυτή η παρατεταμένη του διάρκεια, καθώς και η μονοτονία στην εκφορά του,
περιόριζε και τελικά απέκλειε διάλογο και αντίλογο, εκφυλίζοντας σε μονόλογο κάθε
προσπάθεια συζήτησης επί ίσοις όροις. Ο Κ ήθελε να έχει πάντα τον τελευταίο,
συμπερασματικό και καταληκτικό λόγο, αν όχι και τον πρώτο σε κάθε κουβέντα.
Εξαιτίας εκείνης της, ας την πούμε, υπεροπτικής πολυλογίας, ως χαρακτηριστικό
της δημόσιας συμπεριφοράς του, έδινε στις συναναστροφές του, ανάλογα με τη
διάθεση, υπομονή και αποδεκτικότητά τους, αφορμές για ακραίες εκδοχές αυτών που
καλούμε συμπάθεια ή αντιπάθεια, πολλές φορά ταυτόχρονα. Εν ολίγοις, η παρέα του
γινόταν σε πολλούς κουραστική.
Ο Κ ήταν ο καλοαναθρεμμένος μοναχογιός μιας
οικογένειας μικροαστών υπαλλήλων, όπως καληώρα και η δική μου. Καταγόταν από
την Αμμόχωστο και μιλούσε με πάθος και αγανάκτηση για την προσφυγιά που
ακολούθησε την τουρκική εισβολή, για το σπίτι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν.
Η ανοχή σε αμφισβήτηση και αντίλογο στο θέμα ήταν μηδενική. Απέναντι στις τότε
απόψεις μου για το Κυπριακό, ομολογουμένως ελλιπώς τεκμηριωμένες, πολλές φορές
τραβηγμένες από τα μαλλιά κατά το προσωπικό μου ελάττωμα ενός πνεύματος
αντιλογίας, περί ευθύνης των Ελληνοκυπρίων και των πατημάτων που έδωσαν στον
Τούρκο για επέμβαση, τις αλόγιστες εθνικιστικές πολιτικές, την κακομεταχείριση
των Τουρκοκυπρίων ως δεύτερης διαλογής πολίτες, τον μετέπειτα πλουτισμό πολλών
Κυπρίων από την υλική συμπαράσταση της φτωχής Ελλάδας και άλλων χωρών, απέναντι
σε τέτοιες απόψεις ήταν οι σπάνιες φορές
που εκφραζόταν με συγκίνηση και οργή. «Στο σπίτι μας έχουμε ακόμα τα κλειδιά
του διαμερίσματος μας στην Αμμόχωστο… Το κλειδώσαμε με έπιπλά και άλλα
υπάρχοντά ένα πρωί του 1974 και δεν το ξαναείδαμε έκτοτε», έλεγε με αγανάκτηση
και το πρόσωπό αποκτούσε ένα φαιοκόκκινο χρώμα από τον θυμό.
Πέρα από την πολυλογία, ο Κ είχε και άλλα
ελαττώματα. Παντρεύτηκε νέος, φοιτητής ακόμα στο Birmingham, μια κοπέλα του
έθνους και της τάξης του, συμφοιτήτρια στο πανεπιστήμιο. Αν παντρεύτηκαν, είτε συμβολικά
και τυπικά, όπως είχα κάνει κι εγώ με την Ε, είτε από έρωτα, είτε μετά από
προξενιό, δεν γνωρίζω. Ο γάμος και η συμβίωση τους κάτω από την ιδιόκτητη
στέγη, που κυρίως οι οικονομίες των γονιών εξασφάλισαν, δεν επέζησε παραπάνω
από λίγους μήνες. Η κυρά του τον εγκατάλειψε ένα πρωινό για να συμβιώσει με
έναν καλό Εγγλέζο φίλο του! Από την πίκρα που διέκρινε τις σύντομες αναφορές
του σε κείνη την σχέση φάνηκε ότι την είχε αγαπήσει και ο χωρισμός του στοίχισε,
επιπλέον της πίκρας από την προδοσία του φίλου του. Φήμες και κουτσομπολιά, που
κυκλοφορούσαν ανάμεσα σε συμπατριώτες της σχολής απέδωσαν το χωρισμό στην
παθολογική μανία και ψυχικό καταναγκασμό για καθαριότητα και τάξη -πλέον της πολυλογίας
και των ατέρμονων κουραστικών μονολόγων. Λεγόταν ότι στη διάρκεια της σύντομης συζυγικής
συμβίωσης ξυπνούσε τη νύχτα για να ξαναπλύνει τα πιάτα με καυτό νερό,
που είχε πλύνει μετά το γεύμα και, κατά τον Κ γινόταν πρόχειρα.
Τέτοιες ενδείξεις καταναγκασμού είχα
παρατηρήσει κι εγώ στις πρώτες συναντήσεις μας. Στο γραφείο του δεν περνούσε
απαρατήρητη η ακραίας μορφής ευταξία στα πάντα: από την ταξινόμηση των βιβλίων
στα ράφια, των εγγράφων σε ραφάκια εισερχομένων-εξερχομένων, των ειδών γραφικής
ύλης στα συρτάρια του. Θεωρούσα τον εαυτό μου οργανωμένο, επιμελή και ταχτικό,
ως δασκαλοπαίδι και του λόγου μου, αλλά και σε αυτόν τον τομέα ο Κ ανήκε σε
άλλη κατηγορία. Στο πρώτο γεύμα σπίτι του, στο οποίο με προσκάλεσε μαζί με τον αργότερα
κοινό μας φίλο, τον Γιώργο, με την ευκαιρία της επίσκεψης των γονιών του, το
γεύμα πάραυτα ακολούθησε μια επιμελέστατη και χρονοβόρα καθαριότητα της
κουζίνας -εις βάρος της φιλικής κουβέντας και της κοινωνικότητας.
Παρά τα ελαττώματα, που ενδεχόμενα και μάλλον
δικαιολογημένα απομάκρυναν την συμβία του και, ίσως, απώθησαν πολλούς γύρω του,
ο Κ, πέρα από την επιστημονική του αξιοσύνη, ήταν ένας θεμελιακά καλοπροαίρετος
χαρακτήρας με καλές προθέσεις, και πρόσφερε γνήσια και φιλότιμη, αν και όχι
πάντα αποτελεσματική στήριξη σε νεόφερτους σαν και μένα, από την ίδια (ονομαστικά)
ράτσα και με κοινή μητρική γλώσσα. Και ως τέτοιος, παρακινούμενος εν μέρει από
τη μοναξιά που ένιωθε ως επακόλουθο ενός υποβαθμιστικό έως και τραυματικό για
τον εγωισμό του χωρισμού, που ράγισε τον κρυστάλλινο κόσμο που έχτισε ο ίδιος γύρω
από τον εαυτό του, με βοήθησε στα πρώτα βήματά μου και με εισήγαγε σε ένα και
εν πολλοίς άγνωστο περιβάλλον. Τον πρώτο καιρό, με έπαιρνε μαζί του για το sine qua non αγγλοσαξονικό
lunch, όπου με σύστηνε στον ευρύ κύκλο των ακαδημαϊκών που συναναστρεφόταν ως
ίσο προς ίσους. Εκεί, στο Staff House, καθισμένος σε στρογγυλό τραπέζι, αμίλητος
και συνεσταλμένος, άκουγα τον Κ να αγορεύει ανάμεσα στις σύντομες παρεμβάσεις των
άλλων της ομήγυρης. Όπως με προσκαλούσε για γεύμα στο σπίτι του στις τακτικές
επισκέψεις των γονιών του, όπου σχημάτισα μια καλύτερη εικόνα για τις καταβολές
του και την προσωπικότητά του. Στην πορεία με εισήγαγε και βοήθησε γύρω από κάθε
τι που αφορούσε την ζωή στην Αγγλία: τα στέκια της ελληνικής κοινότητας, τα
προφίλ συναδέρφων, μπυροκατανύξεις σε τοπικά pubs, μέχρι την αγορά του
πρώτου μεταχειρισμένου αυτοκινήτου.
Μια απόσταση μέχρι τέλους μιας όχι και πολύ
εγκάρδιας φιλίας διατηρήθηκε. Οι κυριότεροι λόγοι δεν βρίσκονταν στα ελαττώματα,
που και οι δύο πληθωρικά διαθέταμε. Ούτε στον εκνευρισμό, τον όχι αποκλειστικά δικό
μου, που προκαλούσε η συνήθως προσεκτικά συγκεκαλυμμένη υπεροψία και
υψηλοφροσύνη του Κ. Για την τελικά αγεφύρωτη απόσταση και ανεκπλήρωτη φιλία ο
κύριος λόγος ήμουν μάλλον εγώ, εξίσου άκαμπτος, εγωιστής και εγωκεντρικός. Η
σχετικά κατώτερη θέση, όπου ως αναμενόταν βρέθηκα κατά την ανακίνηση της ακαδημαϊκής
και επαγγελματικής καριέρας μετά τα σκοτάδια της στρατιωτικής θητείας, αλλά και
άλλες προσωπικές παραμέτρους, ενέτεινε ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας (κληροδοτημένο
ή επίκτητα είναι άνευ σημασίας), αλλά και την εσωστρέφεια μου -ενώ τέτοιες
φάσης στη ζωή και «σταδιοδρομία» απαιτούσαν άνοιγμα στον κόσμο, οικοδόμηση
σχέσεων και συναναστροφών, προσωπικών και «δημόσιων», και διπλωματία. Με απλά
λόγια, αισθανόμουν στην παρουσία του Κ μειονεκτικά και αισθητά κατώτερος του, ενώ
ο ίδιος, εξαιτίας αυτής ακριβώς της θέσης του και της διαφύλαξης ως κόρης
οφθαλμού της ακαδημαϊκής του καριέρας και εξέλιξης, ως κατ’ εξοχήν
αντικειμενικό σκοπό εκείνη την περίοδο, διατήρησε ανάλογες αποστάσεις·
ιδιαίτερα, καθώς με τον καιρό άρχισα να προσεταιρίζομαι παρέες φοιτητών, που η
παρουσία του σε αυτές θα υποβίβαζε το κύρος του. Το αισθήματα κυρίως
επαγγελματικής και επιστημονικής μειονεξίας εντάθηκαν στη διάρκεια των δύο
χρόνων ζωής μου στο Birmingham. Αποκορυφώθηκαν προς το τέλος, όταν η προσπάθεια να ανέβω το επόμενο
σκαλί στην ακαδημαϊκή καριέρα στην ίδια σχολή με τον Κ, να εξισωθώ ακαδημαϊκά
με τον συνομήλικό μου, απέτυχε.
No comments:
Post a Comment